← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βεσέλιν Βασίλεβ, Αρ. Υπόθεσης: 829/11, 16 Νοεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βεσέλιν Βασίλεβ, Αρ. Υπόθεσης: 829/11, 16 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 829/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Βεσέλιν Βασίλεβ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Νοεμβρίου, 2011. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σπ. Ευσταθίου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις πιο κάτω Κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β κατά παράβαση των άρ. 2, 3 (Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ), 6

(1)
(2), 30
(1)
(2)
(3), 31, 31Α και 6
(2)Β του Πρώτου Παραρτήματος - Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι την 27.3.2010 είχε στην κατοχή του 0.298 γραμμάρια κάνναβης. 2η Κατηγορία: Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρ. 2, 3 (Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ) 6
(1)
(2), 30
(1)
(2)
(3), 31, 31Α και 6
(2)Β του Πρώτου Παραρτήματος - Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι την 27.3.2010 είχε στην κατοχή του 18.3982 γραμμάρια κάνναβης. 3η Κατηγορία: Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των άρ. 2, 3 (Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ) 6
(1)
(2), 30
(1)
(2)
(3), 31, 31Α και 6
(2)Β του Πρώτου Παραρτήματος - Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι την 27.3.2010 είχε στην κατοχή του μία ζυγαριά μάρκας Jata Hogar στην οποία υπήρχαν ίχνη κάνναβης. Τα γεγονότα, όπως ανέφερε η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, έχουν ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων, και συγκεκριμένα ότι την 27.3.2010 και περί ώρα 19.20 οι Μ.1, 2, 3 και 4 ανέκοψαν αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Κατά την έρευνα που ακολούθησε εντοπίστηκε κάτω από την χειρολαβή του χειρόφρενου ποσότητα κάνναβης. Στην συνέχεια, στην θήκη της πόρτας του οδηγού βρέθηκε ένα τεμάχιο ημιδιαφανούς χαρτιού εντός του οποίου υπήρχε και πάλι κάνναβη. Το σύνολο της κάνναβης αυτής αναφέρεται στην 1η Κατηγορία. Δυνάμει εντάλματος έρευνας ερευνήθηκε η οικία του Κατηγορούμενου, και ο Μ.2, σε τσέπη φόρμας γυμναστικής στο υπνοδωμάτιο του Κατηγορούμενου, βρήκε ένα διαφανές σακούλι νάιλον μέσα στο οποίο υπήρχε η ποσότητα κάνναβης που αναφέρεται στην 2η Κατηγορία. Επίσης σε ντουλάπι βρέθηκε μία ζυγαριά με ίχνη κάνναβης. Σε σχέση με ολόκληρη την ποσότητα, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι είναι δική του, ενώ έδωσε και θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε. Κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «παραδέχομαι, ήταν δικό μου για δική μου χρήση». Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο κ. Ευσταθίου, αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής, έκανε αναφορά στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, προβάλλοντας την εισήγηση ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο αρίστου ήθους και διαγωγής, το οποίο ουδέποτε απασχόλησε την δικαιοσύνη. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών. Από 4 ετών εγκαταλείφθηκε από τον πατέρα του, και έκτοτε μεγάλωσε υπό την προστασία της μητέρας του, χωρίς την πατρική φροντίδα και ασφάλεια, η δε μητέρα του αναγκαζόταν να εργάζεται σε 2 διαφορετικές εργασίες. Επισήμανε επίσης την έμπρακτη μεταμέλεια του, η οποία διαφαίνεται και από την άμεση παραδοχή του στην Αστυνομία. Αποτέλεσε εισήγηση του κ. Ευσταθίου ότι η φυλάκιση σε νεαρά πρόσωπα επιβάλλεται μόνο εάν εξαντληθούν όλες οι άλλες ποινές χωρίς αποτέλεσμα. Δεδομένου ότι στον Κατηγορούμενο δεν δόθηκε οποιαδήποτε ευκαιρία, θα πρέπει να τύχει του ευεργετήματος της επιείκειας. Επεσήμανε ότι από την διάπραξη του αδικήματος έχει παρέλθει 1 ½ χρόνος, μέσα στον οποίο ο Κατηγορούμενος ζούσε με το άγχος και την αγωνία της καταδίκης, ενώ από τότε δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών. Τώρα έχει δημιουργήσει σοβαρό δεσμό, ενώ αντιλήφθηκε το κακό που έκανε στον εαυτό του και την οικογένεια του, και αποφάσισε οριστικά να επανέλθει στην κοινωνία. Ζήτησε όπως μην στιγματιστεί ο Κατηγορούμενος με ποινή φυλακίσεως, ενώ εισηγήθηκε ότι υπάρχει και κίνδυνος απώλειας της εργασίας του σε περίπτωση φυλάκισης του. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών, ενώ οι γονείς του χώρισαν όταν αυτός ήταν 4 χρονών. Εργαζόταν περιστασιακά σε διάφορες εργασίες, αφού υπηρέτησε 6 μήνες στην εθνική φρουρά, και σε περιόδους που είναι άνεργος τον στηρίζει οικονομικά η μητέρα του, η οποία είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος. Τον τελευταίο καιρό εργάζεται ως γκαρσόνι σε καφετέρια με μερική απασχόληση, και παράλληλα αποτείνεται συστηματικά στο γραφείο εργασίας για εξεύρεση εργασίας με πλήρες ωράριο. Στην ηλικία των 21 ετών άρχισε την χρήση μαριχουάνας, αλλά μετά το επίδικο περιστατικό σταμάτησε, και δεν έχει κάνει ξανά χρήση ουσιών. Δήλωσε, όμως, μετανοιωμένος που δεν πήγε να ζήσει στο Άμστερνταμ όπου η χρήση ουσιών δεν θεωρείται αδίκημα. Ανησυχεί έντονα για την ποινή που δυνατόν να του επιβληθεί. Όπως αναφέρεται στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, ποινή η οποία καταδεικνύει και την σοβαρότητα των αδικημάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β) το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνει υπ' όψιν του ως καθιστόντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό τα εξής: την ηλικία του Κατηγορούμενου, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σε αυτόν, το ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών, και το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών, το βαθμό της εξάρτησης του Κατηγορούμενου από τα ναρκωτικά, την αποδεδειγμένη μεταμέλεια του η οποία μαρτυρείται μεταξύ άλλων από την συνεργασία του με τις αρχές για δίωξη των προμηθευτών, το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του, και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε από τα περιστατικά που καθιστούν το αδίκημα σοβαρότερο δυνάμει του εδαφίου (α) του ιδίου άρθρου. Επανειλημμένα έχει λεχθεί στην Νομολογία μας ότι τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, το δε όλο θέμα έχει λάβει διαστάσεις ανησυχητικές, πράγμα που καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε και στην απόφαση Χαράλαμπος Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482, τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά «αποτελούν επικίνδυνη πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και επηρεάζουν όχι μόνο το πρόσωπο που τα διαπράττει, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο κινείται ιδιαίτερα βέβαια στο οικογενειακό του περιβάλλον». Στην υπόθεση Afroughi v. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ.174, η οποία αφορούσε κατοχή από χρήστη 22 γραμμαρίων οπίου για ιδίαν χρήση, ποινή φυλάκισης 3 ετών μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Από την Νομολογία διαφαίνεται διαφορετική αντιμετώπιση σε περιπτώσεις χρηστών από αυτές των εμπόρων ναρκωτικών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Chaer ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 585, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Lee Andrew Mortimer v. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 22, στην περίπτωση χρήστη, σε αντιδιαστολή με τις υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών, «στην αρμόζουσα ποινή δεν επιβάλλεται να προβάλλεται έντονο το στοιχείο της αποτροπής, οι δε προσωπικές περιστάσεις του συγκεκριμένου κατηγορούμενου πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Ταυτόχρονα, όμως, η ποινή πρέπει να αντανακλά την αποδοκιμασία της κοινωνίας στη διάπραξη των αδικημάτων αυτών και να δίδει το μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η χρήση ναρκωτικών δεν καταστρέφει μόνο τον ίδιο το χρήστη». Χαρακτηριστικό είναι και το απόσπασμα από την απόφαση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή. ....................................... Πράγματι, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη. Αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση, όμως, μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών, αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό, αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες, δε θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεσή του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. ΄Ετσι , και στην περίπτωση των χρηστών, συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών». (βλ. επίσης Mahrad Mohammad Reza Beyki v. Αστυνομίας , Ποιν. Εφ. 52/07, ημερ. 23.1.2008, Πέτρος Τρύφωνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 202/08, ημερ. 19.3.2009). Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την υπόθεση Lee Andrew Mortimer v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 22, στην οποία παρατέθηκε απόσπασμα από την Chaer ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 585, στο οποίο λέχθηκαν τα εξής: «Το στοιχείο της αποτροπής σε υποθέσεις όπως αυτή του εφεσείοντα επενεργεί μόνο προς την κατεύθυνση προσώπων που δεν έχουν ακόμα δοκιμάσει ή εθιστεί στη χρήση ναρκωτικών. Καμιά ποινή, όσο αυστηρή ή σκληρή και να είναι, δεν αποτρέπει την κατοχή και χρήση ναρκωτικών από πρόσωπα που, όπως ο εφεσείων, έχουν εθιστεί στη χρήση τους και η στέρησή τους προκαλεί σ΄αυτούς τα οδυνηρά συμπτώματα με τα οποία υπέφερε ο εφεσείων στη διάρκεια της αστυνομικής του κράτησης. Σ΄αντίθεση με τις υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών, σε υποθέσεις όπως αυτή του εφεσείοντα, ο εθισμός στη χρήση ναρκωτικών και τα οδυνηρά επακόλουθα της στέρησής τους, συνιστούν προσωπικές συνθήκες που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ελαφρυντικοί παράγοντες περιορισμένης μόνο σημασίας κατά την επιμέτρηση της ποινής». Στην Chaer (πιο πάνω) θεωρήθηκε ότι το νεαρό της ηλικίας του Εφεσείοντα, το πρόσφατο της επίδοσης του στα ναρκωτικά και η έλλειψη προηγούμενης ποινικής και αντικοινωνικής συμπεριφοράς του, αλλά και η μεταμέλεια του μέσα από την παραδοχή του, συνέθεταν «μια συνολική εικόνα προσωπικών δεδομένων που, αν και δεν εξουδετερώνουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής φυλάκισης, μειώνουν τούτη σε βαθμό που η τριετής φυλάκιση να εκφεύγει των ορίων της αρμόζουσας», και η ποινή μειώθηκε σε 18 μήνες φυλάκιση. Έχω λάβει υπ' όψιν μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, και την άμεση του παραδοχή στην Αστυνομία, καθώς και στο Δικαστήριο. Λαμβάνω υπ' όψιν μου το γεγονός ότι αυτός δεν κάνει πλέον χρήση ναρκωτικών ουσιών, καθώς και το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και το γεγονός ότι μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του, στηριζόμενος αποκλειστικά στην μητέρα του. Δεν μπορώ, όμως, να παραγνωρίσω την μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών που κατείχε ο Κατηγορούμενος. Κατ' επέκταση, οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεδομένης όμως της σοβαρότητας των αδικημάτων, δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από στερητική της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 1η Κατηγορία ποινή φυλακίσεως 1 μηνός. Στην 2η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 8 μηνών. Στην 3η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλακίσεως 1 μηνός. Οι ποινές να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή των ποινών φυλακίσεως που επιβλήθηκαν. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Όπως αναφέρθηκε και από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Κατηγορούμενο, αυτός δεν κάνει πλέον χρήση ναρκωτικών, έχει εξεύρει εργασία, και σκοπεύει να παντρευτεί, γεγονότα που σωρευτικά ιδωμένα καταδεικνύουν την προσπάθεια του να αλλάξει τρόπο ζωής. Σημαντικό θεωρώ το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, αλλά και το ότι πρόκειται για νεαρό πρόσωπο, καθώς και η συνεργασία του με την Αστυνομία. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης σε συνδυασμό με τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή των επιβληθέντων ποινών φυλακίσεως. Τούτων δεδομένων, οι επιβληθείσες ποινές φυλακίσεως αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.