Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΠΑΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αριθμός Υπόθεσης: 1699/08, 21 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Eνώπιον: Γ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, Ε. Δ. Αριθμός Υπόθεσης: 1699/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -εναντίον- ΠΑΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου, 2011. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Θεοδότου. Για τον Κατηγορούμενο: κος Χρ. Τριανταφυλλίδης. Κατηγορούμενος: Παρών. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει εξήντα συνολικά κατηγορίες. Είκοσι κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας, είκοσι αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας των αντίστοιχων πλαστών εγγράφων και οι άλλες είκοσι κατηγορίες την απόπειρα εξασφάλισης πιστοποιητικού επαγγελματικής άδειας οδηγού με ψευδείς παραστάσεις. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των εν λόγω κατηγοριών, καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ότι, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του μηνός Ιουλίου 2007 και της 30ης Αυγούστου 2007 στη Λευκωσία, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή αφού ανηπαρήξε πιστοποιητικό φυσικής ικανότητας για απόκτηση Επαγγελματικής άδειας οδηγού, στο οποίο υπήρχε στη θέση «Υπογραφή Ιατρού», η υπογραφή του Ιατρού Νίκου Μέντζη και το αποτύπωμα της σφραγίδας του, συμπλήρωσε σ΄ αυτό, το όνομα Κυριάκος Χαραλάμπους και άλλων 19 προσώπων, χωρίς την εξουσιοδότηση του πιο πάνω ιατρού, με το οποίο φαινόταν ότι πιστοποιείτο ότι ο Κυριάκος Χαραλάμπους και άλλα δεκαεννέα πρόσωπα από την Λευκωσία, δεν πάσχουν από καμία νόσο ή φυσική αναπηρία που να μπορεί να τους στερήσει την ικανότητα να κατέχουν επαγγελματική άδεια οδηγού, σύμφωνα με τον Κανονισμό 5
(4)των Περί της Επαγγελματικής Άδειας Οδηγού Κανονισμών Κ.Δ.Π. 53/91 (κατηγορίες 1, 4, 7, 10, 13, 16, 19, 22, 25, 28, 31, 34, 37, 40, 43, 46, 49, 52, 55 και 58). Επίσης ότι, έθεσε σε κυκλοφορία τα εν λόγω έγγραφα στις 30 Αυγούστου 2007, στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (κατηγορίες 2, 5, 8, 11, 14, 17, 20, 23, 26, 29, 32, 35, 38, 41, 44, 47, 50, 53, 56 και 59), και ότι με τις πιο πάνω ενέργειες, αποπειράθηκε να εξασφαλίσει πιστοποιητικό επαγγελματικής άδειας οδηγού για τα πιο πάνω πρόσωπα με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορίες 3, 6, 9, 12, 15, 18, 21, 24, 27, 30, 33, 36, 39, 42, 45, 48, 51, 54, 57 και 60). Η ακροαματική διαδικασία Προς απόδειξη των προαναφερθεισών κατηγοριών κλήθηκαν για κατάθεση δεκαεπτά συνολικά μάρτυρες. Ο Αστ. 3049 Α. Καρεκλάς (Μ.Κ.1) ο κ. Λούκας Σιέγκας (Μ.Κ.2), ο Αστ. 2428 Γ. Ιωάννου (Μ.Κ.3), ο Ανδρέας Λουκαϊδης (Μ.Κ.4), ο Δρ. Νικόλαος Μέντζης (Μ.Κ.5), ο Σπύρος Σπύρου (Μ.Κ.6), ο Ανδρέας Αθανασίου (Μ.Κ.7), ο Αλέξης Πάπουτες (Μ.Κ.8), ο Γεωργ. Χριστοδούλου (Μ.Κ.9), ο Κυριάκος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.10), ο Κωνσταντίνος Καμένος (Μ.Κ.11), ο Ανδρέας Πολυκάρπου (Μ.Κ.12), ο Γιώργος Σάββα (Μ.Κ.13), ο Χριστόφορος Φραντζής (Μ.Κ.14), ο Πέτρος Πετρίδης (Μ.Κ.15), ο Πάμπος Χαραλάμπους (Μ.Κ.16) και ο Μάριος Μαρκίδης, Αστυνόμος Β΄ (Μ.Κ.17). Επίσης δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν διάφορα Τεκμήρια, μεταξύ των οποίων φακέλους του Τμήματος Οδικών Μεταφορών που αφορούσαν αίτηση των είκοσι προσώπων, υπαλλήλων της εταιρείας Frou Frou Biscuits Ltd, για απόκτηση επαγγελματικής άδειας οδηγού (Τεκμήρια Χ1 - Χ20), και επίσης πιστοποιητικά φυσικής ικανότητας (Τεκμήρια 3 - 22), και δείγματα γραφής του Κατηγορούμενου (Τεκμήρια 3Α - 22Α). Η δοθείσα μαρτυρία βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Εκείνο το επισημαίνεται είναι πως η μαρτυρία τόσο η προφορική όσο και η έγγραφη, έχει μελετηθεί επανειλημμένως και διεξοδικά από το Δικαστήριο και είναι ακριβώς στη βάση αυτής της μαρτυρίας που εδράζονται οι θέσεις που θα καταγραφούν στη συνέχεια. Είναι όμως πιστεύω χρήσιμο, να καταγραφεί σε γενικές γραμμές η εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο η Κατηγορούσα Αρχή. Ο κ. Λούκας Σιέγκας (Μ.Κ.2), Ανώτερος Ελεγκτής Μεταφορών, στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, στις 10.9.2007, πριν να παρουσιάσει τις είκοσι
(20)επίδικες αιτήσεις για εξασφάλιση επαγγελματικής άδειας οδηγού από υπαλλήλους της εταιρείας Άλκης Χατζηκυριάκος Frou-Frou Buiscuits Ltd, στην Αρχή Αδειών, εντόπισε εντός αυτών πιστοποιητικά φυσικής ικανότητας των υποψηφίων, στα οποία η υπογραφή του γιατρού που φαινόταν εκεί δεν ήταν πρωτότυπη, ούτε η σφραγίδα φαινόταν πρωτότυπη, αλλά ότι είχαν εκτυπωθεί από ηλεκτρονικό υπολογιστή και αποφασίστηκε να καταγγελθεί η υπόθεση στην Αστυνομία. Ο Αστ. 3049 Α. Καρεκλάς (Μ.Κ.1) ήταν ένας εκ των ανακριτών και ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης μετά από καταγγελία του Λουκά Σιέγκα (Μ.Κ.2), Ανώτερου Ελεγκτή Μεταφορών στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, ότι σε είκοσι
(20)αιτήσεις για χορήγηση επαγγελματικής άδειας οδηγού, η υπογραφή και η σφραγίδα του γιατρού στα πιστοποιητικά φυσικής ικανότητας των εν λόγω προσώπων που υπήρχαν σε κάθε φάκελο, ήταν τυπωμένες από εκτυπωτή ηλεκτρονικού υπολογιστή και παρέλαβε τους σχετικούς φακέλους (Τεκμήρια Χ1 - Χ20). Στις 19.9.2007 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο για τα υπό διερεύνηση αδικήματα και ανέφερε «Δεν έχω ιδέα». Ακολούθως ανέκρινε προφορικά τον Κατηγορούμενο, υποδεικνύοντας του τα πιστοποιητικά (Τεκμήρια 3 - 22) και αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα σ΄ αυτά. Αρνήθηκε ότι τα πλαστογράφησε, αλλά συμπλήρωσε αυτά και τα έδωσε για να επισκεφτούν το γιατρό. Στις 19.9.07 πήρε Ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 2) στην οποία απάντησε σε όλες σχεδόν τις ερωτήσεις «ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο» και μια ανακριτική κατάθεση στις 23.9.2007, (Τεκμήριο 2Α). Στις 23.9.2007 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο ο οποίος έδωσε την ίδια πιο πάνω απάντηση (βλ. Τεκμήριο 1). Ο κ. Ανδρέας Λουκαϊδης (Μ.Κ.3), Διευθυντής Πωλήσεων της εταιρείας Άλκης Χατζηκυριάκος Frou-Frou Biscuits Ltd, ανέφερε ότι λόγω των αναγκών της εταιρείας για επαγγελματικές άδειες οδηγών, έκλεισαν συμφωνία με τη Σχολή Οδηγών του Κατηγορούμενου να αναλάβει τη διαδικασία για απόκτηση των επαγγελματικών άδειων οδηγών για υπαλλήλους της εταιρείας, έναντι του ποσού των Λ.Κ.4.000 και Λ.Κ.600 Φ.Π.Α. και αναφορικά με τα πιστοποιητικά φυσικής ικανότητας, θεωρήθηκε ότι θα τα αναλάμβανε ο Κατηγορούμενος. Ο Αστ. 2428 Ι. Ιωάννου, κατέθεσε διάφορα τεκμήρια τα οποία παρέλαβε από την αποθήκη του ΤΑΕ Λευκωσίας. Ο Δρ. Νίκος Μέντζης, αφού είδε τα πιστοποιητικά αναγνώρισε την υπογραφή και τη σφραγίδα του, την οποία ουδέποτε δάνεισε ή απώλεσε ποτέ, όμως βλέποντας τις ημερομηνίες που κάποια από αυτά ετοιμάστηκαν ο ίδιος έλειπε στο εξωτερικό και ανέφερε ότι τα πιστοποιητικά αυτά, δεν ήταν ο ίδιος που τα ετοίμασε. Οι υπάλληλοι της εταιρείας Frou-Frou Biscuits Ltd, που υπέβαλαν αίτηση για εξασφάλιση της επαγγελματικής άδειας οδηγού Μ.Κ.6 - Μ.Κ.16 ανέφεραν ότι κάποιοι από αυτούς, συμπλήρωσαν την αίτηση για εξασφάλιση Επαγγελματικής άδειας και την παρέδωσαν στον κ. Αχιλλέως, που ήταν ο υπεύθυνος της εταιρείας για τα αυτοκίνητα, όμως οι πλείστοι εξ αυτών δεν γνώριζαν ότι έπρεπε να επισκεφθούν γιατρό για να εξετασθούν. Ήταν επίσης η θέση της Λοχ. 40, ότι η υπογραφή και η σφραγίδα του γιατρού Μέντζη που εμφαίνεται στα 20 επίδικα πιστοποιητικά φυσικής ικανότητας τα οποία περιέχονται στους φακέλους του ΤΟΜ, δεν είναι πρωτότυπα, αλλά έχουν εκτυπωθεί με laser από ηλεκτρονικό υπολογιστή και σύμφωνα με την έκθεση του Ανωτ. Υπαστ. Μαρκίδη (Μ.Κ.17), το όνομα και ο αρ. ταυτότητας που περιέχεται σ΄ αυτά, εγγράφησαν από τον Κατηγορούμενο. Στον υπολογιστή του Κατηγορούμενου ο οποίος κατασχέθηκε δεν ανευρέθη τίποτε το επιλήψιμο. Η εκδοχή του Κατηγορούμενου ως εμφαίνεται από προφορική συνομιλία που είχε με τον Μ.Κ.1 είναι ότι ο ίδιος συμπλήρωσε τα σχετικά έντυπα, όμως αυτά παρεδόθησαν για να επισκεφθούν γιατρό οι υποψήφιοι. Ο ίδιος δεν γνωρίζει το γιατρό Μέντζη. Mετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή αγόρευσε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου ο οποίος υποστήριξε ότι, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Απάντησης έτυχαν από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία υποστήριξε ότι η δοθείσα μαρτυρία δεν αφίσταται της αναγκαίας για κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία. Αυτή συνεπώς ήταν και η εισήγηση της. Οι αρχές που διέπουν την κλήση ή μη ενός κατηγορουμένου σε απολογία είναι ευρέως γνωστές. Να τις υπενθυμίσω όμως επιγραμματικά. Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας όπου η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει τη δική της υπόθεση, το Δικαστήριο είτε στη βάση εισήγησης της Υπεράσπισης είτε αυτεπάγγελτα αποφασίζει κατά πόσον ενδείκνυται να δοθεί συνέχεια στη δίκη. Το πράττει στη βάση του άρθρου 74
(1)(β) και (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Αν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα πως δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τότε η δίκη διακόπτεται και ο κατηγορούμενος, χωρίς άλλο, αθωώνεται και απαλλάσσεται. Από την άλλη αν καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τότε η δίκη συνεχίζεται κανονικά και ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. Για να καταλήξει σε συμπέρασμα, το Δικαστήριο αποτιμά κατά τρόπο αντικειμενικό την προσαχθείσα μαρτυρία στον μέγιστο της βαθμό. Αν από αυτή την αποτίμηση διαφανεί (α) πως δεν στοιχειοθετείται ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή (β) πως η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη ή αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ενοχής στηριζόμενη σ' αυτή, τότε δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1992)2 Α.Α.Δ. 133, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 456, Αποστόλου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 614 και Νικολαίδης ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 271). Νομική Πτυχή Οι είκοσι κατηγορίες ως προανέφερα αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας κατά παράβαση κυρίως των άρθρων 331 και 333, 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με το άρθρο 331 «πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης''. Σύμφωνα με το άρθρο 333(α) «καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα». Το άρθρο 334 καθορίζει πότε τεκμαίρεται η πρόθεση καταδολίευσης. Στην υπό εξέταση υπόθεση, φαίνεται από τη προσκομισθείσα μαρτυρία ότι η σφραγίδα και υπογραφή του γιατρού Μέντζη, για πιστοποιητικά φυσικής ικανότητας των εν λόγω προσώπων (Τεκμήρια 3 - 22), δεν είναι πρωτότυπα, αλλά έγχρωμη αναπαραγωγή τους και ότι όλα αποτελούν προϊόν αναπαραγωγής της ίδιας πρωτότυπης πηγής (βλέπε έκθεση της Γ/Λοχ.40 Χρ. Χριστοφίδου, Τεκμήριο 26), έτσι ώστε να φαίνονται ότι υπογράφηκαν από τον εν λόγω γιατρό, ενώ ο ίδιος δεν έπραξε κάτι τέτοιο, ούτε εξέτασε τα εν λόγω πρόσωπα. Η πιο πάνω τοποθέτηση συνιστά πλαστογραφία σύμφωνα με τον πιο πάνω ορισμό. Ελλείπει όμως μαρτυρία που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με τις πιο πάνω ενέργειες, αφού δεν υπάρχει μαρτυρία πότε και ποιος έθεσε στα εν λόγω έντυπα τη σφραγίδα και υπογραφή του γιατρού Μέντζη. Ως φαίνεται στις λεπτομέρειες των εν λόγω αδικημάτων, αυτό που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ήταν ότι ανηπαρήξε τα έντυπα πιστοποιητικών φυσικής ικανότητας, που περιείχαν πάνω σ΄ αυτό την υπογραφή και τη σφραγίδα του γιατρού Νίκου Μέντζη και πρόσθεσε σ΄ αυτά, τα ονόματα των είκοσι υπό αναφορά προσώπων. Η μαρτυρία, με κανένα τρόπο δεν συνέδεσε τον Κατηγορούμενο είτε με την υπογραφή είτε με τη σφραγίδα του εν λόγω γιατρού, ούτε με την αναπαραγωγή των εν λόγω εντύπων. Για το τι συνέβηκε και πως αναπαράχθησαν τα Τεκμήρια 3 - 22, υπάρχει πλήρης συσκότιση. Δηλαδή απουσιάζει μαρτυρία είτε επιστημονική είτε άμεση, που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με αυτή καθαυτή την αναπαραγωγή των εν λόγω εντύπων. Είναι συνεπώς αδύνατο να εξαχθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα, το συμπέρασμα πως είναι όντως ο Κατηγορούμενος που προχώρησε στην την αναπαραγωγή των εν λόγω εντύπων με τον προαναφερθέντα τρόπο. Μπορεί στο μεσοδιάστημα να μεσολάβησαν πολλά και πολλοί μέχρι να ετοιμασθεί το τελικό έγγραφο. Η θέση του Κατηγορούμενου ότι συμπλήρωσε τα ονόματα και τους αρ. ταυτότητας των εν λόγω προσώπων στα επίδικα έντυπα η οποία επιβεβαιώνεται και από το κ. Μαρκίδη, Μ.Κ.17, δεν δικαιολογεί εύρημα ότι ο ίδιος αναπαρήξε και την εν λόγω σφραγίδα και υπογραφή του γιατρού Μέντζη, στο στάδιο συμπλήρωσης των ονομάτων και ταυτότητας. Σημειώνεται ότι, τα έντυπα αυτά δεν μπορούσαν να θεωρηθούν σε καμία περίπτωση πλαστογραφία πριν τη τοποθέτηση της υπογραφής και σφραγίδας του γιατρού, αφού οι συνέπειες των εν λόγω εντύπων εξαρτώνται από την υπογραφή του γιατρού που πιστοποιεί την σωματική ικανότητα του προσώπου για το οποίο εκδίδεται. Στο σημείο αυτό, να υπενθυμίσω πως οποιαδήποτε αμφιβολία προκύπτει από μαρτυρικό ρήγμα θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου. Όπως έχει πολλές φορές νομολογηθεί, η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και να είναι αυτές. Σχετική είναι μεταξύ άλλων η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επαναλήφθηκε η αρχή ότι οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όσα ερωτηματικά κι αν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου εγείρει δεν θα ήταν δυνατόν αυτά από μόνα τους να οδηγήσουν σε καταδίκη από την στιγμή που δεν αποδεικνύονται, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Επίσης, είκοσι κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση μεταξύ άλλων των άρθρων 331, 333, 335 και άρθρο 339, το οποίο διαλαμβάνει ως ακολούθως: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι για να χαρακτηριστεί ένα έγγραφο πλαστό πρέπει να εμφανίζει γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και να είναι δυνατόν να εξαπατηθεί οιονδήποτε πρόσωπο έλθει σε επαφή μαζί του. Στην παρούσα υπόθεση, τα υπό κρίση πιστοποιητικά (τεκμ. 3 - 22) είναι πλαστά. Αυτό γιατί εμφανίζονται ότι υπεγράφησαν από τον γιατρό Μέντζη, ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία, η υπογραφή αυτή αναπαράχθηκε όχι από τον ίδιο. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Στον Ποινικό Κώδικα δεν καθορίζεται η έννοια της φράσης "θέτει σε κυκλοφορία". Απλή ερμηνεία όμως του όρου κατά την κρίση μου, συμπεριλαμβάνει τη χρήση, προσφορά, δημοσίευση, παρουσίαση όπως επίσης και παράδοση του πλαστού εγγράφου. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν πχ είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Στη παρούσα περίπτωση, ελλείπει παντελώς μαρτυρία που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με την κυκλοφορία αυτών των εγγράφων. Ως προκύπτει από τη μαρτυρία του κ. Σιέγκα Μ.Κ.2, Ανώτερου Λειτουργού του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, ο ίδιος δεν γνώριζε ποιος προσκόμισε τις εν λόγω αιτήσεις, αφού αυτές παρελήφθησαν από τον 1ο όροφο και ούτε παρουσιάσθηκε μαρτυρία που να δικαιολογεί εκ πρώτης όψεως εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος παρέδωσε τα εν λόγω έντυπα στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συνδεθεί ο Κατηγορούμενος με τα εν λόγω αδικήματα, αφού τα γεγονότα ως παρουσιάστηκαν στο απόγειο τους, δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος παρέδωσε αυτά στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, αφού η μόνη μαρτυρία που υπάρχει είναι ότι τις αιτήσεις για έκδοση επαγγελματικής άδειας, όταν συμπληρώνοντο από τους υποψήφιους, παραδίδοντο σε κάποιο κ. Αχιλλέως, υπεύθυνο της εταιρείας που εργάζοντο οι υποψήφιοι και ο ίδιος δεν έδωσε μαρτυρία ποίες ήταν οι παραπέρα ενέργειες του. Σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης πιστοποιητικού εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, εφαρμογής τυγχάνουν τα άρθρα 297 και 305. Το άρθρο 305 το οποίο δημιουργεί και το αδίκημα, προβλέπει τα εξής: «
(1)Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του άλλου έγγραφη άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Το άρθρο 297 ερμηνεύει τον ορισμό της «ψευδής παράστασης», προβλέποντας τα εξής: «
(1)Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή». Σε σχέση με τις πιο πάνω κατηγορίες, ελλείπει ως έχει υποδειχθεί πιο πάνω, μαρτυρία που να υποδηλοί τη ταυτότητα του κυκλοφορήσαντος τα εν λόγω έντυπα σε υπάλληλο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, με αποτέλεσμα να προκύπτει το ίδιο κενό με τις κατηγορίες που αφορούν τη κυκλοφορία των εν λόγω εντύπων και έτσι ούτε αυτές οι κατηγορίες μπορούν να διασωθούν. Ως εκ τούτου, η Κατηγορούσα Αρχή παρέλειψε να προσκομίσει μαρτυρία που να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............... Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΚ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο