Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνη Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14906/08, 26 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14906/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον
- Αντώνη Χαραλάμπους
- Μάριου Λιασή
- Αλέξανδρου Οδυσσέως
- Μπλάκε Ανδρέα Σενέκκη
- Γιώργου Μπαρτζίδη
- Ανδρέα Σάββα
- Κυριάκου Ναθαναήλ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ 26 Οκτωβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο 1: κος Λ. Πιερή Για τους Κατηγορούμενους 2 και 4: κος Δημητρίου (κος Λ. Πιερή για να ακούσει απόφαση) Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν ακροάσεως οι κατηγορούμενοι 2 και 4 κρίθηκαν ένοχοι για∙ συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος (1η κατηγορία), κακόβουλη ζημία (3η κατηγορία), απόπειρα εμπρησμού κτηρίου (4η κατηγορία), βαριά σωματική βλάβη (6η κατηγορία), επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (7η και 8η κατηγορία) και συμμετοχή σε οχλαγωγία (9η κατηγορία). Ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος επίσης αντιμετώπιζε τις προαναφερόμενες κατηγορίες αλλά αθωώθηκε και απαλλάγηκε, κρίθηκε ένοχος, δυνάμει δικής του παραδοχής, στο αδίκημα∙ κατοχή αντικειμένου το οποίο είναι κατασκευασμένο για εκτόξευση επιβλαβούς αερίου (11η κατηγορία). Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα γεγονότα που συνιστούν τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι 2 και 4 εφόσον τούτα αναφέρονται στην απόφαση ημερομηνίας 12 Οκτωβρίου 2011 η οποία συνιστά αναπόσπαστο μέρος της παρούσης. Αναφορικά τώρα με το αδίκημα της 11ης κατηγορίας που παραδέχθηκε ο 1ος κατηγορούμενος σημειώνω πως σύμφωνα με ό,τι αναφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή, η διάπραξη του αδικήματος διεπιστώθη την 20/04/08 και περί ώρα 15.10 με 15.35 και ενόσω η αστυνομία εκτελούσε ένταλμα ερεύνης της οικίας του 1ου κατηγορούμενου. Κατά την έρευνα λοιπόν στο υπνοδωμάτιο του και παρουσία των γονέων του εντοπίστηκε το αντικείμενο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, δηλαδή ένα δακρυγόνο σπρέϊ με την επιγραφή 'American Style NΑΤΟ Super paralisant'. Στην αγόρευση για μετριασμό ποινής οι συνήγοροι των τριών κατηγορουμένων έκαναν αναφορά σε αριθμό παραγόντων που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ' όψιν του κατά την επιβολή ποινής. Ανέφεραν συναφώς ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Τόνισαν περαιτέρω ότι από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων - 20/04/08 - παρήλθαν τρία και μισό έτη, καθώς ότι για όλο αυτό το χρονικό διάστημα οι κατηγορούμενοι επωμίσθηκαν την πίεση της διαδικασίας και δη την αβεβαιότητα περί του αποτελέσματος τούτης. Υπό αυτή τη σκοπιά της καθυστέρησης ο κος Πιερή, για τον 1ο κατηγορούμενο, ανέφερε ότι όταν ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία ο κατηγορούμενος εργάζετο ως υπεύθυνος αρτοποιείου, εργασία την οποία απώλεσε λόγω των υποχρεώσεών του έναντι του Δικαστηρίου, ενώ στη συνέχεια εργοδοτήθηκε ως αποθηκάριος. Αυτή όμως η αλλαγή, ανέφερε ο συνήγορος, κόστισε στον κατηγορούμενο ποσό €900 μηνιαίως, εφόσον στην εργασία που σήμερα εργοδοτείται τα εισοδήματα του αντιστοιχούν στο ήμισυ του μισθού που είχε προηγουμένως. Από την άλλη ο κος Δημητρίου για τον κατηγορούμενο 2 ανέφερε ότι από την 20/04/08 μέχρι και σήμερα έχουν διαφοροποιηθεί οι προσωπικές περιστάσεις τούτου εφόσον σήμερα είναι πλέον αρραβωνιασμένος. Επεσήμανε δε ότι έκτοτε ο 2ος κατηγορούμενος ουδεμία σχέση έχει με οτιδήποτε αφορά αθλητισμό, αποφεύγοντας έτσι οιανδήποτε εμπλοκή σε τυχόν επεισόδια, ενώ τέλος, τόνισε την επιδείνωση της υγείας της μητέρας του (βλ. Έγγραφο Α). Περαιτέρω, και για τους τρεις κατηγορούμενους τονίστηκε το νεαρό της ηλικίας τους, τόσο σήμερα όσο και κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Περαιτέρω, για τον 1ο κατηγορούμενο τονίστηκε ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε από το συνήγορο του και στο γεγονός ότι το αναφερόμενο αντικείμενο ήτο κλειστό και αχρησιμοποίητο, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Επιπλέον, ο συνήγορος ανέφερε πως ο 1ος κατηγορούμενος κατείχε τούτο το αντικείμενο για ασφάλεια ενόσω εργάζετο ως φρουρός ασφάλειας σε νυκτερινό κέντρο, λόγος ο οποίος δεν υφίσταται πλέον εφόσον δεν ασκεί αυτή την εργασία. Εν κατακλείδι, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος απολογείται και υπέδειξε πως ο κατηγορούμενος έχει ήδη τιμωρηθεί, όχι μόνο από την μακρά διαδικασία αλλά και από την οκταήμερη κράτηση στην οποία τέθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Στο στάδιο μετριασμού της ποινής οι κατηγορούμενοι 2 και 4 εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο συνήγορο. Πέραν των προαναφερομένων ο κος Δημητρίου τόνισε ότι η ομολογία, τόσο του 2ου όσο και του 4ου κατηγορούμενου, είναι το μοναδικό στοιχείο που εμπλέκει τους δυο κατηγορούμενους με τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Ανέφερε περαιτέρω ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η ενοχή των κατηγορουμένων 2 και 4 συνίσταται σε συνέργια δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 154 και ως πρόσωπα που έλαβαν μέρος στην εκτέλεση κοινού σκοπού δυνάμει του άρθρου 21 του Κεφ.
- Παρόλα ταύτα ο κος Δημητρίου εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να επιμερίσει τις προσωπικές ενέργειες των κατηγορουμένων 2 και 4 και στη συνέχεια να τους αποδώσει τη δέουσα σοβαρότητα. Υπό αυτή τη θεώρηση πραγμάτων ήταν η θέση του ότι η συμμετοχή των κατηγορουμένων 2 και 4 είναι πολύ περιορισμένη. Ο συνήγορος υιοθέτησε και το περιεχόμενο των δυο εκθέσεων του γραφείου ευημερίας αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και 4, πλην ενός σημείου αναφορικά με προηγούμενη ποινική υπόθεση που στην έκθεση φέρεται να εμπλέκεται ο κατηγορούμενος 4, και επεξήγησε τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις. Με αναφορά στις υποθέσεις Georghiou v. The Republic
(1986)2 C.L.R.109 και Καύκαρος κ.α. v. Της Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ.51, έμφαση δόθηκε και στην επιλογή του Γενικού Εισαγγελέα να μην διώξει το φερόμενο ως συνεργό, δηλαδή τον Αλέξανδρο Δημητριάδη. Εν κατακλείδι, ο κος Δημητρίου κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει τυχόν αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλακίσεως που δυνατό να επιβληθεί. Όπως έχει νομολογηθεί η σοβαρότητα ενός αδικήματος συνάγεται από την ανώτατη στο νόμο προβλεπόμενη ποινή, αφενός, και από τα ιδιαίτερα γεγονότα που συνιστούν τη διάπραξη του αδικήματος αφετέρου (βλ. Δημοκρατία v. Κυριάκου
(1991)2 Α.Α.Δ. 264). Στην προκείμενη περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και κυρίως οι κατηγορούμενοι 2 και 4, είναι πολύ σοβαρά. Η ανώτατη ποινή που τούτα επισύρουν κυμαίνεται από δυο σε επτά έτη φυλάκιση. Πέραν της σοβαρότητας δεν παραγνωρίζεται η άλλη βασική δικαιϊκή αρχή πως όσο σοβαρό και αν είναι ένα αδίκημα δεν ατονεί η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.224, 227). Σημειώνεται εντούτοις ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί σε εξουδετέρωση ή αφανισμό της σοβαρότητας του αδικήματος, όπως ούτε του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Για κάθε ένα εκ των τριών κατηγορουμένων έλαβα υπ' όψιν μου το νεαρό της ηλικίας του, τόσο σήμερα αλλά και κατά το χρόνο διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, καθώς και το λευκό του ποινικό μητρώο. Σημειώνεται περαιτέρω, ότι από την ημερομηνία διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων μέχρι και σήμερα παρήλθαν τρια και μισό έτη, χρόνος κατά τον οποίο οι κατηγορούμενοι τελούσαν υπό το δυσβάστακτο και ψυχοφθόρο βάρος της διαδικασίας, ιδιαίτερα ως προς το τι μέλλει γενέσθαι. Δεν παραλείπω ακόμη ότι σε αυτό το χρονικό διάστημα οι κατηγορούμενοι απώλεσαν ή άλλαξαν εργασία ούτως ώστε να παρουσιάζονται στις συχνές και πυκνές ημερομηνίες που ορίζετο η υπόθεση για ακρόαση, γεγονός που επέφερε επιπρόσθετη συναισθηματική φόρτιση. Πέραν των πιο πάνω, γεγονότα που καταδεικνύουν διαφοροποίηση στη ζωή των κατηγορουμένων, δεν παραγνωρίζεται ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι πλέον αρραβωνιασμένος. Περαιτέρω, για τον κατηγορούμενο 1 σημειώνεται ότι παραδέχθηκε αμέσως, δηλαδή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ αθωώθηκε στις υπόλοιπες κατηγορίες. Για τους κατηγορούμενους 2 και 4 υπ' όψιν μου έλαβα κάθετί το οποίο αναφέρεται στις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας. Δεν παραγνωρίζω συνεπώς τα δύσκολα παιδικά χρόνια που έχουν βιώσει. Ο μεν κατηγορούμενος 2, γόνος φτωχής και πολυμελούς οικογένειας από τη Ρουμανία, βίωσε τον αλκοολισμό του φυσικού του πατέρα και ήτο θύμα συστηματικής άσκησης σωματικής βίας από τον τελευταίο. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι σε ηλικία πέντε μόλις ετών ο ίδιος και η δίδυμη αδελφή του υιοθετήθηκαν από τους θετούς γονείς του στην Κύπρο, ενώ η μοίρα ξαναχτύπησε την πόρτα του όταν προ τριετίας έχασε το θετό του πατέρα από την επάρατη νόσο, ενώ στη συνέχεια η θετή του μητέρα επίσης διαγνώσθηκε καρκινοπαθής, ασθένεια η οποία την έχει καθηλώσει εφόσον αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί. Εξίσου τραγική και τραυματική και η παιδική ηλικία του κατηγορούμενου 4. Από νεαρή ηλικία βίωσε τον αλκοολισμό της μητέρας του καθώς και τις συγκρούσεις των γονέων του λόγω αυτού ακριβώς του αλκοολισμού της μητέρας. Περαιτέρω, σε ηλικία έξι μόλις ετών είδε τη μητέρα του να φλέγεται από θερμάστρα όντας κάτω από την επήρεια αλκοόλ και προσπάθησε να τη βοηθήσει. Οι επιπτώσεις αυτού του τραγικού συμβάντος στην υγεία της μητέρας του ήταν ότι την οδήγησε στο θάνατο μετά πάροδο τριών ετών. Στη συνέχεια υπήρξε θύμα σωματικής και ψυχολογικής βίας από τη μητριά του και τον πατέρα του σε μια προσπάθεια του τελευταίου οριοθέτησης και χειρισμού της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Σημειώνεται ότι στη συνέχεια ο πατέρας του κατηγορούμενου 4 παντρεύτηκε εκ νέου τη νυν μητριά του, με την οποία απέκτησε άλλα δύο παιδιά, ηλικίας εννέα και πέντε ετών σήμερα. Τέλος, ο πατέρας του κατηγορούμενου 4 αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα καρδίας και σχετικά είναι τα έγγραφα Β μέχρι και Στ. Χωρίς να παραγνωρίζεται οτιδήποτε αναφέρθηκε πιο πάνω και ιδιαίτερα οι τραυματικές εμπειρίες των κατηγορουμένων 2 και 4 σε πολύ νεαρή και τρυφερή ηλικία, δεν μπορεί εν τούτοις να μην σημειωθεί εδώ ότι σε σοβαρά αδικήματα, ως τα υπο κρίση, οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις περιορισμένη έχουν σημασία (βλ. Κλεοβούλου v. Της Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.58, 62). Προτού υπεισέλθω στις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης στην έκταση που αφορά τους κατηγορούμενους 2 και 4, κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω ό,τι σχετικό αναφορικά με το αδίκημα της 11ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο 1ος μόνο κατηγορούμενος. Επιχειρήθηκε εν προκειμένω προσπάθεια υποβάθμισης της σοβαρότητας του αδικήματος δια της αναφοράς ότι το επίδικο αντικείμενο ήταν κλειστό και αχρησιμοποίητο. Κρίνω πως η εν λόγω αναφορά περιορισμένη έχει σημασία. Η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων προκύπτει, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ.300, 310, από το ότι 'δυνητικά ενυπάρχει ο κίνδυνος σε κάθε περίπτωση παράνομου οπλισμού γιατί ό,τι προκαλεί τις ενέργειες των ανθρώπων είναι συχνά απρόβλεπτο'. Περαιτέρω, η αναφορά και μόνο ότι ο κατηγορούμενος 1 απέκτησε το εν λόγω αντικείμενο ενόσω εργάζετο ως φρουρός ασφαλείας, εμμέσως πλην σαφώς καταδεικνύει πρόθεση τούτου να το χρησιμοποιήσει, εάν και εφόσον παραστεί ανάγκη. Σημειώνω περαιτέρω πως η καθημερινή εμπειρία του Δικαστηρίου με ποινικές υποθέσεις αποκαλύπτει ότι η κατοχή τέτοιων αντικειμένων παρουσιάζει ανησυχητική αύξηση, ιδιαίτερα μεταξύ νεαρών προσώπων. Παρόλα ταύτα, υπό το φώς των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του αδικήματος αλλά και των προσωπικών του κατηγορούμενου 1 περιστάσεων, ως έχουν ήδη επεξηγηθεί, κρίνω πως αρμόζουσα για τον 1ο κατηγορούμενο ποινή δεν είναι άλλη από ποινή προστίμου. Επανέρχομαι όμως στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2 και 4. Πέραν όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω δεν παραγνωρίζεται η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ένα εκ των προσώπων που συμμετείχαν στη διάπραξη αυτών των αδικημάτων, και συγκεκριμένα ο Αλέξανδρος Δημητριάδης, δεν διώχθηκε εφόσον συνεμφωνήθη να κατονομάσει τους συνεργούς του και στη συνέχεια να κληθεί ως μάρτυρας. Η εν λόγω συμφωνία έτυχε της έγκρισης του Γενικού Εισαγγελέα. Εν τούτοις, ο Αλέξανδρος Δημητριάδης δεν προσήλθε στο Δικαστήριο ούτε ως μάρτυρας κατηγορίας εφόσον δεν εντοπίζετο από την κατηγορούσα αρχή για να του επιδοθεί κλήση μάρτυρος. Επί του προκειμένου εφαρμογής τυγχάνει η αρχή δικαίου που ευσύνοπτα επεξηγήθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ.236, Λέχθηκε εκεί ότι∙ "Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ως μετριαστικό παράγοντα τη μη δίωξη των φυσικών μητέρων και των ζευγαριών που παρέλαβαν τα παιδιά προς υιοθεσία, κατ' επίκληση της αρχής της ισότητας, ειδικά της πτυχής που άπτεται της ίσης μεταχείρισης και αντιμετώπισης των παραβατών, παραθέτοντας το ακόλουθο απόσπασμα από τη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λοΐζου κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 371:- «Η ίση μεταχείριση των παραβατών βαρύνει εξίσου όλες τις αρχές της Δημοκρατίας. Η αρχή της ισότητας επιβάλλει