← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σταύρος Φλουρέντζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15832/11, 31.10.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σταύρος Φλουρέντζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15832/11, 31.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15832/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Σταύρος Φλουρέντζου Ανδρέας Φλουρέντζου Ημερομηνία: 31.10.2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κα. Μιλτιάδους Κατηγορούμενος αρ. 1: Παρών ΠΟΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΑΡ. 1 Στις 13/07/2011 επιβλήθηκε ποινή στον Κατηγορούμενο αρ. 2, κατόπιν παραδοχής του στην κατηγορία αρ. 4 που ήταν και η μόνη κατηγορία την οποία εκείνος αντιμετώπιζε. Ο Κατηγορούμενος αρ. 1 (στο εξής «ο Κατηγορούμενος») βρέθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή, στις ακόλουθες τρεις κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Απείθεια κατά Νόμιμων Διαταγών, κατά παράβαση των άρθρων 137 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 86/83 και 15(Ι)/99 και την Κ.Δ.Π.312/

  1. 2η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(Ι)/2000) και της Κ.Δ.Π. 312/
  2. 3η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, κατά παράβαση των άρθρων 2, 11 και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
  3. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως: Κατά την 8/5/2010, o Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚJR464 στη Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην υπόθεση με αριθμό 18513/09, το οποίο του στερούσε το δικαίωμα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για περίοδο 3 μηνών από τις 30/3/
  4. Περαιτέρω, κατά την 8/5/2010, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, το οποίο να καλύπτει την ευθύνη οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου. Κατά τον εν λόγω ουσιώδη χρόνο, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση με αριθμό 18513/09 και έχει συσσωρευμένους 3 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Σημειώνεται ότι, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων για τα οποία ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε στην παρούσα υπόθεση και τα οποία παραδέχθηκε, το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο όπως, προτού εκτεθούν τα γεγονότα και επιβληθεί ποινή, τεθεί ενώπιόν του έκθεση από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Η σχετική έκθεση ετοιμάσθηκε στις 16/09/2011 και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 18.10.
  5. Στο παρόν στάδιο κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και τα οποία θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι 26 ετών, άγαμος, υδραυλικός στην ιδιωτική εταιρεία "Ioannis Soteriou Constructions Ltd" και διαμένει μαζί με την οικογένειά του στην Αγλαντζιά. Ο Κατηγορούμενος δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσία στο όνομά του εκτός από ένα αυτοκίνητο μάρκας Toyota Radford, με αριθμό εγγραφής HBE987, με αξία αγοράς πριν από 2 χρόνια ύψους £10,
  6. Για την αγορά του εν λόγω αυτοκινήτου έχει συνάψει δάνειο με μηνιαία δόση €
  7. Από την εργασία του ως υδραυλικός λαμβάνει εισόδημα ύψους €250 εβδομαδιαίως. Οι γονείς του κατάγονται από τα χωριά Λάρνακα Λαπήθου και Δίκωμο και προέρχονται από εκτοπισθείσες χαμηλοεισοδηματικές οικογένειες. Ο πατέρας του, 49 χρονών, είναι συγκολλητής. Η μητέρα του, 56 χρονών, είναι ιδιωτική υπάλληλος. Έχουν τρία παιδιά, εκ των οποίων μεγαλύτερος είναι ο Κατηγορούμενος. Η οικονομική κατάσταση τους κατάσταση είναι χαμηλή καθότι αντιμετωπίζουν χρέος ύψους €110,000 με καταβολή μηνιαίας δόσης €900 που δημιουργήθηκε για στεγαστικούς σκοπούς. Πέραν από τη συντήρηση της οικογένειας, έχουν και τα φοιτητικά έξοδα της αδερφής του Κατηγορουμένου που δεν εργάζεται καθώς και του 3χρονου παιδιού της, εφόσον εκείνη είναι διαζευγμένη. Ο Κατηγορούμενος διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με όλα τα μέλη της οικογένειάς του και τους παρέχει οικονομική στήριξη στο μέτρο των δυνατοτήτων του, καθώς και συμπαράσταση. Λόγω της φύσης της εργασίας του, η άδεια οδήγησης του είναι απαραίτητη. Όσον αφορά το υπό εκδίκαση αδίκημα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε στη Λειτουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών ότι αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της πράξης του, και εκφράζει μεταμέλεια. Την ημέρα που έγινε το συμβάν βρισκόταν σε άσχημη ψυχική κατάσταση και σε συναισθηματική φόρτιση. Απολογείται. Ο Κατηγορούμενος, μέσω της συνηγόρου Υπεράσπισής του, ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έλαβε αντίγραφο της πιο πάνω έκθεσης, ημερομηνίας 16/09/2011, και δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενό της. Κατόπιν ερωτήσεως του Δικαστηρίου αν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε, πέραν των διαλαμβανομένων στην εν λόγω έκθεση, προς μετριασμό της ποινής που θα του επιβληθεί, η συνήγορος του Κατηγορουμένου σημείωσε τα εξής: «Ο Κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα του αδικήματός του. Παρακαλώ να ληφθεί υπόψη η άμεση παραδοχή του. Στην Αζεκ

(1989)2 CLR 14 λέχθηκε ότι «Η ποινή πρέπει να αρμόζει στον παραβάτη». Στις υποθέσεις Γ.Ε. ν Αρέστη, Ποινική Έφεση 6209, ημερομηνίας 24/10/96, στη Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 631 και στη Ψωμά ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 40, λέχθηκε ότι «Οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου πρέπει να συνεκτιμηθούν». Η εξατομίκευση είναι κάτι διαφορετικό από την επιβολή μιας ήπιας ποινής. Μια αρκετά ευνοϊκή έκθεση από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας, ακόμα και με αριθμό καταδικών μπορεί να αποτρέψει την επιβολή ποινής φυλάκισης. Εφιστώ την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος τώρα είναι 26 ετών. Όταν διαπράχθηκε το αδίκημα ήταν 24,5 ετών και άνεργος. Τώρα εργάζεται με σύμβαση ως υδραυλικός. Προσκομίζω βεβαίωση στο Δικαστήριο. Εργάζεται στο πλαίσιο του συμβολαίου των εργοδοτών του με το Δημόσιο για την επιδιόρθωση προσφυγικών συνοικισμών. Έχει εβδομαδιαίο εισόδημα €
  1. Ο πατέρας του τους τελευταίους 6 μήνες, αν και δεν είναι άνεργος, εντούτοις δεν πληρώνεται κανονικά από την εταιρεία. Ο Κατηγορούμενος είναι ο μόνος από τα αδέρφια του που εργάζεται σήμερα για τη στήριξη της οικογένειάς του. Ειδικότερα, σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος συμπληρώνει κάθε μήνα το ποσό των €500 μηνιαίως για καταβολή προς Τραπεζικό Οργανισμό προς όφελος του οποίου εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της οικογενειακής τους οικίας, η οποία είναι υποθηκευμένη. Στόχος τους να μην χάσουν την οικία τους. Πέραν τούτου, ο Κατηγορούμενος έχει δεσμό με μια κοπέλα και προσπαθεί να χτίσει τη δική του οικογενειακή ζωή. Κατά την ημέρα τέλεσης του αδικήματος, του είχε τηλεφωνήσει η κοπέλα του, η οποία κυοφορούσε το παιδί του μερικών εβδομάδων. Αυτό δεν ήταν κάτι γνωστό στις οικογένειές τους. Πάνω στη φόρτιση της στιγμής πήρε το αυτοκίνητο για να την πάρει στο γιατρό. Τελικά, η κοπέλα έχασε το παιδί. Το αδίκημα ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Δεν διέπραξε άλλο αδίκημα ο Κατηγορούμενος μετά τις 8/5/
  2. Η ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης είχε αρχίσει στις 30/3/
  3. Είχε δηλαδή διανύσει ήδη το μισό της ποινής του. Με βάση την υπόθεση Λοϊζου ν Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 26, σε περιπτώσεις συνεχιζόμενης παρακοής η ποινή είναι κατά κανόνα φυλάκιση. Εδώ ήταν μεμονωμένο. Αλλά, αν το Σεβαστό Δικαστήριο προσανατολίζεται σε ποινή φυλάκισης, παρακαλώ όπως εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής φυλάκισης.». Και οι τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρές. Η σοβαρότητά τους αναδεικνύεται μέσα από τις ποινές που έχει προδιαγράψει ο νομοθέτης, καθώς και από τα όσα σχετικά αναφέρονται στη νομολογία. Βεβαίως, η επιβολή ποινής, υπό το φως των καθιερωμένων από τη νομολογία αρχών, καθώς και στο πλαίσιο εφαρμογής των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται από τη μια εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης και από την άλλη εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη. Με γνώμονα την ανάγκη διατήρησης του υπό αναφορά ισοζυγίου, επεξηγώ ακολούθως την αιτιολογία βάσει της οποίας καταλήγω στην επιβολή της συγκεκριμένης ποινής για έκαστο αδίκημα. Ποινή για το πρώτο αδίκημα Σχετικά με την ποινή για το πρώτο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα καθορίζει ότι: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 133, αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.». Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δίδουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Ο Κατηγορούμενος, με την πράξη του να οδηγήσει ενόσω ήταν σε ισχύ το εκδοθέν στην υπόθεση 18513/09 διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για στέρηση της άδειας οδήγησης, επέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Σημειώνω ότι η ισχύς του διατάγματος στέρησης άρχιζε στις 30/3/2010 και διαρκούσε μέχρι τις 30/6/2010. Το αδίκημα διαπράχθηκε στις 8/5/2010, δηλαδή μεσούσης της διάρκειας ισχύος του διατάγματος. Αφαίρεσε κατ' αυτόν τον τρόπο το περιθώριο επιείκιας από το παρόν Δικαστήριο, αφού καταστρατήγησε την ύστατη ευκαιρία που του δόθηκε στην προηγούμενη υπόθεση για αναμόρφωση της οδικής του συμπεριφοράς. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η πρέπουσα ποινή για το πρώτο αδίκημα είναι ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Το εδάφιο
(1)αυτού καθορίζει ότι, οποτεδήποτε το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί, εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθής διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από τη διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου καθορίζει ότι «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στη Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.». Στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, όπως προκύπτει μετά από την απόφαση στην υπόθεση 18513/09, έχω ήδη κάνει αναφορά πιο πάνω. Ως ελαφρυντικό παράγοντα λαμβάνω υπόψη τις περιστάσεις και το κίνητρο τέλεσης των υπό κρίση αδκημάτων, όπως έχουν επεξηγηθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κάποιο στοιχείο που να δηλώνει ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα στο διάστημα που διέρρευσε από τις 8/5/2010 (ημερομηνία τέλεσης των υπό εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση αδικημάτων) μέχρι την καταχώρηση της ποινικής δίωξης εναντίον του (3.5.2011) ή και μέχρι σήμερα. Σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος διαθέτει μόνο τρεις βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα, δίνω σημασία στο νεαρό της ηλικίας του και αναγνωρίζω την ανάγκη να έχει την ευκαιρία αναμόρφωσης της οδικής του συμπεριφοράς κατά τρόπο που να μην καταστεί επιζήμιος ή καταστρεπτικός για τον ίδιο ή την οικογένειά του, σε ότι αφορά τη δυνατότητα ή ικανότητά του για ένταξη στις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, η οποία μαστίζεται από τα δεινά που επιφέρει η ανεργία εν μέσω οικονομικής κρίσης. Υπό το φως αυτών των συνθηκών, θεωρώ ότι είναι κατάλληλο όπως αναστείλω την ποινή φυλάκισης που επέβαλα στον Κατηγορούμενο σε σχέση με το 1ο αδίκημα για περίοδο 2 ετών από σήμερα. [Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τη σημασία της αναστολής.] Ποινή για το δεύτερο αδίκημα Σχετικά με την ποινή για το δεύτερο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 3
(4)του Νόμου 96(Ι)/2000 καθορίζει ότι: «Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται - (α) σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1708.60 ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης, (β) σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, για αδίκημα που διαπράχθηκε βάσει του άρθρου αυτού μέσα σε περίοδο δύο ετών από την ημερομηνία διάπραξης του προηγούμενου αδικήματος, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €3417 και περαιτέρω το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης». Περαιτέρω, στο άρθρο 3
(5)του ιδίου Νόμου (Ν.96(Ι)/2000)καθορίζεται ότι - «Εκτός από τέτοιες περιπτώσεις που προβλέπονται από το εδάφιο
(6), στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη.». Στο εδάφιο
(6)του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου καθορίζεται ότι - «Σε δεύτερη ή μεταγενέστερη καταδίκη προσώπου για αδίκημα βάσει του άρθρου αυτού μετά από προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα βάσει των διατάξεων του άρθρου 5, του άρθρου 6, του άρθρου 7 ή του άρθρου 13Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, ή αδικήματος βάσει του άρθρου 203, του άρθρου 210 ή του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα που διαπράχθηκε σε σχέση με το πρόσωπο που χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα, η στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών, ή για μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης θα θεωρήσει κατάλληλη.». Όπως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Ηλίας Σ. Πουλλής ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Αναφορικά με το 2ο αδίκημα, το οποίο αποτελεί απόρροια του πρώτου αδικήματος, υπό την έννοια ότι ενόσω δεν υπάρχει άδεια οδήγησης σε ισχύ δεν μπορεί να υπάρχει ούτε πιστοποιητικό ασφάλισης σε ισχύ, κρίνω πρέπον να επιβάλω χρηματική ποινή ύψους €400 και στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο έξι μηνών αρχίζοντας από αύριο. Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη του Κατηγορουμένου να διασφαλίσει τη διατήρηση της εργασίας του, με σκοπό τη συντήρηση του ιδίου και τη συνεισφορά στα οικονομικά της οικογένειάς του, κρίνω κατάλληλο όπως περιορίσω την ισχύ του διατάγματος στέρησης της άδειας οδήγησης από τις 6 μ.μ. μέχρι τις 6 π.μ. καθημερινά κατά την προαναφερθείσα εξάμηνη περίοδο. Ποινή για το τρίτο αδίκημα Τα άρθρα 2, 11 και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/07 καθορίζουν ότι για το αδίκημα οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης η οποία να μην υπερβαίνει το ένα έτος ή/και πρόστιμο το οποίο να μην υπερβαίνει τα €1708. Υπό το φως των προεκτεθέντων γεγονότων, για το τρίτο αδίκημα κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιβάλω χρηματική ποινή ύψους €200. Α. Πανταζή - Λάμπρου προσ. Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.