← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντριανή Παπαπερικλέους Ζευκή, Υπόθεση. Αρ.: 1883/11, 7 Νοεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντριανή Παπαπερικλέους Ζευκή, Υπόθεση. Αρ.: 1883/11, 7 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.: 1883/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Αντριανή Παπαπερικλέους Ζευκή Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη: κα. Ξιψιτή Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια μόνο κατηγορία, η οποία αφορά σε αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07. Η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως φαίνονται στο κατηγορητήριο, η Κατηγορούμενη την 2.7.2009, στον αυτοκινητόδρομο Λ/σίας - Λ/σού, παρά τον Στρόβολο, της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΕ332, αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 2873 Δημήτρη Πιτσιλλή (στο εξής, «ΜΚ1») και την παραπονούμενη, κα. Ελένη Γεωργιάδη (στο εξής, «ΜΚ2»). Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, ο Ανακριτικός Φάκελος αρ.2 που ετοίμασε ο ΜΚ1 στις 29/10/09 (στο εξής «το ΤΕΚ1») και η γραπτή κατηγορία που ο ΜΚ1 απήγγειλε στην Κατηγορούμενη στις 25/9/2009 (στο εξής «το ΤΕΚ2»). H Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας. Παρά το ότι η συνήγορος της Κατηγορουμένης ήγειρε εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή στη βάση του επιχειρήματος ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία στερείτο πειστικότητας, το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 31.10.2011, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ότι η πειστικότητα της μαρτυρίας είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να κρίνει κατάλληλα στο τελικό στάδιο, όταν θα είχε δικονομικά τη δυνατότητα αξιολόγησης της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Η Κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της και επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ O MK1 κατέθεσε τον Ανακριτικό Φάκελο Αρ. 2 (ΤΕΚ 1), στον οποίο ο ΜΚ1 καταγράφει ότι, στις 2.7.2009 και περί ώρα 7׃45, ενώ η παραπονούμενη οδηγούσε το αυτοκίνητό της με αριθμούς εγγραφής ΚSB 329 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού, με κατεύθυνση τη Λευκωσία, σε κάποιο σημείο του δρόμου και ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, η Κατηγορούμενη που οδηγούσε το αυτοκίνητό της με αριθμό εγγραφής ΗΖΕ332 στην ίδια λωρίδα, πίσω από το όχημα της παραπονούμενης, προσπέρασε το όχημα της παραπονούμενης από την αριστερή λωρίδα και αμέσως μετά επανήλθε στη δεξιά λωρίδα με απότομο και επικίνδυνο τρόπο, ώστε η παραπονούμενη αναγκάστηκε σύμφωνα με την ανακριτική της κατάθεση που λήφθηκε για την υπόθεση με αρ. Μ 138/09 (Κ-16 στον παρόντα φάκελο) να ελαττώσει ταχύτητα, για να αποφύγει να συγκρουστεί με το όχημα της παραπονούμενης. Ο ΜΚ1 κατέθεσε, επίσης, ότι κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορούμενη στις 25.9.2009, μεταξύ 23׃10 και 23׃15 και εκείνη απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Ο ΜΚ1 διευκρίνισε, κατά την κυρίως εξέτασή του, ότι - (α) ο ισχυρισμός περί επικίνδυνης οδήγησης συνίσταται στο ότι έγινε αντικανονικό προσπέρασμα από την αριστερή αντί τη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου∙ (β) ο ίδιος δεν μετέβηκε στη σκηνή και επομένως τα όσα καταγράφει και προσυπογράφει στον Ανακριτικό Φάκελο Αρ. 2 (ΤΕΚ 1), ήρθαν σε γνώση του, όχι επί της σκηνής, αλλά μέσω της καταγγελίας στην οποία προέβη η παραπονούμενη, ΜΚ2, εναντίον της Κατηγορουμένης, στις 6/7/2009∙ (γ) απήγγειλε τη γραπτή κατηγορία (ΤΕΚ 2) εναντίον της Κατηγορουμένης στηριζόμενος μόνο στην καταγγελία που του είχε κάνει η παραπονούμενη ΜΚ2∙ (δ) η παραπονούμενη (ΜΚ2 στην παρούσα) έκανε την εν λόγω καταγγελία στο πλαίσιο κατάθεσης που της ζητήθηκε να δώσει επειδή η ίδια θεωρήθηκε ύποπτη σε άλλη υπόθεση, στην οποία η Κατηγορούμενη έχει παράπονο εναντίον της σε σχέση με τα συμβάντα της 2.7.
  1. Από την αντεξέταση του ΜΚ1 εξήχθηκε η πληροφορία ότι - (α) η Κατηγορούμενη είχε αυθημερόν, δηλαδή στις 2/7/2009, προβεί σε καταγγελία εναντίον της παραπονούμενης για επίθεση εναντίον της και για τροχαία αδικήματα, τα οποία δεν εκδικάζονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, γι' αυτό και ασφαλώς δεν επετράπηκε να εισαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία σχετιζόταν με εκείνα τα αδικήματα παρά με την παρούσα υπόθεση∙ (β) μετέπειτα, δηλαδή στις 6.7.2009, η παραπονούμενη (ΜΚ2) κλήθηκε για ανακριτική κατάθεσή της, στο πλαίσιο της οποίας προχώρησε και η ίδια στην υπό εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση καταγγελία κατά της Κατηγορουμένης. Αξίζει να σημειωθεί ότι, η γραπτή κατάθεση, η οποία λήφθηκε από την παραπονούμενη (ΜΚ2), στις 6/7/2009, δεν κατατέθηκε τελικά στο Δικαστήριο από την Κατηγορούσα Αρχή ως Τεκμήριο, για το λόγο ότι όταν η ίδια εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι, όταν εκείνη έδιδε την εν λόγω κατάθεση, εξιστορούσε το συμβάν στα αγγλικά και το απέδιδε ο αστυνομικός - στην απουσία μεταφραστή - στα ελληνικά. Η ίδια δεν ήταν βέβαιη ότι καταλάβαινε όλες τις ελληνικές λέξεις που κατέγραφε ο αστυνομικός, αλλά εκείνος βιαζόταν να τελειώσει με την κατάθεση, διότι ήταν ήδη περασμένες οι 7 μ.μ., όπως η ίδια ανέφερε. Αυτά, τα επεσήμανε προς την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, όταν της ζητήθηκε από την τελευταία να δηλώσει στο Δικαστήριο αν συμφωνεί με το περιεχόμενο της κατάθεσής της, προκειμένου αυτή να κατατεθεί ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Ακούοντας τα προλεχθέντα, η Υπεράσπιση ήγειρε ένσταση στο να κατατεθεί η εν λόγω κατάθεση και η Κατηγορούσα Αρχή δεν επέμεινε στο να την καταθέσει. Έτσι, η μόνη μαρτυρία που υπάρχει από μέρους της ΜΚ2 είναι εκείνη που η ίδια έδωσε προφορικά και ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, με τη βοήθεια διερμηνείας από τα αγγλικά στα ελληνικά και αντίστροφα. Η μαρτυρία που δόθηκε από την παραπονούμενη (ΜΚ2) συνοψίζεται ως εξής: Η Κατηγορούμενη οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση προς Λευκωσία, για να πάει στη δουλειά της, μόνη στο αυτοκίνητο. Πριν ξεκινήσουν τα έργα στον αυτοκινητόδρομο. Στο σημείο όπου ενώνεται ο αυτοκινητόδρομος Λευκωσίας - Λεμεσού με τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λαρνακας, η τροχαία κίνηση άρχισε να είναι περισσότερη γι' αυτό και η παραπονούμενη μείωσε την ταχύτητά της από 100 ΧΑΩ σε 80 ΧΑΩ. Η παραπονούμενη αρχικά - δηλαδή μόλις μπήκε στο δεύτερο μισό του αυτοκινητόδρομου - ήταν στην αριστερή λωρίδα, μπορστά της είχε ένα μεγάλο όχημα σαν φορτηγό ("lorry"). Το φορτηγό μετακινήθηκε στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, το ίδιο και η ΜΚ2, διότι στην αριστερή υπήρχαν πολλά οχήματα και κινούνταν πολύ αργά. Προπορευόταν της παραπονούμενης το φορτηγό όχημα. Η ίδια βρισκόταν σε ασφαλή απόσταση από το φορτηγό. Μπορούσε να δει τους τροχούς του. Κατά την αντεξέτασή της από τη συνήγορο της Κατηγορουμένης, προσδιόρισε ότι η απόσταση μεταξύ της ιδίας (ΜΚ2) και του προπορευόμενού της φορτηγού ήταν περίπου όση η απόσταση από το εδώλιο του μάρτυρα μέχρι τη θέση της στενογράφου στο Δικαστήριο. Ενόσω αυτή ήταν η μεταξύ τους απόσταση, περίπου 5 λεπτά μετά το δεύτερο μισό του αυτοκινητόδρομου, η παραπονούμενη αντιλήφθηκε την Κατηγορούμενη από το κεντρικό της καθρεφτάκι να βρίσκεται πίσω της, στη δεξιά λωρίδα. Την αντιλήφθηκε 1 λεπτό προτού η Κατηγορούμενη την προσπεράσει. H Κατηγορούμενη προσπέρασε την παραπονούμενη απότομα από τα αριστερά, οδηγώντας με ταχύτητα περίπου 80 ΧΑΩ, και εισήλθε απότομα μπροστά της στη δεξιά λωρίδα ανάμεσα σε εκείνην και το προπορευόμενο φορτηγό. Η παραπονούμενη χρειάστηκε να πατήσει απότομα τα φρένα της, αν και - όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέταση - δεν χρειάστηκε να σταματήσει το όχημά της ολοσχερώς, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα της Κατηγορούμενης. Ήταν πολύ δυνατά τα φρένα της, αλλιώς θα τη χτυπούσε. Η παραπονούμενη επανήλθε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου μόλις μπόρεσε και συνέχισε προς Λευκωσία. Έμεναν περίπου 10 λεπτά οδήγησης. Ήταν στη δεξιά λωρίδα και κινήθηκε στην αριστερή όταν ξεκαθάρισε η κίνηση. Όταν έφτασαν στο τέλος του αυτοκινητόδρομου, όπου υπάρχουν τα φώτα Καλησπέρα, μίλησε στην Κατηγορούμενη για να της πει να μην οδηγεί έτσι και τότε εκείνη την ύβρισε. Κατά την αντεξέταση της ΜΚ2, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορουμένης υπέβαλε στη ΜΚ2 ότι - (α) δεν έλεγε την αλήθεια, αφού στην πραγματικότητα η Κατηγορούμενη προπορευόταν επί της δεξιάς λωρίδας της ΜΚ2 και όταν την αντιλήφθηκε να τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, αναγκάστηκε να μπει στην αριστερή λωρίδα για να δώσει στη ΜΚ2 την ευχέρεια να περάσει, και (β) η ΜΚ2 ελάττωσε ταχύτητα μόνον όταν η Κατηγορούμενη μπήκε στην αριστερή λωρίδα για να την αφήσει να περάσει. Η ΜΚ2 απάντησε στην πρώτη υποβολή ως εξής׃ «την είδα, με ακολουθούσε από πίσω μου στην αριστερή λωρίδα και προφανώς προσπαθούσε να μπει, γι' αυτό πάτησα τα φρένα». Απάντησε στη δεύτερη υποβολή, ερωτώντας το εξής׃ «Πριν με προσπεράσει;». Η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης υπέβαλε στη ΜΚ2 σειρά ερωτήσεων σε σχέση με το χρόνο υποβολής της καταγγελίας της εναντίον της Κατηγορουμένης. Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν προέβηκε στην καταγγελία την ίδια μέρα, απάντησε ότι εκείνη τη μέρα δεν είχε κινητό τηλέφωνο, με τη βοήθεια του οδηγού ενός βαν, τηλεφώνησε στον άντρα της, εκείνος την πήρε στον αστυνομικό σταθμό Στροβόλου, όπου ήταν ήδη εκεί η Κατηγορούμενη. Στο σταθμό πήγε για να καταγγείλει ότι η Κατηγορούμενη της έκανε ζημιά σπάζοντας την πόρτα του αυτοκινήτου. Πήγαν μαζί με τον αστυνομικό στη σκηνή του δυστυχήματος. Δεν πήγαν στη σκηνή «του προσπεράσματος», αφού δεν το είχε μέχρι τότε καταγγείλει. Γι' αυτήν την καταγγελία την παρέπεμψαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών. Δεν πήγε την ίδια μέρα, αφού είχε δύο μικρά παιδιά στο νηπιαγωγείο. Γι' αυτό. Έπρεπε να τα πάρει. Η Κατηγορούμενη κατέθεσε ενόρκως τη μαρτυρία της περιγράφοντας λεπτομερώς τη δική της εκδοχή αναφορικά με τα όσα συνέβηκαν στις 2.7.2009, ως εξής׃ «Ήταν μέρα Πέμπτη. Γύρω στις 7׃30 π.μ., έφευγα από τον κυκλικό κόμβο Ριζοελιάς για Λευκωσία. Μέχρι το 2009 οδηγούσα περίπου για 11 χρόνια κάθε πρωί την ίδια διαδρομή. Μετά από την έξοδο της Κόσιης, πάνω στο τεράστιο ανήφορο, μπήκα δεξιά για να προσπεράσω ένα φορτηγό το οποίο πήγαινε με χαμηλή ταχύτητα. Εγώ πήγαινα 100 - 110 ΧΑΩ. Πριν προλάβω να προσπεράσω, πριν μπω δεξιά κοίταξα το καθρεφτάκι μου και έκρινα ότι ήταν εντάξει να προσπεράσω, αλλά πριν αναπτύξω ταχύτητα κοίταξα ξανά από το καθρεφτάκι μου και διαπίστωσα ότι ένα Mercedes ερχόταν με ταχύτητα 180 ΧΑΩ, ιλιγγιώδη, δεν μπορούσα με τίποτε ν'αναπτύξω για να το προσπεράσω. Μπήκα αριστερά πίσω από το φορτηγό, για να μπορέσει ο οδηγός του οχήματος πίσω μου να με προσπεράσει. Αντί να με προσπεράσει, σταμάτησε δίπλα μου, ελάττωσε σχεδόν στα 80ΧΑΩ δίπλα από το φορτηγό, σταμάτησε δίπλα μου, ελάττωσε τελείως, έκαμνε διάφορες χειρονομίες και μανούβρες, άφησά την να περάσει διότι δεν ήξερα αν έκαμα κάτι για το οποίο να θύμωσε (παρά το ότι κατ' εμένα, τίποτα δεν έκαμα), ελάττωσε εντελώς ταχύτητα μπροστά μου. Στα αριστερά υπήρχε κίνηση, λόγω της ώρας, περίπου 7׃30 το πρωί, δημιουργήθηκε αφόρητη κίνηση πίσω μας. Προχωρήσαμε περίπου για 2 ΧΑΩ, όταν όλα τα αυτοκίνητα πίσω μου, άναβαν τα φλας για να περάσουν. Μπήκα αριστερά και άφησα το πισινό μου αυτοκίνητο, ένα γκρίζο βαν να μπει πίσω από τη ΜΚ2 (παραπονούμενη). Η ΜΚ2 με το Mercedes συνέχισε να οδηγά με μια τρελή πορεία, μια δεξιά, μια αριστερά. Δεν άφησε κανένα αυτοκίνητο να την προσπεράσει. Μάλλωνε με το βαν μέχρι τον κυκλικό κόμβο Λατσιών. Κοντά στη Νήσου, τηλεφώνησα στην Τροχαία. Με ένωσαν με τον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου. Δεν υπήρχε Τροχαία για να τη σταματήσει. Μετά την αερογέφυρα των Λατσιών, το βαν μπήκε μπροστά της με ένα πολύ επικίνδυνο τρόπο και έφυγε αριστερά από τον αυτοκινητόδρομο. Το Mercedes προχώρησε κρατώντας την αριστερή λωρίδα, σταμάτησε την κίνηση, άνοιξε το παράθυρο, κρεμάστηκε έξω από το παράθυρο του οδηγού και έγνεφε στα αυτοκίνητα να περάσουν ώσπου να έρθει η δική μου σειρά. Το μπροστινό μου αυτοκίνητο, ένα Jaguar, την άφησε να περάσει, αλλά αυτή δεν μπήκε. Με ήθελε εμένα. Σταμάτησε, την άφησα να μπει μπροστά μου στη δεξιά λωρίδα του δρόμου. Προχωρούσαμε αργά προς τα φώτα του Καλησπέρα. Εγώ πίσω της. Σταμάτησε το αυτοκίνητο εντελώς. Κατέβηκε, κλείδωσα τις πόρτες του αυτοκινήτου μου. Ήρθε προς εμένα. Άρχισε να κλωτσά.». Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο, με τη σύμφωνη θέση και της συνηγόρου της Κατηγορουμένης, της ζήτησε να διακόψει την παράθεση της μαρτυρίας της, γιατί ήταν προφανές ότι η εξιστόρηση εκείνου του περιστατικού δεν αφορούσε στο επίδικο θέμα. Η συνήγορος της Κατηγορουμένης προχώρησε στην κυρίως εξέταση της Κατηγορουμένης ερωτώντας την τί έκαμε μετά από το ποιο πάνω περιστατικό. Εκείνη αποκρίθηκε ότι πήγε στο Αρχηγείο Αστυνομίας, απ' εκεί την έστειλαν στην Τροχαία Στροβόλου, όπου ήταν και η παραπονούμενη. Δεν έκαμε καταγγελία, αλλά μόλις είδε ο αστυνομικός τις ζημιές στο όχημά της από τις κλωτσιές, της είπε να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό στα Λατσιά, όπου και πήγε εντός της ίδιας ημέρας. Η επόμενη ερώτηση προς την Κατηγορούμενη από τη συνήγορό της αφορούσε στο αν έχει μετρήσει το μήκος του αυτοκινήτου της και εκείνη το περίγραψε ως Mazda demio, με μήκος περίπου 3 μέτρα. Αρχίζοντας την αντεξέταση της Κατηγορουμένης, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής σημείωσε εμφαντικά ότι ήταν πολύ παραστατικός ο τρόπος με τον οποίο η Κατηγορούμενη περιέγραψε την οδική συμπεριφορά της παραπονούμενης! Η Κατηγορούμενη απάντησε στο σχόλιο αυτό ότι, παρά το ότι παρήλθαν δύο χρόνια, έζησε τόσο έντονα τα όσα περίγραψε που δεν χρειάζεται να τα διαβάσει κάπου, για να μάθει πώς να τα πεί, ούτε χρειάζεται να πει οποιοδήποτε ψέμα. Κατόπιν σχετικής ερώτησης, απάντησε ότι δεν γνώριζε την παραπονούμενη πριν από το εν λόγω συμβάν και ότι, ενόσω εκείνη βρισκόταν δίπλα της, ούτε καν γύρισε να δει το πρόσωπό της. Ερωτούμενη αν θυμάται ποιο ήταν το όχημα στο οποίο η ίδια επέτρεψε να την προσπεράσει, απάντησε ότι ήταν το Mercedes KSB
  2. Σχολίασε εκ νέου την πορεία του εν λόγω οχήματος, αναφέροντας ότι στα 11 χρόνια που η ίδια οδηγούσε τη συγκεκριμένη διαδρομή, χωρίς ποτέ να εμπλακεί σε δυστύχημα και χωρίς να έχει βαθμούς ποινής, δεν της ξανάτυχε να ξεπεταχτεί κάποιος από πίσω της με τέτοια ταχύτητα όπως εκείνην της παραπονούμενης. Επ' αυτής της αναφοράς αντεξετάσθηκε περαιτέρω με σχετική υποβολή της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η Κατηγορούμενη διαθέτει 7 βαθμούς ποινής. Η αντίδρασή της ήταν ότι κανείς από τους 7 βαθμούς αυτούς δεν αφορά στην οδική της συμπεριφορά επί του αυτοκινητόδρομου Λάρνακας - Λευκωσίας. Αρνήθηκε κάθε άλλη υποβολή της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία αφορούσε στο ότι η ίδια προσπάθησε να μπει απότομα μπροστά στο όχημα της παραπονούμενης, ότι η εν λόγω παραπονούμενη χρειάστηκε να πατήσει απότομα τα φρένα για να μην συγκρουστούν και ότι η οδήγησή της ήταν αλόγιστη. Η αντίδρασή της στις υποβολές αυτές ήταν ότι ο καθένας μπορεί να λέει ότι θέλει και ότι εν προκειμένω η παραπονούμενη περίγραφε ένα περιστατικό που δεν συνέβηκε ποτέ. Στην τελική της αγόρευση, η συνήγορος της Κατηγορουμένης δήλωσε ότι υιοθετεί τα όσα ανέφερε στο ενδιάμεσο στάδιο της υπόθεσης σε σχέση με το ότι στερείται πειστικότητας η μαρτυρία της παραπονούμενης (ΜΚ2) που είναι η κύρια μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή. Η μαρτυρία της παραπονούμενης επικεντρώθηκε στον ισχυρισμό της ότι η Κατηγορούμενη την προσπέρασε από τα αριστερά και μπήκε απότομα μπροστά της. Αναφέρθηκε σε απόσταση 2 με 3 μέτρων από το όχημα που προπορευόταν του οχήματος της ιδίας της παραπονούμενης. Δηλαδή, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούμενη εισχώρησε στα 2 ή 3 μέτρα, δείχνοντας στο Δικαστήριο ότι η απόσταση εντός της οποίας η Κατηγορούμενη επιχείρησε να εισχωρήσει ήταν ίση με την απόσταση μεταξύ του εδώλιου του μάρτυρα, όπου η ίδια στεκόταν, και της θέσης της στενογράφου. Είναι ολοφάνερο ότι είναι αδύνατο να μπορεί κάποιος να μπει ανάμεσα δύο οχημάτων (της παραπονούμενης και του προπορευόμενού της) που τα χωρίζει τόσο μικρή απόσταση, εφόσον - όπως η ίδια η παραπονούμενη δήλωσε - και τα τρία οχήματα έτρεχαν με 80 ΧΑΩ. Αυτή ήταν η ουσιαστική μαρτυρία. Της Αστυνομίας ήταν τυπική μαρτυρία. Δεν υπήρξε άλλη μαρτυρία, η οποία να ενισχύει τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Δεν μπορεί το Δικαστήριο στηριζόμενο σε τέτοια μαρτυρία να κρίνει πέραν πάσης αμφιβολίας το «αλόγιστα και απερίσκετα». Είναι προφανές ότι η παραπονούμενη έκανε καταγγελία επειδή είχε προηγηθεί η καταγγελία εναντίον της από την Κατηγορούμενη. Η παραπονούμενη έδωσε τηνκατάθεσή της μετά από 3 ημέρες στο πλαίσιο της ανακριτικής κατάθεσης που της πήραν οι αστυνομικοί εξετάζοντας την καταγγελία της Κατηγορούμενης εναντίον της. Από τη μαρτυρία που έδωσε η Κατηγορούμενη προκύπτει ότι αυτή δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Με δεδομένη την περιγραφή του μήκους του αυτοκινήτου της, αποκλείεται να μπορούσε να μπει ένα τέτοιο όχημα μέσα σε 2 με 3 μέτρα, όπως ήταν η απόσταση που περιέγραψε η παραπονούμενη. Με αυτήν την αναφορά, είναι προφανές ότι η παραπονούμενη προσπαθούσε να δώσει μια περιγραφή για να πείσει ότι ήταν αλόγιστο και απερίσκεπτο για κάποιον να μπει σε τόσο μικρή απόσταση. Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι δεν έχει αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, στην τελική της αγόρευση, ανέφερε ότι δεν υπήρξε καμία αντίφαση στη μαρτυρία των ΜΚ 1 και ΜΚ
  3. Σε σχέση με το «κίνητρο» που έθεσε η συνήγορος της Κατηγορουμένης σε σχέση προς την καταγγελία στην οποία προέβη η ΜΚ2, η Κατηγορούσα Αρχή εισηγείται πώς δεν υπήρχε τέτοιο κίνητρο και επισημαίνει συναφώς ότι δεν τέθηκε τέτοιο θέμα κατά την αντεξέταση της ΜΚ
  4. Τελική εισήγηση, ότι αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η υπόθεσή της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα τους ΜΚ1 και ΜΚ2 κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο ΜΚ1 έδωσε, πράγματι, τυπική μαρτυρία. Δεν θα μπορούσε να δώσει ουσιαστική μαρτυρία, αφού δεν είχε άμεση γνώση του συμβάντος και δεν έκανε κάτι άλλο πέραν από το να ετοιμάσει ανακριτικό φάκελο στον οποίο να καταγράψει την εκδοχή των γεγονότων ως η καταγγελία της ΜΚ
  1. Δεν μετέβηκε στη σκηνή του επίδικου προσπεράσματος. Δεν υπήρχε πραγματική μαρτυρία, την οποία να παρουσιάσει, αφού όπως ο ίδιος διευκρίνισε, δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε δυστύχημα σαν συνέπεια του επίδικου προσπεράσματος.Γι' αυτό και τήρησε ουδέτερο ύφος. Σπεύδω να σημειώσω ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στη μαρτυρία του ΜΚ1 και της ΜΚ2, αφού ο ΜΚ1 δεν είχε να καταθέσει ουσιαστική μαρτυρία σχετικά με το συμβάν. Γι' αυτό και το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην παρατήρηση της Κατηγορούσας Αρχής αναφρικά με το ότι δεν είχαν αντίφαση μεταξύ τους οι ΜΚ1 και ΜΚ
  2. Εκείνο που κρίνεται καθοριστικό για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης είναι το κατά πόσον υπάρχει αντίφαση ή στοιχείο αναξιοπιστίας, εν πρώτοις, στη μαρτυρία της ίδιας της ΜΚ2 και, αν όχι, τότε στη μαρτυρία της Κατηγορουμένης. Η ΜΚ2 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αποφασιστική στο να παρουσιάσει τη δική της εκδοχή, χωρίς όμως να είναι τόσο λεπτομερής και ζωντανή στην εξιστόρηση των γεγονότων όσο ήταν η Κατηγορούμενη. Δεν εξιστόρησε κανένα συμβάν σε ότι αφορά το πρώτο μισό του αυτοκινητόδρομου Λαρνακας - Λευκωσίας, αφού άρχισε την αφήγηση με αφετηρία το σημείο στο δεύτερο μισό του εν λόγω αυτοκινητόδρομου. Διατηρώ αμφιβολίες για το αν τα όσα αναφέρει, τα αναφέρει κατά τρόπο ειλικρινή και ανεπηρέαστο, αφού όπως προκύπτει και από τον ανακριτικό φάκελο, ήταν σε γνώση της όταν υπέβαλλε την καταγγελία κατά της Κατηγορουμένης ότι υπήρχαν ανοικτές καταγγελίες εναντίον της για άλλα αδικήματα. Είχε συμφέρον στο να προσαρμόσει μια εκδοχή γεγονότων σε βάρος της Κατηγορουμένης. Τα όσα αναφέρει μου δημιουργούν αμφιβολίες σε σχέση με την αλήθεια του περιεχομένου τους, δεδομένου ότι - Πρώτον, δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η Κατηγορούμενη οδηγούσε κατά το χρόνο του ισχυριζόμενου προσπεράσματος, με ταχύτητα διαφορετική από εκείνην με την οποία οδηγούσε η παραπονούμενη. Δεύτερον, η περιγραφή της τροχαίας κίνησης που δόθηκε από την παραπονούμενη αναφορικά με την αριστερή λωρίδα, ότι δηλαδή η τροχαία κίνηση σε εκείνη ήταν πυκνή με πολύ αργή κίνηση, δεν συνάδει με τον ισχυρισμό ότι ήταν εφικτό για κάποιον που οδηγούσε επί ταχύτερης λωρίδας (δηλαδή της δεξιάς) να καταφέρει να εισέλθει μέσα σε χρόνο μικρότερο του ενός λεπτού - εντός του οποίου διενεργήθηκε κατ' ισχυρισμόν το προσπέρασμα - από τη δεξιά (ταχεία λωρίδα) στην αριστερή (πιο αργή και πυκνή λωρίδα) και αμέσως να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα, χωρίς μάλιστα να αυξήσει την ταχύτητά του. Τρίτον, το ότι το προσπέρασμα επιχειρήθηκε κατ' ισχυρισμόν μέσα σε απόσταση 2 με 3 μέτρων (ή, χαρακτηριστικά, όση εκείνη μεταξύ του εδώλιου του μάρτυρα και της στενογράφου εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, η οποία δεν υπερβαίνει τα 2,5 μέτρα), που κατ' ισχυρισμόν υπήρχε μεταξύ του οχήματος της παραπονούμενης και φορτηγού οχήματος, χωρίς να καταστεί αναγκαίο για την παραπανούμενη να πατήσει πλήρως τα φρένα της προκειμένου να καταστεί δυνατό το να διεισδύσει το όχημα της Κατηγορούμενης σε τόσο μικρή απόσταση. Εντοπίζω εξάλλου αντίφαση στην εκδοχή που δόθηκε κατά την κυρίως εξέταση με τις διευκρινίσεις που δόθηκαν κατά την αντεξέταση της ΜΚ2, η οποία απάντησε σε σχετική υποβολή ότι׃ «την είδα, με ακολουθούσε από πίσω μου στην αριστερή λωρίδα και προφανώς προσπαθούσε να μπει στη δεξιά λωρίδα, γι' αυτό πάτησα τα φρένα». Δηλαδή, αυτή η απάντηση δηλώνει ότι, ακόμη και αν τα γεγονότα έγιναν με τον τρόπο που αυτή τα εξιστορεί, προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη ήταν ακόμη στην αριστερή λωρίδα όταν η ΜΚ2 πάτησε τα φρένα και ελάττωσε ταχύτητα. Η Κατηγορούμενη δεν βρέθηκε μπροστά της ΜΚ2 στη δεξιά λωρίδα σε τέτοιο χρόνο που να μην της έδωσε το περιθώριο κάποιας σκέψης, αξιολόγησης ή λογικής αντίδρασης. Η Κατηγορούμενη έδωσε τη μαρτυρία της με χειμαρρώδη τρόπο. Είναι προφανές ότι έζησε έντονα τα όσα αφηγήθηκε και πως της προκάλεσαν εντύπωση. Προσπάθηκε να αποτυπώσει κάθε κίνηση της ίδιας και της Κατηγορουμένης. Δεν κρίνω ότι πλήγηκε η αξιοπιστία της σε σημαντικό βαθμό λόγω της ύπαρξης βαθμών ποινής, τη στιγμή που η ίδια προσπάθησε να παρουσιάσει καλό χαρακτήρα ισχυριζόμενη ότι δεν έχει βαθμούς ποινής. Η αξιοπιστία της μαρτυρίας της βάλλεται, ωστόσο, από το γεγονός ότι και εκείνη έχει συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, όχι μόνο ως Κατηγορούμενη στην παρούσα, αλλά και ως παραπονούμενη εναντίον της ΜΚ2 σε άλλες υποθέσεις που αφορούν στα όσα συνέβηκαν την ίδια ημέρα. Το Δικαστήριο δεν διαθέτει ενώπιόν του οποιαδήποτε μαρτυρία ενισχυτική είτε της μιας είτε της άλλης θέσης. Γι' αυτό και δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αλλά ακόμη και αν γίνει δεκτή η εκδοχή της ΜΚ2, η διευκρίνιση της θέσης της ότι αυτή ούσα στη δεξιά λωρίδα ελάττωσε ταχύτητα προτού ακόμη η Κατηγορούμενη εγκαταλείψει την αριστερή λωρίδα, σημαίνει ότι αυτή αντιλήφθηκε, και συνεπώς της δόθηκε ο χρόνος για τέτοια σκέψη, αξιολόγηση ή λογική αντίδραση, ότι η Κατηγορούμενη επιθυμούσε να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα. Δηλαδή, δεν μπορεί να βρέθηκε με μια απότομη και ενιαία κίνηση η Κατηγορούμενη από πίσω της ΜΚ2 στα δεξιά, μπροστά της στα δεξιά. Εξάλλου, αν κατά το επιχειρούμενο προσπέρασμα, η Κατηγορουμένη είχε σταθερή την ταχύτητα της στα 80 ΧΑΩ, τότε η τελευταία πρέπει να βρέθηκε σε θέση προπορευόμενή της ΜΚ2 επί της αριστεράς, αφού εκείνη ελάττωσε και άρα έριξε την ταχύτητά της κάτω των 80 ΧΑΩ. Υπ' αυτές τις συνθήκες, είναι αμφίβολο αν το προσπέρασμα έγινε αντικανονικά, όπως το περιγράφει η ΜΚ
  3. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Κατηγορία στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, το οποίο αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψιν όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα της φύσης, της κατάστασης και της χρήσης της οδού και του όγκου της τροχαίας που υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο στην εν λόγω οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €2563 ή και στις δύο αυτές ποινές. Το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται επιπρόσθετα απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Περαιτέρω, η επικίνδυνη οδήγηση δεν αποδεικνύεται απόλυτα μόνο με την ύπαρξη κάποιου λάθους (fault). Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά που οδήγησε στη σύγκρουση. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη). Σε σχέση με την απερίσκεπτη πράξη, σχετική είναι η υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All E.R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea), υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπ΄ όψιν τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Υπό το φως των πιο πάνω συστατικών στοιχείων του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται η Κατηγορούμενη, κρίνω ότι ακόμη και αν λαμβανόταν υπόψη ως αληθής η εκδοχή της παραπονούμενης (ΜΚ2), θα υπήρχαν λογικές αμφιβολίες για το αν η οδήγηση από πλευράς της Κατηγορουμένης παρουσίασε σφάλμα το οποίο να δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση. Ως εκ τούτου, καταλήγω στην απόφαση ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης. Η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.