Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Πατσαλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 25798/10, 6 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25798/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Ανδρέας Πατσαλίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 6 Οκτωβρίου, 2011. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σιαπανή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Πατσαλίδης Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις πιο κάτω Κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β κατά παράβαση των άρ. 2, 3 (Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ), 6
(1)
(2), 30
(1)
(2)
(3), 31, 31Α και 6
(2)Β του Πρώτου Παραρτήματος - Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι την 13.10.2010 είχε στην κατοχή του 1 γραμμάριο κάνναβης. 3η Κατηγορία: Χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρ. 2, 3 (Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ) 10(α), 30
(1)
(2)
(3), 31, 31Α και 10 του Πρώτου Παραρτήματος - Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι την 14.10.2010 χρησιμοποίησε κάνναβη. 4η Κατηγορία: Κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου κατά παράβαση των άρ. 2, 3 (Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ), 6
(1)
(2), 30
(1)
(2)
(3), 31, 31Α και 6
(2)Β του Πρώτου Παραρτήματος - Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι την 15.10.2010 είχε στην κατοχή του 0.2139 γραμμάρια κάνναβης. Τα γεγονότα, όπως ανέφερε η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, έχουν ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων, και συγκεκριμένα ότι την 15.10.2010 μέλη της ΥΚΑΝ ερεύνησαν με Εντάλματα Έρευνας την οικία του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος παρέδωσε τεμάχιο ξηρής φυτικής ύλης που έμοιαζε με κάνναβη 0.2139 γραμμάρια. Αφού πληροφορήθηκε για το αδίκημα απάντησε: «Είμαι περιστασιακός χρήστης». Ακολούθως, στον Αστυνομικό Σταθμό Κακοπετριάς έδωσε θεληματική κατάθεση, στην οποία παραδέχτηκε ότι την 13.10.2010 στην Πλατεία Ελευθερίας αγόρασε 1 γραμμάριο κάνναβης, καθώς και ότι την 14.10.2010 χρησιμοποίησε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β. Όπως αναφέρθηκε, τα 0.2139 γραμμάρια της 4ης Κατηγορίας αποτελούν μέρος του 1 γραμμαρίου της 1ης Κατηγορίας. Κατηγορήθηκε γραπτώς, του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο και απάντησε: «Παραδέχομαι, έκαμα λάθος, προσπαθώ να το κόψω». Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, στην υπόθεση 18032/07 του Ε.Δ. Λευκωσίας για τις Κατηγορίες της εισόδου σε απαγορευμένη περιοχή, ληστείας, παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου, κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια και κλοπής, όπου του επιβλήθηκαν ποινές φυλακίσεως 2 χρόνων, 4 χρόνων, 4 χρόνων, 2 χρόνων και 2 χρόνων αντίστοιχα. Αποφυλακίστηκε την 10.8.
- Ο κ. Πατσαλίδης, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής έκανε αναφορά στην άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου, και στο γεγονός ότι περιέγραψε πλήρως πως βρέθηκε αυτή η ποσότητα πάνω του, πράγμα το οποίο οδήγησε και στην πρόσαψη των λοιπών κατηγοριών εναντίον του. Τα αδικήματα, είπε, διαπράχθησαν σε μία δύσκολη περίοδο για τον Κατηγορούμενο από ψυχολογικής απόψεως, και ήταν προσωπική χρήση ελαφριάς μορφής ουσίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος κατέθεσε πιστοποιητικά προς απόδειξη του ότι ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα καθαρός από ναρκωτικά. Ήταν η εισήγηση του ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθησαν τα αδικήματα, σε συνδυασμό με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου επιτρέπουν την επίδειξη επιείκειας. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο κ. Πατσαλίδης. Σύμφωνα με την Έκθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 46 ετών, διαζευγμένος και πατέρας 2 παιδιών. Οικονομικά στηρίζεται από δημόσιο βοήθημα ύψους €. 672,
- Φοίτησε μέχρι την Β τάξη Γυμνασίου, και μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας εργάστηκε ως οικοδόμος. Λόγω μακροχρόνιας χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών το 2003 κατέστη ανίκανος για εργασία. Λόγω δε της εξάρτησης του αυτής διαλύθηκε και ο γάμος του, ενώ με την συμπεριφορά του έθετε τον εαυτό του σε άσχημες καταστάσεις. Κατά την φυλάκιση του αντιμετώπιζε ψυχιατρικά προβλήματα, ενώ μετά την αποφυλάκιση του, λόγω υποτροπής της ψυχικής του κατάστασης οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας προέβησαν στην έκδοση διατάγματος υποχρεωτικής νοσηλείας. Μέχρι σήμερα λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Από Ιούνιο 2010 διαμένει σε ενοικιαζόμενη κατοικία, στην οποία παρέχεται σε αυτόν καθημερινά κατ' οίκον φροντίδα για την καθαριότητα του σπιτιού και την ετοιμασία φαγητού αφού ο ίδιος παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες να ανταποκριθεί. Τον Σεπτέμβριο 2010 εξεδόθη νέο διάταγμα υποχρεωτικής νοσηλείας. Στο παρόν στάδιο, αναφέρεται στην Έκθεση, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα με την συμπεριφορά του, λαμβάνει συστηματικά την φαρμακευτική του αγωγή, δεν κάνει χρήση ουσιών, και είναι συνεργάσιμος με την υπηρεσία Ευημερίας. Διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με την πρώην σύζυγο και τα παιδιά του. Όπως αναφέρεται στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο, για αδικήματα βάσει του άρθρου 6
(2), ήτοι την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές αυτές. Για το αδίκημα της χρήσης κατά παράβαση του άρθρου 10 (α) προβλέπεται φυλάκιση δια βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β) το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνει υπ' όψιν του ως καθιστόντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό τα εξής: την ηλικία του Κατηγορούμενου, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σε αυτόν, το ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών, και το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών, το βαθμό της εξάρτησης του Κατηγορούμενου από τα ναρκωτικά, την αποδεδειγμένη μεταμέλεια του η οποία μαρτυρείται μεταξύ άλλων από την συνεργασία του με τις αρχές για δίωξη των προμηθευτών, το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του, και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε από τα περιστατικά που καθιστούν το αδίκημα σοβαρότερο δυνάμει του εδαφίου (α) του ιδίου άρθρου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Νίκος Μαυρικίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 89/06, ημερ. 4.7.2007: «Σκοπός του ΄Αρθρου 30
(4)(α) δεν είναι η κατάταξη των αδικημάτων του Νόμου σε κατηγορίες αλλά η απαρίθμηση παραγόντων, που προσθέτουν ή αφαιρούν από τη σοβαρότητα ενός αδικήματος, η οποία, πρωτίστως, αντικατοπτρίζεται από την προβλεπόμενη ποινή. Το ΄Αρθρο απλά εξειδικεύει παράγοντες που λειτουργούν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, χωρίς όμως με αυτούς να περιορίζεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, η εξουσία του δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το δικαστήριο, κατά την επιβολή της ποινής, εξετάζει μαζί με όλα τα άλλα και συνεκτιμά, ανάλογα, και τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο πιο πάνω ΄Αρθρο». Επανειλημμένα έχει λεχθεί στην Νομολογία μας ότι τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, το δε όλο θέμα έχει λάβει διαστάσεις ανησυχητικές, πράγμα που καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε και στην απόφαση Χαράλαμπος Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482, τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά «αποτελούν επικίνδυνη πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και επηρεάζουν όχι μόνο το πρόσωπο που τα διαπράττει, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο κινείται ιδιαίτερα βέβαια στο οικογενειακό του περιβάλλον». Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι εμφανής και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές, δεδομένου ότι για την κατοχή κάνναβης προβλέπεται ποινή φυλακίσεως μέχρι 8 χρόνων ή πρόστιμο, ενώ για την χρήση προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου. Από την Νομολογία διαφαίνεται διαφορετική αντιμετώπιση σε περιπτώσεις χρηστών από αυτές των εμπόρων ναρκωτικών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Chaer ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 585, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Lee Andrew Mortimer v. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 22, στην περίπτωση χρήστη, σε αντιδιαστολή με τις υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών, «στην αρμόζουσα ποινή δεν επιβάλλεται να προβάλλεται έντονο το στοιχείο της αποτροπής, οι δε προσωπικές περιστάσεις του συγκεκριμένου κατηγορούμενου πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Ταυτόχρονα, όμως, η ποινή πρέπει να αντανακλά την αποδοκιμασία της κοινωνίας στη διάπραξη των αδικημάτων αυτών και να δίδει το μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η χρήση ναρκωτικών δεν καταστρέφει μόνο τον ίδιο το χρήστη». Παραθέτω απόσπασμα από την υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας, Ποιν.
(2001)2 Α.Α.Δ.174, η οποία αφορούσε κατοχή από χρήστη 22 γραμμαρίων οπίου για ιδίαν χρήση, και όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Και για τους χρήστες ναρκωτικών, οι οποίοι δηλητηριάζουν την ύπαρξή τους και διανοίγουν το δρόμο για τους εμπόρους ναρκωτικών, αρμόζουν αποτρεπτικές ποινές, όχι, όμως της ίδιας έντασης με αυτές που επιβάλλονται στους εμπόρους, εκείνους που καθιστούν επάγγελμά τους τη διασπορά του θανάτου. Για τους εμπόρους, είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα μετριασμού. Για τους χρήστες υπάρχει κάποιο περιθώριο, που, ομολογουμένως, με το χρόνο στενεύει. το περιθώριο εκείνο που σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου». Χαρακτηριστικό, όμως, είναι και το απόσπασμα από την απόφαση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή. ....................................... Πράγματι, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη. Αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση, όμως, μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών, αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό, αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες, δε θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεσή του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. ΄Ετσι , και στην περίπτωση των χρηστών, συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών». (βλ. επίσης Mahrad Mohammad Reza Beyki v. Αστυνομίας ,
(2008)2 Α.Α.Δ. 60, Πέτρος Τρύφωνος ν. Αστυνομίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 197). Σημειώνω επίσης ότι στην υπόθεση Σελλής ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 215 λέχθηκε ότι η μικρή ποσότητα ναρκωτικών πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν, αλλά από μόνη της δεν έχει αναγκαστικά αποφασιστική σημασια. Η υπό εκδίκαση περίπτωση καταδεικνύει στην πράξη τον όλεθρο των ναρκωτικών. Ο συγκεκριμένος Κατηγορούμενος έχει πληρώσει μεγάλο τίμημα για τον εθισμό του, αφού διαλύθηκε η οικογένεια του, κατέστη ανίκανος για εργασία λόγω της μακροχρόνιας χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών, και εξέθεσε τον εαυτό του σε άσχημες καταστάσεις οι οποίες οδήγησαν μεταξύ άλλων σε καταδίκη του σε 4 χρόνια φυλάκισης. Οι θλιβερές προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου όπως αυτές παρατίθενται πιο πάνω, τα ψυχιατρικά προβλήματα από τα οποία υποφέρει, σε συνδυασμό με το ότι πρόκειται για όχι ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα κάνναβης, καθώς και η άμεση του παραδοχή επιτρέπουν στο Δικαστήριο να επιδείξει επιείκεια κατά την επιβολή της ποινής. Ταυτόχρονα δεν μπορεί να παραγνωριστεί και η ύπαρξη της προηγούμενης καταδίκης αυτού. Σημειώνω εκ των προτέρων ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη κατηγορηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και την φύση των αδικημάτων, την επιείκια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του Κατηγορουμένου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεδομένης όμως της σοβαρότητας του αδικήματος, δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από στερητική της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 1η Κατηγορία ποινή φυλακίσεως 2 μηνών. Στην 3η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 3 μηνών. Στην 4η Κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή δεδομένου ότι η ποσότητα κάνναβης που αναφέρεται σε αυτήν περιλαμβάνεται στην ποσότητα που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 1ης Κατηγορίας. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή των ποινών φυλακίσεως που επιβλήθηκαν. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Όπως αναφέρθηκε και από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Κατηγορούμενο, αυτός πλέον καταβάλλει προσπάθειες να σταματήσει την χρήση ναρκωτικών, και το πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, καταμαρτυρεί την μέχρι τώρα επιτυχία του. Σημαντικά θεωρώ και τα λοιπά προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου, αναφορικά με τα οποία τυγχάνει συχνής ιατρικής παρακολούθησης και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Με έχει προβληματίσει η ύπαρξη της προηγούμενης καταδίκης, δεδομένου ότι το ποινικό μητρώο Κατηγορούμενου είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπ' οψιν για σκοπούς αναστολής. Έχω αποφασίσει, όμως, ότι η παρούσα μπορεί να διαφοροποιηθεί, δεδομένου ότι η προηγούμενη καταδίκη αφορά αδικήματα παντελώς διαφορετικής φύσης από αυτά της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης σε συνδυασμό με τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή των επιβληθέντων ποινών φυλακίσεως. Τούτων δεδομένων, οι επιβληθείσες ποινές φυλακίσεως αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο