← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Φλώρος Πιτταρίδης, Αρ. Υπόθεσης: 2080/11, 24 Οκτωβρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Φλώρος Πιτταρίδης, Αρ. Υπόθεσης: 2080/11, 24 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2080/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Φλώρος Πιτταρίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κα. Στ. Ερωτοκρίτου O Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την ακόλουθη κατηγορία: Κατηγορία αρ. 1 Αμελής οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η Κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος την 20/4/09, στη συμβολή των οδών Καστελάνου[1] και Λακάνης, στην Ορούντα της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΤΤ129, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή, για να αποδείξει την υπόθεσή της, κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστυφύλακα Ε. Πατσαλίδη (Αστυφ. 4847), που στο εξής θα αναφέρεται ως «ΜΚ1», και τους δύο παραπονούμενους οι οποίοι επέβαιναν στο άλλο όχημα με το οποίο συγκρούστηκε το όχημα του Kατηγορούμενου, δηλαδή την κα Αλίκη Δαφνίτη (στο εξής «ΜΚ2») και το γιο της, κ. Χριστόδουλο Δαφνίτη (στο εξής «ΜΚ3») που ήταν και ο οδηγός του άλλου οχήματος. Ο ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 1, τη γραπτή κατάθεσή του για την εν λόγω υπόθεση, αφού προηγουμένως επιβεβαίωσε την υπογραφή του επ' αυτής και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Ακολούθως, την ανέγνωσε στο Δικαστήριο. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως τα εκθέτει στην κατάθεσή του, έχουν ως εξής: Την 20-04-2009 και περί ώρα 15:45 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στη συμβολή των οδών Κατελάνου - Λακάνης στην Ορούντα με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο ΕΤΤ129 οδηγούμενο από τον Κατηγορούμενο και το αυτοκίνητο ΑΒΚ818 οδηγούμενο από το ΜΚ3, με συνεπιβάτιδα τη ΜΚ
  2. Ο ίδιος ο ΜΚ1 μετέβη στη σκηνή η ώρα 16:
  3. Βρήκε τα δύο οχήματα στην τελική τους θέση και έκαμε πρόχειρο σχεδιαγράφημα θέτοντας σε αυτό το σημείο σύγκρουσης Χ, το οποίο υπέγραψαν και τα δύο εμπλεκόμενα πρόσωπα. Ο καιρός εκείνη τη μέρα ήταν αίθριος. Η ορατότητα του οδηγού του ΕΤΤ129 ως προς την πορεία του ΑΒΚ818 ήταν 10 μέτρα και καλυπτόταν από δέντρα. Το ίδιο και αντίστροφα. Δηλαδή, η ορατότητα του οδηγού του ΑΒΚ818 ως προς την πορεία του ΕΤΤ129 ήταν 10 μέτρα και καλυπτόταν από δέντρα. Η περιοχή είναι ακατοίκητη με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Στην οδό Καταλάνου δεν υπήρχε οποιαδήποτε σήμανση για την ύπαρξη Αλτ. Από τη σύγκρουση και τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές στο μπροστινό μέρος, στο καπό και τον προφυλακτήρα. Επίσης, τραυματίστηκε η ΜΚ2, η οποία μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γ.Ν.Λ/σίας όπου έτυχε των πρώτων βοηθειών και κρατήθηκε. Από εξετάσεις μετά από αρκετό χρονικό διάστημα διαπιστώθηκε ότι κρατήθηκε για νοσηλεία σε ιδιωτική κλινική. Ο ΜΚ1 κατέθεσε, επίσης, στο Δικαστήριο- (α) ως Τεκμήριο 2, τη γραπτή κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο στις 20/4/2009 μταξύ των ωρών 17׃30 - 18׃00 στο Σταθμό Περ/νας, (β) ως Τεκμήριο 3, το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος, στο οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω, και (γ) ως Τεκμήριο 4, το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής. Αυτό, όπως ο ΜΚ1 διευκρίνισε, το ετοίμασε στη βάση του πρόχειρου σχεδίου, χωρίς να επιφέρει σε αυτό οποιαδήποτε αλλαγή. Κατόπιν αιτήματος της συνηγόρου Υπεράσπισης, ο ΜΚ1 κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 5, την ανακριτική κατάθεση που έλαβε την 26/4/09 μεταξύ των ωρών 14׃00 και 14׃30 από τον οδηγό του οχήματος με το οποίο συγκρούστηκε ο Κατηγορούμενος, δηλαδή τον ΜΚ3, και, ως Τεκμήριο 6, την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε συνάδελφό του (τον Αστ.641 Ντίνο Κωνσταντίνου) από τη συνεπιβάτιδά του ΜΚ3, δηλαδή την ΜΚ
  4. Ακολούθως, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στον ΜΚ1 διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις, από τις οποίες προέκυψαν τα εξής: Επίκεντρο των δευκρινιστικών ερωτήσεων, η αναφορά που περιέχει η γραπτή του κατάθεση ότι «καλύπτεται» η ορατότητα του οδηγού του ΕΤΤ129 ως προς την πορεία του ΑΒΚ818 λόγω των δέντρων. Ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι εννοούσε ότι «Ο Κατηγορούμενος από το σημείο του Αλτ (εννοώντας τη συμβολής της οδού Καταλάνου με την οδό Λακάνης) δεν έβλεπε στην οδό Λακάνης για απόσταση 10 μέτρων». Η οδός Καταλάνου έχει ανηφορική κλίση ενόσω κανεις οδηγεί με κατεύθυνση προς την οδό Λακάνης. Αυτή η ανηφορική κλίση της οδού Καταλάνου επιβεβαιώθηκε από τη ΜΚ2, μητέρα του παραπονούμενου οδηγού. Η οδός Λακάνης στην οποία οδηγούσε ο γιος της ήταν ίσια ευθεία. Η ίδια ανέφερε επίσης ότι λόγω των «ψηλών χόρτων» (όχι των δέντρων) στα δεξιά της πλευράς της οδού Καταλάνου, για να μπορούσαν να δουν ποιος έβγαινε από την οδό Καταλάνου προς την οδό Λακάνης ενόσω οι ίδιοι οδηγούσαν στην οδό Λακάνης από Ορούντα με κατεύθυνση προς Περιστερώνα (όπως φαίνεται στο σχεδιαγράφημα), έπρεπε να φθάσουν σε απόσταση 2 ή 3 μέτρων ως η πορεία τους αμέσως πριν το αλτ. Σε ερώτηση από τη συνήγορο υπεράσπισης αν το όχημά τους ήταν σε αυτήν την απόσταση όταν συνέβη το δυστύχημα, η ΜΚ2 απάντησε αρχικά «Μα σου λέω ότι έππεσεν πάνω μας» και ακολούθως επεξήγησε ότι ο γιος της, ΜΚ3, πρόλαβε να αντιληφθεί τον Κατηγορούμενο εντός της απόστασης των 2 - 3 μέτρων, ελάττωσε ταχύτητα και, επειδή η ταχύτητα του ήταν ήδη χαμηλή, σχεδόν σταμάτησε, αλλά «έδωκεν πάνω τους» ο Κατηγορούμενος που βγήκε από την πάροδο. Η ΜΚ την περιγράφει ως «πάροδο» επειδή, ως αναφέρει «ο δρόμος ο ίσιος» είναι εκείνος στον οποίο οδηγούσε ο γιος της. Αλλά παραδέχεται ότι δεν υπήρχε πινακίδα στην οδό Λακάνης, η οποία να δεικνύει ότι υπήρχε πάροδος στα αριστερά τους ως η πορεία τους ούτε σήμανση για αλτ στην οδό Καταλάνου. Ο ΜΚ3 περιέγραψε την οδό Λακάνης ως αγροτικό δρόμο, στον οποίο χωρεί ένα αυτοκίνητο «και κάτι» (δηλ. περίπου 1 μέτρο). Ήξερε ότι υπήρχε πάροδος στο συγκεκριμένο σημείο, διότι οδηγεί κάθε Σαββατοκυρίακο στην οδό Λακάνης πηγαίνοντας στο χωράφι του, αλλά ουδέποτε του έτυχε να οδηγήσει από ή προς τη συγκεκριμένη πάροδο. Ο ΜΚ3 προσδιόρισε την ταχύτητα με την οποία ο ίδιος οδηγούσε επί της οδού Λακάνης κατά το χρόνο του δυστυχήματος γύρω στα 40 ΧΑΩ. Διευκρίνισε, επίσης, ότι με αυτήν την ταχύτητα οδηγούσε ακόμη και όταν συγκρούστηκε με τον Κατηγορούμενο. Για να αποφύγει τη σύγκρουση, το μόνο που πρόλαβε να κάμει ήταν να στρίψει το τιμόνι του ελαφρώς δεξιά. Δέχθηκε ότι τα χόρτα μπορεί να εμπόδιζαν την ορατότητα του Κατηγορουμένου. Σε ερώτηση της συνηγόρου της Υπεράσπισης αν συμφωνεί μαζί της ότι ο ίδιος έπρεπε να περάσει το αλτ (δηλαδή τη συμβολή των οδών Καταλάνου και Λακάνης για να αντιληφθεί ότι υπήρχε όχημα που εξερχόταν του αλτ προς την οδό Λακάνης ή διαζευκτικά έπρεπε το εξερχόμενο όχημα να περάσει έξω από το αλτ για να αντιληφθεί την παρουσία του οχήματος ως η πορεία του παραπονούμενου, ο τελευταίος απάντησε «συμφωνώ». Δεν ηγέρθηκε εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, ως το Τεκμήριο
