Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα Νεοκλέους, Υπόθεση Αρ. 9599/10, 9 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 9599/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή Εναντίον Ανδρέα Νεοκλέους Κατηγορούμενος . . . . . . . Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Γεωργίου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 2.5.09 περί ώρα 10:30 π.μ. επισυνέβη θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα στη Λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου στο Ακάκι. Ενεχόμενοι στο δυστύχημα ήταν ο κατηγορούμενος Ανδρέας Νεοκλέους από τη Γαλάτα ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΡΥ901 και η πεζή Minka Avramova από τη Βουλγαρία η οποία έσπρωχνε αναπηρικό καροτσάκι στο οποίο βρισκόταν η Μαρίκα Ματσιτίρη από το Ακάκι. Συνεπεία του δυστυχήματος ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός της Μαρίκας Ματσιτίρη και ο τραυματισμός της Minka Avramova. Σε σχέση με το δυστύχημα αυτό, στις 28.4.10 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατηγορητήριο εναντίον του Ανδρέα Νεοκλέους σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες, την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, 1η κατηγορία, και της υπέρβασης ορίου ταχύτητας, συγκεκριμένα ότι οδηγούσε το όχημα ΕΡΥ901 με ταχύτητα 80 ΧΑΩ αντί 65 ΧΑΩ κατά παράβαση του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/72όπως έχει τροποποιηθεί, 2η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η ακροαματική διαδικασία ήταν μακρά. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε 8 μάρτυρες, κατά τη διάρκεια της κατάθεσης των οποίων κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων, ενώ ο κατηγορούμενος μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και μετά που κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να υιοθετήσει χωρίς όρκο τις 2 καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία. Κατατέθηκαν επίσης αριθμός τεκμηρίων και γεγονότα εκ συμφώνου μετά που αυτά εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης και θεωρώ περιττό να την αναπαράξω. Θα αναφερθώ στα καίρια σημεία της μαρτυρίας για να μπορεί η παρούσα απόφαση να έχει την απαραίτητη συνοχή. Το ίδιο ισχύει και για τα διάφορα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Ο 1ος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής, Μ.Κ.1, ήταν ο Λοχίας 4231 Α. Θεοφάνους ο οποίος μετέβη στο μέρος του δυστυχήματος λίγη ώρα μετά που αυτό επισυνέβη. Είναι ο εξεταστής του δυστυχήματος ο οποίος στην παρουσία του κατηγορούμενου ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, Τεκ. 2, αφού έλαβε διάφορα μέτρα και σημείωσε με το γράμμα 'Χ' το σημείο επαφής του οχήματος με την Minka Avramova και με το σημείο 'Χ1' το σημείο επαφής του οχήματος με την Μαρίκα Ματσιτίρη. Τα εν λόγω σημεία όπως και το σημείο από το οποίο εισήλθαν οι πεζές στο δρόμο, το οποίο σημείωσε με το γράμμα ΄Β΄ επί του πρόχειρου σχεδίου, του τα υπέδειξε ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Μ.Κ.1 ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ξηρή, το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, η ορατότητα ήταν πολύ καλή πέραν των 100 μέτρων και προς τις 2 κατευθύνσεις, ο δρόμος ευθύς και επίπεδος με 2 λωρίδες κυκλοφορίας, μία για κάθε κατεύθυνση που χωρίζονται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας 65 ΧΑΩ. Δεξιά, ως η πορεία του κατηγορούμενου υπάρχει ασφάλιτινο παγκέτο και πεζοδρόμιο ενώ προς τα αριστερά ασφάλτινο και χωμάτινο παγκέτο. Υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στο δρόμο και οι ζημιές στο αυτοκίνητο ήταν σπάσιμο στο αριστερό μπροστινό φανάρι, στράβωσε το αριστερό μπροστινό φτερό, υπήρχε κτύπημα στο καπό ενώ έσπασε ο μπροστινός ανεμοθώρακας. Στο αναπηρικό καροτσάκι η ζημιά ήταν στον αριστερό τροχό. Το όχημα του κατηγορούμενου ο οποίος είχε συλληφθεί με δικαστικό ένταλμα σύλληψης μεταφέρθηκε στο χώρο φύλαξης οχημάτων της Τροχαίας Λευκωσίας. Ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκ. 4, την ίδια ημέρα ενώ στις 10.5.10 έλαβε συμπληρωματική κατάθεση, Τεκ.
- Στις 6.3.10 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και για τις 2 κατηγορίες που αντιμετωπίζει στο Κατηγορητήριο. Από το πρόχειρο σχέδιο, ο Μ.Κ.1 έφτιαξε το τελικό σχέδιο της σκηνής το οποίο είναι επί κλίμακας 1 : 250, Τεκ.
- Ο ίδιος ήταν παρών στη νεκροψία που έγινε στη σωρό της αποβιώσασας αλλά και στο μηχανικό έλεγχο του οχήματος ΕΡΥ901 που έγινε από το Λοχία
- Έλαβε επίσης κατάθεση από την Minka Avramova με τη βοήθεια της διερμηνέα Μπιλιάνας Κότσεβα, Τεκ. 13Α και 13Β. Στην Minka Avramova έδειξε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής με το οποίο η ίδια συμφώνησε εκτός από το σημείο που σύμφωνα με τον κατηγορούμενο άρχισαν να διασταυρώνουν το δρόμο και τοποθέτησε με το γράμμα 'Γ' την πορεία που του έδειξε η Avramova. Σε μεταγενέστερη ημερομηνία μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος με τον Αστυφ. 2520 Ορφανίδη ο οποίος στην παρουσία του έκανε έλεγχο ταχύτητας με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης που ο Μ.Κ.1 είχε βρει στο σημείο του δυστυχήματος και διαπίστωσε ότι η ελάχιστη ταχύτητα του κατηγορούμενου πριν το δυστύχημα ήταν 80 ΧΑΩ. Στις 11.9.09 ο Μ.Κ.1 μαζί με τις Γ/Α 5647 και 3406 μέτρησε την απόσταση που διένυσε η πεζή επί του οδοστρώματος σύμφωνα με τις μετρήσεις του η οποία ήταν 6,90μ αφού οι Γ/Α έλαβαν τις θέσεις που είχαν η αποβιώσασα και η Minka Avramova την ημέρα του δυστυχήματος με το αναπηρικό καροτσάκι και χρονομέτρησε το χρόνο που χρειάστηκαν για να διανύσουν την εν λόγω απόσταση. Το εν λόγω αποτέλεσμα, το οποίο ήταν 4,10 δευτερόλεπτα το έδωσε στον Αστυφ. 2981 Σκούλλο για να προβεί σε σχετικούς υπολογισμούς του χρόνου κίνησης του κατηγορούμενου και της πεζής. Κατά την αντεξέταση του αμφισβητήθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης όλα τα ευρήματα του, του υπεβλήθη ότι προχώρησε σε ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ενώ ο δικηγόρος του δεν ήταν παρών παρά την επιθυμία του όπως και στη σύλληψη του για σκοπούς ικανοποίησης της κοινής γνώμης, θέσεις τις οποίες ο Μ.Κ.1 δεν δέχθηκε και ανέφερε ότι τόσο η σύλληψη του κατηγορούμενου όσο και η υποβολή αιτήματος για προσωποκράτηση του έγιναν για τη δική του προστασία λόγω των έντονων αντιδράσεων των συγγενών του θύματος, και ανέφερε ότι δόθηκε χρόνος στο συνήγορο του κατηγορούμενου να παρουσιαστεί αλλά επειδή καθυστερούσε ξεκίνησε να λαμβάνει την κατάθεση του. Συμφώνησε ότι η ημέρα του δυστυχήματος ήταν Σάββατο και ότι ο συγκεκριμένος δρόμος ο οποίος είναι ο κύριος δρόμος Λευκωσίας - Τροόδους συνήθως παρουσιάζει πυκνή κίνηση. Του υπεβλήθη χωρίς όμως να συμφωνήσει, και ανέφερε ότι σίγουρα δεν υπάρχουν γραπτές οδηγίες περί τούτου, ότι η Αστυνομία που διενεργεί ελέγχους τροχαίας δεν καταγγέλλει οδηγούς για ταχύτητα εάν η υπέρβαση τους είναι μέχρι 20% του επιτρεπομένου ορίου. Δεν συμφώνησε επίσης με την υποβολή ότι τα ελαιόδεντρα που βρίσκονται κατά μήκος του δρόμου επηρεάζουν την ορατότητα προς Τρόοδος αλλά δέχτηκε ότι υπάρχουν κάποια ελαιόδεντρα που μπορεί να επηρεάζουν την ορατότητα προς Λευκωσία. Ρωτήθηκε σχετικά με το κατά πόσο το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου μπορούσε να οδηγηθεί μετά το δυστύχημα και ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν ήλεγξε κατά πόσο μπορούσε να οδηγηθεί, εκ πρώτης όψεως όμως δεν υπήρχε τίποτε που να έδειχνε ότι υπήρχε τέτοια μηχανική βλάβη ούτως ώστε να μην μπορεί να οδηγηθεί. Ρωτήθηκε επίσης σχετικά με τις εξετάσεις που έκανε για να υπολογίσει την απόσταση και το χρόνο που χρειάστηκαν οι πεζές για να διανύσουν τη σχετική απόσταση και εξήγησε ότι οι δύο γυναίκες αστυφύλακες είχαν περίπου τις ίδιες διαστάσεις και βάρος ως η αποβιώσασα και η τραυματίας, και ανέφερε ότι υπολόγισε τις διαστάσεις και το βάρος των δύο γυναικών οπτικά. Δεν γνωρίζει τη μάρκα ή τον τύπο ούτε για το αναπηρικό καροτσάκι που χρησιμοποιούσε η πεζή αλλά ούτε γι΄αυτό που ο ίδιος χρησιμοποίησε αλλά η θέση του ήταν ότι τα δύο καροτσάκια που χρησιμοποιήθηκαν ήταν ίδιου τύπου. O Μ.Κ.2, Αστυφ. 2520 Στέλιος Ορφανίδης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής της συσκευής 'SKIDMAN' η οποία υπολογίζει το συντελεστή τριβής με δοκιμή τροχοπέδησης. Στα πλαίσια αυτά των καθηκόντων του μετά την ημέρα του δυστυχήματος επισκέφθηκε μαζί με τον Μ.Κ.1 τη σκηνή του δυστυχήματος για να διενεργήσει έλεγχο ταχύτητας. Χρησιμοποίησε το υπηρεσιακό ΗΗΒ113 το οποίο είναι τύπου saloon όπως και το όχημα του κατηγορούμενου λόγω του ότι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου δεν ήταν διαθέσιμο λόγω των ζημιών που υπέστη. Εξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η συσκευή 'Skidman' αλλά και τον τρόπο διενέργειας των σχετικών ελέγχων για να βρεθεί η ταχύτητα από τον συντελεστή τριβής και ανέφερε ότι, ως είθισται, διενήργησε δύο ελέγχους ταχύτητας με τη συσκευή 'Skidman' την οποία είχε ελέγξει προηγουμένως και διαπίστωσε ότι λειτουργούσε κανονικά. Η συσκευή τύπωσε δύο διαφορετικές ενδείξεις, μια για κάθε έλεγχο που έγινε, Τεκ. 8, και ο ίδιος χρησιμοποιώντας την ευνοϊκότερη από τις δύο για τον κατηγορούμενο και εφαρμόζοντας τις φόρμουλες α=f.g και Vi= Ve - 2.a.d βρήκε ότι η ελάχιστη ταχύτητα που είχε το όχημα ΕΡΥ901 πριν να αρχίσει να τροχοπεδεί ήταν 80 ΧΑΩ. Εξήγησε στο Δικαστήριο ότι ούτε η ιπποδύναμη της μηχανής του οχήματος που χρησιμοποιείται ούτε το βάρος του δεν έχουν καμιά σημασία για τον έλεγχο για να εξευρεθεί η ταχύτητα δια μέσου της εξεύρεσης της τριβής. Σύμφωνα πάντα με τον Μ.Κ.2, εκείνο που έχει σημασία είναι να είναι το ίδιο οδόστρωμα και η κατάσταση των ελαστικών του οχήματος που χρησιμοποιείται. Οι συνθήκες του δρόμου έχουν σημασία για τον συγκεκριμένο έλεγχο γι΄αυτό και επιδιώκεται πάντοτε ο έλεγχος να γίνεται με τις ίδιες καιρικές συνθήκες όπως του δυστυχήματος. Εξήγησε επίσης ότι έλαβε υπόψη του το συνολικό άθροισμα των ιχνών τροχοπέδησης όπως μετρήθηκε από τον Μ.Κ.1 δηλαδή 34,60μ καθότι δεν υπήρχε, σύμφωνα πάντα με τα όσα του ανέφερε ο Μ.Κ.1, η παραμικρή μετατόπιση των ιχνών. Αντεξετάστηκε σε σχέση με την εμπειρογνωμοσύνη του για τη διενέργεια τέτοιων ελέγχων αλλά και για την ορθή λειτουργία της συσκευής 'Skidman» και ανέφερε ότι η συσκευή λειτουργούσε ικανοποιητικά, αφού όταν την άναψε έδειχνε τις κανονικές ενδείξεις και επίσης σύμφωνα με το βιβλίο που τηρείται για την εν λόγω μηχανή ο επόμενος έλεγχος "calibration" (βαθμονόμηση) έπρεπε να γίνει στις 19.9.
- Εξήγησε ότι πάντοτε διενεργούνται δύο έλεγχοι και από τα αποτελέσματα χρησιμοποιείται το ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο. Συμφώνησε ότι θα ήταν καλύτερα αν για τον συγκεκριμένο έλεγχο χρησιμοποιείτο το αυτοκίνητο το οποίο είχε εμπλακεί στο δυστύχημα αλλά από την πληροφόρηση του από τον Μ.Κ.1 το όχημα αυτό δεν ήταν διαθέσιμο. Ανέφερε ότι ο λόγος που θα προτιμείτο το εμπλεκόμενο όχημα ήταν ότι θα ήταν τα ίδια ελαστικά με αποτέλεσμα τυχόν απόκλιση να είναι πάρα πολύ μικρή. Ανέφερε επίσης ότι οι έλεγχοι έγιναν στις 10.5.09 και όχι στις 22.6.09 όπως ανέφερε, και εξήγησε ότι είναι λάθος η ημερομηνία 22.6.09 που ανέφερε, ο λόγος που ανέφερε την εν λόγω ημερομηνία ήταν ότι επειδή εκείνη την ημέρα τελείωσε όλους τους υπολογισμούς του για το θέμα της εξεύρεσης της ταχύτητας του οχήματος του κατηγορούμενου. Εξήγησε επίσης ότι εφόσον η συσκευή 'Skidman' σύμφωνα με το Τεκ. 8 καταγράφει ως ημερομηνία διενέργειας των ελέγχων την 10.5.09 εκείνη είναι η ορθή ημερομηνία καθότι κανένας δεν μπορεί να παρέμβει στο λογισμικό της μηχανής και να αλλοιώσει οτιδήποτε ούτε καν την ημερομηνία. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με κατά πόσο η θερμοκρασία της ασφάλτου και/ή ο τύπος των ελαστικών έχουν οποιαδήποτε σημασία στο αποτέλεσμα. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι οι καιρικές συνθήκες έχουν σημασία, όπως επίσης και η κατάσταση των ελαστικών του οχήματος. Ανέφερε ότι η κατάσταση των ελαστικών του οχήματος του κατηγορούμενου, όπως του αναφέρθηκε, ήταν καλή και χρησιμοποιήσιμη και το ίδιο ίσχυε και για τα ελαστικά του υπηρεσιακού οχήματος που χρησιμοποίησε για τους ελέγχους δηλαδή ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες σχετικά με τις λεπτομέρειες των ελαστικών των δύο οχημάτων και συμφώνησε ότι εάν υπάρχει κάποια απόκλιση είτε στις καιρικές συνθήκες είτε στα ελαστικά που έχουν χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο, μπορεί να προκύψει διαφοροποίηση η οποία έχει επίδραση στο τελικό αποτέλεσμα ταχύτητας. Ο Μ.Κ.3 Αστυφ. 2981 Μ. Σκούλλος προέβη μετά από οδηγίες του Μ.Κ.1 σε διάφορους υπολογισμούς για να μπορέσει να απαντήσει ερωτήματα για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Ανέφερε ότι ο ίδιος έχει εκπαιδευθεί σε θέματα τροχαίας αλλά και για τη λειτουργία των αυτοκίνητων και είναι κάτοχος πιστοποιητικού της Αστυνομικής Ακαδημίας Κύπρου σε θέμα διερεύνησης και αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων. Ανέφερε ότι για να προβεί στους διάφορους υπολογισμούς και τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε χρησιμοποίησε τα ευρήματα του Μ.Κ.1 επί σκηνής και ειδικά τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία είναι συνολικού μήκους 34,60μ και συγκεκριμένα 23,60μ πριν από το 'Χ' και 11μ μετά από το 'Χ' μέχρι που το όχημα ακινητοποιήθηκε, τον συντελεστή τριβής και την ταχύτητα στα οποία κατέληξε ο Μ.Κ.2, την ηλικία του κατηγορούμενου που ήταν 84 ετών σε σχέση με τους χρόνους αντίδρασης που υπολογίζονται για τον μέσο συνετό οδηγό διεθνώς αλλά και το χρόνο των 4,10 δευτερολέπτων που σύμφωνα με τις μετρήσεις του Μ.Κ.1 χρειάστηκε η πεζή σπρώχνοντας το αναπηρικό καροτσάκι για να διανύσει την απόσταση 6,90εκ μέσα στο δρόμο μέχρι που κτυπήθηκε. Αφού εξήγησε στο Δικαστήριο τους διάφορους τύπους που χρησιμοποίησε διαπίστωσε ότι η ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου όταν κτύπησε τις πεζές ήταν 45 ΧΑΩ, η αρχική του ταχύτητα 80 ΧΑΩ ενώ όταν η πεζή με το καρότσι άρχισε να μπαίνει στο δρόμο το όχημα του κατηγορούμενου ήταν 85.424μ πίσω από το σημείο σύγκρουσης. Με βάση τους διεθνείς κανόνες υπολογισμού του χρόνου αντίδρασης ενός μέσου συνετού οδηγού που είναι 1,5 δευτερόλεπτα διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος είδε τον κίνδυνο και αντίδρασε στα 57,20μ δηλ. είχε καθυστερημένη αντίληψη 28.284μ αφού μπορούσε να δει την πεζή από απόσταση 85.484μ. Επειδή έλαβε υπόψη του την ηλικία του κατηγορούμενου υπολόγισε ως μέγιστο χρόνο σύνθετης αντίδρασης τα 2 δευτερόλεπτα όπου και πάλι καταδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος είχε καθυστερημένη αντίδραση 17.024μ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι με βάση και την ηλικία του κατηγορούμενου τόσο με χρόνο αντίδρασης 1,5 δευτερόλεπτα αλλά και με 2 δευτερόλεπτα φαίνεται ότι ο χρόνος αντίδρασης του δεν είναι υπερβολικός και κρίνεται ότι έδρασε ικανοποιητικά. Προέβη επίσης σε υπολογισμούς του κατά πόσον εάν η ταχύτητα του κατηγορούμενου ήταν σύμφωνη με το όριο των 65 ΧΑΩ κατά πόσο θα αποφεύγετο το δυστύχημα με θετική απάντηση. Μέρος της αντεξέτασης του εν λόγω μάρτυρα επικεντρώθηκε στην εμπειρία και τα ακαδημαϊκά του προσόντα. Συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι εάν οποιοδήποτε από τα στοιχεία τα οποία έλαβε ως δεδομένα δηλ. εύρεση ταχύτητας από τον Μ.Κ.2 και απόσταση που διανύθηκε αλλά και χρόνος που χρειάστηκε σύμφωνα με τις μετρήσεις του Μ.Κ.1 διαφοροποιηθούν, τότε θα διαφοροποιηθεί και το αποτέλεσμα στο οποίο ο ίδιος έχει καταλήξει. Ρωτήθηκε σε σχέση με το χρόνο αντίδρασης που υπολογίζεται με βάση τις διεθνείς μελέτες κατά πόσο γνωρίζει ότι μπορεί ο χρόνος αυτός να είναι μέχρι και 3 δευτερόλεπτα, και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τη δική του πληροφόρηση αλλά και τα συγγράμματα που γνωρίζει ο χρόνος αντίδρασης ενός μέσου συνετού οδηγού είναι από 1 μέχρι 2 δευτερόλεπτα. Του υπεβλήθη ότι όλα τα συμπεράσματα του είναι εσφαλμένα γιατί στηρίχθηκε σε λάθος δεδομένα και η θέση του ήταν ότι προχώρησε στα ευρήματα του με βάση τα δεδομένα που του δόθηκαν. Συμφώνησε με την υποβολή αν ο συντελεστής τριβής ο οποίος που εντόπισε ο Μ.Κ.2 είναι λανθασμένος τότε και τα δικά του αποτελέσματα αλλάζουν, και επανέλαβε ότι αν ο κατηγορούμενος ταξίδευε με ταχύτητα εντός του ορίου των 65 ΧΑΩ το δυστύχημα θα αποφευγόταν. Ο Μ.Κ.4 Λοχίας 4721 Θ. Θεοκλέους είναι εξουσιοδοτημένος εξεταστής μηχανοκινήτων οχημάτων. Ανέφερε ότι στις 10.5.09 στο χώρο φύλαξης οχημάτων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Επαρχίας Λευκωσίας έλεγξε μηχανικά και τις ζημιές του οχήματος ΕΡΥ901 το οποίο ενεχόταν σε τροχαίο δυστύχημα στην παρουσία και καθ΄υπόδειξη του εξεταστή του δυστυχήματος Λοχία 4231 Α. Θεοφάνους. Σύμφωνα με τα ευρήματα του κατά τον έλεγχο του οχήματος δεν εντόπισε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξαιτίας του οποίου να προκλήθηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με την έκθεση του, Τεκ. 10, όλες οι ζημιές στο όχημα είναι πρόσφατες και προκλήθηκαν κατά το δυστύχημα. Η πρώτη επαφή ήταν στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου και συγκεκριμένα στο καπό το οποίο δέχτηκε κάθετο κτύπημα, πιέστηκε προς τα κάτω και ακολούθως πίεσε την μπροστινή πλαστική γρίλια η οποία έσπασε. Έσπασε ολόκληρος ο ανεμοθώρακας με εξωτερική φορά προς τα μέσα. Αυτό έγινε με το άτομο που μετέφερε το αναπηρικό καροτσάκι. Ζημιά προκλήθηκε και στην αριστερή μπροστινή γωνιά του αυτοκινήτου από το τροχοφόρο καροτσάκι και συγκεκριμένα έσπασε το αριστερό μπροστινό φανάρι και ο δείκτης. Βουλώθηκε επίσης το μπροστινό αριστερό φτερό. Το καροτσάκι δέχτηκε κτύπημα από τα αριστερά ως η πορεία του πάνω στο πίσω μέρος του αριστερού τροχού με αποτέλεσμα να στραβώσει ο τροχός παρασύροντας μαζί του το πίσω αριστερό πλαίσιο του. Υπήρχαν εγκατεστημένες ζώνες ασφαλείας στο αυτοκίνητο, η ζώνη του οδηγού ήταν εκτός καρουλιού χωρίς να υπάρχουν ίχνη που να υποδηλώνουν κατά πόσο οι ζώνες ήταν σε χρήση. Τα ελαστικά του οχήματος ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση ενώ δεν εντοπίστηκε κανένα μηχανικό πρόβλημα στα μηχανικά μέρη της διεύθυνσης του τιμονιού και των φρένων του οχήματος. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν με την αριστερή μπροστινή γωνία του αυτοκινήτου και ο αριστερός μεγάλος τροχός του τροχοκαθίσματος. Το καροτσάκι πέρασε από τα δεξιά προς τα αριστερά του αυτοκινήτου. Ανέφερε επίσης ότι μετά το δυστύχημα το όχημα του κατηγορουμένου δεν υπέστη οποιαδήποτε μηχανική βλάβη και κατά την άποψη του μπορούσε να μετακινηθεί. Ο Μ.Κ.5 Λοΐζος Λοϊζίδης την επίδικη ημέρα και περί ώρα 10:30 π.μ. βρισκόταν στο χωριό Ακάκι μαζί με το χωριανό και φίλο του Λευτέρη Κουντούρη και τοποθετούσαν ένα εξάρτημα σε ένα γεωργικό ανελκυστήρα σε χωράφι παρά τον κύριο δρόμο Αστρομερίτη - Λευκωσίας. Σε κάποια στιγμή και ενώ προχωρούσε προς το αυτοκίνητο του που ήταν σταθμευμένο στην οδό Δικαιοσύνης άκουσε στόπερ αυτοκινήτου και χτύπημα, και αμέσως κοίταξε προς τον κύριο δρόμο Αστρομερίτη - Λευκωσίας. Δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο μπροστά του και είχε πολύ καλή οπτική επαφή. Μόλις κοίταξε είδε μια γυναίκα να γυρίζει βαρελάκια στο δρόμο και ακολούθως να σταματά έξω από το δρόμο αριστερά σύμφωνα με την πορεία προς Λευκωσία. Λίγο πιο μπροστά σταμάτησε ένα αυτοκίνητο το οποίο αντιλήφθηκε ότι ήταν αυτό που την κτύπησε. Τηλεφώνησε στην αστυνομία και προχώρησε στην σκηνή. Διευκρίνισε ότι δεν αντιλήφθηκε το πώς έγινε το δυστύχημα ούτε και είδε οτιδήποτε για τον τρόπο που αυτό έγινε. Η τροχαία κίνηση στο δρόμο ήταν αραιή και επανέλαβε ότι από το σημείο που βρισκόταν είχε πολύ καλή ορατότητα στο δρόμο. Όταν πλησίασε στη σκηνή είδε ότι υπήρχε ακόμα μία γυναίκα που ήταν χτυπημένη. Στην παρουσία του ήλθε η αστυνομία στην οποία και έδωσε τα στοιχεία του. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι την δεδομένη ημέρα και ώρα, αν και Σάββατο που συνήθως στο συγκεκριμένο δρόμο υπάρχει πυκνή τροχαία κίνηση, η κίνηση ήταν αραιή. Επέμενε επίσης ότι από το σημείο που βρισκόταν είχε πολύ καλή ορατότητα προς το σημείο του δυστυχήματος και τίποτε δεν έφραζε την ορατότητα του ούτε κάποιες ελιές που υπάρχουν στην άκρια του δρόμου. Ο Λευτέρης Κουντούρης ήταν ο Μ.Κ.
- Επιβεβαίωσε ότι βρισκόταν μαζί με τον Λοΐζο Λοϊζίδη στο Ακάκι και προέβαιναν σε κάποιες εργασίες στον γεωργικό του ανελκυστήρα. Όταν τελείωσαν ο Λοΐζος ξεκίνησε να πάει στο αυτοκίνητο του ενώ ο ίδιος καθόταν στον τρακτέρ και ετοιμαζόταν να φύγει. Προτού ακόμη ξεκινήσει το τρακτέρ του άκουσε στόπερ αυτοκινήτου, αμέσως κοίταξε στον κύριο δρόμο και είδε ένα αυτοκίνητο σαλούν να κατευθύνεται προς τη Λευκωσία και να ξεκαπνίζουν τα ελαστικά του. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε κανένα άλλο αυτοκίνητο μέσα στο δρόμο. Είδε την Μαρίκα που βρισκόταν στο αναπηρικό της καροτσάκι και τη Βουλγάρα που την βοηθά μέσα στο δρόμο μέσα στη λωρίδα που κατευθύνεται προς τη Λευκωσία, διασταυρώνοντας τον κύριο δρόμο από δεξιά προς αριστερά σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου. Πριν προλάβουν να βγουν από το δρόμο το αυτοκίνητο κτύπησε με το αριστερό μπροστινό του μέρος στο φανάρι, το καροτσάκι και την ίδια στιγμή κτύπησε και τη Βουλγάρα. Από το κτύπημα το καροτσάκι έπεσε στο χωράφι που βρισκόταν ο ίδιος, η Μαρίκα έφυγε από το καροτσάκι και έφυγε από την άκρια του δρόμου ενώ η Βουλγάρα εκτινάχθηκε στο καπό του αυτοκινήτου, μετά στον ανεμοθώρακα και ακολούθως έπεσε αριστερά στο δρόμο. Το αυτοκίνητο σταμάτησε λίγο πιο κάτω. Είπε στο Λοΐζο να τηλεφωνήσει στην αστυνομία και ο ίδιος πήγε κοντά στις τραυματίες. Έμεινε στο μέρος μέχρι που ήλθε η αστυνομία. Στις 4.5.09 μετέβη μαζί με τον Λοχία 4231 στο σημείο του δυστυχήματος, του έδειξε το σημείο που βρισκόταν και τα σημεία που κτυπήθηκαν οι πεζές τα οποία ο Μ.Κ.1 τοποθέτησε στο σχέδιο. Ανέφερε επίσης ότι, πέραν του ότι η ορατότητα του από το σημείο που βρισκόταν ήταν απρόσκοπτη αφού δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο στο δρόμο, ο ίδιος βρισκόταν επίσης πάνω στο τρακτέρ με αποτέλεσμα η ορατότητα του να είναι ακόμη καλύτερη. Ρωτήθηκε κατά πόσο τη δεδομένη στιγμή υπήρχε και ένα όχημα τύπου βαν στο δρόμο, ως ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, απαντώντας αρνητικά και επανέλαβε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, ανέφερε επίσης ότι την ώρα που άκουσε τα στόπερ και γύρισε και είδε το αυτοκίνητο αυτό δεν βρισκόταν μακριά από τον ίδιο και ότι είδε τη Βουλγάρα να σπρώχνει το καροτσάκι στο δρόμο, και όταν ρωτήθηκε να περιγράψει τον τρόπο που αυτή κινείτο απάντησε «εβούραν». Ο εν λόγω μάρτυρας αντεξετάστηκε επίμονα από το συνήγορο του κατηγορούμενου τόσο εν σχέση με τη θέση του ότι από το σημείο που βρισκόταν η ορατότητα του ήταν πολύ καλή και απρόσκοπτη, όσο και για τη θέση του ότι δεν υπήρχε κανένα άλλο αυτοκίνητο στο δρόμο, και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του αυτές παρά τις περί αντιθέτου υποβολές. Δέχτηκε ότι γνώριζε τη Μαρίκα και την οικογένεια της αλλά αρνήθηκε την υποβολή ότι ήλθε στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει με σκοπό να βοηθήσει την οικογένεια της Μαρίκας. Θέση του ήταν ότι η Βουλγάρα σπρώχνοντας το αναπηρικό καροτσάκι είχε ήδη διασταυρώσει την μία από τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας και είχε επίσης καλύψει την μισή απόσταση της άλλης λωρίδας κυκλοφορίας, όταν κτυπήθηκαν από το όχημα του κατηγορούμενου. Εκ πλευράς Κατηγορούσας Αρχής έδωσε μαρτυρία και ο Υπ/μος Χάρης Ευριπίδου, Μ.Κ.7, ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο έκθεση, Τεκ. 14, σε σχέση με τα προσόντα και την εμπειρογνωμοσύνη του, καθώς και κάποια δεδομένα για τη χρήση της συσκευής 'Skidman'. Ο Μ.Κ.7 ανέφερε ότι έχει εκπαιδευθεί στη χρήση των συσκευών 'Skidman' και ότι είναι και ο ίδιος εκπαιδευτής άλλων συναδέλφων του στην Αστυνομική Ακαδημία για τη χρήση της εν λόγω μηχανής. Η κύρια εξειδίκευση του είναι η διερεύνηση και αναπαράσταση οδικών τροχαίων δυστυχημάτων. Σε ότι αφορά τη συσκευή 'Skidman' η οποία χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί ο συντελεστής τριβής του οδοστρώματος σε περιπτώσεις τροχαίων δυστυχημάτων, ανέφερε ότι στα αποτελέσματα που δίνει υπάρχει πιθανότητα λάθους μέχρι 2%. Για να γίνει ορθή χρήση της συσκευής θα πρέπει πρώτα να ελεγχθεί ότι η συσκευή είναι βαθμονομημένη και πρέπει να χρησιμοποιηθεί κάτω από τις ίδιες συνθήκες που έγινε το δυστύχημα, στον ίδιο χώρο που έγινε το δυστύχημα και να γίνουν τουλάχιστο 2 δοκιμές. Το αποτέλεσμα που χρησιμοποιείται για τους περαιτέρω υπολογισμούς είναι αυτό με τη χαμηλότερη ένδειξη. Ιδανικά θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη δοκιμή το ίδιο όχημα που ενεπλάκη στο δυστύχημα αλλά επειδή αυτό είναι σχεδόν πάντα ανέφικτο μπορεί να χρησιμοποιηθεί άλλο όχημα παρόμοιου τύπου και τα αποτελέσματα να είναι το ίδιο αξιόπιστα. Ανέφερε ότι δεν επηρεάζει τη μέτρηση το εμβαδό των τριβομένων επιφανειών ούτε το βάρος των οχημάτων αλλά ούτε και η ταχύτητα. Η τριβή εξαρτάται από τη φύση των τριβομένων επιφανειών και αν η δοκιμή πραγματοποιηθεί στον ίδιο χώρο, υπό τις ίδιες συνθήκες, χρησιμοποιηθεί όχημα του ιδίου τύπου και η κατάσταση των ελαστικών είναι η ίδια, τότε ο συντελεστής τριβής δεν θα διαφέρει. Εξήγησε επίσης ότι αν η συσκευή 'Skidman' δεν είναι ορθά βαθμονομημένη ή αν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα, η ίδια η μηχανή δεν επιτρέπει στον χειριστή να συνεχίσει τη δοκιμή σε τέτοια περίπτωση. Δέχτηκε ότι η θερμοκρασία παίζει κάποιο ρόλο στις μετρήσεις και ανέφερε ότι είναι πιο ορθό η δοκιμή με τη συσκευή 'Skidman' να γίνεται όσο πιο κοντά χρονολογικά γίνεται στην ημέρα του δυστυχήματος και περίπου τις ίδιες ώρες. Σε σχέση με το χρόνο αντίδρασης του μέσου συνετού οδηγού ανέφερε ότι οι παγκόσμιες στατιστικές δίνουν από 1,5 μέχρι 2 δευτερόλεπτα ως το χρόνο αυτό. Εξήγησε ότι μπορεί ο χρόνος των 2 δευτερολέπτων να αυξηθεί περαιτέρω αν υπάρχουν συγκεκριμένα και ειδικά δεδομένα που ισχύουν. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με το συνήγορο υπεράσπισης ότι ένα πρόσωπο προχωρημένης ηλικίας αναμένεται να χρειάζεται μεγαλύτερο χρόνο αντίδρασης από ένα νεαρό οδηγό. Επέμενε όμως ότι ο χρόνος των 2 δευτερολέπτων είναι ο ορθός χρόνος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκτός αν υπάρχουν ειδικά δεδομένα που να δικαιολογούν μεγαλύτερο χρόνο. Παρέμεινε αμετάβλητος σε αυτή του τη θέση παρά τις έντονες υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τα πιο πρόσφατα συγγράμματα αναφέρουν ότι ο χρόνος αντίδρασης μπορεί να είναι μέχρι και 3 δευτερόλεπτα, επιμένοντας ότι μόνο αν υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι θα χρησιμοποιηθεί ο χρόνος πέραν των 2 δευτερολέπτων. Επανέλαβε τη θέση του ότι αν η συσκευή 'Skidman' έχει οποιοδήποτε πρόβλημα λειτουργίας ή απορυθμιστεί τότε δεν θα επιτρέψει στον χειριστή της να ολοκληρώσει τη δοκιμή του. Συμφώνησε ότι εφόσον είναι καλύτερα να χρησιμοποιείται το όχημα το οποίο ενεπλάκη στο δυστύχημα, στην υπό εξέταση περίπτωση θα ήταν ορθότερο πριν να γίνει ο έλεγχος να διερευνηθεί κατά πόσο το όχημα που ενεπλάκη στο δυστύχημα είναι διαθέσιμο για να γίνει ο έλεγχος, συμφωνώντας μεν ότι είναι πιο αξιόπιστα τα ευρήματα αν χρησιμοποιηθεί το ίδιο όχημα επαναλαμβάνοντας όμως δε ότι αν δεν χρησιμοποιηθεί το ίδιο όχημα η μικρή διαφορά στο συντελεστή τριβής που μπορεί να εντοπιστεί δεν θα είναι τέτοια που να αλλάξει το αποτέλεσμα. Επανέλαβε τη θέση του ότι το εμβαδό των επιφανειών που έρχονται σε επαφή δεν επηρεάζουν το συντελεστή τριβής όπως ούτε και το βάρος. Δεν επηρεάζει επίσης το είδος του ελαστικού δηλαδή κατά πόσο το ελαστικό είναι μαλακό, σκληρό, πλατύ ή στενό. Εκείνο που έχει σημασία είναι να είναι ίδιες οι συνθήκες οδοστρώματος, να μην υπάρχουν μεγάλες διαφορές στη θερμοκρασία, και η κατάσταση των ελαστικών που χρησιμοποιούνται όπως και ο τύπος του οχήματος να είναι ίδια όπως του οχήματος που είχε εμπλακεί στο δυστύχημα. Παρά τις έντονες υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης για το ότι μια σειρά παραγόντων επηρεάζουν αυτού του είδους τους έλεγχους με αποτέλεσμα αν οι συνθήκες να μην είναι οι ίδιες όπως την επίδικη ημέρα, το αυτοκίνητο να μην είναι εκείνο που είχε εμπλακεί στο δυστύχημα, αλλά και τη γενικότερη θέση ότι δεν είναι αξιόπιστα τα αποτελέσματα των ελέγχων με τον τρόπο που έχουν περιγραφεί, επέμενε σταθερά στην αρχική του θέση. Η τελευταία μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, Μ.Κ.8, ήταν η παραπονούμενη Μίνκα Αβράμοβα η οποία υιοθέτησε καταρχήν το περιεχόμενο της κατάθεσης της ημ. 24.5.
- Σύμφωνα με την κατάθεση της στις 2.5.09 λίγο μετά τις 10:00 π.μ. ξεκίνησε από το σπίτι όπου διέμενε με τη Μαρίκα Ματσιτίρη σπρώχνοντας το αναπηρικό της καροτσάκι και έφθασε στον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Περιστερώνας. Αφού πλησίασε τον κύριο δρόμο ερχόμενη από πάροδο που βρισκόταν στα δεξιά, σταμάτησε στη γωνιά του δρόμου που βρισκόταν για να ελέγξει το δρόμο. Από τα δεξιά της με κατεύθυνση προς την Περιστερώνα έρχονταν 2 αυτοκίνητα τα οποία περίμενε να περάσουν. Μετά που αυτά πέρασαν από τα δεξιά της δεν ερχόταν κανένα άλλο αυτοκίνητο ενώ από τα αριστερά της, δηλαδή με κατεύθυνση τη Λευκωσία ερχόταν ένα αυτοκίνητο το οποίο ήταν αρκετά μακριά λίγο πιο κάτω από το περίπτερο. Αφού ήταν μακριά το αυτοκίνητο άρχισε να διασταυρώνει τον κύριο δρόμο Λευκωσίας - Περιστερώνας σπρώχνοντας το αναπηρικό καροτσάκι με την Μαρίκα πάνω με σκοπό να περάσει απέναντι. Διασταύρωνε με όσο πιο γρήγορο βήμα μπορούσε και κοίταζε συνέχεια μπροστά της, δεν κοίταξε ξανά να δει αν το αυτοκίνητο ήταν μακριά. Ενώ πέρασε αρκετά τη μέση του δρόμου και πλησίασε σχεδόν για να βγει εκτός του δρόμου στην άλλη πλευρά, ξαφνικά άκουσε από τα αριστερά της φρένα αυτοκινήτου. Μετά τα φρένα δεν θυμάται τίποτε άλλο και όταν άνοιξε τα μάτια της βρισκόταν στο νοσοκομείο. Ανέφερε ότι ο Λοχίας 4231 της έδειξε και εξήγησε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Συμφώνησε με τα σημεία όπου το αυτοκίνητο κτύπησε την ίδια και την Μαρίκα αλλά δεν συμφώνησε με το σημείο 'Β' στο σχέδιο που υποδηλώνει την πορεία της και το οποίο υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο, αναφέροντας ότι δεν κατέβηκε από το πεζοδρόμιο στο δρόμο αλλά βρισκόταν στη συμβολή των δύο οδών και υπέδειξε στο Λοχία 4231 το σημείο 'Γ' ως το σημείο από το οποίο άρχισε να μπαίνει στο δρόμο. Ρωτήθηκε κατά πόσο όταν άρχισε να διασταυρώνει πέρασε οποιοδήποτε άλλο όχημα στο δρόμο και η απάντηση της ήταν αρνητική. Κατά την αντεξέταση της ρωτήθηκε κατά πόσο τα δύο μικρά αυτοκίνητα που περιέγραψε ότι υπήρχαν στο δρόμο και τα οποία περίμενε να περάσουν ήταν και τα δύο σαλούν ή ένα σαλούν και ένα βαν, και ανέφερε ότι και τα δύο ήταν σαλούν. Συμφώνησε ότι διασταύρωνε με όσο πιο γρήγορο βήμα μπορούσε επειδή είχε έγνοια για το όχημα που ερχόταν από Περιστερώνα προς Λευκωσία και συμφώνησε επίσης ότι βιαζόταν να διασταυρώσει. Αρνήθηκε όμως την υποβολή ότι έτρεχε. Ανέφερε ότι κοίταξε δύο φορές στο δρόμο και αντελήφθη το όχημα του κατηγορουμένου, η πρώτη φορά ήταν όταν το αυτοκίνητο βρισκόταν πιο μακριά από το περίπτερο και μετά όταν βρισκόταν κοντά στο περίπτερο, και της υποβλήθηκε ότι στην κατάθεση της την οποία έδωσε όταν τα γεγονότα ήταν πολύ πιο φρέσκα στο μυαλό της ανέφερε ότι μόνο μία φορά κοίταξε το δρόμο. Συμφώνησε ότι στην κατάθεση της όντως έτσι λέγει αλλά ισχυρίστηκε ότι όσα ανέφερε στο Δικαστήριο είναι αλήθεια δηλαδή ότι κοίταξε το δρόμο δύο φορές. Της υπεβλήθη επίσης ότι όταν είδε το αυτοκίνητο να έρχεται από το περίπτερο και αφού πέρασαν τα δύο αυτοκίνητα που έρχονταν από τη Λευκωσία έτρεξε να διασταυρώσει για να προλάβει το αυτοκίνητο που ερχόταν από Περιστερώνα και συμφώνησε ότι έτσι έγινε, βιαζόταν να διασταυρώσει. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου και η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν εκ συμφώνου την έκθεση της Ιατροδικαστή Δρ. Ε. Αντωνίου σύμφωνα με την οποία ο θάνατος της Μαρίκας Ματσιτίρη οφείλεται σε πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Όπως έχει αναφερθεί και προηγουμένως μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή δεν υποβλήθηκε εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορούμενου αίτημα για αθώωση του κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό λόγω μη απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του, και αφού το Δικαστήριο εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να υιοθετήσει χωρίς όρκο τις δύο καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία, τεκμήρια 4 και
- Η πρώτη του κατάθεση λήφθηκε στις 2.5.09 δηλαδή την ημέρα του δυστυχήματος λίγες μόνο ώρες μετά το επίδικο δυστύχημα και ήταν ανακριτική. Σημειώνω ότι ο εξεταστής της υπόθεσης άρχισε να λαμβάνει ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο παρά τη θέση του ότι θέλει να συμβουλευθεί το δικηγόρο του και μετά να δώσει κατάθεση. Σύμφωνα με αυτή ο κατηγορούμενος την επίδικη ημέρα μαζί με τη σύζυγο του βρισκόντουσαν στο αυτοκίνητο ΕΡΥ901 το οποίο οδηγούσε ο ίδιος και πήγαιναν από το χωριό τους τη Γαλάτα στο σπίτι της κόρης του στη Λευκωσία. Στο σημείο αυτό διακόπηκε η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου αφού παρουσιάστηκε ο δικηγόρος του και μετά από μία ώρα περίπου συνέχισε η λήψη της κατάθεσης του κατηγορούμενου μετά που είχε συμβουλευθεί τον δικηγόρο του. Όπως αναφέρει ο κατηγορούμενος γύρω στις 10:30 π.μ. βρισκόταν στον κύριο δρόμο στο Ακάκι με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Η τροχαία κίνηση προς Λευκωσία ήταν αραιή ενώ ήταν αρκετή με κατεύθυνση προς το Τρόοδος. Τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του φορούσαν τη ζώνη ασφαλείας τους, η ταχύτητα του ήταν περίπου 55-60 ΧΑΩ και ακολουθούσε ευθεία πορεία χωρίς τίποτε να εμποδίζει την ορατότητα του προς τα μπροστά. Ενώ προχωρούσε από την αντίθετη κατεύθυνση διακινούνταν συνεχώς αυτοκίνητα όταν, πίσω από ένα ψηλό αυτοκίνητο του οποίου δεν είδε ούτε το χρώμα ούτε τον αριθμό, φάνηκε ένα καροτσάκι στη μέση του δρόμου το οποίο έσπρωχνε μία γυναίκα. Όταν είδε για πρώτη φορά το καροτσάκι βρισκόταν περίπου 15 με 20μ μπροστά του και πάτησε αμέσως τα στόπερ του αυτοκινήτου του αλλά πριν σταματήσει κτύπησε με το αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του το καροτσάκι και την κοπέλα που το έσπρωχνε. Όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο του κατέβηκε και είδε μια γυναίκα πεσμένη στον όχτο έξω από το δρόμο και το καροτσάκι μέσα στο χωράφι αριστερά ως η πορεία του. Μαζεύτηκε αρκετός κόσμος και ήλθε η αστυνομία και ασθενοφόρο. Το ασθενοφόρο παρέλαβε τις δύο γυναίκες και έφυγε ενώ ο ίδιος υπεβλήθη σε έλεγχο αλκοτέστ με ένδειξη '0' όπως του είπαν. Η αστυνομία στην παρουσία του έκανε ένα πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και σημείωσε τα σημεία που ο ίδιος υπέδειξε. Με το σχέδιο το οποίο του υπεδείχθη και εξηγήθηκε στο σταθμό συμφώνησε. Αναφέρει επίσης ότι ενώ είχε πατημένα τα στόπερ του αυτοκινήτου του, κτύπησε το καροτσάκι και τη γυναίκα, και αμέσως μετά έσπασε το μπροστινό γυαλί του αυτοκινήτου του, δεν ξέρει γιατί, και ακολούθως πήγε λίγο αριστερά και σταμάτησε στην αριστερή άκρη του δρόμου. Σε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση που έδωσε στις 10.5.09 ανέφερε ότι όταν είδε τη γυναίκα που έσπρωχνε το καρότσι για πρώτη φορά ήταν λίγο πριν να φθάσουν στο κέντρο του δρόμου και διασταύρωναν από δεξιά προς αριστερά ως η δική του πορεία, όταν έφθασαν στο κέντρο του δρόμου η γυναίκα που έσπρωχνε το καροτσάκι δεν σταμάτησε αλλά συνέχισε να διασταυρώνει σπρώχνοντας με δύναμη το καροτσάκι χωρίς να κοιτάζει προς το μέρος του. Ο ίδιος πάτησε αμέσως τα στόπερ για να προλάβει η γυναίκα να φύγει αλλά δεν τα κατάφερε. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας και ως γνώμονα τις παραμέτρους που η νομολογία έχει καθορίσει για το θέμα αυτό, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθεί ενώ έδιδαν την δια ζώσης μαρτυρία τους. Σε ότι αφορά τους αστυνομικούς και συγκεκριμένα τους ΜΚ1, 2, 3 και 4 είναι η γενική μου θέση ότι έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια, σεβόμενοι τον όρκο τους, και χωρίς να προσπαθούν να υπεκφύγουν ή να παρουσιάσουν γεγονότα και μαρτυρία άλλη από αυτή που ενέπιπτε στο πραγματικό πεδίο γνώσης τους. Απαντούσαν τόσο τις ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και του συνηγόρου του κατηγορούμενου με καθαρότητα, σαφήνεια και αμεσότητα. Σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησαν να παρουσιάσουν θέματα εκτός του πεδίου γνώσης τους ή να αλλοιώσουν οποιοδήποτε από τα ευρήματα ή τις ενέργειες τους έστω και αν καταδείχτηκαν στο τέλος της ημέρας αδυναμίες στον τρόπο με τον οποίο είχαν καταλήξει σε ευρήματα. Ειδικότερα ο Μ.Κ.1 έχει αναφέρει στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια σε σχέση με τις ενέργειες του ως εξεταστής του δυστυχήματος χωρίς να παραλείψει να αναφέρει στοιχεία ή δεδομένα τα οποία οδήγησαν την πλευρά του κατηγορούμενου να σχολιάσει για αδυναμία ή μη ακρίβεια των δεδομένων και ή των μεθόδων που ακολουθήθηκαν. Ως τέτοια παραδείγματα αναφέρω τον τρόπο με τον οποίο μετρήθηκε η απόσταση που διένυσαν η παραπονούμενη και το θύμα, και τη μέθοδο 'αναπαράστασης' που χρησιμοποιήθηκε δηλαδή αναπηρικό καροτσάκι του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών του Γ.Ν.Λ. και οι δύο γυναίκες αστυφύλακες περίπου του ίδιου σωματότυπου με την παραπονούμενη και το θύμα. Άλλο σημείο αδυναμίας στην εν λόγω μαρτυρία, το οποίο αφορά τον Μ.Κ.1 ως εξεταστή του δυστυχήματος είναι το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκε στους διάφορους ελέγχους που έγιναν το όχημα του κατηγορούμενου το οποίο ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση όπως έχει αναφέρει και ο Μ.Κ.4, αλλά ένα όχημα της αστυνομίας ιδίου τύπου. Παρόλα τα πιο πάνω είναι η θέση μου όπως έχω αναφέρει και προηγουμένως ότι ο Μ.Κ.1 είναι μάρτυρας της αλήθειας, οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε για τις διάφορες μετρήσεις του αλλά και οι οδηγίες που έδωσε σε άλλους συναδέλφους του στα πλαίσια του καθήκοντος διερεύνησης του δυστυχήματος ως εξεταστής του έχουν εξηγηθεί με σαφήνεια και καθαρότητα από τον ίδιο στο Δικαστήριο και έτσι θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στα ευρήματα του. Ο Μ.Κ.2 επίσης έχει πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των όσων έχει αναφέρει, και δέχομαι ότι λανθασμένα έχει αναφέρει ότι οι έλεγχοι με τη συσκευή 'Skidman' έχουν διενεργηθεί σε άλλη ημερομηνία, και συγκεκριμένα στις 22.6.09, ενώ η πραγματική ημερομηνία που έχουν γίνει οι έλεγχοι ήταν η 10.5.09 ως αναφέρεται στα έντυπα που έχουν εκδοθεί από τη συσκευή 'Skidman' και τα οποία περιέχονται στο Τεκ.
- Δέχομαι επίσης τα όσα έχει αναφέρει σε σχέση με την ορθή λειτουργία της συσκευής τη δεδομένη ημέρα, και τα προσόντα του και την εμπειρογνωμοσύνη του να διενεργήσει τους εν λόγω ελέγχους. Η θέση του για τους παράγοντες που επηρεάζουν τον έλεγχο για να βρεθεί ο συντελεστής τριβής, η οποία έχει ενισχυθεί από τη μαρτυρία του Μ.Κ.7, φαίνεται να αφήνει ορατό το ενδεχόμενο μικρής απόκλισης στις μετρήσεις που έγιναν, δέχομαι όμως την βασική του θέση ότι οι μετρήσεις αυτές δεν επηρεάζουν ουσιωδώς το τελικό αποτέλεσμα. Θετική όπως έχω ήδη αναφέρει είναι η άποψη μου και για τον Μ.Κ.3 ο οποίος έχει από την αρχή παραδεχθεί ότι όλη η εργασία την οποία έκανε για το υπό εξέταση δυστύχημα ήταν μετά από τις συγκεκριμένες οδηγίες του εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ.1 και με βάση τα δεδομένα που τον είχε εφοδιάσει, δηλαδή τα ευρήματα του Μ.Κ.2 σε ότι αφορά την ταχύτητα και τις μετρήσεις του Μ.Κ.1 για το χρόνο που χρειάστηκαν οι πεζές να διανύσουν την απόσταση από την άκρη του δρόμου μέχρι το σημείο 'Χ'. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν δίστασε να συμφωνήσει με τον συνήγορο του κατηγορούμενου ότι οποιαδήποτε διαφοροποίηση στα ευρήματα των συναδέλφων του επηρεάζει και τα δικά του αποτελέσματα. Ο Μ.Κ.4 ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε καθόλου, οι ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν μάλλον διευκρινιστικής φύσης, και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Σε ότι αφορά τον Μ.Κ.7 Υπαστυνόμο Χάρη Ευριπίδου, η Κατηγορούσα Αρχή τον έχει καλέσει ως εμπειρογνώμονα. Ο κ. Γεωργίου είχε αναφέρει ότι δεν αμφισβητεί την εμπειρογνωμοσύνη του αλλά παραμένει καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει, με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας, κατά πόσο όντως ο εν λόγω μάρτυρας μπορεί να κριθεί ως εμπειρογνώμονας. Σε σχέση με το θέμα αυτό το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη νομολογία, σε πρώτο στάδιο πρέπει να αξιολογήσει τα ενώπιον του στοιχεία και να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο κάποιος μάρτυρας με βάση τα προσόντα και την εμπειρία του, όπως έχουν παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί ως εμπειρογνώμονας. Αυτό το Δικαστήριο μπορεί να το κρίνει μετά που ο κάθε μάρτυρας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία ακαδημαϊκά και επιστημονικά του προσόντα αλλά και στην παράθεση της πραγματικής του εμπειρίας. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Fairways (Limassol) Limited v. Α. Πέτσα & Υιών Λτδ
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1387. Σύμφωνα επίσης με την πλούσια νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος, η αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων εδράζεται στις ίδιες αρχές με τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες και των κοινών μαρτύρων. Παραπέμπω στις αποφάσεις Κίτση ν. Γεν. Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. (Πολ. Έφ. 10616 ημερομηνίας 20.7.01) αλλά και στην Ποινική Έφεση 6877, Ψάλτη ν. Αστυνομίας ημερομηνίας 1.3.
- Συγκεκριμένα, στην Πιττάλη κ.α. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.α. Πολ. Έφ. 8983 ημερομηνίας 11.7.97, αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Στην ίδια υπόθεση έχει λεχθεί ότι: «Οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκον να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι που να μπορεί ο Δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία». Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην υπόθεση Ξένια Ιωσήφ Μελά ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Πολ. Εφ. 11423, ημερομηνίας 9.12.03 όπου έχει αναφερθεί ότι: «Οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκον να δώσουν τα αναγκαία κριτήρια για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη μαρτυρία και να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Κατά κανόνα η μαρτυρία εμπειρογνώμονα θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα». Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές που η νομολογία έχει καθορίσει, τα προσόντα του Μ.Κ.7 όπως έχουν αναφερθεί στο Δικαστήριο από τον ίδιο αλλά και, λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία του τόσο στην αναπαράσταση δυστυχημάτων αλλά και στην εξέταση δυστυχημάτων με τη χρήση συσκευών 'Skidman', καταλήγω με ασφάλεια στο εύρημα ότι όντως ο Μ.Κ.7 είναι εμπειρογνώμονας στα θέματα που έχει δώσει μαρτυρία. Δέχομαι τη θέση του ότι η συσκευή 'Skidman' δεν επιτρέπει στον χειριστή της να ολοκληρώσει ένα έλεγχο, και δεν εκδίδει αποτέλεσμα, εκτός αν είναι σωστά βαθμονομημένη και γίνονται σε αυτή οι απαραίτητοι έλεγχοι. Δέχομαι επίσης τη θέση του ότι, για να μπορέσει να βρεθεί ο συντελεστής τριβής με βάση τη μηχανή 'Skidman', είναι ορθότερο, πιο ακριβές και ασφαλές το αποτέλεσμα αν χρησιμοποιηθεί το όχημα το οποίο είχε εμπλακεί στο δυστύχημα. Αυτό όμως δεν εξουδετερώνει τη θέση ότι, σε περιπτώσεις που το ίδιο όχημα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, τότε ο έλεγχος που διενεργείται με όχημα ιδίου τύπου και με την ίδια κατάσταση ελαστικών, όπως του συγκεκριμένου οχήματος, μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματικός, και το αποτέλεσμα του να είναι τέτοιο που με ασφάλεια κάποιος να μπορεί να στηριχθεί σε αυτό, νοουμένου ότι και οι συνθήκες του οδοστρώματος αλλά και οι καιρικές συνθήκες είναι παρόμοιες με αυτές του δυστυχήματος. Σε ότι αφορά το θέμα του χρόνου που διεθνώς δίνεται σαν χρόνος αντίδρασης του μέσου συνετού οδηγού, ουσιαστικά δεν υπήρξε αμφισβήτηση ότι ο χρόνος αυτός διεθνώς κυμαίνεται από 1,5 μέχρι 2 δευτερόλεπτα ανάλογα με τις περιστάσεις και συνθήκες του οδηγού. Δέχτηκε την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο χρόνος των 2 δευτερολέπτων μπορεί να επιμηκυνθεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις χωρίς όμως να δεχθεί την εισήγηση ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της ηλικίας του κατηγορούμενου, ο χρόνος θα μπορούσε να αυξηθεί στα 3 δευτερόλεπτα. Σε ότι αφορά τον Μ.Κ.5 θεωρώ ότι τόσο ο ίδιος αλλά και ο Μ.Κ.6 έχουν αναφέρει την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τις συνθήκες της τροχαίας κίνησης στο συγκεκριμένο δρόμο την ώρα του δυστυχήματος. Ο Μ.Κ.5 ανέφερε εξαρχής ότι δεν έχει δει τον τρόπο με τον οποίο έγινε η σύγκρουση αφού όταν κοίταξε προς το σημείο του δυστυχήματος η σύγκρουση είχε ήδη επέλθει, και αντιλήφθηκε την παραπονούμενη να κυλά στο δρόμο. Δέχομαι τη μαρτυρία του τόσο σε ότι αφορά τη θέση του ότι η τροχαία κίνηση ήταν αραιή αλλά και το γεγονός ότι από το σημείο που βρισκόταν είχε απρόσκοπτη ορατότητα προς το σημείο του δυστυχήματος, αλλά και για την ορατότητα του συγκεκριμένου δρόμου από την κατεύθυνση του κατηγορουμένου. Οι θέσεις του εν λόγω μάρτυρα παρέμειναν σταθερές και αμετάβλητες παρά την επίμονη αντεξέταση του, και την προσπάθεια του συνηγόρου υπεράσπισης να αντικρούσει τις θέσεις του υποβάλλοντας ότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή, αλλά και ότι η ορατότητα παρεμποδίζεται από ελαιόδεντρα που υπάρχουν στην άκρη του δρόμου. Τα δύο αυτά σημεία αποτέλεσαν και τον άξονα της έντονης αντεξέτασης του Μ.Κ.6 ο οποίος επίσης σταθερά επέμενε ότι η τροχαία κίνηση στο δρόμο την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα ήταν αραιή, ότι από το σημείο που βρισκόταν ο ίδιος μαζί με τον Μ.Κ.5 έβλεπαν καθαρά το σημείο του δυστυχήματος, και ότι η ορατότητα ενός οδηγού με κατεύθυνση από Τρόοδος προς Λευκωσία ήταν απρόσκοπτη και χωρίς να φράσσεται από φυσικά εμπόδια. Σε ότι αφορά την παραπονούμενη, Μ.Κ.8 της οποίας η μαρτυρία ήταν η πλέον σημαντική εφόσον είναι η μόνη μάρτυρας που είχε άμεση εμπλοκή στο δυστύχημα, θεωρώ ότι στην κατάθεση της που έχει δώσει στην αστυνομία Τεκ. 13(Α) έχει αναφέρει την αλήθεια σε σχέση τόσο με το σημείο από το οποίο άρχισε να διασταυρώνει σπρώχνοντας το καροτσάκι, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο διασταύρωνε δηλαδή έχοντας αντιληφθεί την παρουσία του κατηγορουμένου στο δρόμο, θεωρώντας ότι η απόσταση στην οποία βρισκόταν ήταν μακρινή και μπορούσε με ασφάλεια να διασταυρώσει το δρόμο, και ότι άρχισε να διασταυρώνει με πολύ γρήγορο βήμα κοιτάζοντας κατευθείαν μπροστά της χωρίς να ξανακοιτάξει το δρόμο για να δει πόσο μακριά ή κοντά βρισκόταν το όχημα του κατηγορουμένου. Θεωρώ ότι η θέση της την οποία μόνο στο Δικαστήριο ανέφερε, και όχι στη γραπτή της κατάθεση, ότι ήταν δύο φορές που κοίταξε το δρόμο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αλλά αντίθετα αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη και ανακατασκευή της μαρτυρίας της για να βοηθήσει τον εαυτό της. Ο κατηγορούμενος όπως έχω ήδη αναφέρει επέλεξε να δώσει ανώμοτη δήλωση. Σύμφωνα με τη νομολογία από αυτή του την επιλογή το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάγει κανένα συμπέρασμα για την ενοχή του. Η αξία που δίδεται στην ανώμοτη μαρτυρία του κατηγορούμενου έχει και αυτή τη σημασία της με βάση τα ερωτηματικά που παραμένουν στο μυαλό του Δικαστηρίου σε ότι αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, με βάση και τα παραδεκτά γεγονότα, τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου: · Στις 2.5.09 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο ΕΡΥ901 με συνοδηγό τη σύζυγο του στη λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου στο Ακάκι με κατεύθυνση από Τρόοδος προς Λευκωσία. · Η 2.5.09 ήταν ημέρα Σάββατο και την ώρα που ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στη λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου που ήταν περίπου η ώρα 10:30 π.μ. δεν υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση στο δρόμο, υπήρχε αραιή τροχαία κίνηση με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Τρόοδος αλλά καθόλου κίνηση προς την κατεύθυνση που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. · Ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ξηρή, ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος και υπάρχουν 2 λωρίδες κυκλοφορίας μία για κάθε κατεύθυνση οι οποίες χωρίζονται στη μέση με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. · Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας 65 ΧΑΩ. · Η ορατότητα τόσο προς την κατεύθυνση που οδηγούσε ο κατηγορούμενος αλλά και από την αντίθετη κατεύθυνση ήταν πολύ καλή πέραν των 100μ και δεν φράσσεται από οποιοδήποτε εμπόδιο, κάποια δέντρα που είναι φυτεμένα σε παρακείμενα χωράφια και κοντά στην άκρη του δρόμου δεν επηρεάζουν την ορατότητα των οδηγών. · Η παραπονούμενη η οποία είναι Βουλγαρικής καταγωγής και βρισκόταν στην Κύπρο και εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στο σπίτι της Μαρίκας Ματσιτίρη την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, βγήκε βόλτα σπρώχνοντας το αναπηρικό καροτσάκι εντός του οποίου καθόταν το θύμα και πρόθεση τους ήταν εξερχόμενες από την οδό Λυκαβηττού να διασταυρώσουν τη λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου. · Παραπονούμενη και θύμα σταμάτησαν στη γωνία του δρόμου της οδού Λυκαβηττού με τη Γρηγόρη Αυξεντίου και ακολούθως ακολουθώντας την πορεία 'Γ' ως φαίνεται στο Τεκ. 3, άρχισαν να διασταυρώνουν τη λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου όταν λίγο πριν να ολοκληρώσουν την πρόθεση τους συγκρούστηκαν με το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος στα σημεία 'Χ' και 'Χ1' επί του Τεκ.
- · Συνέπεια του δυστυχήματος ήταν ο σοβαρός τραυματισμός της παραπονούμενης και ο θανάσιμος τραυματισμός της Μαρίκας Ματσιτίρη λόγω πολυτραυματισμού συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, ως ήταν το πόρισμα της ιατροδικαστή Δρ. Ελένης Αντωνίου μετά από τη νεκροψία που έγινε στη σωρό της αποβιώσασας στις 4.5.
- · Την στιγμή του δυστυχήματος δεν υπήρχε κανένα άλλο όχημα στο δρόμο πλην του οχήματος του κατηγορούμενου το οποίο να κινείται στην κατεύθυνση που αυτός ακολουθούσε, ενώ από την αντίθετη κατεύθυνση αμέσως πριν να πραγματοποιήσουν την πρόθεση τους οι πεζές πέρασαν 2 αυτοκίνητα. · Δεξιά σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου υπάρχει ασφάλτινο παγκέτο και αριστερά ασφάλτινο και χωμάτινο παγκέτο. · Δεν υπάρχει υψομετρική διαφορά μεταξύ ασφάλτινου και χωμάτινου παγκέτου. · Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας της λεωφ. Γρηγόρη Αυξεντίου έχουν πλάτος 3μ έκαστη. · Το σημείο 'Χ' που είναι το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη απέχει 10,5μ από την άκρη του δρόμου ενώ 50εκ πιο μπροστά στα 11μ ήταν το σημείο σύγκρουσης του κατηγορούμενου με το θύμα. · Σύμφωνα με τις μετρήσεις που έγιναν παραπονούμενη και θύμα διένυσαν απόσταση 6,90μ μέσα στο δρόμο μέχρι που κτυπήθηκαν από το όχημα του κατηγορούμενου. · Στη σκηνή του δυστυχήματος εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος ΕΡΥ901 συνολικού μήκους 34,60μ. Συγκεκριμένα 23,60μ εντοπίστηκαν πριν το σημείο σύγκρουσης και 11μ μετά μέχρι το σημείο που ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο. · Σύμφωνα με τις μετρήσεις του Λοχία 4231 η πεζή και το θύμα χρειάστηκαν χρόνο 4,10 δευτερόλεπτα για να διανύσουν την απόσταση από την άκρη του δρόμου μέχρι του σημείο σύγκρουσης. · Σύμφωνα με τους έλεγχους που έκανε ο Μ.Κ.2 Στ. Ορφανίδης ο συντελεστής τριβής του δρόμου ήταν 0,740g και η ελάχιστη ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου πριν αρχίσει την τροχοπέδηση ήταν 80 ΧΑΩ. · Η μηχανή 'Skidman' η οποία χρησιμοποιήθηκε από τον Μ.Κ.2 ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση, ορθά συντηρημένη και βαθμονομημένη και μετά από τη σωστή χρήση της από τον Μ.Κ.2 εξέδωσε δύο αποτελέσματα στις δύο δοκιμές που έγιναν και χρησιμοποιήθηκε εκείνο που ήταν πιο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο. · Κατά τους έλεγχους για να εξευρεθούν συντελεστής τριβής και ακολούθως η ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου δεν χρησιμοποιήθηκε το όχημα του κατηγορούμενου παρά το ότι ήταν διαθέσιμο και σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση αλλά άλλο υπηρεσιακό αυτοκίνητο του ίδιου τύπου με το όχημα του κατηγορούμενου του οποίου τα ελαστικά ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση όπως και τα ελαστικά του οχήματος του κατηγορούμενου. · Σύμφωνα με τις εξειδικευμένες εξετάσεις στις οποίες προέβη ο Μ.Κ.3 Μιχάλης Σκούλλος οι οποίες βασίστηκαν εξολοκλήρου στις μετρήσεις και υπολογισμούς που έγιναν από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, όταν η πεζή με το καρότσι άρχισαν να μπαίνουν στο δρόμο το όχημα του κατηγορούμενου ήταν 85.424μ πίσω από το σημείο σύγκρουσης και ο κατηγορούμενος είδε τον κίνδυνο και άρχισε να αντιδρά στα 57,20μ δηλαδή είχε 28.284μ καθυστερημένη αντίληψη. · Με βάση την ηλικία του κατηγορούμενου και λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς στατιστικές για το χρόνο αντίδρασης του μέσου συνετού οδηγού, ο χρόνος αντίδρασης του κατηγορούμενου δεν ήταν υπερβολικός και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ότι αντίδρασε ικανοποιητικά. · Η παραπονούμενη αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορούμενου στο δρόμο, θεώρησε ότι βρισκόταν σε ικανοποιητικά μακρινή απόσταση, και έτσι άρχισε την πρόθεση της να διασταυρώνει το δρόμο περιπατώντας με πολύ γρήγορο βήμα και σπρώχνοντας ταυτόχρονα το αναπηρικό καρότσι στο οποίο βρισκόταν το θύμα χωρίς σε καμία περίπτωση να κοιτάξει ξανά προς την πλευρά που ερχόταν το αυτοκίνητο και/ή προς την αντίθετη πλευρά και χωρίς να σταματήσει καθόλου. Διατήρησε συνεχώς το ίδιο έντονο και γρήγορο ρυθμό βαδίσματος που ήταν σχεδόν τροχάδην. · Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση και δεν παρουσίαζε κανένα μηχανικό πρόβλημα πριν από το δυστύχημα. Τα ελαστικά του ήταν σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. · Οι ζημιές στο όχημα του κατηγορούμενου ήταν στο μπροστινό μέρος και συγκεκριμένα έσπασε το αριστερό μπροστινό φανάρι, στράβωσε το αριστερό μπροστινό φτερό, δέχτηκε κάθετο κτύπημα το καπό και έσπασε ολόκληρος ο ανεμοθώρακας με εξωτερική φορά προς το εσωτερικό του. · Το κτύπημα στον ανεμοθώρακα έγινε από την παραπονούμενη η οποία έσπρωχνε το αναπηρικό καροτσάκι. · Το καροτσάκι δέχτηκε κτύπημα στο πίσω μέρος του αριστερού τροχού του με αποτέλεσμα να στραβώσει ο τροχός. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με βάση τα πιο πάνω, το Δικαστήριο θα πρέπει τώρα να προχωρήσει και να αξιολογήσει την οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου και να αποφασίσει κατά πόσο αυτή εμπίπτει εντός του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα όπως της αποδίδεται στην πρώτη κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες». Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το ζητούμενο είναι η απόδειξη του ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε τον θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7223 και 7224, ημερ. 22.4.2003, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6753, ημερ. 23.2.2000). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στην μία περίπτωση αναζητείται το κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνο που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, αν η ορισμένη πράξη η συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης πράξης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα σε μετάφραση από την πιο πάνω απόφαση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Όπως αναφέρθηκε, περαιτέρω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σαζός, Ποιν. Εφ. 6853, ημερ. 19.1.2001, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στην συνήθη της γραμματική έννοια, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο. Όσον αφορά στον όρο «απερίσκεπτη οδήγηση», στην R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που εμπεριέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο. Όπως αναφέρθηκε, σε σχέση με το ίδιο θέμα στην απόφαση Γενικού Εισαγγελέα ν. Αντώνη Χρυσοστόμου, Ποιν. Εφ. 7103, ημερ. 8.10.2002: «Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης του εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην οδήγηση εφόσον συζητούμε για τέτοια περίπτωση». Και πιο κάτω στην ίδια απόφαση: «Όμως, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης του αυτοκινήτου. Η απερισκεψία, ως στοιχείο τέτοιας κατηγορίας, μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ΄ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης. Παραπέμπουμε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στον Wilkinson's Road Traffic Offences 4η έκδοση παράγραφοι 1-302 και 1-307 σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου το φορτίο του να πέσει ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Αυτά, βεβαίως, υπό τη βασική προϋπόθεση της θεμελίωσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πιο πάνω και του αποτελέσματος. Όπως και στην περίπτωση άλλης νομολογίας στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1-307 του πιο πάνω συγγράμματος στην οποία, σε κατηγορία για πρόκληση θανάτου από απερίσκεπτη οδήγηση, κρίθηκε σχετική η προσαγωγή μαρτυρίας για οδήγηση από «μαθητευόμενο» οδηγό χωρίς την προβλεπόμενη επιτήρηση.» Σημειώνω, περαιτέρω, ότι, όπως έχει νομολογηθεί, θέματα που έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής (Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 161/05, ημερ. 3.3.2006). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με την ταχύτητα των 80 ΧΑΩ την ώρα της σύγκρουσης. Οδηγούσε σε ευθύ δρόμο με απρόσκοπτη και πολύ καλή ορατότητα. Όταν αντιλήφθηκε για πρώτη φορά την ύπαρξη της παραπονούμενης και του θύματος στο δρόμο, η οποία σύμφωνα με τα ευρήματα μου ως ανωτέρω είχε γίνει με κάποια καθυστέρηση, έλαβε αμέσως αποτρεπτικά μέτρα και ο χρόνος εντός του οποίου αντέδρασε ήταν ικανοποιητικός. Τα αποτρεπτικά μέτρα τα οποία έλαβε δεδομένης της μη έγκαιρης εντόπισης του κινδύνου στο δρόμο δεν κατάφεραν τελικά να είναι αποτελεσματικά με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση και να τραυματιστεί σοβαρά η παραπονούμενη και θανάσιμα το θύμα. Η παραπονούμενη είχε αντιληφθεί τον κατηγορούμενο στο δρόμο, υπολόγισε λανθασμένα, όπως εκ των υστέρων διαφάνηκε, ότι είχε αρκετό χρόνο για να διασταυρώσει και άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο πολύ γρήγορα, τροχάδην όπως συμφώνησε με το συνήγορο του κατηγορουμένου, χωρίς είτε να ξανακοιτάξει προς την πλευρά του οχήματος του κατηγορουμένου είτε να σταματήσει όταν έφθασε στη μέση του δρόμου και να ελέγξει την άλλη λωρίδα κυκλοφορίας. Αντίθετα, ως η ίδια ανέφερε, συνέχισε να κοιτάζει ευθεία μπροστά της και να διασταυρώνει γρήγορα γνωρίζοντας ότι το όχημα του κατηγορουμένου βρισκόταν στο δρόμο και κατευθυνόταν προς το μέρος της. Ένας οδηγός, σύμφωνα με την πλούσια νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος έχει καθήκον να λάβει αποτρεπτικά μέτρα όταν ο κίνδυνος εκδηλωθεί στο δρόμο. Είναι η θέση μου με βάση και την αναντίλεκτη θέση του Μ.Κ.3 Μιχάλη Σκούλλου ότι ο κατηγορούμενος αντέδρασε ικανοποιητικά όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο στο δρόμο. Αδιαμφισβήτητα, όμως, σύμφωνα με τα ευρήματα μου ανωτέρω ο κατηγορούμενος αντέδρασε με κάποια καθυστέρηση. Έχοντας όμως υπόψη μου την ερμηνεία που η νομολογία έχει δώσει στις έννοιες επικίνδυνη, αλόγιστη ή απερίσκεπτη οδήγηση, έχω την άποψη ότι σε καμία περίπτωση η οδηγική συμπεριφορά του κατηγορουμένου στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια. Είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έτρεχε με ταχύτητα 80 αντί 65 ΧΑΩ. Και πάλιν η πλούσια νομολογία καταδεικνύει ότι απλά και μόνο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε υπερβεί το όριο ταχύτητας, και προσθέτω ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η υπέρβαση δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, δεν συνηγορεί υπέρ της απόδειξης της επικίνδυνης, απερίσκεπτης ή αλόγιστης οδήγησης. Είναι η θέση μου ενόψει όλων όσων έχω αναφέρει πιο πάνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την 1η κατηγορία και συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία αυτή. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε ότι αφορά την 2η κατηγορία. Με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης και δη του ευρήματος μου ότι είναι η παραπονούμενη και ο τρόπος ο οποίος επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο που ήταν οι γενεσιουργές αιτίες του δυστυχήματος, θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι από τις περιπτώσεις που θα μπορούσε να τροποποιηθεί το κατηγορητήριο και να προστεθεί κατηγορία για αμελή οδήγηση και να καταδικάσω τον κατηγορούμενο για το αδίκημα αυτό. Σε ότι αφορά τα έξοδα της παρούσα διαδικασίας, θεωρώ ότι η ορθή διαταγή ενόψει και του αποτελέσματος της υπόθεσης είναι όπως αυτά πληρωθούν από την Κατηγορούσα Αρχή και τον κατηγορούμενο εξ΄ημισίας. (Υπ.) ................ Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο