Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αλέκος Δημητρίου, Αρ. Υπόθεσης: 30263/10, 13 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30263/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν - Αλέκος Δημητρίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεμιστοκλέους, (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χαραλάμπους) Ο κατηγορούμενος εμφανίζεται προσωπικά. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, N.86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Ν. 166/87και 80
(1)/00. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία 2 μάρτυρες, ήτοι ο Αστυφύλακας 2981 Μ. Σκούλλος (Μ.Κ.1), και ο Youssef Melek (Μ.Κ.2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος, αφού επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματά του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κλήθηκαν μάρτυρες υπεράσπισης. Η μαρτυρία Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας στο τμήμα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, την 13/3/2009 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη την ίδια μέρα περί ώρα 13.30, στην συμβολή της Λεωφόρου Τσερίου με την οδό Ακάμαντος στον Στρόβολο. Ενεχόμενα ήσαν το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΗΗΜ876 που οδηγούσε ο Μ.Κ.2 και το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΒΒ240 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Αλέκος Δημητρίου. Αφιχθείς στην σκηνή, διαπίστωσε ότι τα πιο πάνω οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση. Παρών ήταν ο κατηγορούμενος, αφού ο οδηγός του μοτοποδηλάτου είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στην σκηνή ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα, αφού προέβη σε διάφορες μετρήσεις και σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, στο οποίο κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη τις τελικές θέσεις των οχημάτων αλλά και γδάρσιμο που εντόπισε στο έδαφος, το οποίο προκλήθηκε από την πτώση της μοτοσυκλέτας στο έδαφος. Την 21/3/2009 ο Μ.Κ.1 έλαβε κατάθεση από τον Μ.Κ.2 στον οποίο επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο, με το οποίο ο τελευταίος συμφώνησε και το οποίο υπέγραψε ως ορθό και δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να μεταβεί εκ νέου στη σκηνή. Την 25/3/2009 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, τον οποίο και κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα που αντιμετωπίζει αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν αποδέχομαι την κατηγορία». Το ατύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Στην λεωφόρο Τσερίου διεξάγοντο βελτιωτικά έργα και στο δρόμο υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση. Η ορατότητα του κατηγορούμενου ήταν μειωμένη ως προς την πορεία του μοτοποδηλάτου εφόσον το μοτοποδήλατο καλυπτόταν από τα οχήματα που βρίσκονταν σε αναμονή και ο μοτοποδηλάτης προσπερνούσε από δεξιά. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας το ίδιο ίσχυε και ως προς την ορατότητα του μοτοποδηλάτη. Από την σύγκρουση προκλήθηκαν υλικές ζημιές στο όχημα του κατηγορούμενου στο μπροστινό καπό και προφυλακτήρα και στην μοτοσυκλέτα έσπασαν τα μπροστινά ελαστικά και ζάβωσε ο μπροστινός τροχός. Επίσης τραυματίστηκε ο Μ.Κ.2. Ο Μ.Κ.2 καταθέτοντας, υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 6), στην οποία αναφέρει ότι την 13/3/2009 και περί ώρα 13.30 οδηγούσε το μοτοποδήλατο του στην λεωφόρο Τσερίου, με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Τσέρι. Υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση και ο ίδιος οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα εντός της λωρίδας του κινούμενος με ευθεία πορεία και προσπερνούσε τα οχήματα που βρίσκονταν στα αριστερά του ακινητοποιημένα λόγω της τροχαίας κίνησης, όταν ξαφνικά είδε από τα αριστερά του το μπροστινό μέρος ενός αυτοκινήτου να του ανακόπτει την πορεία. Όπως ανέφερε το αυτοκίνητο το είδε την τελευταία στιγμή που ξεπρόβαλε μπροστά του και παρ' όλο που πάτησε φρένα δεν κατάφερε να το αποφύγει. Δεν θυμόταν αν κινήθηκε δεξιότερα για να αποφύγει το εν λόγω όχημα επειδή όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ο ίδιος τραυματίστηκε από το ατύχημα και η μοτοσικλέτα που οδηγούσε υπέστη ζημιές. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι όπως ο ίδιος αντελήφθη τα γεγονότα η σύγκρουση ήταν μετωπική διευκρινίζοντας ότι η σύγκρουση έγινε μπροστά στον προφυλακτήρα στην αριστερή πλευρά. Ως προς το σημείο σύγκρουσης ο ίδιος επέμεινε ότι αυτό βρισκόταν στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας ή πάνω στην διαχωριστική γραμμή. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι ο ίδιος κατέχει άδεια οδήγησης για περίπου 4 έτη. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεση του προς την Αστυνομία, Τεκμήριο 4, στην οποία αναφέρει ότι κατά την 13/3/2009 και περί ώρα 13.30 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΒΒ240 στην συμβολή της οδού Ακάμαντος με την λεωφόρο Τσερίου. Όταν έφθασε στο αλτ των πιο πάνω οδών, σταμάτησε ως πρώτο όχημα, έχοντας πρόθεση να εισέλθει με κλίση δεξιά προς την Λεωφόρο Τσερίου. Σε κάποια στιγμή ένα αυτοκίνητο που κινείτο στην λεωφόρο Τσερίου ερχόμενο από τα δεξιά του, του έδωσε προτεραιότητα για να εισέλθει σε αυτήν, πράγμα το οποίο έπραξε. Όταν βρισκόταν διαγώνια στην πρώτη λωρίδα σταμάτησε ξανά για να ελέγξει την λωρίδα κυκλοφορίας από Τσέρι προς Λευκωσία(την δεύτερη λωρίδα), διότι λόγω της κλίσης του οχήματος του και της πυκνής τροχαίας κίνησης δεν είχε την δυνατότητα να το πράξει προηγουμένως. Αφού την έλεγξε και μόλις έστρεψε το κεφάλι του προς τα δεξιά για να εκκινήσει είδε μια μοτοσικλέτα να έρχεται από τα δεξιά και να κτυπά στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, την οποία δεν είδε παρά μόνο την τελευταία στιγμή πριν εκκινήσει. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο της σύγκρουσης ο ίδιος βρισκόταν εν κινήσει. Ερωτώμενος για ποιο λόγο εκκίνησε αφού σύμφωνα με την κατάθεση του είχε δει την μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.2 πριν εκκινήσει, ανέφερε ότι την μοτοσυκλέτα την είδε κατά την ώρα της εκκίνησης. Σε υποβολή της κατηγορούσας αρχής ότι δεν ήταν αυτό που είχε πει στην κατάθεσή του, ανέφερε ότι η χρονική διάρκεια που μεσολάβησε από την στιγμή της εκκίνησης μέχρι την σύγκρουση ήταν πολύ μικρή όπως και η απόσταση από την οποία είδε την μοτοσυκλέτα που δεν του άφηναν περιθώριο να την αποφύγει. Ερωτώμενος αν ο Μ.Κ.2 προέβη σε αποφευκτική κίνηση ανέφερε ότι είχε κάνει κίνηση προς τα δεξιά (ως η πορεία του Μ.Κ.2) αλλά ήταν η θέση του ότι δεν έκανε χρήση των φρένων αφού δεν βρέθηκαν ίχνη φρένων στο δρόμο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μπορώ να πω ότι μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Οι μετρήσεις και το σχεδιάγραμμα της σκηνής, τόσο το συμμετρικό όσο και το πρόχειρο δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του από τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1362 και Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388). Αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολό της. Ο Μ.Κ.2 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν διέκρινα οποιαδήποτε διάθεση να πει ψέματα προς το δικαστήριο, ούτε προσπάθεια να αποφύγει οποιεσδήποτε ερωτήσεις. Αντίθετα απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις με βάση το τι θυμόταν και μόνο. Το γεγονός ότι διαφώνησε με το σχεδιάγραμμα, το οποίο πράγματι είχε υπογράψει κατά τον ουσιώδη χρόνο ως ορθό, ως προς το σημείο σύγκρουσης, το οποίο επέμεινε ότι βρισκόταν στην δική του λωρίδα ενώ τούτο ευρίσκεται 0,60 από την διαχωριστική γραμμή προς την αντίθετη λωρίδα από αυτήν στην οποία κινείτο ο μάρτυρας, δεν θεωρώ ότι μπορεί να κλονίσει το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα. Και τούτο διότι ήταν προφανές ότι η θέση αυτή του μάρτυρα βασιζόταν στο ότι ο ίδιος ήταν βέβαιος ότι κινείτο εντός της λωρίδας του και δεν θυμόταν αν είχε προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση στα δεξιά προς αποφυγή της σύγκρουσης. Σημειώνεται επίσης ότι επί του προκειμένου, η θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι ο Μ.Κ.2 κινήθηκε δεξιότερα σε μια προσπάθεια να αποφύγει την σύγκρουση, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή και η οποία τείνει να επιβεβαιώσει ότι πράγματι ο Μ.Κ.2 κινείτο στην λωρίδα του αμέσως πριν την σύγκρουση, αφού το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται μόλις 0,60 στην αντίθετη λωρίδα από αυτήν στην οποία κινείτο ο Μ.Κ.2, προτού προβεί σε ελιγμό. Ως προς την θέση του ότι η σύγκρουση ήταν μετωπική, θεωρώ ότι δεν μπορεί ούτε από αυτήν να εξαχθεί οποιοδήποτε εύρημα αναξιοπιστίας αφού σύμφωνα και με τα ευρήματα του Μ.Κ.1 είχε πράγματι σπάσει ο μπροστινός προφυλακτήρας του οχήματος του κατηγορούμενου. Αντίθετα η θέση του κατηγορούμενου ότι η σύγκρουση έγινε προς την πλευρά του οδηγού δεν υποστηρίζεται από τα ευρήματα ζημιών του οχήματος του ούτε από τα ίχνη τριβής που ανευρέθηκαν στην άσφαλτο (Β1 επί του σχεδίου) και όπως και πιο κάτω αναφέρεται απορρίπτεται. Ας σημειωθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 καθ' όσον αφορά τα ευρήματα ζημιών και το ίχνος τριβής που είχε εντοπίσει, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του από τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά την θέση του Μ.Κ.2 ότι έκανε χρήση των φρένων του δεν θεωρώ ότι μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αναξιοπιστίας του από το γεγονός και μόνο ότι δεν ανευρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή, αφού δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να επιτρέπει την εξαγωγή ευρήματος ότι εφόσον δεν ανευρέθηκαν ίχνη ο Μ.Κ.2 ψεύδετο όταν έλεγε ότι έκανε χρήση των φρένων του. Ως εκ των ανωτέρω και πλην της θέσης του μάρτυρα αυτού ως προς το σημείο σύγκρουσης την οποία δεν αποδέχομαι για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο, έχω να παρατηρήσω εν πρώτοις ότι διεξήγαγε όλη την ακροαματική διαδικασία αυτοπροσώπως, με αξιοσημείωτη ευγένεια και πρόβαλε τις θέσεις του με απλό κατανοητό και καθαρό τρόπο προς το Δικαστήριο. Δεν δίστασε μάλιστα να δεχθεί ότι ο Μ.Κ.2 προέβη σε κίνηση προς τα δεξιά με σκοπό να τον αποφύγει, παρά το ότι ο Μ.Κ.2 δεν θυμόταν κατά πόσον προέβη σε τέτοια ενέργεια. Παρά ταύτα πρέπει να πω ότι η θέση που προκύπτει από την κατάθεσή του προς την αστυνομία, ότι πριν ο ίδιος εκκινήσει από την 1η λωρίδα όπου είχε σταματήσει για να ελέγξει την κίνηση, η μοτοσικλέτα χτύπησε πάνω του, δεν συνάδει με την θέση του κατά την αντεξέταση του, όπου η θέση του ήταν ότι βρισκόταν σε κίνηση κατά τον χρόνο της σύγκρουσης. Από τις δύο θέσεις του, δέχομαι την θέση του ότι βρισκόταν σε κίνηση αφού τούτη συνάδει με την θέση του ότι πριν την σύγκρουση είχε σταματήσει σε κάποιο σημείο της 1ης λωρίδας για να ελέγξει το δρόμο, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή κατά την αντεξέταση του κατηγορούμενου. Και τούτο διότι αν το δυστύχημα επεσυνέβαινε ενόσω βρισκόταν σταματημένος, το σημείο σύγκρουσης δεν θα βρισκόταν στην 2η λωρίδα κυκλοφορίας όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 2, αλλά στην 1η λωρίδα όπου ο κατηγορούμενος είχε σταματήσει. Επίσης δεν αποδέχομαι την θέση του ότι η σύγκρουση έγινε στην δεξιά πλευρά του οχήματος προς την πόρτα του οδηγού και τούτο διότι κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από τις ζημιές του οχήματος οι οποίες όπως αναφέρθηκε από τον Μ.Κ.1 ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου υπήρχαν στο καπό και στον μπροστινό προφυλακτήρα. Σημειώνω ότι από τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης ήταν πρόδηλο, ότι ο κατηγορούμενος προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία καθ' ότι ο ίδιος είχε την πεποίθηση πως τα όσα έπραξε ήταν επαρκή υπό τις περιστάσεις, για να τον απαλλάξουν ευθύνης. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του την οποία προώθησε και κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ότι είχε προηγηθεί σήμα από όχημα που βρισκόταν στην λεωφόρο Τσερίου (στα δεξιά του κατηγορούμενου) το οποίο του έδωσε προτεραιότητα για να εισέλθει στην εν λόγω λεωφόρο, στην οποία πράγματι εισήλθε με χαμηλή ταχύτητα σταματώντας μάλιστα στην πρώτη λωρίδα για να ελέγξει την τροχαία κίνηση αφού η ορατότητα του περιοριζόταν λόγω παρεμβαλλόμενων οχημάτων. Σημειώνω όμως ότι κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι αφού σταμάτησε στην 1η λωρίδα της λεωφ. Τσερίου ήλεγξε την κίνηση προς τα αριστερά αντί προς τα δεξιά, παρά το ότι είχε υπόψη του το φαινόμενο των μοτοσυκλετών που προσπερνούν από δεξιά σταματημένα οχήματα. Στην συνέχεια όταν κοίταξε δεξιά είδε την μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.2 πριν ακόμα ο ίδιος εκκινήσει και παρά ταύτα εκκίνησε με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την εν λόγω μοτοσυκλέτα. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι την 13/3/2009 και περί ώρα 13.30 ο Μ.Κ.1 οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΗΗΜ876 στην Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Τσέρι και προσπερνούσε προπορευόμενα οχήματα από δεξιά εντός της λωρίδας του, κινούμενος με χαμηλή ταχύτητα. Η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή ως η πορεία του Μ.Κ.2. Φθάνοντας στην συμβολή της πιο πάνω λεωφόρου με την οδό Ακάμαντος, ο Μ.Κ.2 συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και το οποίο είδε για πρώτη φορά όταν αυτό ήταν περί τα 10-15 μέτρα από τον ίδιο και το οποίο εκείνη τη στιγμή είχε εισέλθει στην λεωφόρο Τσερίου από την οδό Ακάμαντος με κλίση δεξιά, αφού προηγουμένως του είχε δοθεί προτεραιότητα από όχημα που βρισκόταν επί της λεωφόρου Τσερίου στα δεξιά ως πορεία του. Ο κατηγορούμενος αφού του δόθηκε προτεραιότητα από το ως άνω αναφερόμενο τρίτο όχημα εισήλθε από την πάροδο στην λεωφόρο με χαμηλή ταχύτητα, σταμάτησε στην 1η λωρίδα και έλεγξε το δρόμο προς τα αριστερά και μετά όταν γύρισε δεξιά και πριν εκκινήσει είδε την μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.2 και στην συνέχεια εκκίνησε και συγκρούστηκε με αυτήν. Ο Μ.Κ.2 είδε το όχημα του κατηγορούμενου όταν η απόσταση που τους χώριζε ήταν πολύ μικρή, πάτησε τα φρένα του και κινήθηκε δεξιότερα για να αποφύγει την σύγκρουση χωρίς να το κατορθώσει και συγκρούστηκε με το όχημα του κατηγορούμενου. Και τα δύο οχήματα βρίσκονταν εν κινήσει κατά τον χρόνο της σύγκρουσης. Η λεωφόρος Τσερίου είναι διπλής κατεύθυνσης. Υπάρχει μια λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα που κινούνται από Λευκωσία προς Τσέρι και μια λωρίδα για οχήματα με αντίθετη κατεύθυνση. Οι δύο λωρίδες διαχωρίζονται με συνεχόμενη γραμμή η οποία μπροστά από την πάροδο γίνεται διακεκομμένη για να επιτρέπει την είσοδο και έξοδο οχημάτων σε αυτήν. Στο σημείο του δυστυχήματος υπήρχε δεξιά πάροδος (οδός Ακάμαντος) στα αριστερά ως η πορεία του Μ.Κ.2. Το δυστύχημα επεσυνέβη κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Το σημείο σύγκρουσης Χ ευρίσκεται στην λωρίδα κυκλοφορίας από Τσέρι προς Λευκωσία σε απόσταση 0,60 εκατοστών από την διαχωριστική γραμμή. Από το δυστύχημα προκλήθηκαν υλικές ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα και τραυματίστηκε ο Μ.Κ.2. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Ως προς το τι συνιστά αμελή οδήγηση χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ 68 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό συνιστά αμέλεια. (Nicolaides ν. Economides
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις. Παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος αυτού συνιστά αμέλεια (βλ. Constantinou v. Stavros Katsouris and another
(1975)1 C.L.R. 188). Αμελή πράξη συνιστά και η απόφραξη πορείας, εάν και εφόσον συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που το προκάλεσαν, όπως επεξηγείται στην απόφαση Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 Α.Α.Δ 1436, 1439 αλλά και στην Derek Nell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51. Ειδικότερα σε σχέση με τις υποχρεώσεις οδηγού ο οποίος, όπως και ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, επιχειρεί να εισέλθει σε κύριο δρόμο από πάροδο, θα πρέπει να σημειωθεί εν πρώτοις, ότι αποτελεί καθήκον του οδηγού που εξέρχεται από την πάροδο να δώσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνται στον κύριο δρόμο, και πριν εισέλθει σε αυτόν να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδός του είναι ασφαλής και πως με αυτή δεν θα παρεμβάλει εμπόδια και δεν θα αποκόψει την ελεύθερη πορεία οχημάτων που κινούνται στον κύριο δρόμο (βλ. Ιωαννίδου v. Γιαννή
(1990)1 Α.Α.Δ. 213). Απάντηση στο ερώτημα πότε η είσοδος από πάροδο σε κύριο δρόμο είναι ασφαλής δίδεται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746, όπου τονίστηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι η είσοδος κάποιου οχήματος στο δρόμο εξαρτάται από την τροχαία κίνηση πάνω στο δρόμο κατά το χρόνο της εισόδου και αν η κίνηση είναι τέτοια ώστε να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη, ο οδηγός του οχήματος οφείλει να μην εισέλθει μέχρις ότου η είσοδός του μπορεί να γίνει με την αναγκαία ασφάλεια. Αν η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση είναι θέμα πραγματικό που θα αποφασιστεί υπό το φως των περιστατικών της κάθε περίπτωσης. Ο κατηγορούμενος, εισηγήθηκε ότι εισήλθε στην λεωφόρο από την πάροδο αργά αφού του δόθηκε προτεραιότητα από όχημα που κινείτο στην λεωφόρο και μάλιστα σταμάτησε στην 1η λωρίδα για να ελέγξει κατά πόσο ήταν ασφαλές να εισέλθει στην 2η λωρίδα και συνακόλουθα δεν υπήρχε κάτι άλλο το οποίο θα μπορούσε να πράξει για να αποφευχθεί η σύγκρουση, με δεδομένο το ότι δεν μπορούσε να έχει ορατότητα πίσω από το όχημα που του έδωσε προτεραιότητα. Επί του προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο στην Tranta v. Michael Evangelou Boyadji
(1984)1 C.L.R. 213 και μεταγενέστερα στην Παύλου v. Σάββα
(1989)1Ε Α.Α.Δ.797, υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν στην Worsfold v. Home
(1980)1 ALL.E.R.102, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει αρχή που να καθορίζει ότι ο οδηγός δικαιούται να εισέλθει στα τυφλά, έστω και πάρα πολύ σιγά (by "inching") από πάροδο σε κύριο δρόμο πέραν της ακτίνας ορατότητας του· ούτε υπάρχει αρχή σύμφωνα με την οποία αν ο οδηγός αυτός προχωρήσει μέσα στον κύριο δρόμο σιγά και προσεκτικά, ικανοποιείται το καθήκον που έχει έναντι εκείνων που χρησιμοποιούν τον κύριο δρόμο. Ας σημειωθεί ότι στην υπόθεση Παύλου (ανωτέρω), παρά το γεγονός ότι ο οδηγός εισερχόταν στον κύριο δρόμο από πάροδο σπιθαμή προς σπιθαμή και σταμάτησε δύο φορές για να ελέγξει το δρόμο προς τα δεξιά, βρέθηκε συνυπεύθυνος για το δυστύχημα κατά 50%. Όσον δε αφορά στην σημασία του σήματος που δίδει σε οδηγό που επιχειρεί να εισέλθει σε κύριο δρόμο, οδηγός οχήματος που βρίσκεται στον κύριο δρόμο σχετική είναι η υπόθεση Leeson v. Bevis & Tolchard Ltd and antoher
(1972)R.T.R 373. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι το σήμα που είχε δοθεί στο όχημα που επιχειρούσε να εξέλθει από την πάροδο, από όχημα που βρισκόταν στον κύριο δρόμο, συνιστούσε απλή άδεια και δεν εγγυόταν την ασφαλή έξοδο του οχήματος από την πάροδο. Συνακόλουθα κρίθηκε ότι ο οδηγός που εξέρχετο από την πάροδο εξακολουθούσε να υπέχει το γενικό καθήκον για τήρηση της δέουσας παρατηρητικότητας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Stamp LJ στην σελίδα 380 της απόφασης: « I do think it important to emphasize that if a driver in one way or another gives the driver of another vehicle or a pedestrian an indication that he, the driver, is going to stop, or is stopping or has stopped, and will give the other party passage in front of his vehicle, he is merely telling him that he, the driver, is not going to run over him or run into him, and he does not thereby indicate that, if the other party crosses beyond the shelter of his vehicle, he will be safe.» Περαιτέρω και έχοντας κατά νου και την οδική συμπεριφορά του Μ.Κ.2 ο οποίος προσπερνούσε οχήματα πλησίον παρόδου κάτι το οποίο απαγορεύεται (βλ. Κανονισμό 58
(1)(κγ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π.66/84), θεωρώ ορθό να επισημάνω ότι, παρ' όλο που ένας οδηγός δεν είναι υπόχρεος να προβλέψει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να ενεργήσει αμελώς και συνακόλουθα δεν είναι υποχρεωμένος να λάβει προστατευτικά μέτρα σε σχέση με τέτοιο ενδεχόμενο, η κατάσταση διαφοροποιείται εάν η πείρα δείχνει μια συγκεκριμένη αμέλεια να είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις. (Panayiotou v. Mavrou 1970 1 C.L.R. 215, Σχίζα v. Βραχίμη
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1742). Ως προς το εάν ήταν προβλεπτό ότι μοτοποδήλατο θα προσπερνούσε παράνομα μπροστά από την πάροδο, ούτως ώστε να έχει υποχρέωση ο κατηγορούμενος να λάβει προστατευτικά μέτρα έναντι τούτου, σχετικά είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Κυριάκου v. Λοιζίδη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 414,423 όπου λέχθηκαν τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση ο εφεσίβλητος ήταν, κατά την κρίση μας, αμελής. Γιατί ήταν προβλεπτό το προσπέρασμα από μοτοσικλέτα. Είναι στους δρόμους μας σήμερα όχι μόνο γνωστό αλλά και συχνό φαινόμενο. Και όφειλε, έχοντας το αυτό κατά νου, να έβγαινε διαμέσου της ουράς των αυτοκινήτων με κάθε δυνατή προφύλαξη: να ξεπρόβαλλε με πολύ αργό ρυθμό και, σε πρώτο στάδιο, σε μόνο μικρό βαθμό, ακόμα και να σταματούσε, έστω για λίγο, για να δώσει την ευκαιρία σε οδηγό που προσπερνούσε να τον αντιληφθεί ώστε να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης." Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως αυτά ανωτέρω καταγράφονται, καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης αμελής. Το γεγονός ότι είχε προηγηθεί σήμα από άλλο όχημα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, δεν τον απάλλασσε από το καθήκον για τήρηση της δέουσας παρατηρητικότητας. Η δε αμέλεια του συνίστατο ακριβώς στην μη εκπλήρωση του καθήκοντος αυτού, αφού ο κατηγορούμενος εισήλθε μεν στην λεωφόρο από την πάροδο με χαμηλή ταχύτητα, και σταμάτησε στην 1η λωρίδα για να ελέγξει την κίνηση αλλά έπραξε τούτο κοιτάζοντας προς τα αριστερά αντί προς τα δεξιά, ενώ το φαινόμενο μοτοσυκλετών που προσπερνούν με τον τρόπο που προσπέρασε ο Μ.Κ.2 είναι γνωστό και συχνό και συνακόλουθα προβλεπτό και ο ίδιος μάλιστα δέχθηκε ότι γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει στους δρόμους. Περαιτέρω όταν κοίταξε δεξιά είδε την μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.2 πριν ακόμα ο ίδιος εκκινήσει και παρά ταύτα εκκίνησε, με αποτέλεσμα παρά την κίνηση του μοτοσυκλετιστή προς τα δεξιά να συγκρουστεί μαζί του στην 2η λωρίδα της λωφ. Τσερίου (προς Λευκωσίας) σε απόσταση περίπου 0,60 από την διαχωριστική γραμμή. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι ο Μ.Κ.2 σίγουρα φέρει και αυτός ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα αφού επιχειρώντας προσπέρασμα ουράς σταματημένων οχημάτων έστω και εντός της λωρίδας του ενώ η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή, ανέλαβε ένα πολύ επικίνδυνο εγχείρημα, το οποίο θα έπρεπε να διεκπεραιώσει με μεγάλη επιμέλεια (βλ. Leeson (ανωτέρω) σελ.378). Τούτο θεωρώ ότι παρέλειψε να το πράξει με δεδομένο μεταξύ άλλων το σημείο στο οποίο διενεργούσε το προσπέρασμα (πλησίον παρόδου) αλλά και το ότι παρέλειψε να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει όχημα που πιθανόν να εξερχόταν από την πάροδο. Παρά ταύτα η συμπεριφορά του κατηγορούμενου για τους λόγους που πιο πάνω ανέφερα συνέτεινε στην σύγκρουση αφού δεν ενήργησε ως ένας συνετός οδηγός. Ως εκ των ανωτέρω αποτελεί κατάληξη μου ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. .............. Ν. Μαθηκολώνη Επαρχ. Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο