← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παναγιώτης Εφφέ, Αρ. Υπόθεσης: 39299/10, 26 Οκτωβρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παναγιώτης Εφφέ, Αρ. Υπόθεσης: 39299/10, 26 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 39299/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν - Παναγιώτης Εφφέ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Παπανικολάου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χ. Θεμιστοκλέους) Ο κατηγορούμενος εμφανίζεται προσωπικά. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, N.86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Ν. 166/87και 80

(1)/00. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία 3 μάρτυρες, ήτοι ο Αστυφύλακας 3861 Β. Κοντούλης (Μ.Κ.1), η Μάγδα Νικολάου (Μ.Κ.2) και ο Ξάνθος Χριστοδούλου (Μ.Κ.3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος, αφού επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματά του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κλήθηκαν μάρτυρες υπεράσπισης. Η μαρτυρία Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Λευκωσίας στο τμήμα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, την 20/2/2009 περί ώρα 13.40 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη την ίδια μέρα περί ώρα 13.10, στην λεωφόρο Αγ. Γεωργίου στα Λατσιά. Ενεχόμενα ήσαν το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΧΤ297 που οδηγούσε η Μ.Κ.2, το οποίο εξερχόμενο από την οδό Ικάρου (πάροδο, της Λεωφ. Αγίου Γεωργίου), εισήλθε με κλίση δεξιά στην λεωφόρο Αγ. Γεωργίου, με κατεύθυνση προς την διασταύρωση με την λεωφόρο Γ. Κρανιδιώτη και το κυβερνητικό όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΜ535 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, Παναγιώτης Εφφέ στην λεωφόρο Αγ. Γεωργίου με την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή προς λεωφόρο Γ. Κρανιδιώτη. Η λεωφόρος Αγ. Γεωργίου είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες διαχωρίζονται με ζωγραφιστή νησίδα και συνεχή άσπρη γραμμή. Στο σημείο του δυστυχήματος, δηλαδή λίγο πριν από την διασταύρωση της λεωφόρου Αγ. Γεωργίου με την λεωφόρο Κρανιδιώτη που ελέγχεται από φώτα τροχαίας, οι λωρίδες γίνονται 3 ως η πορεία του κατηγορούμενου. Η οδός Ικάρου είναι πάροδος στα δεξιά της λεωφόρου Αγ. Γεωργίου ως η πορεία του κατηγορούμενου. Από την οδό αυτή επιτρέπεται η είσοδος στην λεωφόρο Αγ. Γεωργίου μόνο με κατεύθυνση προς τα αριστερά. Η κατηγορούμενη εξήλθε από την εν λόγω πάροδο με κατεύθυνση προς τα δεξιά και όπως εξήγησε ο μάρτυρας εναντίον της εκδόθηκε εξώδικο. Ερωτώμενος για ποιο λόγο κατηγόρησε τον κατηγορούμενο για την υπό αναφορά κατηγορία, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την μαρτυρία της Μ.Κ.2 αλλά και του ανεξάρτητου μάρτυρα Μ.Κ.3 κινήθηκε με όπισθεν ταχύτητα και συγκρούστηκε με το όχημα της Μ.Κ.2, το οποίο βρισκόταν ακινητοποιημένο πάνω στην νησίδα με ένα πολύ μικρό μέρος του να έχει εισέλθει στην λωρίδα του κατηγορούμενου. Η ορατότητα και των δύο οδηγών ήταν πολύ καλή, αφού δεν παρεμβάλλονταν μεταξύ τους οποιαδήποτε εμπόδια. Ο Μ.Κ.1 αφιχθείς στην σκηνή, διαπίστωσε ότι τα πιο πάνω οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση και οι δύο οδηγοί ήταν παρόντες. Στην παρουσία τους ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα, αφού προέβη σε διάφορες μετρήσεις και σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων, στο οποίο κατέληξε λαμβάνοντας υπόψη τις τελικές θέσεις των οχημάτων και τις υποδείξεις των δύο οδηγών. Οι δύο οδηγοί συμφώνησαν με το σχεδιάγραμμα και ως ορθό το υπέγραψαν. Το ατύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Την ίδια μέρα 20/2/2009, ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Μ.Κ.2 και από τον κατηγορούμενο. Τον τελευταίο τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα που αντιμετωπίζει και απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Η Μ.Κ.2 καταθέτοντας, υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση της προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 6) στην οποία αναφέρει ότι την 20/2/2009 και περί ώρα 13.10 οδηγούσε το όχημα της στην οδό Ικάρου με κατεύθυνση προς την λεωφόρο Αγ. Γεωργίου στα Λατσιά. Φθάνοντας στην αλτ της οδού Ικάρου, εισήλθε στην λεωφ. Αγ. Γεωργίου με κλίση δεξιά, αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός. Αφού πέρασε την πρώτη λωρίδα και ενώ βρισκόταν πάνω στην ζωγραφιστή νησίδα είδε το όχημα του κατηγορούμενου που οδηγείτο στην αριστερή λωρίδα της οδού Αγ. Γεωργίου δηλαδή με κατεύθυνση προς την διασταύρωση με την λεωφόρο Γ. Κρανιδιώτη, να σταματά και να αρχίζει να κινείται με όπισθεν ταχύτητα. Αμέσως σταμάτησε και κόρναρε αλλά μέχρι να το πράξει το όχημα της εισήλθε ελαφρώς στην λωρίδα που κινείτο το όχημα του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να κινείται με όπισθεν, μέχρι που συγκρούστηκε με το όχημα της. Στην σκηνή την πλησίασε ο M.K.3 τον οποίο δεν γνώριζε προηγουμένως ο οποίος της έδωσε τα στοιχεία του και της ανέφερε ότι είχε δει το δυστύχημα. Ο Μ.Κ.3 καταθέτοντας υιοθέτησε και αυτός την κατάθεση του προς την Αστυνομία Τεκμήριο
  1. Όπως ανέφερε ο ίδιος είναι επαγγελματίας οδηγός και στις 20/2/2009 και περί ώρα 13.10 οδηγούσε φορτηγό όχημα στην λεωφόρο Αγ. Γεωργίου στα Λατσιά έχοντας μπροστά του δύο άλλα οχήματα. Είδε το όχημα της Μ.Κ.2 να εξέρχεται από την οδό Ικάρου και να εισέρχεται στην λεωφόρο Αγ. Γεωργίου με κλίση δεξιά και να μπαίνει μπροστά από τα δύο αυτά οχήματα. Ενώ το όχημα της Μ.Κ.2 βρισκόταν πάνω στην νησίδα είδε το όχημα του κατηγορούμενου το οποίο κινείτο στην ίδια λωρίδα και με την ίδια κατεύθυνση να κινείται με όπισθεν ταχύτητα σε απόσταση περί τα 50 μέτρα από τον ίδιο. Ο κατηγορούμενος κινήθηκε περί τα 10-15 μέτρα με όπισθεν ταχύτητα όταν συγκρούστηκε με το όχημα της Μ.Κ.2 το οποίο βρισκόταν ακόμα σταθμευμένο πάνω στην νησίδα και μέρος του προεξείχε στην λωρίδα που κινείτο το όχημα του κατηγορούμενου. Ο ίδιος θεώρησε ότι το θέμα θα επιλύετο μεταξύ των οδηγών και έτσι δεν πήγε στην σκηνή του δυστυχήματος, αλλά μετέβη σε παρακείμενο κρεοπωλείο όπου διεκπεραίωσε την εργασία του, και φεύγοντας απ' εκεί και αφού διαπίστωσε ότι το θέμα μεταξύ των οδηγών δεν είχε επιλυθεί, προσέγγισε την Μ.Κ.2 και της έδωσε τα στοιχεία του,σε περίπτωση που θα χρειαζόταν να κληθεί ως μάρτυρας. Όπως διευκρίνισε δεν γνώριζε κανένα από τους ενεχόμενους οδηγούς. Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε την κατάθεση του προς την Αστυνομία Τεκμήριο 2 στην οποία αναφέρει ότι στις 20/2/2009 οδηγούσε το όχημα του στην οδό Αγ. Γεωργίου στα Λατσιά με κατεύθυνση από λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' προς λεωφ. Γιάννου Κρανιδιώτη. Σε κάποια στιγμή και ενώ ο ίδιος οδηγούσε με ταχύτητα 30-50 χ.α.ω ένιωσε ένα τράνταγμα και άκουσε θόρυβο στο πίσω δεξιό πλευρό του οχήματος του. Αμέσως κατέβηκε και είδε ότι είχε συγκρουστεί με το όχημα της Μ.Κ.
  2. Κατά την αντεξέταση του επέμεινε πως δεν είχε κινηθεί με όπισθεν ταχύτητα, αλλά δέχθηκε πως ήταν παρών όταν ο Μ.Κ.3 προσέγγισε την Μ.Κ.2 και της ανέφερε ότι είδε το δυστύχημα και αν χρειαζόταν να μαρτυρήσει στην Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος ευθυνόταν για το ατύχημα θα το έπραττε επειδή τον είχε δει αμέσως πριν το δυστύχημα να κινείται όπισθεν ταχύτητα. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με το κίνητρο που είχε ο Μ.Κ.3 να δώσει κατάθεση και να έρθει να μαρτυρήσει ενώπιον του Δικαστηρίου ψευδώς, ήταν η θέση του ότι το έπραξε με σκοπό να καταφέρει να γνωρίσει και να προσεγγίσει την Μ.Κ.
  3. Σαν δεύτερο λόγο πρόβαλε το γεγονός ότι, σύμφωνα πάντα με την θέση του, τα κυβερνητικά οχήματα στοχοποιούνται και επιρρίπτονται στους οδηγούς τους ευθύνες, ακόμη και όταν δεν ευθύνονται στην πραγματικότητα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μπορώ να πω ότι μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος και θεωρώ ότι υπήρξε αντικειμενικός τόσο κατά την διερεύνηση της υπόθεσης όσο και κατά την μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι μετρήσεις και το σχεδιάγραμμα της σκηνής, τόσο το συμμετρικό όσο και το πρόχειρο δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Όσον αφορά στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 5, αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1362 και Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388). Η Μ.Κ.2 μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Ενόσω κατέθετε έδιδε ξεκάθαρα την εντύπωση ότι είχε βιώσει πραγματικά τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, ήταν σταθερή στις θέσεις της και ήρεμη κατά την αντεξέτασή της και δεν κλονίστηκε καθόλου κατά την διάρκειά της. Η μαρτυρία της βρίσκεται σε πλήρη συνοχή με την μαρτυρία του ανεξάρτητου αυτόπτη Μ.Κ.3, τον οποίο η ίδια δεν γνώριζε προηγουμένως. Χωρίς κανένα ενδοιασμό αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολό της. Το ίδιο ισχύει και για τον Μ.Κ.3 ο οποίος ήταν εξαιρετικός μάρτυρας. Η ευσυνειδησία του τον οδήγησε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία για τα όσα είχε δει να διαδραματίζονται μπροστά του λίγο πριν σταματήσει σε παρακείμενο κρεοπωλείο, στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του. Εξερχόμενος από το κρεοπωλείο και βλέποντας ότι οι εμπλεκόμενοι δεν είχαν επιλύσει την διαφορά τους, προσέγγισε την Μ.Κ.2 και της ανέφερε ότι είδε το δυστύχημα δίνοντας της και τα στοιχεία του σε περίπτωση που θα χρειαζόταν να κληθεί ως μάρτυρας. Δεν είχε κανένα λόγο να πει ψέματα και αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολό της. Αναφορικά με τα αλλότρια κίνητρα που του καταλόγισε ο κατηγορούμενος ενόσω ο ίδιος ο κατηγορούμενος αντεξεταζόταν και τα οποία, ας σημειωθεί, δεν τέθηκαν ποτέ στον Μ.Κ.3 ενόσω αυτός κατέθετε, παρατηρώ απλά ότι στερούνται ερείσματος πειστικότητας και λογικής και απορρίπτονται. Ως προς το ότι σύμφωνα με την θέση του κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.3 δεν ήταν σε θέση να δει τα όσα διαδραματίστηκαν λόγω των προπορευόμενων οχημάτων ο μάρτυρας ήταν σαφέστατος. Ανέφερε ότι τούτο δεν ευσταθεί διότι τα προπορευόμενα οχήματα ήταν χαμηλά και ο ίδιος οδηγούσε φορτηγό, το οποίο ως ψηλότερο επέτρεπε την χωρίς εμπόδια παρατήρηση του δρόμου προς τα μπροστά. Ανέφερε επίσης ότι τα κάγκελα της εκκλησίας δεν αποτελούσαν εμπόδιο αφού βρίσκονταν στα αριστερά του, ενώ ως προς το ότι ήταν «κάτσιμο» στο συγκεκριμένο σημείο κάτι το οποίο εμπόδιζε την ορατότητα προς το σημείο του δυστυχήματος, ίδιος διευκρίνισε ότι τούτο ίσχυε μετά την στροφή. Πάνω στην στροφή η ορατότητα δεν εμποδιζόταν από οτιδήποτε και ο ίδιος μπόρεσε και είδε ξεκάθαρα τα όσα εκεί διαδραματίστηκαν. Ως προς το γιατί δεν πήγε αμέσως μετά το δυστύχημα να δώσει τα στοιχεία του, ανέφερε πως είχε υποθέσει πως το θέμα θα επιλύετο μεταξύ των οδηγών, όταν όμως εξερχόμενος αντελήφθη πως κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει, προσέφερε τα στοιχεία του στην Μ.Κ.
  1. και στην συνέχεια έδωσε κατάθεση. Ως προς το γιατί δεν προσήλθε να καταθέσει και ο συνοδηγός του, ανέφερε ότι δεν θεώρησε κάτι τέτοιο αναγκαίο με δεδομένο ότι ο συνοδηγός του ήταν αλλοδαπός και δεν μιλούσε ούτε την ελληνική ούτε την αγγλική γλώσσα, και ο ίδιος ήταν σε θέση να καταθέσει αναφορικά όλα με τα επίδικα γεγονότα. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο, πρέπει να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση και εκ των προτέρων δηλώνω ότι δεν αποδέχομαι τα όσα ο ίδιος κατέθεσε αναφορικά με το δυστύχημα. Ήταν πρόδηλο ότι προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία σε μια ατυχή προσπάθεια να αποποιηθεί των ευθυνών του. Στα πλαίσια αυτά καταλόγισε αλλότρια κίνητρα στον Μ.Κ.3, ο οποίος με αφοπλιστική ειλικρίνεια επέμενε ότι δεν γνώριζε κανένα από τους ενεχόμενους οδηγούς και δεν είχε λόγο να πει ψέματα στο Δικαστήριο. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να αποδυναμώσει την μαρτυρία του Μ.Κ.3, κατέστη ο ίδιος πιο αναξιόπιστος αφού καταλόγισε αλλότρια κίνητρα στον Μ.Κ.3 για πρώτη φορά όταν ο ίδιος αντεξεταζόταν, χωρίς καμία από αυτές του τις θέσεις να έχει προηγουμένως τεθεί στον Μ.Κ.3 ενόσω αυτός κατέθετε. Κατά το στάδιο βέβαια των τελικών αγορεύσεων απολογήθηκε και απέσυρε την θέση του ότι ο Μ.Κ.3 ενεπλάκη και προσέφερε τα στοιχεία του σε μια προσπάθεια να επιτύχει την γνωριμία του με την Μ.Κ.2., όμως επέμεινε στην χωρίς έρεισμα θέση του ότι τα κυβερνητικά οχήματα στοχοποιούνται και επιρρίπτονται στους οδηγούς τους άδικα ευθύνες. Στην όλη αναξιοπιστία της εκδοχής του προστίθεται και η θέση του κατηγορούμενου ότι κατά τον χρόνο που επεσυνέβη το ατύχημα ήταν καλοκαίρι και η Μ.Κ.2 φορούσε κοντά ρούχα, ενώ το ατύχημα επεσυνέβη στις 20/2/
  2. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα όσα ο κατηγορούμενος κατέθεσε ήταν απότοκο της προσπάθειας του να αποφύγει την ευθύνη για την αμελή του πράξη και τα απορρίπτω στο σύνολό τους. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι την 20/2/2009 και περί ώρα 13.10 η Μ.Κ.2 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΧΤ247 στην οδό Ικάρου με κατεύθυνση προς την λεωφόρο Αγ. Γεωργίου στα Λατσιά. Φθάνοντας στο αλτ της οδού Ικάρου με την λεωφόρο Αγ. Γεωργίου και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός εισήλθε στην λεωφ. Αγ. Γεωργίου με κλίση δεξιά και κατεύθυνση προς την διασταύρωση με την λεωφόρο Γ. Κρανιδιώτη. Αφού πέρασε την πρώτη λωρίδα και ενώ βρισκόταν πάνω στην ζωγραφιστή νησίδα είδε το όχημα του κατηγορούμενου που οδηγείτο στην οδό Αγ. Γεωργίου με κατεύθυνση προς την διασταύρωση με την λεωφόρο Γ. Κρανιδιώτη, να σταματά και να αρχίζει να κινείται με όπισθεν ταχύτητα. Αμέσως σταμάτησε και κόρναρε αλλά μέχρι να το πράξει το όχημα της εισήλθε ελαφρώς στην λωρίδα που κινείτο το όχημα του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να κινείται με όπισθεν περί τα 15 μέτρα μέχρι που συγκρούστηκε με το όχημα της Μ.Κ.
  3. Κατά τον πιο πάνω χρόνο ο Μ.Κ.3 οδηγούσε το όχημα του στον ίδιο δρόμο και με την ίδια κατεύθυνση ως ο κατηγορούμενος και πιο πίσω από αυτόν και είδε το δυστύχημα. Έδωσε τα στοιχεία του στην Μ.Κ.2 και της ανέφερε ότι είχε δει το δυστύχημα. Από το δυστύχημα προκλήθηκαν μόνο υλικές ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα και συγκεκριμένα στο όχημα ΗΧΤ297 στο αριστερό μπροστινό μέρος και στον προφυλακτήρα και στο όχημα ΗΖΜ535 στο δεξιό πισινό μέρος και στον προφυλακτήρα. Το ατύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Ο δρόμος είναι ως περιγράφεται στην μαρτυρία του Μ.Κ.
  4. (βλ. σελ.2 ανωτέρω). Η ορατότητα των δύο ενεχόμενων οδηγών ήταν πολύ καλή χωρίς κανένα εμπόδιο να παρεμβάλλεται μεταξύ τους. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Ως προς το τι συνιστά αμελή οδήγηση χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 Α.Α.Δ 68 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό συνιστά αμέλεια. (Nicolaides ν. Economides
(1963)2 C.L.R. 78). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις. Παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος αυτού συνιστά αμέλεια (βλ. Constantinou v. Stavros Katsouris and another
(1975)1 C.L.R. 188). Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 58
(1)(στ) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π.66/84: «Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνην ή τον έλεγχον μηχανοκινήτου οχήματος εφ΄ οιασδήποτε οδού, υπέχει υποχρέωσιν όπως: (στ) μη οδηγή το όχημα προς τα όπισθεν εις απόστασιν ή δια χρονικόν διάστημα πέραν του απαιτούμενου διά την ασφάλειαν ή άνεσιν των ευρισκομένων εις το όχημα προσώπων και επιβατών και λοιπής τροχαίας επί της οδού» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως αυτά ανωτέρω καταγράφονται, καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης αμελής, αφού διένυσε απόσταση με όπισθεν ταχύτητα η οποία εκ των πραγμάτων δεν ήταν η απαιτούμενη για την ασφάλεια της τροχαίας κίνησης στο δρόμο, ενώ παρέλειψε εκπληρώσει το καθήκον για δέουσα παρατηρητικότητα αφού δεν αντελήφθη την παρουσία της Μ.Κ.2 στο δρόμο, η οποία όμως, όπως και η ίδια η σύγκρουση μαρτυρεί ήταν εκεί. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ο οποίος κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. .............. Ν. Μαθηκολώνη Επαρχ. Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.