τη χωρίς διάκριση και χωρίς εξαίρεση, προσαγωγή των παραβατών ενώπιον της Δικαιοσύνης. Η μεταχείριση και η τιμωρία των παραβατών αποτελεί πτυχή της δικαστικής λειτουργίας και αποκλειστική ευθύνη των δικαστικών αρχών.» Η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου, της ίσης μεταχείρισης από κάθε αρχή της Πολιτείας και ο αποκλεισμός κάθε μορφής διάκρισης, διασφαλίζεται περιεκτικά από το Άρθρο 28 του Συντάγματος. Η ίση μεταχείριση των παραβατών και οι συνέπειες παρεκκλίσεων από αυτή αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών δικαστικών αποφάσεων, αρχής γενομένης από τη Georghios Yiasoumis Nicolaou v. The Police
(1969)2 C.L.R. 120. Η νομολογία επί του θέματος παρατίθεται και εξετάζεται στην απόφασή μας στη Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141. Στη Georghiou and Others v. Republic
(1986)2 C.L.R. 109, υπογραμμίστηκε ότι:- (σελ. 126) "Equality of treatment, safeguarded by Article 28, is an all embracing concept, encompassing the criminal process in its entirety." (Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη:- «Η διασφαλιζόμενη από το Άρθρο 28 ισότης είναι περιεκτική έννοια, η οποία καλύπτει το σύνολο της ποινικής διαδικασίας.») Οι επιπτώσεις από τη μη δίωξη παραβατών προσδιορίζονται στο ακόλουθο απόσπασμα από την Κάττου & άλλος ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498:- (σελ. 513) «Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλειας στη μεταχείριση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Η ισότητα στη μεταχείριση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος.» Έτσι και στη δοσμένη περίπτωση, η ατιμωρισία ενός εκ των εμπλεκομένων δεν μπορεί παρά να μετριάσει την ποινή που ενδεχομένως να επιβληθεί στους κατηγορούμενους 2 και
- Κατά την επιμέτρηση της ποινής υπ' όψιν μου έλαβα και την ιδιαίτερη δράση των δύο κατηγορουμένων, ως έχει διαπιστωθεί και διατυπωθεί στην απόφαση ημερομηνίας 12/10/
- Δεν παραγνωρίζεται λοιπόν ότι η συμμετοχή των δυο κατηγορουμένων συνίσταται στο ότι και οι δυο έριξαν πέτρες, ενώ ο κατηγορούμενος 4 συμμετείχε και σε επίθεση με πλαστική σωλήνα. Παρ' ότι οι ενέργειες των κατηγορουμένων 2 και 4 έχουν συγκεκριμενοποιηθεί, δεν παραγνωρίζεται βεβαίως το αποτέλεσμα τούτων των ενεργειών υπό το φως πλέον των ενεργειών του συνόλου που βρίσκετο στο ΑΠΟΕΛ τη δεδομένη στιγμή καθώς και της διαπίστωσης του Δικαστηρίου ως προς το ποίες από αυτές αποτελούσαν μέρος του κοινού σκοπού. Καθοριστική λοιπόν της σοβαρότητας των ενεργειών των δυο κατηγορουμένων είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι είτε ως συνεργοί είτε ως πρόσωπα μετέχοντα σε κοινό σκοπό συνέδραμαν την απόπειρα εμπρησμού του οικήματος του Fun Club ΑΠΟΕΛ, την κακόβουλη ζημία, την επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά του Κυριάκου και του Joseph, και πολύ περισσότερο την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά του Μιχάλη. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως το ύψος των ζημίων που προκάλεσαν στο οίκημα του ΑΠΟΕΛ όπως ούτε η περιορισμένη έκταση των εγκαυμάτων του Κυριάκου ή της εκδοράς του Joseph. Αυτά χωρίς βεβαίως να αναιρείται η έκνομη συμπεριφορά και ότι τέτοια συμπεριφορά συνιστά κατάφωρη παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων όπως απόλαυση ιδιωτικής περιουσίας και σωματική ακεραιότητα. Ό,τι όμως καταδεικνύει το αποτρόπαιο των ενεργειών τους είναι η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στο Μιχάλη, τα αποτελέσματα της οποίας χάραξαν βαθιά το πρόσωπο και τη ζωή του θύματος. Αυτή η επίθεση στοίχησε στο Μιχάλη την όραση του αριστερού ματιού το οποίο έκτοτε ακολουθεί φθίνουσα πορεία. Δύσκολα περιγράφεται με λόγια η βαρβαρότητα και η κτηνωδία τέτοιας ενέργειας. Ακόμη και υπό το φως της κακόβουλης ζημίας που προηγήθηκε στο οίκημα του Fun Club της θύρας 9 και ενδεχομένως να φόρτισε ψυχολογικά και συναισθηματικά τους επιτιθέμενους οι ενέργειες τους και τα αποτελέσματα των πράξεων τους αφήνουν άφωνο και έντρομο τον καθ' ένα από εμάς. Πρέπει να γίνει κατανοητό σε όλους με πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι οι ευνομούμενες κοινωνίες δεν ανέχονται συμπεριφορές σαν και αυτές που συνιστούν οχλαγωγία, τρομοκρατία και βαρβαρότητα. Η επικράτηση και η εκδίκηση, ιδιαίτερα με τόσο σοβαρές επιπτώσεις, δεν έχουν θέση μεταξύ μας. Η σοβαρότητα επέμβασης στη σωματική ακεραιότητα τρίτου προσώπου έχει εναργώς επεξηγηθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95, 98. Λέχθηκε εκεί ότι∙ 'Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας∙ πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς'. Καθοδηγούμενος λοιπόν από όλα τα πιο πάνω καθώς και τα αναφερόμενα στις υποθέσεις Σακαρίδης v. Δημοκρατίας, Π.Ε. 21/11 και 25/11, ημερ. 14/7/11, Ioja v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.624, Γενικός Εισαγγελέας v. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ.639 και Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365, κρίνω πως αρμόζουσα ποινή για τους κατηγορούμενους 2 και 4 δεν είναι άλλη από στερητική της ελευθερίας. Ενόψει όλων των πιο πάνω στους κατηγορούμενους 1, 2 και 4 επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1 στην 11η κατηγορία επιβάλλεται ποινή προστίμου €500. Στους κατηγορούμενους 2 και 4 επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: 1η κατηγορία: ποινή φυλακίσεως 2 μηνών. 3η κατηγορία: ποινή φυλακίσεως 2 μηνών. 4η κατηγορία: ποινή φυλακίσεως 5 μηνών. 6η κατηγορία: ποινή φυλακίσεως 9 μηνών. 7η κατηγορία: ποινή φυλακίσεως 2 μηνών. 8η κατηγορία: ποινή φυλακίσεως 2 μηνών. 9η κατηγορία: ποινή φυλακίσεως 2 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Ζητήθηκε από το συνήγορο των κατηγορουμένων 2 και 4 όπως εάν ήθελε επιβληθεί ποινή φυλακίσεως εξεταστεί ενδεχόμενο αναστολής εκτελέσεως τούτης. Καθοδήγηση αντλώ από τον περί της Υφ Όρων Αναστολής Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως Εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο, καθώς και τις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Κωνσταντίνου v. Αστυνομία Π.Ε.117/09, ημερ. 5/11/09 και Χριστοδούλου v. Αστυνομίας Π.Ε.214/09, ημερ. 29/01/10. Τόσο το λευκό μητρώο των κατηγορουμένων όσο και το νεαρό της ηλικίας τους αποτιμήθηκε εκ νέου κατά την εξέταση του υπό κρίση αιτήματος. Περαιτέρω, αποτίμησης έτυχε και κάθετί το οποίο αναφέρθηκε από το συνήγορο τους κατά την επιμέτρηση της ποινής. Κρίνω πως η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν επιτρέπει έγκριση του αιτήματος. Συνεπώς το αίτημα απορρίπτεται. Ως ημερομηνία έναρξης της ποινής λογίζεται η 12η Οκτωβρίου 2011, ημερομηνία από την οποία οι κατηγορούμενοι τελούν υπο κράτηση για σκοπούς επιβολής ποινής. (Υπ.) ....................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο