← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωάννης Πούλιας, Αρ. Υπόθεσης: 24917/10, 26 Οκτωβρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωάννης Πούλιας, Αρ. Υπόθεσης: 24917/10, 26 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη,Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24917/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν - Ιωάννης Πούλιας Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Χαραλάμπους, (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χ. Θεμιστοκλέους). Για τον Κατηγορούμενο: κα Σκαρπάρη. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες 1. Αμελής Οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Ν. 166/87και 80

(1)/
  1. Παράλειψης οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος που έχει εμπλακεί σε δυστύχημα να δώσει τα στοιχεία του, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 61
(1)(α) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84
  1. Εγκατάλειψη τόπου δυστυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας κατά παράβαση του άρθρου 235Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε
  2. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και χρήση τηλεφώνου με το χέρι
  3. Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και παράλειψη πρόσδεσης με ζώνη ασφαλείας Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τις κατηγορίες 4 και 5 αλλά δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες 1, 2 και 3 και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση σε σχέση με τις κατηγορίες αυτές. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε 3 μάρτυρες, ήτοι, τους Αστ.4028 Α. Ταβέλη (Μ.Κ.1), τον Αστ. 4540 Κωμοδρόμο (Μ.Κ.2) και τον Αστ.2068 Πρ. Πραξιτέλους (Μ.Κ.3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση της μαρτυρίας. Αναφορά θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Για σκοπούς αξιολόγησης λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο και το ύφος με το οποίο οι μάρτυρες κατέθεταν, την ειλικρίνεια τους την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να δουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, και εν γένει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα συμπεριλαμβανομένης και της αμεσότητας των απαντήσεων τους. Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ο Μ.Κ.1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και πρέπει να πω ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Οι μετρήσεις και το σχεδιάγραμμα της σκηνής τόσο το πρόχειρο όσο και το συμμετρικό δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Όσον αφορά στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1362 και Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388). Η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 κινήθηκε στις ίδιες περίπου γραμμές. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ότι στις 20/4/2008 περί ώρα 15.00 κινείτο στην λεωφόρο Μακεδονιτίσσης με κατεύθυνση από οδό Αρχ. Μιχαήλ προς Οδό Ελαιώνων μαζί με τον Μ.Κ.3, επιβαίνοντας ο μεν Μ.Κ.2 στην αστυνομική μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΤΜ444 και ο Μ.Κ.3 στην αστυνομική μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΚJL
  1. Πρώτος κινείτο ο Μ.Κ.2 και σε απόσταση 10 μέτρων πίσω από αυτόν ακολουθούσε ο Μ.Κ.
  2. Κινούντο με ταχύτητα περί τα 50 χαω και φορούσαν τα κράνη τους και είχαν τα μπροστινά φώτα πορείας τους αναμμένα. Λίγα μέτρα πριν την συμβολή της Λεωφ. Μακεδονιτίσσης με την οδό Γαριφαλιάς η οποία είναι πάροδος της οδού Μακεδονιτίσσης στα αριστερά ως η πορεία τους, είδε ξαφνικά ένα όχημα μάρκας ΒΜW, χρώματος μπλε ανοικτού. να εξέρχεται από την οδό Γαριφαλιάς και να εισέρχεται στην λεωφόρο Μακεδονιτίσσης διαγώνια, με στροφή δεξιά ως η πορεία του. Το πιο πάνω όχημα τον προβλημάτισε και έτσι πάτησε τα φρένα του για να ακινητοποιήσει το όχημα του και ταυτόχρονα άκουσε ήχο φρένων προς τα πίσω, οπόταν γυρίζοντας προς τα πίσω είδε τον Μ.Κ.3 να πέφτει από την μοτοσικλέτα περί τα δέκα μέτρα πιο πίσω και την μοτοσικλέτα του να έρχεται προς το μέρος του ακυβέρνητη. Ο ίδιος κινήθηκε προς τα δεξιά και σταμάτησε. Το όχημα που τους ανέκοψε την πορεία ανέπτυξε ταχύτητα «ξερογυρίζοντας» και κατευθύνθηκε προς την οδό Αρχ. Μιχαήλ. Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.2, ο οδηγός του οχήματος που τους ανέκοψε την πορεία είχε μούσι και μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο και δεν φορούσε ζώνη ενώ διέκρινε και κάποιους από τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος (DAA και 31) χωρίς να είναι βέβαιος για την σειρά των αριθμών και εάν υπήρχε και τρίτος αριθμός. Ο Μ.Κ.3 παρά το ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει άλλες λεπτομέρειες αναφορικά με το όχημα που είδε να εξέρχεται από την πάροδο, πέραν του χρώματος και της μάρκας, ανέφερε ότι βλέποντας το εν λόγω αυτοκίνητο να εισέρχεται στην λεωφόρο Μακεδονιτίσσης, ενώ ο ίδιος με τον συνάδελφό του βρίσκονταν λίγα μέτρα πριν την πάροδο από την οποία το όχημα εξερχόταν, φώναξε στον συνάδελφο του να προσέξει και πάτησε και ο ίδιος τα φρένα του τα μπροστινά και τα πισινά για να αποφύγει την σύγκρουση μαζί του, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και να πέσει στο έδαφος. Η μοτοσυκλέτα του προχώρησε λίγα μέτρα ακυβέρνητη με ευθεία πορεία και στην συνέχεια με κλίση προς τα αριστερά, και αφού κτύπησε σε λίνια πεζοδρομίου, στην συνέχεια χτύπησε σε τοίχο καταστήματος, όπου και ακινητοποιήθηκε. Κατά την αντεξέταση του ερωτώμενος να διευκρινίσει σε πόση απόσταση από τον ίδιο βρισκόταν το όχημα όταν το είδε για πρώτη φορά, ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι βρισκόταν περί τα 15 μέτρα από τον ίδιο και 5 μέτρα από τον Μ.Κ.2, ο οποίος κινείτο περί τα 10 μέτρα πιο μπροστά από τον ίδιο. Ας σημειωθεί ότι και οι δύο μάρτυρες συμφώνησαν με το σχεδιάγραμμα της σκηνής, Τεκμήριο
  3. Από την μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων και ιδιαίτερα του Μ.Κ.2 προκύπτει ότι το όχημα που αντελήφθησαν να εξέρχεται από την οδό Γαριφαλιάς με κλίση δεξιά και να εισέρχεται στην λεωφόρο Μακεδονιτίσσης, ήταν το όχημα του κατηγορούμενου. Στο πιο πάνω εύρημα θεωρώ ότι μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια, δεδομένης της περιστατικής μαρτυρίας που προσκομίστηκε και η οποία οδηγεί στο μοναδικό συμπέρασμα ότι το όχημα που περιέγραψε ο Μ.Κ.2 ήταν το όχημα του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα ο εν λόγω μάρτυρας έκανε αναφορά στο χρώμα, μάρκα οχήματος αλλά και στους αριθμούς εγγραφής που πρόλαβε να δει, τα οποία συνάδουν πλήρως με το όχημα του κατηγορούμενου. Επίσης ο Μ.Κ.2 έκανε αναφορά στο ότι ο οδηγός του εν λόγω οχήματος την δεδομένη στιγμή μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο και δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι πέρασε από το συγκεκριμένο σημείο την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα μιλώντας στο κινητό τηλέφωνο και χωρίς να φέρει ζώνη ασφαλείας (βλέπε παραδοχή στις κατηγορίες 4 και 5 αλλά και την δια ζώσης μαρτυρία του) οδηγούν στο μοναδικό συμπέρασμα ότι το όχημα στο οποίο έκανε αναφορά ο Μ.Κ.2 ήταν του κατηγορούμενου. Αυτό όμως δεν οδηγεί αυτόματα και στην κατάληξη ότι απεδείχθησαν και τα υπό αναφορά αδικήματα εναντίον του κατηγορούμενου. Και τούτο παρά το γεγονός ότι οι μάρτυρες αυτοί παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθεροί στην εκδοχή τους κατά την αντεξέταση τους, αφού η μαρτυρία τους επί της ουσίας θα πρέπει να αξιολογηθεί στα πλαίσια όλης της μαρτυρίας της υπόθεσης, ιδιαίτερα δε της πραγματικής μαρτυρίας, η οποία ως και πιο πάνω αναφέρεται αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Στα πλαίσια αυτά πρέπει να πω ότι η εκδοχή των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 δεν με έπεισε αφού περιείχε κενά και σε ουσιώδη σημεία βρισκόταν σε διάσταση με την πραγματική μαρτυρία, την κοινή λογική και την ανθρώπινη πείρα. Εν ολίγοις θεωρώ, ότι η μαρτυρία τους δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ότι η πτώση του Μ.Κ.3 από την μοτοσυκλέτα, οφειλόταν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε αμελή πράξη του κατηγορούμενου. Και εξηγώ. Κατ' αρχάς ο Μ.Κ.2 δεν ερωτήθηκε και δεν διευκρίνισε σε πόση απόσταση από τον ίδιο βρισκόταν το όχημα που τον προβλημάτισε, όταν το αντελήφθη για πρώτη φορά, θέμα το οποίο θεωρώ ότι είναι ουσιώδες για να μπορεί να αξιολογηθεί η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη και της θέσης του κατηγορούμενου ότι δεν προβλημάτισε οποιοδήποτε με την οδική του συμπεριφορά, αφού δεν υπήρχε οποιοδήποτε όχημα σε κοντινή απόσταση. Στην μαρτυρία του ο Μ.Κ.2 περιορίστηκε να αναφέρει μόνο ότι είδε τον κατηγορούμενο λίγα μέτρα πριν την πάροδο, θέση η οποία είναι τουλάχιστον ασαφής, αφού το τι εννοούσε ο μάρτυρας με την αναφορά του σε λίγα μέτρα είναι κάτι το υποκειμενικό. Από την άλλη η παρουσία ιχνών τροχοπέδησης του Μ.Κ.3, 34 περίπου μέτρα πριν από το σημείο από το οποίο εξερχόταν ο κατηγορούμενος, υποδηλώνουν ότι ο Μ.Κ.3 είδε τον κατηγορούμενο σε απόσταση πέραν των 34 μέτρων, λαμβανομένης υπόψη και της απόστασης σκέψης («thinking distance»), την οποία η νομολογία αναγνωρίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του χωρίς επιστημονική επεξήγηση (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 748, 752). Τούτο δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά ως προς την ορθότητα της θέσης του μάρτυρα, ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στον κύριο δρόμο ενώ οι μάρτυρες κατηγορίας βρίσκονταν λίγα μέτρα πριν την πάροδο και τους προβλημάτισε. Για το ίδιο θέμα εύλογα ερωτηματικά δημιουργεί και το γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 ο οποίος βρισκόταν πιο μπροστά από τον Μ.Κ.3 μπόρεσε και ακινητοποίησε την μοτοσυκλέτα του ενώ ο Μ.Κ.3 που βρισκόταν πιο πίσω και άρα είχε μεγαλύτερη άνεση το πράξει, δεν τα κατάφερε. Η θέση του Μ.Κ.2 ότι μπόρεσε να ακινητοποιήσει την μοτοσικλέτα του λόγω του ότι η δική του μοτοσικλέτα ήταν εφοδιασμένη με διαφορετικού τύπου φρένα («ΑΒS»), δεν εξαλείφει τα ερωτηματικά, δεδομένης της απόστασης από την οποία τα ίδια τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας του Μ.Κ.3 μαρτυρούν, ότι ο Μ.Κ.3 είδε τον κίνδυνο, απόσταση η οποία λαμβανομένης υπόψη και της ταχύτητας με την οποία κινείτο ο Μ.Κ.3, επέτρεπε στον Μ.Κ3 να αντιμετωπίσει με άνεση το όχημά του κατηγορούμενου ως και πιο κάτω λεπτομερώς επεξηγείται. Περαιτέρω η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα αναφορικά με το εάν ο κατηγορούμενος τους είχε αντιληφθεί, θέμα ουσιώδες για την απόδειξη των κατηγοριών 2 και 3, και πάλι δεν ήταν σαφής ούτε πειστική, αφού για το θέμα αυτό ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι ο κατηγορούμενος τους αντελήφθη επειδή ελάττωσε ταχύτητα, χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση. Για το ίδιο δε θέμα, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τους είχε αντιληφθεί, αφού όταν ο ίδιος κινήθηκε δεξιότερα για να αποφύγει την μοτοσικλέτα του Μ.Κ.3 η οποία σερνόταν ακυβέρνητη, βρέθηκε δίπλα από τον κατηγορούμενο. Οι πιο πάνω αναφορές του Μ.Κ.2 θεωρώ ότι δεν είναι πειστικές ούτε αρκούντως σαφείς για την απόδειξη ενός εκ των ουσιοδέστερων θεμάτων, τα οποία αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της υπεράσπισης του. Εφόσον είδε τον κατηγορούμενο και είχε την θέση ότι αυτός τους αντελήφθη, θα ανέμενα τουλάχιστον να έδιδε κάποιες λεπτομέρειες ως προς τις ενέργειες του κατηγορούμενου κατά την δεδομένη στιγμή, όπως για παράδειγμα που κοίταζε, αν είχαν μεταξύ τους οπτική επαφή κτλ. Τούτο δεν το έπραξε παρ' όλο ότι του δόθηκε η ευκαιρία τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του. Από την άλλη η μαρτυρία του Μ.Κ.3, σύμφωνα με την οποία ο εν λόγω μάρτυρας είδε το όχημα που τον προβλημάτισε για πρώτη φορά σε απόσταση περί τα 15 μέτρα από τον ίδιο, βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την πραγματική μαρτυρία, η οποία ως και πιο πάνω αναφέρεται καταδεικνύει ότι ο Μ.Κ.3 είδε τον κατηγορούμενο σε απόσταση πέραν των 34 μέτρων. Συνεπώς με αυτό το δεδομένο, και έχοντας κατά νου ότι όπως υπεδείχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120 στην σελίδα 125, θέματα έχοντα σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή, παρατηρώ τα εξής. Με βάση την λογική και την ανθρώπινη πείρα, και με δεδομένο ότι ο Μ.Κ.3 είδε τον κατηγορούμενο σε απόσταση 34 περίπου μέτρων χωρίς σε αυτήν την απόσταση να περιλαμβάνεται η απόσταση σκέψης («thinking distance»), θεωρώ, ότι εάν πράγματι ο Μ.Κ.3 κινείτο με ταχύτητα περί τα 50 χ.α.ω., ως ο ισχυρισμός του, θα μπορούσε κάλλιστα να εφαρμόσει τα φρένα και να ακινητοποιήσει με άνεση την μοτοσικλέτα του πολύ πριν το σημείο από το οποίο εξερχόταν ο κατηγορούμενος, χωρίς να απωλέσει τον έλεγχο της και να ανατραπεί. Προς την ίδια κατεύθυνση συνηγορεί και η αναφορά στον Πίνακα Α του Παραρτήματος Β του συγγράμματος των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Υποθέσεις Οδικής Αμέλειας», την οποία παραθέτω ενδεικτικά και παρενθετικά, όπου αναφέρεται ότι ένα αυτοκίνητο το οποίο κινείται με ταχύτητα 50 χ.α.ω. μπορεί με τη χρήση φρένων (τα οποία δεν είναι τύπου «ABS») να ακινητοποιηθεί πλήρως σε μία απόσταση 22 μέτρων περίπου, συμπεριλαμβανομένης και της απόστασης σκέψης («thinking distance»). Ερχόμενη τώρα στον κατηγορούμενο σημειώνω ότι η ουσία της μαρτυρίας του ήταν ότι πράγματι την συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα, βρισκόταν στην οδό Γαρυφαλιάς με πρόθεση να εισέλθει στην λεωφόρο Μακεδονιτίσσης, μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο και δεν φορούσε την ζώνη ασφαλείας του. Φθάνοντας στο αλτ της συμβολής των πιο πάνω οδών κοίταξε δεξιά όπου είδε κάτι μετά κοίταξε αριστερά χωρίς να εντοπίσει κάποιο όχημα, έτσι εκτιμώντας αυτό το οποίο είδε στα δεξιά του ήταν μακριά και ότι η ενέργεια του να εισέλθει στην λεωφόρο δεν θα προβλημάτιζε οποιονδήποτε, εισήλθε στην εν λόγω λεωφόρο με κλίση δεξιά. Δεν αντελήφθη καμία μοτοσικλέτα κατά τον εν λόγω χρόνο ούτε οποιοδήποτε δυστύχημα. Αξιολογώντας την μαρτυρία του πρέπει να πω ότι η θέση του ότι είδε κάτι το οποίο βρισκόταν σε απόσταση όταν ο ίδιος κοίταξε δεξιά συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, όμως πέραν τούτου και με δεδομένη την θέση του ότι καθ' όλη την διάρκεια της εισόδου του στην επίδικη λεωφόρο έκανε χρήση κινητού τηλεφώνου με το χέρι, και με δεδομένη την θέση του ότι δεν ξαναέστρεψε την προσοχή του προς τα δεξιά πριν εκκινήσει, δεν θεωρώ ότι μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε περαιτέρω βαρύτητα στην μαρτυρία του. Παρά ταύτα στην προκειμένη περίπτωση και με δεδομένη την κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, καταλήγω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αμέλεια εκ μέρους του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα να καταδεικνύει ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου να εισέλθει στην διασταύρωση, ήταν η αιτία του δυστυχήματος, αφού κατά τον χρόνο εκείνο ο Μ.Κ.3 βρισκόταν σε απόσταση πέραν των 34 μέτρων, απόσταση η οποία για όλους τους λόγους που πιο πάνω ανέφερα ήταν υπέρ αρκετή για να του επιτρέψει να αντιμετωπίσει με άνεση τον κατηγορούμενο, με δεδομένη την θέση του ίδιου Μ.Κ.3 ότι κινείτο με 50 χ.α.ω. Στα πιο πάνω κατέληξα έχοντας κατά νου και την γενική αρχή ότι με την άρνηση των κατηγοριών η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. (Βλ. Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Ηλία v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 48). Δεν μου διαφεύγει βέβαια η πολλάκις νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποία οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Κρίνονται υπό το πρίσμα της διλημματικής κατάστασης που προκάλεσε ο άλλος οδηγός. (Βλ. Ioannou and Another v. Michaelides
(1966)1 C.L.R. 235, Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746, 750, 751, Georgiades v. HadjiSavva
(1984)1 C.L.R. 597, Roussou v. Aristodemou
(1989)1 C.L.R. 12, Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 190, Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110, Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1 Α.Α.Δ. 642, Παπαχριστοδούλου ν. Χ" Νεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426, Κασιέρη κ.ά. ν. Κυριάκου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1246). Στην προκειμένη περίπτωση όμως και με βάση το εύρημα ότι ο Μ.Κ.3 είδε τον κατηγορούμενο σε απόσταση πέραν των 34 μέτρων και με δεδομένη την θέση του Μ.Κ.3 ότι κινείτο με ταχύτητα 50χ.α.ω, θεωρώ ότι ο τελευταίος δεν βρισκόταν προ μιας δειλημματικής κατάστασης για να τυγχάνουν εφαρμογής οι πιο πάνω αρχές. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από την 1η κατηγορία. Η αθώωση του κατηγορούμενου στην 1η κατηγορία συμπαρασύρει μαζί της και τις κατηγορίες 2 και 3 αφού συστατικό στοιχείο των αδικημάτων των εν λόγω κατηγοριών είναι η εμπλοκή του κατηγορούμενου σε δυστύχημα κάτι το οποίο για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας υπό τις περιστάσεις. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται και από τις κατηγορίες 2 και 3. Έξοδα € 200 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. ....... Ν. Μαθηκολώνη Επαρχ. Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.