← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνης ΜΑΥΡΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 13538/11, 3.11.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντώνης ΜΑΥΡΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 13538/11, 3.11.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13538/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Αντώνης ΜΑΥΡΟΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 3.11.2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Kουρσάρης Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή, στις ακόλουθες τρεις κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Απείθεια κατά Νόμιμων Διαταγών, κατά παράβαση των άρθρων 137 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 86/83 και 15(Ι)/99 και την Κ.Δ.Π.312/07. 2η Κατηγορία: Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (96(Ι)/2000) και της Κ.Δ.Π. 312/2007. 3η Κατηγορία: Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να λαμβάνεται κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58

(5)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66⁄84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και 20Α του Νόμου 86⁄72, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 58
(14)της ΚΔΠ 189⁄2008, τους Νόμους 166⁄87, 8(Ι)⁄2000, 243(Ι)⁄2004, 270(Ι)⁄2004 και την Κ.Δ.Π312⁄
  1. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως: Κατά την 17/3/2010, o Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΡΗ930 στην οδό Ρηγαίνης στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας κατά παράβαση διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην υπόθεση με αριθμό 1210/10, το οποίο του στερούσε το δικαίωμα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος από 11/2/2010 μέχρι τις 9/4/
  2. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, το οποίο να καλύπτει την ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου. Έτι περαιτέρω, κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο και ενόσω ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το πιο πάνω όχημα, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ώστε τα χέρια του πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος, δηλαδή χρησιμοποιούσε κινητό τηλέφωνο με το χέρι. Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση με αριθμό 1210/10, η οποία αφορούσε σε υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με 175 ΧΑΩ αντί 100 ΧΑΩ. Ο Κατηγορούμενος έχει σήμερα συσσωρευμένους 13 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του. Σημειώνεται ότι, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων για τα οποία ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε στην παρούσα υπόθεση και τα οποία παραδέχθηκε, το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο όπως, προτού εκτεθούν τα γεγονότα και επιβληθεί ποινή, τεθεί ενώπιόν του έκθεση από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Η σχετική έκθεση ετοιμάσθηκε στις 19/9/2011 και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 18.10.
  3. Στο παρόν στάδιο κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και τα οποία θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, ο Κατηγορούμενος είναι 31 ετών, έγγαμος. Κατάγεται από τη Λευκωσία και διαμένει μαζί με την οικογένεια της συζύγου του στην Ποταμιά. Εργαζόταν ως μηχανικός οχημάτων και στις 12.9.2011 απολύθηκε από την εργασία του, ως πλεονάζων προσωπικό. Μετά την εξέλιξη αυτή θα καταβάλει προσπάθειες να δημιουργήσει δικό του συνεργείο και να εγγραφεί ως αυτοτελώς εργαζόμενο άτομο. Η σύζυγός του είναι νηπιαγωγός στο κοινοτικό νηπιαγωγείο Ποταμιάς. Οι μεταξύ τους σχέσεις περιγράφονται από τον Κατηγορούμενο καλές. Ο Κατηγορούμενος δηλώνει ότι έχει μηνιαίο εισόδημα της τάξεως των €600 ως αυτοτελώς εργαζόμενως και ότι η σύζυγός του έχει μηνιαίες απολαβές €1,050 μηνιαίως. Έχουν χρέη για τα οποία καταβάλλουν συνολικά μηνιαία δόση €
  4. Ο Κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου Υπεράσπισής του, ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι έλαβε αντίγραφο της πιο πάνω έκθεσης, και δήλωσε ότι συμφωνεί με το περιεχόμενό της. Κατόπιν ερωτήσεως του Δικαστηρίου αν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε, πέραν των διαλαμβανομένων στην εν λόγω έκθεση, προς μετριασμό της ποινής που θα του επιβληθεί, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου παρέπεμψε το Δικαστήριο στις αποφάσεις Στέλιος Ευσταθίου ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294 και στην απόφαση ημερομηνίας 5.3.2010 στην υπόθεση αρ. 30684∕2007, Αστυνομία ν Δημήτρης Κρύφτης, αναφέροντας τα εξής: ο Κατηγορούμενος στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την τέλεση του αδικήματος (δηλαδή για περίπου ενάμισι έτος, από 17.3.2010) δεν διέπραξε άλλο αδίκημα, ενώ διέπραξε το αδίκημα της παρακοής οδηγώντας το όχημα της εταιρείας στην οποία εργαζόταν για το μόνο λόγο ότι θεωρούσε πως το διάταγμα του Δικαστηρίου δεν αφορούσε σε όχημα του οποίου ο ίδιος δεν ήταν ιδιοκτήτης. Ποινή για το πρώτο αδίκημα Και οι τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρές. Η σοβαρότητά τους αναδεικνύεται μέσα από τις ποινές που έχει προδιαγράψει ο νομοθέτης, καθώς και από τα όσα σχετικά αναφέρονται στη νομολογία. Βεβαίως, η επιβολή ποινής, υπό το φως των καθιερωμένων από τη νομολογία αρχών, καθώς και στο πλαίσιο εφαρμογής των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται από τη μια εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης και από την άλλη εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη. Με γνώμονα την ανάγκη διατήρησης του υπό αναφορά ισοζυγίου, επεξηγώ ακολούθως την αιτιολογία βάσει της οποίας καταλήγω στην επιβολή της συγκεκριμένης ποινής για έκαστο αδίκημα. Σχετικά με την ποινή για το πρώτο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα καθορίζει ότι: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Στην υπόθεση Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 133, αναφέρθηκε ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού. Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης και η συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του κράτους δικαίου. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Επίσης, στην υπόθεση Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, λέχθηκε ότι: «Παρακοή σε διάταγμα του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία, η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος.». Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδηγήσεως αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και τα Δικαστήρια οφείλουν να δίδουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα θα αντιμετωπίζεται σοβαρά. Είναι φανερό ότι ο Κατηγορούμενος, με την πράξη του να οδηγήσει ενόσω ήταν σε ισχύ το εκδοθέν στην υπόθεση 1210/10 διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για στέρηση της άδειας οδήγησης, επέδειξε ασέβεια προς το διάταγμα. Την πρώτη φορά, το διάταγμα στέρησης της άδειας επιβλήθηκε λόγω του ότι κρίθηκε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και λόγω συσσώρευσης βαθμούς ποινής. Ο Κατηγορούμενος είχε εξασφαλίσει στην προηγούμενη υπόθεση μια ύστατη ευκαιρία για αναμόρφωση της οδικής του συμπεριφοράς, την οποία απώλεσε με τη στάση του, παρακούοντας το Δικαστικό διάταγμα στέρησης της άδειας. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η πρέπουσα ποινή για το πρώτο αδίκημα είναι ποινή φυλάκισης 30 ημερών. Θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου 95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε με το Ν.186(Ι)/2003. Το εδάφιο
(1)αυτού καθορίζει ότι, οποτεδήποτε το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί, εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθής διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από τη διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου καθορίζει ότι «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στη Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.». Λαμβάνω υπόψη τις περιστάσεις και το κίνητρο τέλεσης των υπό κρίση αδκημάτων, που, όπως έχει επεξηγηθεί από το συνήγορο του Κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδίδεται σε νομική πλάνη από πλευράς του Κατηγορουμένου σε ό,τι αφορά την ισχύ του διατάγματος. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κάποιο στοιχείο που να δηλώνει ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα στο διάστημα που διέρρευσε από τις 17/3/2010 (ημερομηνία τέλεσης των υπό εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση αδικημάτων) μέχρι την καταχώρηση της ποινικής δίωξης εναντίον του μέχρι σήμερα. Δίνω επίσης σημασία στο γεγονός ότι δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου από την Κατηγορούσα Αρχή πληροφορία περί επαναλαμβανόμενης παρακοής του διατάγματος. Με βάση και το νεαρό της ηλικίας του και το γεγονός ότι πρόσφατα άρχισε να έχει τη δική του οικογενειακή ζωή, αναγνωρίζω την ανάγκη να έχει την ευκαιρία αναμόρφωσης της οδικής του συμπεριφοράς κατά τρόπο που να μην καταστεί επιζήμιος ή καταστρεπτικός για τον ίδιο ή την οικογένειά του. Υπό το φως αυτών των συνθηκών, θεωρώ ότι είναι κατάλληλο όπως αναστείλω την ποινή φυλάκισης που επέβαλα στον Κατηγορούμενο σε σχέση με το 1ο αδίκημα για περίοδο 2 ετών από σήμερα. [Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο τη σημασία της αναστολής.] Ποινή για το δεύτερο αδίκημα Σχετικά με την ποινή για το δεύτερο αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, το άρθρο 3
(4)του Νόμου 96(Ι)/2000 καθορίζει ότι: «Πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού τιμωρείται - (α) σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1708.60 ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής ποινής και πρόσωπο που καταδικάζεται βάσει του άρθρου αυτού θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης, (β) [...]». Περαιτέρω, στο άρθρο 3
(5)του ιδίου Νόμου (Ν.96(Ι)/2000)καθορίζεται ότι - «Εκτός από τέτοιες περιπτώσεις που προβλέπονται από το εδάφιο
(6), στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη.». Όπως αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Ηλίας Σ. Πουλλής ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό. Στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής και λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης του Κατηγορουμένου για το ίδιο αδίκημα και, αφετέρου, το γεγονός ότι η τέλεση του αδικήματος αυτήν τη φορά αποτελεί απόρροια του πρώτου αδικήματος, υπό την έννοια ότι, ενόσω δεν υπάρχει άδεια οδήγησης σε ισχύ, δεν μπορεί να υπάρχει ούτε πιστοποιητικό ασφάλισης σε ισχύ, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως μην επιβάλω χρηματική ποινή αλλά επιβάλω στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο 45 ημερών αρχίζοντας από αύριο (δηλαδή 5.11.2011 μέχρι 20.12.2011). Στη λήξη της περιόδου στέρησης, οι βαθμοί ποινής να διαγραφούν. Ποινή για το τρίτο αδίκημα Το τρίτο αδίκημα βρίσκεται σε έξαρση τον τελευταίο καιρό. Αντλώ δικαστική γνώση από τον αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που άγονται ενώπιόν μου σε καθημερινή βάση. Για το εν λόγω αδίκημα, λαμβάνοντας υπόψη τις προβλεπόμενες από το σχετικό Νόμο ποινές, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιβάλω χρηματική ποινή ύψους €250 και 2 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης. Α. Πανταζή - Λάμπρου προσ. Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.