← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Alexio Mandapat Masiglat, Αρ. Υπόθεσης: 40882/11, 4 Νοεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Alexio Mandapat Masiglat, Αρ. Υπόθεσης: 40882/11, 4 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 40882/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν

  1. Alexio Mandapat Masiglat
  2. Dhammika Sampath Waduge
  3. Αντώνης Θεοχαρίδης
  4. Nakis Theocharides Opticals Limited Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου,
  5. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σιαπανή Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. Κωνσταντίνου Για τους Κατηγορούμενους αρ. 3 και 4: κ. Χριστοφή με κα Αγρότη Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 3 παρόντες. ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι αρ. 1, 3 και 4 μετά από παραδοχή βρέθηκαν ένοχοι στις εξής Κατηγορίες: Κατηγορούμενος αρ. 1: 1η Κατηγορία: Ανάληψη Εργασίας Αλλοδαπού χωρίς γραπτή άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κατά παράβαση των αρ. 2, 19 (ι) (κ) και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε 3η Κατηγορία: Απαγορευμένος Μετανάστης κατά παράβαση των αρ. 2, 6(ι)(κ)

(2), 8, 19
(1)(κ)
(2)και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε Κατηγορούμενοι αρ. 3 και 4: 5η Κατηγορία: Παράνομη Εργοδότηση Αλλοδαπού κατά παράβαση των αρ. 2, 14Β και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι εργοδοτούσαν τον Κατηγορούμενο αρ. 1 στο κατάστημα πώλησης οπτικών της 4ης κατηγορούμενης χωρίς την απαιτούμενη άδεια από τον Νόμο. 6η Κατηγορία: Παράνομη Εργοδότηση Αλλοδαπού κατά παράβαση των αρ. 2, 14Β και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι εργοδοτούσαν τον Κατηγορούμενο αρ. 2 στο κατάστημα πώλησης οπτικών της 4ης κατηγορούμενης χωρίς την απαιτούμενη άδεια από τον Νόμο. Όπως ανέφερε η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, τα γεγονότα έχουν ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 3 είναι ο διευθυντής της Κατηγορούμενης αρ. 4 εταιρείας, και ιδιοκτήτης ενός καταστήματος στην οδό Ομήρου 19 στην Λευκωσία. Την 19.10.2011 μέλη της ΥΑΜ Αρχηγείου μετέβηκαν στο κατάστημα του Κατηγορούμενου αρ. 3 και, μετά από παρακολούθηση, εντόπισαν τον Κατηγορούμενο αρ.1 να σφουγγαρίζει και τον Κατηγορούμενο αρ. 2 να ασχολείται σε μηχανή ελέγχου οράσεως. Από έλεγχο των στοιχείων τους προέκυψε ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 1 ήρθε στην Κύπρο ως οικιακός βοηθός, ήτοι νόμιμα, και κατέστη απαγορευμένος μετανάστης την 19.10.2011 όταν συνελήφθη για τα αδικήματα της παρούσας. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε η συνήγορος, αυτός είχε κάνει αίτηση για επαναξέταση η οποία επανεξετάζετο από τον Λειτουργό, και κατ' επέκταση κατά τον χρόνο που αυτός εργοδοτείτο από τους Κατηγορούμενους αρ. 3 και 4, αυτός βρισκόταν στην Κύπρο νόμιμα, αλλά δεν είχε άδεια να εργάζεται. Επειδή, όμως, η αίτηση του εξετάζετο, κατά την σύλληψη του η Λειτουργός έλαβε απόφαση όπως η αίτηση απορριφθεί, καθιστώντας τον με αυτόν τον τρόπο απαγορευμένο μετανάστη. Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 βρισκόταν στην Κύπρο με άδεια μέχρι και την 5.12.2011, αλλά απλά δεν είχε άδεια να εργάζεται στους Κατηγορούμενους αρ. 3 και 4. Οι Κατηγορούμενοι αρ. 1, 3 και 4 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Ο κ. Κωνσταντίνου, αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 1 κατάγεται από φτωχή οικογένεια στις Φιλιππίνες, και είναι πατέρας 4 παιδιών. Λόγω των τραγικών συνθηκών στην χώρα του, αυτός και η σύζυγος του αναγκάστηκαν να πουλήσουν όλη τους την περιουσία και να έρθουν στην Κύπρο εις αναζήτηση τρόπου επιβίωσης τόσο των ιδίων όσο και των 4 παιδιών τους. Εργοδοτήθηκε νόμιμα στην Κύπρο, αλλά λόγω κάποιου προβλήματος με τις ιατρικές του εξετάσεις, η άδεια εργασίας του ακυρώθηκε, και ακολούθως προέβη σε διαβήματα για επανεξέταση της. Εργοδοτήθηκε στον Κατηγορούμενο αρ. 3 ώστε να βοηθηθεί να εξασφαλίσει τα προς το ζην του. Επεσήμανε ότι το αίτημα του για άδεια απορρίφθηκε την ίδια μέρα με τα λοιπά αδικήματα, καθώς και το γεγονός ότι αυτός βρίσκεται ήδη 14 μέρες υπό κράτηση. Ο κ. Χριστοφή, στην δική του αγόρευση προς μετριασμό της ποινής για τους Κατηγορούμενους αρ. 3 και 4 εξέφρασε προς το Δικαστήριο την μεταμέλεια και την απολογία τους. Όπως ανέφερε, επρόκειτο για ένα ατυχές και μεμονωμένο γεγονός. Όσον αφορά στον Κατηγορούμενο αρ. 1 ο Κατηγορούμενος αρ. 3 προσφέρθηκε να τον βοηθήσει για λίγες μέρες μέχρι να εκδοθεί η άδεια του, ενώ ο Κατηγορούμενος αρ. 2 είχε άδεια να εργάζεται στον συνεργάτη των Κατηγορουμένων αρ. 3 και 4 κ. Πέτσα, και απλά πήγε στο κατάστημα των Κατηγορούμενων αρ. 3 και 4 για να κάνει κάποια εργασία. Πρόκειται, εισηγήθηκε, για γνωστό οπτικό, ο οποίος εργοδοτεί πέραν των 20 υπαλλήλων, ενώ είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο έχει τιμωρηθεί και μόνο με την εκκρεμότητα της ποινικής αυτής υπόθεσης. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 19 του Κεφ. 105, άτομο που παραβαίνει τις διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.1.000,00 (€. 1.708,60). Στο άρθρο 14Β του ιδίου Νόμου, αναφέρεται ότι η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.5.000,00 (€. 8.543,00). Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Mohamed El Fedy v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 16: «Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke "Introduction to International Law", 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων». Ανάλογη προσέγγιση υπήρξε και στην Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, όπου αναφέρθηκε ότι: «Παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο συνιστά δεσπόζον (prevalent) αδίκημα, γεγονός που δικαιολογεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η Κύπρος, πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά, τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας». Πρέπει να επισημάνω στο παρόν στάδιο ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι αρ. 3 και 4, ήτοι αυτό της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών είναι σοβαρότερα από τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο 1ος Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74 υιοθετώντας και τα όσα είχαν υποδειχθεί στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρύσανθου Μονιάτη
(2000)2 Α.Α.Δ. 553, η επιβληθείσα εκεί ποινή προστίμου Λ.Κ.350,00 που είχε επιβληθεί στον εργοδότη είχε αυξηθεί σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Αναφέρθηκε ότι δεν ήταν ορθό πως ήταν σοβαρότερα τα αδικήματα που διέπραξε η εκεί αλλοδαπή. Ορθό ήταν το αντίθετο, δηλαδή το αδίκημα που διέπραξε ο εργοδότης. Παραθέτω απόσπασμα από την υπόθεση Χρύσανθου Μονιάτη (πιο πάνω), όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία πως η ποινή που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο είναι εκδήλως ανεπαρκής. Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ΄επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης». Αναφορικά με την 3η Κατηγορία πρέπει να γίνουν οι πιο κάτω επισημάνσεις: Ήταν θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 1 βρισκόταν στην Κύπρο νόμιμα. Το καθεστώς αυτό άλλαξε απλά και μόνο γιατί η Λειτουργός έκρινε ότι λόγω της σύλληψης του δεν θα επανεξετάζετο η αίτηση του. Κατ' επέκταση, θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 1 δεν θα μπορούσε να αποφύγει την διάπραξη του αδικήματος αυτού, σε όποιαν ενέργεια και αν προέβαινε. Ο ίδιος γνώριζε ότι δικαιούτο μέχρι και την στιγμή αυτή να βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το μόνο που άλλαξε ήταν η απόφαση της Λειτουργού, υπό την μορφή τιμωρίας του για την σύλληψη του, ενώ δεν παρασχέθηκε και σε αυτόν η ευκαιρία να εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία μετά την απόφαση αυτή, αφού βρισκόταν ήδη υπό σύλληψη. Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι αυτό που ουσιαστικά έγινε ήταν η πρόσαψη Κατηγορίας κατά του Κατηγορούμενου αρ. 1, η οποία όμως ήταν απλά το αποτέλεσμα μίας απόφασης του Κράτους σε σχέση με την οποία δεν παρασχέθηκε καν στον Κατηγορούμενο η ευκαιρία να συμμορφωθεί. Έχω καταλήξει, συνεπώς, πως δεν ενδείκνυται η επιβολή οποιασδήποτε ποινής στον Κατηγορούμενο αρ. 1 σε σχέση με την 3η Κατηγορία. Προς μετριασμό της ποινής για τις λοιπές Κατηγορίες λαμβάνω υπ' όψιν μου το λευκό ποινικό μητρώο όλων των Κατηγορουμένων, και την παραδοχή τους έστω και μετά από αλλαγή απάντησης. Θεωρώ ότι η Νομολογία που καταδεικνύει μίαν διαφορετική αντιμετώπιση των Κατηγορουμένων όπου οι αλλοδαποί βρίσκονται νόμιμα στην Κύπρο (Lin Qinlong v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 510) πρέπει να τύχει εφαρμογής στην παρούσα, αφού κατά τον χρόνο της εργοδότησης των Κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 από τους Κατηγορούμενους αρ. 3 και 4 αυτοί βρίσκονταν όντως νόμιμα στην Κύπρο. Έχω αποφασίσει ότι η παρούσα είναι περίπτωση όπου μπορεί να επιδειχθεί επιείκεια με αποτέλεσμα να αποφευχθεί η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας στους Κατηγορούμενους. Η εξατομίκευση της ποινής, όμως, δεν θα πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων, πράγμα το οποίο πρέπει να αντανακλάται στις επιβληθείσες ποινές. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, στον 1ο Κατηγορούμενο στην 1η Κατηγορία επιβάλλω ποινή προστίμου €. 300,
  1. Στους Κατηγορούμενους αρ. 3 και 4 στην 5η Κατηγορία επιβάλλω ποινή προστίμου €500,00 έκαστος. Στην 6η Κατηγορία επιβάλλεται επίσης ποινή προστίμου στους Κατηγορούμενους αρ. 3 και 4 €. 500,00 έκαστος. €. 40,00 έξοδα να καταβληθούν από τους Κατηγορούμενους αρ. 1, 3 και
  2. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.