← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αλέξιος Αζναουρίδης, Αρ. Υπόθεσης: 26248/10, 10 Οκτωβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αλέξιος Αζναουρίδης, Αρ. Υπόθεσης: 26248/10, 10 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26248/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Αλέξιος Αζναουρίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου, 2011. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Σιαπανή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στην Κατηγορία της Κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β κατά παράβαση των άρ. 2, 3 (Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ), 6

(1)
(2), 30
(1)
(2)
(3), 31, 31Α και 6
(2)Β του Πρώτου Παραρτήματος - Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι την 5.4.2009 είχε στην κατοχή του 5.318 γραμμάρια κάνναβης. Τα γεγονότα, όπως ανέφερε η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, έχουν ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων, και συγκεκριμένα ότι την 5.4.2009 μέλη του Ουλαμού Πάταξης Λαθροθηρίας ανέκοψαν για έλεγχο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΚΕ 020 ιδιοκτησίας του Κατηγορούμενου. Στο έλεγχο αυτό ανευρέθηκε ένα πακέτο τσιγάρων Senior Service που περιείχε 8 βιομηχανοποιημένα τσιγάρα της ιδίας μάρκας, και ένα διαφανές σακούλι ναϋλον με καφέ συμπαγή ουσία κάνναβης, καθώς και ένα κομμάτι συμπαγούς ουσίας κάνναβης, ήτοι η συνολική ποσότητα 5.318 γραμμάρια ρητίνης κάνναβης. Ο Κατηγορούμενος προέβη την ίδια μέρα σε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε την κατοχή. Δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο κ. Κυριακίδης, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, ζήτησε από το Δικαστήριο να διαχωρίσει την υπό εκδίκαση περίπτωση από άλλες παρομοίας φύσεως. Ο Κατηγορούμενος δεν έκανε οποιαδήποτε προσπάθεια να αποποιηθεί των ουσιών κατά τον έλεγχο, και συμμορφώθηκε πλήρως με τις υποδείξεις της αστυνομίας. Στο αυτοκίνητο ήταν και άλλοι φίλοι του, που μαζί είχαν πάει να διασκεδάσουν, ενώ ο Κατηγορούμενος δεν έκανε καν χρήση της κάνναβης, ούτε και συνηθίζει την χρήση. Ζήτησε όπως το Δικαστήριο θεωρήσει ότι η ποσότητα μοιράζεται στα 5, αφού χρήση θα έκαναν και οι φίλοι του, πλην όμως δεν πρόλαβαν. Επισήμανε ο συνήγορος το ότι από την διάπραξη του αδικήματος παρήλθαν 2 ½ χρόνια, μέσα στα οποία αυτός ζούσε με την αγωνία της έκβασης της δίκης. Ήταν η θέση του ότι το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του Κατηγορούμενου ήταν παράγοντας που συνέτεινε στην διάπραξη του αδικήματος, αφού δεν μπορούσε να αντιληφθεί την σοβαρότητα του. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο κ. Κυριακίδης. Σύμφωνα με την Έκθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών, παντρεμένος και πατέρας 2 παιδιών ηλικίας 7 και 5 ½ ετών. Διαμένουν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στον Άγιο Ανδρέα. Ο Κατηγορούμενος σήμερα είναι άνεργος, και δεν έχει σταθερό εισόδημα, ενώ εργάζεται περιστασιακά σε οικοδομές ή άλλες εργασίες. Η σύζυγος του είναι επίσης άνεργη. Κατάγονται αμφότεροι από την Γεωργία και είναι απόφοιτοι δημοτικής εκπαίδευσης, ενώ προέρχονται από συγκροτημένες οικογένειες. Ήρθαν στην Κύπρο εις αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής και εργασίας. Όπως αναφέρεται στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο, για αδικήματα βάσει του άρθρου 6
(2), ήτοι την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές αυτές. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β) το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνει υπ' όψιν του ως καθιστόντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό τα εξής: την ηλικία του Κατηγορούμενου, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σε αυτόν, το ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών, και το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών, το βαθμό της εξάρτησης του Κατηγορούμενου από τα ναρκωτικά, την αποδεδειγμένη μεταμέλεια του η οποία μαρτυρείται μεταξύ άλλων από την συνεργασία του με τις αρχές για δίωξη των προμηθευτών, το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του, και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε από τα περιστατικά που καθιστούν το αδίκημα σοβαρότερο δυνάμει του εδαφίου (α) του ιδίου άρθρου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Νίκος Μαυρικίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 89/06, ημερ. 4.7.2007: «Σκοπός του ΄Αρθρου 30
(4)(α) δεν είναι η κατάταξη των αδικημάτων του Νόμου σε κατηγορίες αλλά η απαρίθμηση παραγόντων, που προσθέτουν ή αφαιρούν από τη σοβαρότητα ενός αδικήματος, η οποία, πρωτίστως, αντικατοπτρίζεται από την προβλεπόμενη ποινή. Το ΄Αρθρο απλά εξειδικεύει παράγοντες που λειτουργούν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, χωρίς όμως με αυτούς να περιορίζεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, η εξουσία του δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το δικαστήριο, κατά την επιβολή της ποινής, εξετάζει μαζί με όλα τα άλλα και συνεκτιμά, ανάλογα, και τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο πιο πάνω ΄Αρθρο». Επανειλημμένα έχει λεχθεί στην Νομολογία μας ότι τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, το δε όλο θέμα έχει λάβει διαστάσεις ανησυχητικές, πράγμα που καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε και στην απόφαση Χαράλαμπος Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482, τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά «αποτελούν επικίνδυνη πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και επηρεάζουν όχι μόνο το πρόσωπο που τα διαπράττει, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο κινείται ιδιαίτερα βέβαια στο οικογενειακό του περιβάλλον». Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι εμφανής και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Από την Νομολογία διαφαίνεται διαφορετική αντιμετώπιση σε περιπτώσεις χρηστών από αυτές των εμπόρων ναρκωτικών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Chaer ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 585, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Lee Andrew Mortimer v. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 22, στην περίπτωση χρήστη, σε αντιδιαστολή με τις υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών, «στην αρμόζουσα ποινή δεν επιβάλλεται να προβάλλεται έντονο το στοιχείο της αποτροπής, οι δε προσωπικές περιστάσεις του συγκεκριμένου κατηγορούμενου πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Ταυτόχρονα, όμως, η ποινή πρέπει να αντανακλά την αποδοκιμασία της κοινωνίας στη διάπραξη των αδικημάτων αυτών και να δίδει το μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η χρήση ναρκωτικών δεν καταστρέφει μόνο τον ίδιο το χρήστη». Παραθέτω απόσπασμα από την υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 174 η οποία αφορούσε κατοχή από χρήστη 22 γραμμαρίων οπίου για ιδίαν χρήση, και όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Και για τους χρήστες ναρκωτικών, οι οποίοι δηλητηριάζουν την ύπαρξή τους και διανοίγουν το δρόμο για τους εμπόρους ναρκωτικών, αρμόζουν αποτρεπτικές ποινές, όχι, όμως της ίδιας έντασης με αυτές που επιβάλλονται στους εμπόρους, εκείνους που καθιστούν επάγγελμά τους τη διασπορά του θανάτου. Για τους εμπόρους, είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα μετριασμού. Για τους χρήστες υπάρχει κάποιο περιθώριο, που, ομολογουμένως, με το χρόνο στενεύει. το περιθώριο εκείνο που σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου». Χαρακτηριστικό, όμως, είναι και το απόσπασμα από την απόφαση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή. ....................................... Πράγματι, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη. Αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση, όμως, μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών, αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό, αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες, δε θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεσή του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. ΄Ετσι , και στην περίπτωση των χρηστών, συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών». (βλ. επίσης Mahrad Mohammad Reza Beyki v. Αστυνομίας , Ποιν. Εφ. 52/07, ημερ. 23.1.2008, Πέτρος Τρύφωνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 202/08, ημερ. 19.3.2009). Προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπ' όψιν το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και την άμεση παραδοχή του, τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο. Επίσης λαμβάνω υπ' όψιν μου το γεγονός ότι αυτός είναι πατέρας δυο ανήλικων παιδιών. Με έχει προβληματίσει το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Το αδίκημα διαπράχθηκε την 5.4.2009, αλλά το κατηγορητήριο σε μία απλή στην διερεύνηση της υπόθεση καταχωρίστηκε μόλις την 29.10.2010, και ορίστηκε για πρώτη φορά την 31.3.2011, ήτοι σχεδόν 2 χρόνια μετά την διάπραξη του αδικήματος. Το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αναφέρει ότι έκαστος κατά την διάγνωση οιασδήποτε ποινικής κατηγορίας εναντίον του δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου. Η διασφάλιση του Συνταγματικού αυτού δικαιώματος του Κατηγορούμενου είναι πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7469, ημερ. 22.9.2003). Όπως έχει λεχθεί και στην απόφαση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 C.L.R. 294, παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30
(2)καθιστά την δίκη άκυρη στην ολότητα της. Σκοπός της Συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του Κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Το τι συνιστά εύλογο χρόνο εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, και προς τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπ' όψιν η φύση και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των διαδίκων καθώς και τα χρονικά πλαίσια τα οποία παρέχονται από το Δικαστήριο και ο χρόνος μέσα στον οποίο ολοκληρώνεται η δίκη (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). (βλ. επίσης Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 147, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1, Porter v. Maggil
(2002)2 W.L.R. 37, Mills v. Her Majesty's Advocate
(2002)3 W.L.R. 1597). Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 5974, ημερ. 5.7.1996, υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, εκτός εάν συντρέχει βάσιμος λόγος περί του αντιθέτου. Σημειώνω επίσης το ότι στην απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 κρίθηκε ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα. Κατ' επέκταση, και στην περίπτωση αυτή την καθυστέρηση της Κατηγορούσας Αρχής στην καταχώρηση της υπόθεσης λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου προς μετριασμό της ποινής. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεδομένης όμως της σοβαρότητας του αδικήματος, και της ποσότητας που κατείχε ο Κατηγορούμενος, δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από στερητική της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 3 μηνών. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή της πιο πάνω ποινής θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλακίσεως που επιβλήθηκε. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Ο Κατηγορούμενος είναι όντως λευκού ποινικού μητρώου. Το γεγονός αυτό, όμως, σε συνδυασμό με το σύνολο των προσωπικών του περιστάσεων έχει ήδη ληφθεί υπ' όψιν στην επιμέτρηση της ποινής. Δεδομένης όμως της σοβαρότητας του αδικήματος, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, η οποία και θα είναι άμεση. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.