← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωάννης Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 24948/11, 18 Νοεμβρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωάννης Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 24948/11, 18 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B137 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24948/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Ιωάννης Παναγιώτου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μίτσιγκας με κα. Προδρόμου O Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία, η οποία αφορά σε «παράλειψη οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος να συμμορφωθεί με την ένδειξη του κόκκινου φανού σε φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58

(1)(ια), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 66/84) που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2, 5 και 20Α του Νόμου 86∕72, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 58
(2)(δ) της ΚΔΠ 189/08, τους Νόμους 80(Ι)/2000, 243(Ι)/04, 166/87 και την ΚΔΠ 312/07». Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο Κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος την 6/9/2010, στη διασταύρωση της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την οδό Γεράσιμου Μαρκορά στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KΚΜ419, δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του κόκκινου φανού των φωτεινών σηματοδοτών οι οποίοι ρυθμίζουν την τροχαία κίνηση στην πιο πάνω διασταύρωση. Η Κατηγορούσα Αρχή, για να αποδείξει την υπόθεσή της, κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας, την κα. Κ. Χριστοδούλου, Γ/Α 3219, η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «ΜΚ1» και τον κ. Νίκο Βοσκαρίδη, που στο εξής θα αναφέρεται ως «ΜΚ2». Ο ΜΚ2 είναι το πρόσωπο το οποίο κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KΚΜ419, δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του κόκκινου φανού των φωτεινών σηματοδοτών οι οποίοι ρυθμίζουν την τροχαία κίνηση στην πιο πάνω διασταύρωση. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της από την Κατηγορούσα Αρχή, η ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο 1, τη γραπτή κατάθεση που η ίδια έδωσε αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, ως Τεκμήριο 2, τον Ανακριτικό Φάκελο, Αρ.2, που η ίδια σχημάτισε για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και, ως Τεκμήριο 3, έντυπο από αρχείο που τηρεί η Αστυνομία, στο οποίο καταγράφονται τα στοιχεία του οχήματος KΚΜ419, καθώς και τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του. Στη γραπτή κατάθεση της ΜΚ1 (Τεκμήριο 1), εκείνη αναφέρει ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και είναι τοποθετημένη στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Δομετίου. Στις 7.9.2010 και περί ώρα 9:30 προσήλθε στον προαναφερθέντα Σταθμό ο ΜΚ2 και ανέφερε ότι στις 6.9.2010 περί ώρα 20:30 στην οδό Σπύρου Κυπριανού στη Λευκωσία, ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΚΚΜ419 παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο φανάρι. Μετά από εξετάσεις, η ΜΚ1 διαπίστωσε ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και υπεύθυνος οδηγός του εν λόγω οχήματος, κατά την ώρα που σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ2 διαπράχθηκε το αδίκημα, ήταν ο Κατηγορούμενος. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 10:00 π.μ. η ΜΚ1 ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο για την καταγγελία που υπήρχε εναντίον του και, αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, εκείνος απάντησε «Εν το πρόσεξα». Ακολούθως, η ΜΚ1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί εξωδίκως και αφού του επέστησε την προσοχή του εκ νέου στο Νόμο, εκείνος απάντησε «ΟΚ». Εκδόθηκε το εξώδικο με αριθμό ΑΑ070849 για το ποσό των €85,43, το οποίο παρέλειψε να πληρώσει εντός του καθορισμένου χρόνου από το Νόμο. Αντίγραφο του πιο πάνω αναφερόμενου εξωδίκου κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την ΜΚ1 ως Τεκμήριο
  1. Κατά την κυρίως εξέτασή της, η ΜΚ1 διευκρίνισε ότι δεν θυμόταν αν το πρόσωπο προς το οποίο εξέδωσε το εξώδικο ήταν το πρόσωπο που έβλεπε στο εδώλιο του Κατηγορουμένου, αλλά ήταν βέβαιη ότι είχε καλέσει τον ιδιοκτήτη του επίδικου οχήματος να έρθει στο γραφείο της όπου και του εξέδωσε το εξώδικο. Διευκρίνισε, επίσης, ότι ο ΜΚ2 είχε σημειώσει τους αριθμούς εγγραφής του καταγγελλόμενου οχήματος σε κόλλα. Η ίδια δεν μετέβη στη σκηνή του αδικήματος, επειδή η οδός Σπύρου Κυπριανού ήταν εκτός της γεωγραφικής περιφέρειας όπου ο Σταθμός της είχε δικαιοδοσία. Είχε, όμως, οδηγίες από τον Ανώτερό της να προχωρήσει σε καταγγελία. Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο Υπεράσπισης, διευκρίνισε ότι, παρά το ότι ο Σταθμός της δεν είχε δικαιοδοσία για να διενεργήσει επιτόπια εξέταση της σκηνής του αδικήματος, εντούτοις είχε δικαιοδοσία για σκοπούς διατύπωσης κατηγορίας κατά του Κατηγορουμένου και έκδοσης εξωδίκου προστίμου. Απαντώτας στην υποβολή ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ούτε καν πού έχει φωτεινούς σηματοδότες εφόσον δεν μετέβηκε επιτόπου, ανέφερε ότι αυτό ήταν σε θέση να το γνωρίζει μέσα από τη μελέτη σχετικού χάρτη. Ερωτούμενη πώς η ίδια προχώρησε στη διατύπωση κατηγορίας εφόσον δεν είχε ελέγξει τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί σκηνής, η ΜΚ1 απάντησε ότι η ίδια έλαβε κατάθεση από τον καταγγέλλοντα (ΜΚ2). Ακολούθως, της ζητήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο την εν λόγω κατάθεση, η οποία και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Κατόπιν τούτου, η ΜΚ1 αντεξετάσθηκε ως προς το περιεχόμενο των όσων διαμείφθηκαν μεταξύ της ιδίας και του Κατηγορουμένου στο Σταθμό. Απαντώντας στην υποβολή ότι άλλη ήταν η απάντηση του Κατηγορουμένου στην κατηγορία που του απήγγειλε, καθώς και ότι ο ίδιος ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες για το αδίκημα που τον κατηγορούσε ότι διέπραξε, η ΜΚ1 απάντησε ότι, αν είχε λεχθεί οτιδήποτε διαφορετικό θα το κατέγραφε στην κατάθεσή της. Η κυρίως εξέταση του ΜΚ2 άρχισε με ανάγνωση του περιεχομένου της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 5). Σε αυτήν αναφέρεται ότι ο ΜΚ2 είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ΚΚΗ
  3. Την 6.9.2010 και περί ώρα 20׃30 περίμενε στα φώτα της Οδού Γερασίμου Μαρκορά στη Λευκωσία με κατεύθυνση τα φώτα στα «Σφηνάκια» στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού. Άναψε το πράσινο βελάκι που επέτρεψε στη λωρίδα του να στρίψει αριστερά και ξεκίνησε το αυτοκίνητό του. Τότε, στα δεξιά του, πρόσεξε ένα αυτοκίνητο να έρχεται με κατεύθυνση από τα φώτα της Αστυνομίας Λυκαβητού προς τα πάνω του και αναγκάστηκε να σταματήσει το αυτοκίνητό του τελείως αριστερά για να μην του κτυπήσει. Εκείνος τον προσπέρασε χωρίς να σταματήσει και τότε ο ΜΚ2 είδε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου εκείνου που είναι ΚΚΜ 419, το έγραψε σε χαρτάκι και το πήρε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου, όπου έκανε το παράπονό του. Επιθυμεί όπως ο οδηγός του πιο πάνω αυτοκινήτου τιμωρηθεί. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι υπέβαλε την καταγγελία την επομένη του συμβάντος, το πρωί. Δήλωσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του συμβάντος, δεν υπήρχε τροχαία κίνηση επί της οδού Σπύρου Κυπριανού. Επιβεβαίωσε ότι το βελάκι ως η δική του πορεία ήταν πράσινο και είπε ότι, συνεπακόλουθα, ο φωτεινός σηματοδότης ως η πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου «πρέπει να ήταν κόκκινος». Διευκρίνισε, επίσης, ότι είδε τους αριθμούς εγγραφής του επίδικου οχήματος στην πισινή όψη του εν λόγω οχήματος, όταν και εφόσον εκείνο τον προσπέρασε. Δεν ήταν σε θέση να δει το πρόσωπο του οδηγού του οχήματος, αλλά ήταν σε θέση να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για άντρα οδηγό. Δεν κλήθηκε από την Αστυνομία να αναγνωρίσει το πρόσωπο του οδηγού. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2 πρόσθεσε ότι, χρειάστηκε να στρίψει το αυτοκίνητό του τελείως αριστερά στο μπακέτο, για να αποφύγει το αυτοκίνητο που ερχόταν κατά πάνω του ενόσω ο ίδιος είχε - σύμφωνα προς το πράσινο βελάκι - μπει στην Σπύρου Κυπριανού. Κόρναρε στο εν λόγω αυτοκίνητο και ακολούθως, ο ίδιος έστριψε αριστερά από την πάροδο στα Σφυνάκια και έφυγε. Δεν καταδίωξε το επίδικο όχημα. Δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι ο μόνος φωτεινός σηματοδότης που είδε ήταν εκείνος που αφορούσε στη δική του πορεία. Απαντώντας στην υποβολή ότι το επίδικο όχημα «ουδέποτε πέρασε με κόκκινο», απάντησε κατά τρόπο ευθύ και άμεσο ότι, εφόσον ήταν πράσινο στην πορεία του, δεν μπορούσε να ήταν πράσινο στην πορεία του επίδικου οχήματος. Επανέλαβε τη βεβαιότητα που είχε ότι ο οδηγός ήταν άντρας και ότι το δήλωσε στην Αστυνομία. Αυτή ήταν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Κρίθηκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε, ως είχε δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέτασή του από τον συνήγορο Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι κατά την επίδικη ημερομηνία 6.9.2010 οδηγούσε ο ίδιος το επίδικο όχημα (ΚΚΜ419). Παραδέχθηκε επίσης ότι πέρασε από τη Σπύρου Κυπριανού. Αυτά τα οποία αρνήθηκε ήταν, αφενός, το ότι πέρασε με κόκκινο και, αφετέρου, τον ισχυρισμό ότι κατηγορήθηκε από την Αστυνομία για κάτι τέτοιο, καθώς και τον ισχυρισμό ότι εκείνος απάντησε σε τέτοια κατηγορία λέγοντας «Εν το πρόσεξα». Σημείωσε, επίσης, ότι ουδέποτε αρνήθηκε να δώσει γραπτή κατάθεση, αφού δεν του ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Πέρασε από τον Αστυνομικό Σταθμό επειδή κάποιος άντρας αστυνομικός του τηλεφώνησε, λέγοντάς του να περάσει απ' εκεί «για να δούμε τί θα κάνουμε». Θυμόταν να είχε συνομιλία με άντρα αστυνομικό αντί γυναίκα αστυνομικό στο Σταθμό, αλλά δεν αρνήθηκε ότι ήταν παρούσα στο Σταθμό και γυναίκα αστυνομικός. Δήλωσε ότι αρνείτο να παραλάβει το εξώδικο πρόστιμο, αλλά το παρέλαβε τελικά για το μόνο λόγο ότι του είπαν πως «το ίδιο θα έκανε, είτε το παραλάμβανε είτε όχι». Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής επί του εξωδίκου (Τεκμήριο 4), αναγνώρισε ότι ήταν το ίδιο με εκείνο που του επιδόθηκε στο Σταθμό και παραδέχθηκε ότι διάβασε στο εξώδικο - την ώρα που του επιδίδετο - σε ποια παράβαση ακριβώς εκείνο αφορούσε. Η αντίδραση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, στη δήλωσή του ότι «Δεν ήθελα να το παραλάβω, αλλά μου είπε η αστυνομικός να το παραλάβω», ήταν ότι, εφόσον εκείνος θυμήθηκε τελικά πως ήταν γυναίκα αστυνομικός που του το επέδωσε, θα έπρεπε επίσης να θυμηθεί ότι η ίδια επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και εκείνος της απάντησε «Εν το πρόσεξα»! Ερωτούμενος κατά πόσον αμφισβητεί ότι ο ΜΚ2 πέρασε ενόσω το βελάκι ήταν πράσινο, απάντησε «Δεν μπορώ να το ξέρω», αλλά στην υποβολή ότι εκείνος «βγήκε με κόκκινο, με κίνδυνο να χτυπήσει του ΜΚ2», απάντησε «Εγώ πέρασα κανονικά στην πορεία μου». Στην τελική του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε ότι ήταν πλημμελής η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Ισχυρίστηκε ότι διατυπώθηκε κατηγορία από τηλεφώνου, χωρίς να έχει γίνει καμία αναγνωριστική παράταξη. Ως σημαντικότερο τρωτό της υπόθεσης, επεσήμανε το ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 ότι ο ίδιος πέρασε με πράσινο, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για κατάληξη του Δικαστηρίου στο εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος πέρασε με κόκκινο. Έπρεπε η Κατηγορούσα Αρχή να φέρει εμπειρογνώμονα για να δώσει μαρτυρία για τη λειτουργία των φώτων τροχαίας. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αντέταξε ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ποτέ τον τρόπο λειτουργίας των φώτων τροχαίας κατά την αντεξέταση. Εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε το συστατικό στοιχείο του αδικήματος, την οδήγηση του οχήματος κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, και πρόσθεσε ότι η ορθή σειρά των γεγονότων αποκαλύπτεται μέσα από τις καταθέσεις της ΜΚ1 και του ΜΚ2. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα τους ΜΚ1 και ΜΚ2 κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η ΜΚ1 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Κατέθεσε με ευθύ και σαφή τρόπο για όσα περιήλθαν σε γνώση της αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Δεν επεδίωξε να συμπληρώσει τυχόν κενά της υπόθεσης με οποιεσδήποτε θεωρητικές ή υποθετικές αναφορές. Περιορίστηκε στην εξιστόρηση μόνο εκείνων για τα οποία η ίδια είχε άμεση γνώση. Απάντησε με αυτοπεποίθηση και σοβαρότητα στις υποβολές περί αναρμόδιας ενασχόλησής της με την παρούσα υπόθεση, επεξηγώντας ότι η ίδια είναι καθ' όλο το χρόνο της (24 ώρες το εικοσιτετράωρο) ταγμένη να υπηρετεί την Αστυνομία Κύπρου και ότι ενεργούσε κατόπιν οδηγιών. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αληθή. Ο ΜΚ2 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Κατέθεσε με ευθύ, λακωνικό και σαφή τρόπο για το περιστατικό που κατήγγειλε στην Αστυνομία. Δεν άφησε αμφιβολία ως προς την ορατότητα που είχε όταν κατέγραφε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος που, όπως κατήγγειλε, πρέπει να πέρασε με κόκκινο φανό. Επέδειξε βεβαιότητα για τους αριθμούς εγγραφής, αφού - όπως ανέφερε - τους κατέγραψε, και προσδιόρισε με πεποίθηση ότι ο οδηγός ήταν άντρας. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν έδειξε να διακατέχεται από αλλότρια κίνητρα σε ό,τι αφορά την υποβολή της καταγγελίας του. Δεν διαφάνηκε να υπήρχε προηγούμενη διαφωνία ή διαφορά μεταξύ εκείνου και του Κατηγορουμένου. Δέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη και αληθή τη μαρτυρία του. Ο Κατηγορούμενος τοποθέτησε τον εαυτό του στη σκηνή του αδικήματος, αφού παραδέχθηκε ότι ο ίδιος οδηγούσε καθημερινά το συγκεκριμένο αυτοκίνητο και ότι πέρασε από την επίδικη οδό την επίδικη ημερομηνία, αλλά δεν παραδέχθηκε ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ένδειξη του κόκκινου των φωτεινών σηματοδοτών στην επίδικη οδό. Σε σχέση με αυτή τη μη παραδοχή δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστικός, αφού, όπως καταγράφεται πιο πάνω, απαντώντας στη σχετική υποβολή περιορίστηκε στο να αναφέρει «πέρασα κανονικά στην πορεία μου». Δεν ήταν πειστικός σε σχέση με τις αμφιβολίες που προσπάθησε να δημιουργήσει σε σχέση με το κατά πόσον κατηγορήθηκε για το επίδικο αδίκημα. Επέμεινε ότι δεν κατηγορήθηκε ποτέ [σε αντίθεση με το συνήγορό του που αγόρευσε ότι ο πελάτης του κατηγορήθηκε από τηλεφώνου], ότι η συνομιλία του ήταν με άντρα αστυνομικό και ότι μπορεί να υπήρχε και γυναίκα αστυνομικός, αλλά αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι ανέγνωσε το εξώδικο με όσα αυτό διαλαμβάνει, καθώς και ότι το παρέλαβε επειδή «η αστυνομικός» τον κάλεσε να το πράξει. Υπό το φως των αναδειχθέντων αντιφάσεων στη μαρτυρία του Κατηγορουμένου, αποδέχομαι ως αξιόπιστο μόνο τμήμα αυτής. Προτού προσδιορίσω ποιο είναι το τμήμα της μαρτυρίας του που αποδέχομαι, σημειώνω ότι είναι νομολογημένο ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου ή ενός μάρτυρα δεν αποτελεί μεπτή προσέγγιση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Ομήρου Σάββα Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Εν προκειμένω, αποδέχομαι το ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος οδηγούσε καθημερινά το συγκεκριμένο αυτοκίνητο και ότι πέρασε από την επίδικη διασταύρωση κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Αποδέχομαι επίσης το ότι μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό και καθ' υπόδειξη γυναίκας αστυνομικού ανέγνωσε και παρέλαβε το εξώδικο ως το Τεκμήριο
  1. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Υπό το φως της προσφερθείσας μαρτυρίας κρίνω ότι αναδείχθηκε ως αναντίλεκτο γεγονός ότι ήταν ο Κατηγορούμενος το πρόσωπο που οδηγούσε το όχημα ΚΚΜ419 στη διασταύρωση της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την οδό Γερασίμου Μαρκορά στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας την 6.9.
  2. Σε ό,τι αφορά την ώρα διέλευσής του από τη συγκεκριμένη οδό δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο η ορθότητα της ώρας που αναγράφεται στο εξώδικο πρόστιμο (περί την ώρα 20:30), συνεπώς καταλήγω ότι παρέμεινε ως αναντίλεκτο και αυτό το στοιχείο της υπόθεσης. Δεν αμφισβητήθηκε ούτε το γεγονός ότι υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες στο συγκεκριμένο σημείο διασταύρωσης που ρύθμιζαν την τροχαία κίνηση. Ούτε αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η τροχαία κίνηση από την οδό Γερασίμου Μαρκορά προς τη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με κατεύθυνση προς τα «Σφηνάκια» ρυθμίζετο από τόξο προτεραιότητας. Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του παραπονούμενου (ΜΚ2) ότι ο ίδιος πέρασε από τη Γερασίμου Μαρκορά προς τη Σπύρου Κυπριανού όταν το τόξο προτεραιότητας ήταν πράσινο ως η πορεία του. Τέλος, δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα / κανονικότητα της λειτουργίας των φωτεινών σηματοδοτών εκείνη τη μέρα κατά την επίδικη διασταύρωση. Το μόνο που τίθεται υπό αμφισβήτηση και καθίσταται επίδικο στην παρούσα υπόθεση είναι ο ισχυρισμός του ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος πέρασε τη διασταύρωση ως η πορεία του επί της Σπύρου Κυπριανού, ενόσω η ένδειξη του φανού των φωτεινών σηματοδοτών που ρύθμιζαν την τροχαία κίνηση στην πορεία του ήταν κόκκινη. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου θετική και συγκεκριμένη μαρτυρία για το ποια ήταν η ένδειξη του φανού των φωτεινών σηματοδοτών ως η πορεία του Κατηγορουμένου κατά τον προαναφερθέντα ουσιώδη χρόνο στη συγκεκριμένη διασταύρωση. Σπεύδω σε αυτό το σημείο να επισημάνω ότι, η κατατεγραμμένη επί του Ανακριτικού Φακέλου (Τεκμήριο 2) απάντηση του Κατηγοορυμένου όταν κατηγορήθηκε για το αδίκημα από τη ΜΚ1, δεν αποκαλύπτει ή αποδεικνύει ότι ήταν κόκκινη η ένδειξη του φανού όταν εκείνος πέρασε στη διαστάυρωση. Υπενθυμίζω ότι η απάντησή του ήταν «Εν το πρόσεξα». Εξάλλου, αυτή η απάντηση, ως απόδειξη της αντίδρασής του όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίστηκε με ενοχοποιητικό γεγονός, δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του εν λόγω ισχυρισμού γεγονότος. Συνεπώς, καταλήγουν τα πράγματα στο να ζητείται από το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ως προς αυτό το ζήτημα, στηριζόμενο στη μαρτυρία που υπάρχει αναφορικά με το ποια ήταν η ένδειξη του τόξου προτεραιότητας ως η πορεία του παραπονούμενου (ΜΚ2). Θα εξετάσω αμέσως πιο κάτω κατά πόσον το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα υπό τις πιο πάνω αναφερόμενες συνθήκες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο Κανονισμός 58
(1)(ια) της Κ.Δ.Π. 66/84 αντικαταστάθηκε από την ΚΔΠ 189/08 με τον Κανονισμό 58
(2)(δ) και ορίζει ότι: "58. -
(1)Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνην ή τον έλεγχον μηχανοκινήτου οχήματος εφ΄ οιασδήποτε οδού, υπέχει υποχρέωσιν όπως - .................................. .................................................. ....... (ια) συμμορφούται προς άπαντα τα σήματα της τροχαίας, τα οποία ήθελον τοποθετηθή ή χαραχθή επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού υπό ή κατ΄ εντολήν της Αστυνομίας, ή δημοτικού συμβουλίου ή οιασδήποτε άλλης αρχής, εμπεπιστευμένης τον έλεγχον ή την ρύθμισιν της τροχαίας, προς καθοδήγησιν των οδηγών μηχανοκινήτων οχημάτων." Σύμφωνα με τον Κανονισμό 71: "Ως σήματα τροχαίας καθορίζονται τα σήματα τα οποία εκτίθενται εις τον Οδικόν Κώδικα τον εκδιδόμενον από καιρού εις καιρόν υπό του Εφόρου και δημοσιευομένου κατά τοιούτον τρόπον ως ο Έφορος ήθελεν ορίσει, τα σήματα τα οποία ορίζονται υπό δημοτικού συμβουλίου ή υφ΄ οιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχον και την ρύθμισιν της τροχαίας, και τα σήματα τα οποία ορίζονται δυνάμει οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού ή οιασδήποτε διεθνούς Συμβάσεως εις την οποίαν προσεχώρησε και η Δημοκρατία." Δεν αμφισβητήθηκε από τους συνηγόρους Υπεράσπισης το ότι οι φωτεινοί σηματοδότες εμπίπτουν στην έννοια του όρου «σήμα τροχαίας» όπως ορίζεται από τον Κανονισμό 71 πιο πάνω, ούτε ότι προκύπτει νομική υποχρέωση τήρησης των φωτεινών σηματοδοτών από τις διατάξεις του Κανονισμού 58
(2)(δ). Ωστόσο, το Δικαστήριο κρίνει ορθό να επισημάνει ότι, για το τί συνιστά «φωτεινό σηματοδότη», και ποιες οι υποχρεώσεις τήρησής τους, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του Μέρους Χ (άρθρα 66Α μέχρι και 66Β της ΚΔΠ 189/2008). Ειδικότερα, η παράγραφος
(2)του Κανονισμού 66Β καθιστά αδίκημα την παράλειψη συμμόρφωσης με τις ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο
(1)του ιδίου Κανονισμού. Σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου
(1)του πιο πάνω Κανονισμού 66Β, «[...] η ένδειξη του κόκκινου φανού σημαίνει απαγόρευση για κάθε όχημα που βρίσκεται στο δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμής στάσης, της άσπρης δηλαδή γραμμής που είναι χαραγμένη εγκάρσια, ή πέραν του σημείου από το οποίο ο οδηγός μπορεί να βλέπει τον φωτεινό σηματοδότη που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σε περίπτωση όπου η γραμμή στάσης δεν είναι ευκρινώς ορατή ή δεν υπάρχει χαραγμένη στο δρόμο». Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Κανονισμό 66Β
(1)(ii), «η ένδειξη πράσινου φανού με απεικόνιση σχήματος βέλους σημαίνει ότι το όχημα μπορεί να περάσει τη γραμμή στάσης και τους φωτεινούς σηματοδότες και να προχωρήσει ακολούθως μόνο ως προς την κατεύθυνση που δείχνει το βέλος». Τίθεται το ερώτημα κατά πόσον το Δικαστήριο μπορεί, βασιζόμενο στη θετική και συγκεκριμένη μαρτυρία που υπάρχει ότι ο ΜΚ2 πέρασε με πράσινο φανό με απεικόνιση σχήματος βέλους, η οποία του έδιδε δικαίωμα να περάσει τη γραμμή στάσης, να εξάξει το συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος πέρασε τη γραμμή στάσης ενόσω υπήρχε ένδειξη κόκκινου φανού. στη δική του πορεία Είναι επαρκώς νομολογημένο ότι η απόδειξη μιας κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι αυτές (βλ. Λοϊζου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Δεν αναμένεται, βέβαια, από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία που δεν αμφισβητούνται (βλ. Νίκη Ηλία ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 454, 458). Στην παρούσα υπόθεση, δέχομαι ότι οι φωτεινοί σηματοδότες στην επίδικη διασταύρωση κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση των ΜΚ1 και ΜΚ2 η ορθή λειτουργία τους (βλ. Lysandros Anastassiou Kestas v The Police
(1970)2 CLR 74). Κρίνω, όμως, ότι το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia praesumuntur rite esse acta), όπως επεξηγήθηκε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν Φλωρίδη
(1999)2 ΑΑΔ 95 και Φοίβος Γιωργαλλίδης ν Δήμου Λάρνακος
(2001)2 ΑΑΔ 789, θα μπορούσε να επενεργήσει κατά τρόπο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο τούτο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα επί του επίδικου θέματος αν η Κατηγορούσα αρχή είχε τουλάχιστον παρουσιάσει μαρτυρία (ειδικού - επιστήμονα) σε ό,τι αφορά τη συνήθη χρονική διάρκεια των διαφόρων χρωματικών ενδείξεων στους φωτεινούς σηματοδότες της συγκεκριμένης διασταύρωσης, για να μπορεί να διαπιστωθεί ότι αποκλείεται να μην ήταν κόκκινη η ένδειξη στην πορεία του Κατηγορουμένου όταν εκείνος πέρασε τη γραμμή στάσης στην πορεία του, εφόσον είχε ήδη ανάψει πράσινη ένδειξη στο τόξο ως η πορεία του παραπονούμενου (ΜΚ2). Υπό το φως όλων των προαναφερθέντων κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένοχος για το αδίκημα ως η Κατηγορία 1 επί του Κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται της εν λόγω κατηγορίας. Α. Πανταζή - Λάμπρου Προσ. Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.