  5. Αναφέρει σε αυτήν ότι׃ «Την 20/04/09 και περί ώρα 15׃15 οδηγούσα το αυτοκίνητο ΕΤΤ129 στην οδό Κατελάνου για να κατευθυνώ προς την οδό Λακάνης. Φτάνοντας στο Αλτ με την οδό Λακάνης σταμάτησα για να ελέγξω το δρόμο. Λόγω του ότι ο δρόμος έχει κλίση και δέντρα στα δεξιά ως η πορεία που ήθελα να ακολουθήσω, προχώρησα περίπου ενάμισι μέτρο με κλίση δεξιά. Τότε είδα ένα αυτοκίνητο το οποίο φαινόταν από τα δεξιά μου να έρχεται κατά πάνω μου. Εγώ σταμάτησα και συγκρουστήκαμε. Το αυτοκίνητο ερχόταν από την οδό Λακάνης από τα δεξιά μου προς τα αριστερά. [...] [ο] δρόμος στο σημείο που ήθελα να μπω από την πάροδο στον κύριο δρόμο η ορατότητα είναι μειωμένη λόγω εμποδίων και της κλίσης του δρόμου.». Στις τελικές τους αγορεύσεις, οι δύο ευπαίδευτες συνήγοροι, αφενός της Κατηγορούσας Αρχής και, αφετέρου, της Υπεράσπισης, συνόψισαν τις θέσεις τους ως εξής: Η κα. Κακούρη, για την Κατηγορούσα Αρχή, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εξέρχετο από την οδό Καταλάνου προς την Ορούντα. Οποιαδήποτε ευθύνη και αν καταλογιστεί στους ΜΚ οι οποίοι οδηγούσαν ή και επέβαιναν του οχήματος ΑΒΚ818, δεν απαλλάσσεται ο Κατηγορούμενος της κύριας ευθύνης που αυτός φέρει, εφόσον αυτός εξερχόταν στον κύριο δρόμο. Δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να ελέγξει τον κύριο δρόμο κατά την είσοδό του σε αυτόν. Είναι πραγματικό γεγονός ότι τα δέντρα ή και τα χόρτα στα δεξιά του δρόμου εμπόδιζαν την ορατότητα του Κατηγορουμένου. Επομένως, ήταν αυξημένη η ευθύνη του. Δεν αναμενόταν από τον ΜΚ οδηγό του οχήματος ΑΒΚ818 να σταματήσει, εφόσον εκείνος οδηγούσε στην κύρια οδό. Με αυτά τα δεδομένα, υποβλήθηκε προς το Δικαστήριο ότι αποδείχθηκε η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η συνήγορος Υπεράσπισης, κα Ερωτοκρίτου, επεσήμανε τα εξής׃ «Είναι αδιάσειστη η μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος είχε 10 μόλις μέτρα ορατότητα φτάνοντας στο στόμιο της παρόδου. Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, είναι το εξής: την ώρα που εκκίνησε ο Κατηγορούμενος για να εισέλθει στην κύρια οδό, ήταν το όχημα ΑΒΚ818 εντός της ορατότητας των 10 μέτρων; Δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία. Με τα 40 ΧΑΩ που πήγαινε ο ΜΚ, ήταν κλάσμα δευτερολέπτου να συγκρουστεί με τον Κατηγορούμενο. Ποιον Κανονισμό παραβίασε ο τελευταίος; Μήπως δεν έπρεπε να βγει καθόλου στην κύρια οδό, μπας και συγκρουστεί; Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι απαγορευόταν να εισέλθει απ' εκεί στην οδό Καταλάνου. Σε σχέση με το ότι υπήρχε «ελάχιστη ορατότητα», ο ίδιος ο παραπονούμενος - ΜΚ3 - είπε ότι, για να δει το όχημα του Κατηγορουμένου, έπρεπε το όχημα του Κατηγορουμένου να βγει έξω. Σχετική επομένως είναι η υπόθεση Παπάς ν Ναθανήλ

(2000)1 ΑΑΔ 275,
  1. Το ότι δεν έφταιγε ο άλλος, πράγμα που δεν θα ισχυριστώ ποτέ, δεν σημαίνει ότι έφταιγε αυτόματα ο Κατηγορούμενος. Στην Νικολαϊδης ν Οικονομίδης (1963 2 CLR 78 επεξηγήθηκε ο όρος "proper look-out". Λέχθηκε ότι "failure to see what is plainly visible constitutes negligence". Δηλαδή, αμέλεια υπάρχει αν δεν δεις το «ευκρινώς ορατό». Στην παρούσα υπόθεση, δεν ήταν ευκρινώς ορατό το αυτοκίνητο του παραπονούμενου (ΜΚ3). Παραπέμπω στις Παρασκευάς Γεωργίου Μίσιης ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση αρ. 6287, απόφαση ημερομηνίας 28.11.
  2. Ο Κατηγορούμενος ήταν σε κίνηση όταν έγινε το ατύχημα. Παρόμοια γεγονότα και στην Ποινική Έφεση αρ. 7441, Χριστίνα Ζίκκου ν Αστυνομίας, απόφαση ημερομηνίας 23.1.
  3. Επίσης, παρόμοια τα γεγονότα στην Πολιτική Έφεση αρ. 10023, Κωνσταντίνος Χ¨Κωστή ν Θάνος Λεωνίδου, απόφαση ημερομηνίας 23.10.
  4. Σταματημένα τα αυτοκίνητα στα δεξιά, ο Κατηγορούμενος εξήλθε του αλτ. Όπως αναφέρει ο Wilkinson's Road Traffic Offences, 10th edition, 227, 236, "With careless driving, the test is objective. If the Defendant departed from the standard of care to be exercised by a reasonably prudent driver". Ομοίως, στην Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68, κρίθηκε ότι το μέτρο του συνετού οδηγού δεν είναι εκείνο του τέλειου οδηγού. Καταλήγοντας στην εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε η υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η κα Ερωτοκρίτου, εξέφρασε την εκτίμηση ότι άλλη ρύθμιση της τροχαίας έπρεπε να υπάρχει στην επίδικη συμβολή των δύο οδών. Εφόσον, όμως, δεν υπήρξε απαγορευτική ρύθμιση, δεν μπορεί να επιρρίψει το Δικαστήριο την ευθύνη στον Κατηγορούμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα τους Μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο ΜΚ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν σαφής και λακωνικός στο λόγο του. Εξήγησε τις συνθήκες υπό τις οποίες ετοίμασε το σχεδιαγράφημα και βάσει αυτού το συμμετρικό σχέδιο. Στην παρούσα υπόθεση, τα όσα ο ΜΚ1 περιέγραψε με αναφορά στο συμμετρικό σχέδιο και τις μετρήσεις που καταγράφονται σε αυτό, σε ό,τι αφορά τη νοητή γραμμή του αλτ, την απόσταση από αυτήν μέχρι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων και τους περιορισμούς της ορατότητας ως ήταν η πορεία του Κατηγορουμένου δεν αμφισβητήθηκαν από τους άλλους μάρτυρες. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του εξ' ολοκλήρου. Προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου είχε εισέλθει στον κύριο δρόμο σε απόσταση 1,30 έως 1,70 μέτρων από τη νοητή γραμμή του αλτ. Το πισινό άκρο του οχήματος του Κατηγορουμένου είχε ξεφύγει από τη νοητή γραμμή του αλτ κατά 70 εκατοστά του μέτρου μόνο. Πριν από τη νοητή γραμμή του αλτ, λόγω των δέντρων στη δεξιά πλευρά του οχήματός του και λόγω της διαφοράς υψομέτρου της οδού Κατελάνου σε σχέση προς την οδό Λακάνης, ο Κατηγορούμενος δεν είχε ορατότητα προς την οδό Λακάνης. Υπήρχαν άλλα τρία δέντρα στην αριστερή πλευρά της οδού Λακάνης, τα οποία μείωναν περαιτέρω την ορατότητα προς τα δεξιά οχήματος πορευόμενου ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Συνολικά, η ορατότητα ήταν μειωμένη για απόσταση 10 μέτρων ως η πορεία του Κατηγορουμένου προς τα δεξιά, αλλά και αντίστροφα, δηλαδή ως η πορεία του ΜΚ3 επί της οδού Λακάνης σε ότι αφορά τη δυνατότητα ελέγχου για το αν υπήρχε όχημα στην οδό Καταλάνου το οποίο να επιχειρεί στροφή στα δεξιά. Όσον αφορά στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 4, σημειώνω ότι αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει Νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου, ΠΕ 8551, ημερ. 19.3.96, Κυριάκου ν. Δημητρίου, Π. Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997 Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ, Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997). Σε ό,τι αφορά τη ΜΚ2, χωρίς να παραγνωρίζω το ότι αυτή ως μητέρα του ΜΚ3, είχε συμφέρον να υποστηρίξει την οδική συμπεριφορά του υιού της, κρίνω ότι εξήγησε κατά τρόπο αξιόπιστο, κυρίως τα όσα αφορούν στην ορατότητα που υπήρχε ως η πορεία τους και τα της περιγραφής της τοπιομορφίας του σημείου σύγκρουσης, τα οποία και αποδέχομαι ως αληθή. Παρά το ότι τα όσα η ίδια ανέφερε σε σχέση με τα μέτρα που κατ' ισχυρισμόν έλαβε ο γιος της για να αποφύγει τη σύγκρουση (ότι δηλαδή ελάττωσε ταχύτητα και σχεδόν σταμάτησε το όχημά του) δεν υποστηρίχθηκαν από τα λεγόμενα του ιδίου του ΜΚ3 ενώπιον του Δικαστηρίου, εντούτοις υποστηρίζονται από τα διαλαμβανόμενα στη γραπτή του κατάθεση (ΤΕΚ 5) αμέσως μετά το αδίκημα και κρίνω ότι αυτά ανταποκρίνονται στην αλήθεια, εφόσον επί του συμμετρικού σχεδίου δεν φαίνεται να μετατοπίστηκε σημαντικά το όχημα του ΜΚ3 συνεπεία της σύγκρουσης ούτε υπήρχαν σοβαρές υλικές ζημιές στα δύο οχήματα, πράγμα που θα ανέμενε κανείς να συνέβαινε αν ένα έστω εκ των δύο οχημάτων οδηγούσε με ταχύτητα. Σε ό,τι αφορά το ΜΚ3, αυτός παρουσιάσθηκε ιδιαίτερα αγχώδης έως εριστικός κατά τη διαδικασία της αντεξέτασης, κατανοώ όμως την αγωνία του να αποδείξει ότι εκείνος δεν προκάλεσε το ατύχημα ή ότι δεν παρέλειψε να λάβει μέτρα τα οποία όφειλε να λάβει. Κρίνω ως αξιόπιστα τα όσα ανέφερε σε ό,τι αφορά την ταχύτητα με την οποία εκινείτο πριν τη σύγκρουση και, ιδίως, προτού να έχει το όχημα του Κατηγορουμένου εντός της ορατότητάς του. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι παρά τη διάθεση που τον διακατείχε όπως προανέφερα, εντούτοις συμφώνησε με τη συνήγορο του Κατηγορουμένου ότι, όχημα που πορεύεται ως η πορεία του Κατηγορουμένου πρέπει να περάσει έξω από τη νοητή γραμμή του αλτ για να αντιληφθεί την παρουσία οχήματος ως η πορεία του ΜΚ3. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Ο χαρακτήρας της ανώμοτης δήλωσης είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας, εφόσον δεν αποδεικνύει γεγονότα που δεν τεκμηριώθηκαν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού (βλ. Anastassiades v The Republic
(1977)2 CLR 97). Ό,τι επιτυγχάνει είναι την επεξήγηση τέτοιων αποδεδειγμένων γεγονότων. Από την επιλογή του Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, δεν πρέπει εξάγονται οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να σχολιάσει το δικαίωμα της ανώμοτης δήλωσης που άσκησε ο Κατηγορούμενος, παρά μόνο αν από τα περιστατικά της υπόθεσης συνάγεται ότι θα έπρεπε αυτός να αποδείξει με μαρτυρία τη θέση του σε σχέση με τα επίδικα θέματα (δηλαδή, εκεί και όποτε το βάρος της απόδειξης μετατίθετο στον Κατηγορούμενο). Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου φαίνεται να μην συγκρούεται με τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή. Αυτός παραδέχθηκε συγκεκριμένα ότι παρά το ότι στάματησε στο αλτ, δεν είχε ορατότητα ως η κατεύθυνση προς την οποία ήθελε να κινηθεί λόγω του ότι ο δρόμος έχει κλίση και δέντρα στα δεξιά, γι' αυτό και προχώρησε περίπου ενάμισι μέτρο με κλίση δεξιά. Τότε είδε το όχημα του ΜΚ3 να έρχεται προς το μέρος του και παρά το ότι σταμάτησε, συγκρούστηκαν. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Την 20-04-2009 και περί ώρα 15:45 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στη συμβολή των οδών Κατελάνου - Λακάνης στην Ορούντα με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο ΕΤΤ129 οδηγούμενο από τον Κατηγορούμενο και το αυτοκίνητο ΑΒΚ818 οδηγούμενο από το ΜΚ3, με συνεπιβάτιδα τη ΜΚ
  1. Οι συνθήκες του ατυχήματος ήταν ως εξής׃ Η συμβολή των δύο προαναφερόμενων οδών δεν ρυθμίζεται με σήμανση «αλτ», ούτε υπάρχει απαγορευτική πινακίδα για κατεύθυνση προς τα δεξιά. Το όχημα ΕΤΤ129 οδηγούμενο από τον Κατηγορούμενο, φθάνοντας στη νοητή γραμμή του αλτ επί της συμβολής των δύο οδών, μη έχοντας ορατότητα ως η κατεύθυνση προς την οποία ήθελε να κινηθεί λόγω του ότι ο δρόμος είχε ανηφορική κλίση και δέντρα ή και ψηλά χόρτα στα δεξιά, με αποτέλεσμα η ορατότητα να είναι περιορισμένη (ανύπαρκτη ορατότητα από την οδό Καταλάνου προς την οδό Λακάνης για απόσταση 10 μέτρων αρχίζοντας από το πρώτο δέντρο που υπάρχει στα δεξιά της οδού Καταλάνου), προχώρησε σε απόσταση 1.30 μέτρα έως 1.70 μέτρα εντός της οδού Λακάνης με κλίση προς τα δεξιά. Τότε ήταν που αντελήφθηκε το όχημα ΑΒΚ818, οδηγούμενο από το ΜΚ3, να κατευθύνεται προς το μέρος του. Το όχημα ΕΤΤ129 σταμάτησε. Το όχημα ΑΒΚ818, το οποίο είχε προηγουμένως ταχύτητα περίπου 40 ΧΑΩ, αντιλήφθηκε το όχημα ΕΤΤ129 μόλις εξήλθε του αλτ, σε απόσταση μόλις 2 έως 3 μέτρων από το ίδιο διότι αποκόπτετο και η δική του ορατότητα από τα δέντρα ή/και τα ψηλά χόρτα προς την οδό Καταλάνου. Επιχείρησε τότε να ελαττώσει, να στρίψει δεξιά και να σταματήσει για να αποφύγει τη σύγκρουση, και παρά το ότι σχεδόν σταμάτησε, εντούτοις η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Ζημιές και στα δύο οχήματα στο μπροστινό μέρος, καπό και προφυλακτήρα. Τραυματισθείσα μόνο η ΜΚ
  2. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300 Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1. Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Στην υπόθεση Παρασκευάς Γεωργίου Μίσιης ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση αρ. 6287, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης, κρίθηκε πως το καθήκον επιμέλειας έπρεπε να κριθεί σε συνάρτηση με την υπάρχουσα ορατότητα. Είχε γίνει πρωτόδικα δεκτό ότι από την οδό Μπουμπουλίνας προς τα δεξιά η ορατότητα ήταν περιορισμένη από τις οικοδομές. Η ορατότητα από το αλτ ήταν μόνο 20,30 μέτρα και αυξανόταν σε 32,50 μέτρα αν το αυτοκίνητο προχωρούσε 1 μέτρο στον κύριο δρόμο από τη λευκή γραμμή. Σε απόσταση 2,2 μέτρα από το ίδιο σημείο, υπήρχε πλήρης ορατότητα που έφτανε τα 100 περίπου μέτρα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για αμελή οδήγηση σημειώνοντας ότι εκείνος «όφειλε να εισέρχεται στη Λεωφόρο Καρυών πολύ αργά». Κατ' έφεση, ο δικήγορος του εφεσείοντα επεσήμανε ότι δεν υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την ταχύτητα του κατηγορουμένου, γι' αυτό και δεν μπορούσε να συναχθεί αμέλεια από το γεγονός και μόνο ότι το όχημά του βρισκόταν σε κίνηση κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Το Εφετείο σημείωσε τα εξής׃ «Ο τρόπος οδήγησης του φορτηγού δε ξεφεύγει από το επίπεδο του συνετού οδηγού. Αναμφίβολα είχε σταματήσει στο ΑΛΤ. Η περιορισμένη ορατότητα ανάγκασε τον εφεσείοντα να προχωρήσει για λίγο, όταν έλεγξε πάλιν το δρόμο. Είδε το θύμα όταν το φορτηγό έφτασε στο μέσο του δρόμου και μπορούσε να έχει την ορατότητα που επέτρεπαν οι συνθήκες. Η μαρτυρία δε διαφωτίζει σε ποια απόσταση ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας στις διάφορες θέσεις που ήταν το φορτηγό μέσα στον κύριο δρόμο. Προκύπτει όμως αβίαστα από τη μαρτυρία ότι ο εφεσείων δε βγήκε από την πάροδο ξαφνικά, αλλά βαθμιαία, αφού πρώτα σταμάτησε. Συμπερασματικά συνάγεται πως η ταχύτητά του ήταν χαμηλή. Λογικά δεν υπήρχε κανένα περιθώριο να αναπτύξει. Παρόλο που η εκκαλούμενη απόφαση είναι εμπεριστατωμένη, η κριτική που άσκησε ο δικηγόρος του εφεσείοντα είναι βάσιμη. Το κύριο συμπέρασμα του δικαστηρίου βρίσκεται περισσότερο στη σφαίρα της εικασίας. Θα προσθέταμε ότι η υπόθεση εμφανίζει πολλές ομοιότητες με την Clarke ν. Winchurch and Others [1969] 1 All E.R. 275, στην οποίαν ο οδηγός του αυτοκινήτου, που προχωρούσε σπιθαμή προς σπιθαμή, όταν έγινε το δυστύχημα, απηλλάγη της ευθύνης. Η παρατήρηση του δικαστή Phillimore στη σελ. 279 θα μπορούσε να ισχύσει και στην προκείμενη περίπτωση: "That finding seems to me to be a finding that the car driver came out extremely slowly and extremely carefully. In effect he inched his way out beyond the line of the bus. If it be said (and it is the most formidable point that has been made) that he ought to have just poked his nose out and then stopped, I venture to think that the answer is that that is a counsel of perfection; and the difference between doing that, going out for only a foot or a little more, and travelling very, very slowly for a yard is so small that it is wrong to say that in the one case it would amount to negligence, and in the other it would not. I regard the suggestion of just going out and then stopping as a counsel of perfection." Δε μας διαφεύγει ότι, όπως έχει λεχθεί στην Garston Warehousing Co. Ltd. v. O.F. Smart (Liverpool) Ltd. [1973] RTR 377 και στην υπόθεση Worsfold ν. Howe [1980] 1 All E.R. 1028, η παραπάνω απόφαση δε διαμόρφωσε κανόνα δικαίου ότι υπό παρόμοιες περιστάσεις δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ αμέλεια. Η κάθε περίπτωση εξετάζεται υπό το πλέγμα των συνθηκών και περιστατικών της. Όμως η υπόθεση Clarke v. Winchurch, ανωτέρω, αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τα όσα έχουν συμβεί εδώ. Δεν έχει αποδειχθεί, υπό τις συνθήκες που εκθέσαμε, έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, που απαιτείται για να θεμελιωθεί το αδίκημα του άρθρου 8.» Σχετική είναι και η απόφαση ημερομηνίας 23.1.2004, στην Ποινική Έφεση αρ. 7441, Χριστίνα Ζίκκου ν Αστυνομίας, στην οποία επίσης με παρέπεμψε η συνήγορος Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση. Σε εκείνην, η εφεσείουσα ενεπλάκη σε οδικό δυστύχημα εισερχόμενη σε κύριο δρόμο από πάροδο με πρόθεση να στρίψει δεξιά. Η ορατότητα της προς εκείνη την κατεύθυνση φρασσόταν από τοίχο και δένδρα. Έτσι, η εφεσείουσα και η συνοδηγός της, που ως φαίνεται τη συνέδραμε στην ανίχνευση του πεδίου, εισχώρησε στον κύριο δρόμο με πάσα προσοχή, ίντζα με ίντζα. Η μαρτυρία τους κρίθηκε αξιόπιστη. Όχι όμως του παραπονούμενου, του οδηγού του μοτοποδηλάτου με το οποίο συγκρούστηκε και του συνεπιβάτη του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή όταν η εφεσείουσα έφθασε σε σημείο του δρόμου που διεύρυνε την ορατότητα προς τα δεξιά της, είδε το μοτοποδήλατο να ελαύνει προς την κατεύθυνση της με «πολύ μεγάλη ταχύτητα» και πέραν τούτου να ακολουθεί ελικοειδή πορεία ζιγκ-ζαγκ. Το καλύτερο που μπορούσε να κάμει, ως κατέθεσε, ήταν να σταματήσει το αυτοκίνητό της αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου ελεύθερο απ' όπου ο παραπονούμενος θα μπορούσε να διαβεί. Άλλα αυτοκίνητα δεν υπήρχαν στο δρόμο. Το Εφετείο παρατήρησε ότι η «πολύ μεγάλη ταχύτητα», με την οποία ήλαυνε το μοτοποδήλατο, δεν συσχετίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο προς το καθήκον επιμέλειας της εφεσείουσας ούτε ο ελικοειδής τρόπος (ζιγκ-ζαγκ), με τον οποίο εδιακινείτο στο δρόμο. Το Δικαστήριο επεσήμανε επίσης ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν αποκαλύπτουν πράξη της εφεσείουσας αποκλίνουσα από το καθήκον επιμέλειας. Εισήλθε στο δρόμο με ταχύτητα συνάδουσα προς τους περιορισμούς της ορατότητας της, παρέχουσα στον εαυτό της τη δυνατότητα να σταματήσει, αν αυτό επέβαλλε η κίνηση τρίτων στον κύριο δρόμο. Πήρε κάθε μέτρο προς προστασία άλλων διακινούμενων στο δρόμο έναντι προβλεπτών κινδύνων. Ο αλόγιστος τρόπος οδήγησης του παραπονουμένου αποτέλεσε τη γενεσιουργό και μόνη αιτία του δυστυχήματος. Προληπτικά μέτρα έναντι αυτού του κινδύνου δεν είχε εξ αντικειμένου δυνατότητα ούτε καθήκον να πάρει η εφεσείουσα.». Αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία σε σχέση προς το τί συνιστά αμέλεια και ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις του Εφετείου στις πιο πάνω δύο προπαρατεθείσες εφέσεις, οι οποίες αφορούν στο καθήκον επιμέλειας οδηγού που εξέρχεται από πάροδο προς κύρια οδό, σημειώνω τα εξής׃ Είναι καθήκον τέτοιου οδηγού να εξέρχεται βαθμιαία από την πάροδο, έτσι ώστε να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και να μπορεί να σταματήσει για να αποφύγει τη σύγκρουση. Το καθήκον αυτό εξαρτάται από τις συντρέχουσες οδικές συνθήκες και ειδικότερα από την ορατότητα που διαθέτει. Η απόσταση που διένυσε εντός του κυρίου δρόμου δεν συνιστά αφ' εαυτή μέτρο της τήρησης ή μη του καθήκοντος επιμέλειας. Εξαρτάται και από την ταχύτητα με την οποία εισήλθε, λαμβανομένης πάντοτε υπόψη της ορατότητας που διαθέτει. Στην απουσία όμως μαρτυρίας ότι αυτός εισήλθε με ταχύτητα πέραν της λελογισμένης υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι οδηγούσε με ταχύτητα υπερβαίνουσα τη λελογισμένη. Επίσης, στην απουσία μαρτυρίας ότι αυτός απώλεσε την προσοχή του από την πορεία προς την οποία επιχειρούσε να κατευθυνθεί, δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ότι οδηγούσε χωρίς την προσήκουσα προσοχή. Στην παρούσα υπόθεση, ούτε η ΜΚ2 ούτε ο ΜΚ3 διατύπωσαν οποιοδήποτε ισχυρισμό εν σχέση προς την ταχύτητα με την οποία εισήλθε στην οδό Λακάνης ο Κατηγορούμενος. Ούτε ισχυρίστηκαν ότι ο Κατηγορούμενος μπορούσε να είχε εισέλθει σε μικρότερη απόσταση επί της οδού Λακάνης, για να έχει ορατότητα ως η πορεία του προς τα δεξιά. Απεναντίας, ο ίδιος ο ΜΚ3 έδωσε μαρτυρία ότι και ο ίδιος ήταν σε θέση να αντιληφθεί τον Κατηγορούμενο μόνον όταν εκείνος εισήλθε στο δρόμο μέχρι του συγκεκριμένου σημείου. Επίσης, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος απώλεσε καθ΄οιονδήποτε χρόνο την προσοχή του από την πορεία του προς τα δεξιά. Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται αθώος και απαλλάσσεται από την Κατηγορία 1 ως το Κατηγορητήριο. ........................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου Προσ. Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το Κατηγορητήριο τροποποιήθηκε ακολούθως ώστε να αναφέρεται σε οδό «Καταλάνου» αφού αυτό ήταν το όνομα της οδού όπως προκύπτει από τη μαρτυρία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.