← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτριος Χατζίδης, Αρ. Υπόθεσης: 24501/11, 11.10.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτριος Χατζίδης, Αρ. Υπόθεσης: 24501/11, 11.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24501/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Δημήτριος Χατζίδης Ημερομηνία: 11.10.2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φ. Κακούρη Για τoν Κατηγορούμενo: ------ Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, μετά από παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες δύο κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 2, 5 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 33(Ι)/2000, 24(Ι)/06, τις ΚΔΠ 51/90, ΚΔΠ 305/06, ΚΔΠ 312/07 και το άρθρο 20Α του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.80(Ι)/

  1. 3η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189/22008, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Kατηγορητηρίου, σε ό,τι αφορά την πρώτη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος την 7/8/2010, στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KVJ697 αφού κατανάλωσε τέτοια ποσότητα αλκοόλης ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του υπερέβαινε το καθορισμένο όριο, δηλαδή είχε 145 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη κατηγορία, στο κατηγορητήριο αναφέρεται ότι, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το προαναφερθέν μηχανοκίνητο όχημα, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από τις 31/12/
  3. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι τα γεγονότα είναι ως το κατηγορητήριο. Ώρα καταγγελίας 03:
  4. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Είναι λευκού ποινικού μητρώου. Δεν έχει βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού. Σημειώνεται ότι, λόγω της σοβαρότητας του πρώτου, κυρίως, αδικήματος, το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο όπως, προτού εκτεθούν τα γεγονότα και επιβληθεί ποινή, τεθεί ενώπιόν του έκθεση από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Η σχετική έκθεση ετοιμάσθηκε στις 22/9/2011 και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 4/10/
  5. Στο παρόν στάδιο κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και τα οποία θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής: Ο Κατηγορούμενος κατάγεται από τη Γεωργία, είναι 31 ετών, οικοδόμος, ο οποίος έμεινε άνεργος κατά τους τελευταίους 6 έως 7 μήνες. Διαμένει με την οικογένειά του σε ιδιόκτητο διαμέρισμα, παλαιάς οικιστικής κατάστασης, στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας. Η σύζυγός του, 24 ετών, εργάζεται με όρους πλήρους απασχόλησης ως πωλήτρια σε κατάστημα ειδών ένδυσης και λαμβάνει €855 μηνιαίως. Αυτό αποτελεί και το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας, η οποία περικλείει τον Κατηγορούμενο, τη σύζυγό του και δύο παιδιά, 3 τών και 5 ετών. Για την αγορά του διαμερίσματός τους πριν από τέσσερα χρόνια, δημιούργησαν χρέος με μηνιαία δόση €
  6. Για την αγορά του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KVJ697, σημερινής αξίας €10,000, δημιούργησαν χρέος με μηνιαία δόση €
  7. Έχουν και άλλες οικονομικές υποχρεώσεις, όπως μηνιαία ασφαλιστική συνδρομή ύψους €
  8. Για το πρώτο αδίκημα ως το Κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος φαίνεται να δήλωσε στη Λειτουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών ότι ήταν σε κατάσταση μέθης όταν το διέπραξε, καθότι είχαν πάρτυ γενεθλίων στο σπίτι. Απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του καθ' ότι με την πράξη αυτή έθεσε σε κίδυνο τους άλλους και τον εαυτό του, εξέφρασε τη θλίψη του γι' αυτό και τη μεταμέλειά του. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος επανέλαβε τη μεταμέλειά του και δεν θέλησε να προσθέσει, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, οτιδήποτε πέραν των διαλαμβανομένων στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, αφού έλαβε αντίγραφο αυτής και συμφωνεί με το περιεχόμενό της. Το πρώτο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό. Οδηγούσε με αναλογία αλκοόλης 145 αντί 22 εκατομμυριοστών του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. ΄Εχει επανειλημμένα νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη στο αδίκημα προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, το οποίο πάντα πρέπει να λαμβάνεται υπ΄ όψιν κατά την επιβολή της ποινής (Βραχίμης ν. Αστυνομίας, Ποιν.Εφ. 6879, ημερ. 4.10.2000). Δεδομένου ότι το συγκεκριμένο αδίκημα εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 5 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Ν.174/1986, η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν.174/1986, το οποίο καθορίζει ότι׃׃ «Πας όστις διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου

(1)του άρθρου 5 [...] εν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις φυλάκισιν δια χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσα τα €1708 ή εις στέρησιν της ικανότητος του κατέχειν ή λαμβάνειν άδειαν οδηγήσεως δια χρονικήν περίοδον μη υπερβαίνουσαν τους δώδεκα μήνας ή εις όλα ή οιασδήποτε εκ των ανωτέρω ποινών.» Περαιτέρω, βάσει του άρθρου 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, όπως έχει τροποποιηθεί, Δικαστήριο το οποίο καταδικάζει πρόσωπο για αδίκημα βάσει του άρθρου 5 του Νόμου 174/86 δύναται να επιβάλει 3 - 6 βαθμούς ποινής ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως υποδεικνύεται και στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Πάντως, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της υπέρβασης της επιτρεπόμενης αναλογίας αλκοόλης, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να χαρακτηρίσει τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ως εγωιστική, αντικοινωνική και επικίνδυνη. Ενόψει και της έξαρσης που παρουσιάζουν τα τροχαία ατυχήματα που έχουν ως αφετηρία ή αιτία τέτοια συμπεριφορά, το Δικαστήριο οφείλει να στείλει το μήνυμα μέσω της ποινής που θα επιβάλει ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Η νομολογία επιβάλλει όπως επιβληθεί αποτρεπτική ποινή. Όπως σημειώθηκε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432, σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Η επιβολή ποινής αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης και, από την άλλη, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη. Η εξατομίκευση, όμως, της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή. Σημειώνω, συναφώς, ότι στην Ποινική Έφεση αρ.5959, Κόκκινος ν Αστυνομίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 135, το Εφετείο σημείωσε, με αναφορά στην Τροκκούδης ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.306 ότι το στοιχείο της αποτροπής μπορεί να διαδραματίσει ρόλο τόσο στην επιλογή της μορφής της ποινής όσο και στον καθορισμό του ύψους της. Στην προμνησθείσα υπόθεση Κόκκινος, υποδεικνύει, σε ότι αφορά τη μέθοδο επιλογής της ποινής, ότι η ποινή δεν είναι ορθό να επιλέγεται σε συνάρτηση αποκλειστικά με την ευχέρεια του παραβάτη να αναταποκριθεί σε αυτή. Δεν είναι παραδεκτή η επιβολή ποινής άλλης μορφής και μάλιστα εξ αντικειμένου σοβαρότερης από εκείνη η οποία ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις του αδικήματος, ώστε να καταστεί ευχερής η αντιμετώπισή της από τον Κατηγορούμενο. Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη (Eleni Evagorou v Police
(1971)2 CLR). Υπό το φως των πιο πάνω νομολογημένων αρχών, έχω εξετάσει πρώτα αν θα ήταν κατάλληλο να επιβάλω στην παρούσα υπόθεση ποινή στερητική της ελευθερίας του Κατηγορουμένου που είναι και η σοβαρότερη ποινή την οποία το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει. Το αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, δηλαδή το ότι οδηγούσε με με αναλογία αλκοόλης 145 αντί 22 εκατομμυριοστών του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής, δεν μπορεί παρά να μείωσε την ικανότητά του για ασφαλή οδήγηση. Το ότι δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε δυστύχημα σαν αποτέλεσμα τέτοιας οδήγησης είναι ευτύχημα. Το ευτυχές αυτό γεγονός δεν μπορεί, ωστόσο, να απομειώσει τα στοιχεία της εγωιστικής, αντικοινωνικής και επικίνδυνης συμπεριφοράς σε ό,τι αφορά την οδήγηση από πλευράς του Κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι για λόγους αποτροπής επανάληψης όμοιας συμπεριφοράς είναι κατάλληλο όπως επιβάλω ποινή στερητική της ελευθερίας του Κατηγορουμένου για 21 ημέρες από σήμερα. Θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Το εδάφιο
(1)αυτού καθορίζει ότι, οποτεδήποτε το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί, εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθής διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από τη διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου καθορίζει ότι «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στη Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.». Όπως η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε, ο Κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες ούτε βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού, γι' αυτό και το συγκεκριμένο αδίκημα φαίνεται να αποτέλεσε ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Δεν επαναλήφθηκε τέτοιο αδίκημα κατά το χρόνο που διέρρευσε έκτοτε (1+ χρόνος). Ο Κατηγορούμενος προχώρησε σε άμεση παραδοχή. Και είναι σημειωτέο το γεγονός ότι, από την πιο πάνω οδήγηση ευτυχώς δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε δυστύχημα. Υπό το φως των πιο πάνω, έχω αποφασίσει όπως αναστείλω την ποινή φυλάκισης για περίοδο 2 ετών από σήμερα. Κρίνω, όμως, ότι η στέρηση της άδειας οδηγού, είναι επίσης αναγκαίο τιμωρητικό μέτρο για τη συγκεκριμένη παράβαση. Λαμβάνοντας το μέγεθος της υπέρβασης, κρίνω κατάλληλο όπως ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 11 του Νόμου 174/86 και επιβάλω στέρηση άδειας για περίοδο 3 μηνών, αρχίζοντας από αύριο. Επιπρόσθετα, ασκώντας την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 20Α του Νόμου 86/72 επιβάλλω 6 βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού του Κατηγορουμένου. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος να πληρώσει άμεσα το ποσό των €90. Α. Πανταζή - Λάμπρου Προσ. Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.