Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωάννα Πετεβίνου, Υπόθεση. Αρ.: 38553/10, 22 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.: 38553/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Ιωάννα Πετεβίνου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη: κ. Α. Μάγος Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια μόνο μια κατηγορία, η οποία αφορά σε αμελή οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/
- Η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως φαίνονται στο κατηγορητήριο, η Κατηγορούμενη την 7.5.2009, στην οδό Δωδεκανήσων στη Λακατάμια της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KNG067, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 4482 Π. Μαυρομμάτη (στο εξής, «ΜΚ1»), τον Αστ.3663 Α. Παπαμιχαήλ (στο εξής «ΜΚ2») που ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος, τον τραυματισθέντα πεζό, κ. Μιχάλη Σταύρου (στο εξής, «ΜΚ3») και τον πατέρα του πεζού, κ. Δημήτρη Σταύρου (στο εξής, «ΜΚ4»). Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, η γραπτή κατάθεση του ΜΚ1 (στο εξής «το ΤΕΚ1»), η γραπτή κατάθεση του ΜΚ2 (στο εξής «το ΤΕΚ2»), η γραπτή κατάθεση της Κατηγορούμενης (στο εξής «το ΤΕΚ3»), η γραπτή Κατηγορία της Κατηγορούμενης (στο εξής «το ΤΕΚ4»), το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (στο εξής «το ΤΕΚ5»), η γραπτή κατάθεση του πεζού - ΜΚ3 (στο εξής «το ΤΕΚ6») και η γραπτή κατάθεση του πατέρα του πεζού, ΜΚ4, (στο εξής «το ΤΕΚ7»). Σπεύδω να δημειώσω ότι δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής στο οποίο γίνεται αναφορά στα τεκμήρια ΤΕΚ 2, 3, 6 και 7, πιο πάνω. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ1 Στη γραπτή του κατάθεση (ΤΕΚ1), η οποία φαίνεται να συντάχθηκε στις 6.6.2009, ημερομηνία κατά την οποία την υπέγραψε ο ΜΚ1, αυτός αναφέρει ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας. Στις 7.5.2009, ενώ ήταν καθήκον στο Σταθμό, λήφθηκε μήνυμα η ώρα 8 π.μ. για δυστύχημα στην οδό Δωδεκανήσων στην Ανθούπολη. Μαζί με τον Αστ. 3663 (ΜΚ2), πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος η ώρα 8׃15 π.μ., όπου είδε ένα άντρα ξαπλωμένο στη δεξιά του πλευρά πάνω στο πεζοδρόμιο και είχε αίματα στο κεφάλι και στο πεζοδρόμιο. Διαπίστωσε από τους παρευρισκόμενους ότι ήταν ο Μιχάλης Σταύρου. Μετά από μερικά λεπτά ήρθε ασθενοφόρο και τον μετέφερε στο Γ.Ν. Λ/σιας. Ο ΜΚ2 ανέλαβε τη διερεύνηση του δυστυχήματος και ο ΜΚ1 ανέλαβε τον έλεγχο της τροχαίας. Στην ίδια κατάθεση, ο ΜΚ1 αναφέρει ότι είδε στη σκηνή ένα φορτηγό με αριθμό ΗΧΧ198 σταθμευμένο στη νότια πλευρά του δρόμου με το μπροστινό μέρος προς τα δυτικά. Στην άλλη πλευρά του δρόμου ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο UC2818 και σε απόσταση περίπου 20 μέτρα από αυτό στην ίδια πλευρά με κατεύθυνση προς ανατολάς ήταν σταματημένο το αυτοκίνητο KNG
- Οδηγός του αυτοκινήτου KNG067 ήταν η Κατηγορούμενη, η οποία βρισκόταν στη σκηνή του δυστυχήματος. Ο ΜΚ1, αναφέρει στην πιο πάνω γραπτή του κατάθεση ότι ρώτησε την Κατηγορούμενη τί έγινε και, αφού επέστησε την προσοχή της στο Νόμο, εκείνη του απάντησε «Πήγαινα να πάρω το μωρό στο νηπιαγωγείο και βρέθηκε ξαφνικά μπροστά μου». Ο ΜΚ1 αναφέρει ότι την ώρα που ο ίδιος έλεγε στην Κατηγορούμενη ότι θα ληφθεί από αυτήν ανακριτική κατάθεση αργότερα, επενέβηκε ο πατέρας του τραυματία (ο ΜΚ4) και είπε στον ΜΚ1, αναφερόμενος στην Κατηγορούμενη, «Εβούρα τζιαι ετσίλλησε το γιο μου». Ο ΜΚ1, αναφέρει, επίσης στην κατάθεσή του, ότι έλεγξε το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης και διαπίστωσε ότι είχε ζημιά στη δεξιά πλευρά, δηλαδή στο δεξιό φτερό, τη δεξιά μπροστινή πόρτα και αραχνοειδές ράγισμα στη δεξιά πλευρά του μπροστινού ανεμοθώρακα. Στη μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου της Κατηγορούμενης, δεν υπήρχε ζημιά. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΚ1, αναγνώρισε την Κατηγορούμενη ως το πρόσωπο που είχε δει επί της σκηνής και από το οποίο έλαβε την απάντηση που καταγράφεται στην πιο πάνω γραπτή κατάθεσή του. Ο συνήγορος Υπεράσπισης δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να υποβάλει οποιαδήποτε ερώτηση στον ΜΚ1, αφού προηγουμένως επιβεβαίωσε μέσω του, ότι δεν ήταν εκείνος αλλά ο ΜΚ2 το πρόσωπο που διερεύνησε το δυστύχημα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ2 Η κυρίως εξέταση του ΜΚ2 άρχισε με την κατάθεση της γραπτής του κατάθεσης (ΤΕΚ2), η οποία φαίνεται να συντάχθηκε στις 17.9.2009, ημερομηνία κατά την οποία την υπέγραψε ο ΜΚ
- Σε αυτήν ο ΜΚ2 αναφέρει ότι, ενόσω η Κατηγορούμενη ήταν παρούσα στη σκηνή, του ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητό της από δυτικά προς ανατολικά προς την οδό Αιγαίου, αντιλήφθηκε κάτι να κτυπά στο δεξιό πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου της και σταμάτησε το αυτοκίνητό της λίγο πιο κάτω. Όταν κατέβηκε, διαπίστωσε ότι αυτό που κτύπησε στο αυτοκίνητό της ήταν ο πεζός που ήταν τραυματίας. Ο ΜΚ2 ετοίμασε, στην παρουσία της Κατηγορουμένης, πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής και σε αυτό σημείωσε, με το γράμμα Χ, το σημείο σύγκρουσης όπως του το υπέδειξε η Κατηγορούμενη. Ο ΜΚ2 διαπίστωσε ότι από το δυστύχημα προκλήθηκε ζημιά στη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης, στην πόρτα του οδηγού, στο μπροστινό φτερό και έσπασε ο ανεμοθώρακας. Ο ΜΚ2 πήρε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη στις 12.05.2009 στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας, μεταξύ των ωρών 21׃20 και 22׃
- Από τον πεζό (ΜΚ3), η ανακριτική κατάθεση λήφθηκε στις 22.7.
- Ο ΜΚ2 αναφέρει στην κατάθεσή του (ΤΕΚ2) ότι, στην ανακριτική του κατάθεση (ΤΕΚ6), ο ΜΚ3 συμφώνησε με το σχεδιαγράφημα που του έδειξε ο ΜΚ2, με εξαίρεση το σημείο σύγκρουσης για το οποίο διαφώνησε, υποδεικνύοντας ότι η σύγκρουση έγινε στο σημείο Χ1 και το υπέγραψε. Όπως, όμως θα επεξηγήσω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο κάτω, το σημείο σύγκρουσης δεν ήταν το μόνο σημείο διαφωνίας του πεζού με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Την 16.9.2009, μεταξύ των ωρών 18׃00 - 18׃10, o MK2 κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορουμένη για το ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε δυστύχημα και όταν της επιστήθηκε η προσοχή της στο Νόμο, απάντησε «Εγώ δεν φταίω. Είναι ο πεζός που διασταύρωνε απρόσεκτα». Σύμφωνα με την κατάθεση του ΜΚ2, ως εξεταστή της υπόθεσης, ο δρόμος όπου συνέβηκε το δυστύχημα είναι ασφαλτοστρωμένος, επίπεδος και κατηφορικός. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή και καθαρή. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή και το όριο ταχύτητας 50 χλμ/ώρα, διότι η περιοχή είναι κατοικημένη. Κατά την ώρα του δυστυχήματος ήταν μέρα. Η ανατολή του ηλίου ήταν η ώρα 4׃
- Η ανακριτική κατάθεση της Κατηγορούμενης («ΤΕΚ3»), η οποία λήφθηκε στις 12.5.2009, κατατέθηκε από το ΜΚ2 στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτήν η Κατηγορούμενη αναφέρει τα εξής׃ «Την 7.5.2009 οδηγούσα το αυτοκίνητό μου KNG067 στην οδό Δωδεκανήσων στη Λακατάμια από Δυτικά προς Ανατολικά. Εφορούσα τη ζώνη ασφαλείας μου και στο πίσω κάθισμα πίσω από τη θέση του συνοδηγού καθόταν σε ειδικό παιδικό κάθισμα το μωρό μου ο Αντρέας, ηλικίας 3 1/2 χρονών. Ο δρόμος δεν είχε καθόλου τροχαία κίνηση και εγώ επήγαινα με ταχύτητα κάτω των 50 χλμ/ώρα, διότι ο δρόμος είναι πολύ κατηφορικός. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, στα μέσα του περίπου, υπήρχαν δύο αυτοκίνητα σταματημένα στο δρόμο, ένα σαλούν αριστερά μου και ένα μεγάλο φορτηγό στα δεξιά μου, σχεδόν απέναντι από το σαλούν, με αποτέλεσμα να στενεύει πολύ ο δρόμος. Εγώ άκουσα το φορτηγό που ήταν ξεκινημένο και ελάττωσα ταχύτητα για να μπορέσω να περάσω μέσα από τα δύο αυτοκίνητα. Ενώ περνούσα διαπίστωσα ότι μπροστά από το σαλούν υπήρχε ακόμα ένα άλλο σαλούν παρκαρισμένο. Ενώ επροχωρούσα και μέρος από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου μου βρισκόταν ακόμη μεταξύ του φορτηγού και του πρώτου σαλούν αυτοκινήτου, άκουσα στη δεξιά μεριά του αυτοκινήτου μου στο μέρος της πόρτας μου και καθρεφτάκι ένα δυνατό κτύπημα και αμέσως να σπάζει και ο ανεμοθώρακας. Με το πατ, είδα κάτι άσπρο και μετά έφυγε. Εγώ επροχώρησα και πέρασα τα δύο αυτοκίνητα που ήταν στ' αριστερά μου και μόλις μπόρεσα πάρκαρα αριστερά και κατέβηκα να δω τί συνέβηκε. Η πόρτα μου δεν άνοιγε και κατέβηκα από την πόρτα του συνοδηγού. Όταν κατέβηκα διαπίστωσα ότι αυτό που κτύπησε στο αυτοκίνητό μου ήταν ένας πεζός που ήταν πίσω από το φορτηγό και προσπάθησε να περάσει απέναντι στο σπίτι του για να πάρει κάτι που είχε ξεχάσει. Το φορτηγό το οδηγούσε ο πατέρας του. Ο πεζός ήταν ο Μιχάλης Σταύρου και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στις Α' Βοήθειες. Εγώ από το δυστύχημα μου δεν ετραυματίστηκα ούτε και το μωρό μου. Το αυτοκίνητό μου έπαθε ζημιά στη δεξιά του μεριά στην πόρτα του οδηγού στο δεξιό φτερό μπροστά στο πλάι και στον ανεμοθώρακα. Στη σκηνή ήρθε η αστυνομία Λακατάμιας και έκαμε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και αφού μου το εξήγησε συμφώνησα και το υπέγραψα. Εγώ τον πεζό δεν τον είδα καθόλου για να πατήσω στόπερ και να μην κτυπήσει πάνω μου. Εγώ εσοκαρίστηκα πάρα πολύ από το δυστύχημα, αλλά δεν νομίζω να φταίω εγώ. Την ίδια ημέρα ειδοποίησα και την ασφάλειά μου και ήρθεν ρυμουλκό και παράλαβε το αυτοκίνητό μου για να το επιδιορθώσει. Εγώ, λογω του ότι είμαι έγγυος 6 μηνών πήγα και ξάπλωσα μετά από σύσταση του γυναικολόγου μου. Πήγα στην ασφάλεια μου και έδωσα κατάθεση την επόμενη ημέρα και τους εξήγησα τα γεγονότα.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα προστέθηκε από το Δικαστήριο). O ΜΚ 2 κατέθεσε ακολούθως στο Δικαστήριο, όπως προανέφερα, μόνο το συμμετρικό σχέδιο (ΤΕΚ 5). Αυτό, επισημαίνω ότι είναι υπογραμμένο από τον ΜΚ2, ο οποίος το σχεδίασε. Δεν είναι υπογραμμένο είτε από τον παραπονούμενο πεζό είτε από την Κατηγορούμενη. Δεν είναι χρονολογημένο. Δηλαδή, δεν φαίνεται σε ποια ημερομηνία σχεδιάστηκε. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του επί του συμμετρικού σχεδίου (ΤΕΚ5), ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν συμφωνεί με το σημείο «Χ1», όπως του το υπέδειξε ο πεζός (ΜΚ3). Εξήγησε ότι συμφωνεί με το σημείο «Χ», όπως του το υπέδειξε η Κατηγορούμενη, διότι, «βάσει της μαρτυρίας ότι ο πεζός περνούσε τρέχοντας, αποκλείεται να πήγε τελείως ξυστά στο αυτοκίνητο». Πρόσθεσε, επίσης, ως αιτιολογία για το ότι συμφωνεί με το σημείο «Χ», τη μαρτυρία του πατέρα του πεζού (ΜΚ4) ότι είδε το γιο του ότι διασταύρωνε πίσω από το αυτοκίνητο. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν έδειξε το σημείο Χ σε ανεξάρτητους μάρτυρες στη σκηνή, αλλά την ημέρα του δυστυχήματος το είχε δείξει στον ΜΚ4 και τότε εκείνος συμφωνούσε με το σημείο Χ. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 περιέγραψε το φορτηγό όχημα του ΜΚ4 ως «κανονικό φορτηγό, μεγάλο, 2,50 μέτρα Χ 8,70 μέτρα». Ύψους πέριξ των 2,5 έως 3 μέτρων. Είπε ότι ο ΜΚ4 καθόταν εντός του φορτηγού, ενώ ο γιος (ΜΚ3) είχε κατεβεί για να πάρει το κινητό του που το ξέχασε σπίτι και προς τούτο προσπάθησε να πάει στην άλλη πλευρά του δρόμου, εκεί όπου ήταν σταθμευμένα τα οχήματα Β και Ε. Η απόσταση μεταξύ Β και Γ ήταν 3,3 μέτρα. Το όχημα Ε δεν ήταν εκεί όταν έφτασε ο ίδιος στη σκηνή του δυστυχήματος. Είχε φύγει. Στην ερώτηση του συνηγόρου Υπεράσπισης αν «κάποιος που οδηγεί προς το Α μπορεί να δει κάποιον που είναι πίσω από το φορτηγό», απάντησε «Εξαρτάται», χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις. Σε ερώτηση αν, με βάση την πείρα του και με δεδομένες τις ζημιές στο αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης, είναι δυνατόν να χτύπησε κάποιος πάνω στο αυτοκίνητό της», η απάντησή του ήταν ναι. Απαντώντας εκ νέου στην ερώτηση γιατί δεν του ήταν πιστευτό το σημείο σύγκρουσης «Χ1» όπως το εισηγείται ο ΜΚ3, ο ΜΚ2 απάντησε ως εξής׃ «Ο πατέρας είπε ότι είδε το γιο του που διασταύρωνε. Αλλά όταν κάποιος είναι μέσα στο φορτηγό και υπάρχει πεζός πίσω από το όχημά του, δεν μπορεί να τον δει». Κατά την επανεξέταση, ζητήθηκε από τον ΜΚ2 να διευκρινίσει αν το σημείο Χ1 είναι πίσω από το φορτηγό ή αν είναι στη δεξιά πισινή γωνιά του φορτηγού. Απάντησε ότι το σημείο Χ1 είναι στη δεξιά πισινή γωνιά του φορτηγού. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΕΖΟΥ (ΜΚ3) Ο πεζός (ΜΚ3) κατέθεσε στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, την κατάθεση (ΤΕΚ6) που έδωσε στην Αστυνομία στις 22.7.09 σχετικά με το δυστύχημα. Σε αυτήν αναφέρονται τα εξής׃ «Την 07.05.2009 πήγα στη δουλειά μου η ώρα 7׃30 στα εργαστήρια του ΘΟΚ στα Λατσιά. Μετά από λίγο έφυγα με το φορτηγό ΗΧΧ198 που οδηγούσεν ο πατέρας μου για να πετάξουμε κάτι σκουπίδια στο σκυβαλότοπο Παλιομετόχου. Εγώ ήμουν συνοδηγός στο φορτηγό. Εκείνη την ημέρα εξέχασα στο σπίτι μου το κινητό μου και είπα του πατέρα μου να περάσει να το πάρω. Όταν φθάσαμε στο σπίτι είδα έξω από το σπίτι μας, στη μέση του περίπου, να βρίσκεται σταματημένο το αυτοκίνητο του Κυριάκου Ιωάννου (Κούλλη). Ήταν στη δεξιά μεριά του δρόμου σε σχέση με την πορεία μας και έβλεπε το μπροστινό του μέρους προς τα ανατολικά. Ο πατέρας μου τότε εσταμάτησε το φορτηγό στην αριστερή μεριά του δρόμου απέναντι από το σπίτι μας δίπλα από ανοικτό οικόπεδο. Μέρος του φορτηγού ήταν μέσα στο οικόπεδο και ο πίσω τροχός ήταν κολλημένος στη λίνια του δρόμου. Εγώ εκατέβηκα από την πόρτα του συνοδηγού και ο πατέρας μου έμεινε στο φορτηγό να με περιμένει με ξεκινημένη τη μηχανή. Όταν κατέβηκα, είδα τη γιαγιά της γυναίκας μου, την Ξενού, να βρίσκεται στο μέσον του οικοπέδου προς τα πίσω, όπου έσφαζε κοτόπουλα. Την χαιρέτησα και της είπα ότι ξέχασα το κινητό μου και ήρθα να το πάρω. Είπεν μου «Εντάξει, γιε μου». Αρχικά, σταμάτησα λίγο και μετά συνέχισα προς το πίσω μέρος του φορτηγού, στάθηκα στο πλάι του φορτηγού, ένα πόδι περίπου προς το δρόμο. Δίπλα ακριβώς από τη γωνιά του φορτηγού. Δεν απείχα από το πίσω μέρος του φορτηγού. Επρόσεξα ότι το αυτοκίνητο του Κούλλη ήταν περίπου δύο - τρία μέτρα πιο πάνω από το πίσω μέρος του φορτηγού. Δεν είχε κανένα άλλο αυτοκίνητο μέσα στο δρόμο. Εστάθηκα στην άκρη δίπλα από το φορτηγό και έλεγξα το δρόμο από τα δεξιά κάτω και μετά μετά από τα αριστερά μου και είδα ένα αυτοκίνητο να έρχεται από τα αριστερά μου και να βρίσκεται σε απόσταση γύρω στα είκοσι με εικοσιπέντε μέτρα. Είδα ότι ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα και του έδωσα προτεραιότητα να περάσει και μετά να διασταυρώσω. Από εκεί και πέρα δεν θυμούμαι τίποτε. Εξύπνησα μέσα στο νοσοκομείο και μου είπαν ότι με εκτύπησε αυτοκίνητο. Την ώρα που εκατέβηκα στο οικόπεδο και εμιλούσα με τη γιαγιά την Ξενού, δεν γνωρίζω αν πέρασαν αυτοκίνητα από το δρόμο. Ενώ ήμουν στο πίσω μέρος του φορτηγού και ενόσω ήμουν στεκούμενος δίπλα από το φορτηγό, δεν επέρασε κανένα άλλο αυτοκίνητο εκτός αυτού που με εκτύπησε. Είδα δε ότι ο οδηγός του ήταν γυναίκα. Όσον αφορά το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος που έκαμε η αστυνομία στην απουσία μου, τώρα που μου το εξήγησες συμφώνησα εκτός με το σημείο σύγκρουσης που αναφέρεται ως σημείο Χ, διότι εγώ ήμουν δίπλα από το φορτηγό, στη δεξιά του πλευρά, ένα πόδι προς το μέσο του δρόμου και καθόλου πίσω από το φορτηγό. Επίσης, όσον αφορά τη θέση του αυτοκινήτου του Κούλλη, αρ. UC818, δεν συμφωνώ διότι όπως είπα και πιο πάνω ήταν γύρω στα δύο - τρία μέτρα προς τα πάνω από το πίσω μέρος του φορτηγού. Μπροστά από το αυτοκίνητο του Κούλλη δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα σταθμευμένα. Από το δυστύχημα ετραυματίστηκα σοβαρά και μου έσπασαν τα παγίδια όλα της αριστερής πλευράς, έπαθε θλάσεις ο πνεύμονας και ετρύπησε ... [δίδει άλλες λεπτομέρειες].». (Η έμφαση με έντονα ή/και υπογραμμισμένα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ3 διευκρίνισε ότι είχε ήδη ξαναδεί το συμμετρικό σχέδιο όταν πήγε μαζί με το δικηγόρο του στην Ασφάλεια και το πρόχειρο σχεδιαγράφημα όταν του το έδειξε ο αστυνομικός. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει το σημείο Χ1 όπως ο ίδιος το υπέδειξε στον αστυνομικό, με αναφορά στη θέση του σε σχέση προς το φορτηγό του πατέρα του, έδειξε το σημείο Χ1 στη γωνία του εδώλιου του μάρτυρα. Είπε ότι απ' εκείνη τη θέση, η απόσταση από την οποία είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης να έρχεται ήταν 2,5 φορές την ευθεία της αίθουσας του Δικαστηρίου. Δεν αντιλήφθηκε ποιος οδηγούσε. Όπως ερχόταν, κρατούσε κανονικά την πορεία του. Μετά έπιασεν μια κλίση προς εμένα. Μετά δεν θυμούμαι τίποτα. Διευκρίνισε, επίσης, ότι, αν και ο δρόμος είναι κατηφορικός, στο ύψος του δρόμου όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα του πατέρα του, ο δρόμος ήταν κανονικός, χωρίς κλίση. Όταν ρωτήθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής κατά πόσον εκινήθηκε προηγουμένως από τη θέση που περιέγραψε όταν είδε το όχημα, απάντησε, «Όχι. Έβλεπα δεξιά και αριστερά.». Σε ερώτηση «Τί έγινε όταν αντελήφθηκες το όχημα που έρχετουν», απάντησε «Κοίταξα δεξιά, αριστερά, ξανά δεξιά και μετά τίποτε». Στην ερώτηση, πού ένιωσε το χτύπημα για πρώτη φορά, ο ΜΚ3 έδειξε το αριστερό του πλευρό. Κατά την αντεξέτασή του από το συνήγορο Υπεράσπισης, ζητήθηκε από το ΜΚ3 να σχολιάσει τη θέση της Υπεράσπισης ότι το βάρος του χτυπήματος ήταν στη μπροστινή, δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης, χωρίς να υπάρχει χτύπημα στο μπροστινό μέρος του οχήματος, ενώ αν του είχε χτυπήσει η Κατηγορούμενη, θα του είχε χτυπήσει με την μπροστινή πλευρά του αυτοκινήτου της, και ότι το συμπέρασμα είναι ότι ο ίδιος έπεσε πάνω στο όχημά της και χτύπησε. Η αντίδραση του ΜΚ3 ήταν ότι, αν ευσταθούσε αυτή η θέση, θα σήμαινε ότι είτε ο ίδιος ήταν μωρό είτε πήγαινε να αυτοκτονήσει. Δεν αρνήθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο ήθελε να διασταυρώσει στην απέναντι μεριά του δρόμου ήταν για να πάρει το κινητό του που το ξέχασε στο σπίτι του. Αρνήθηκε, όμως, τον ισχυρισμό ότι λόγω βιασύνης «εμούνταρεν μέσα στο δρόμο», χωρίς να κοιτάξει δεξιά και αριστερά. Σημείωσε ότι σταμάτησε να χαιρετήσει τη γιαγιά της γυναίκας του και σε ό,τι αφορά την προσπάθειά του να διασταυρώσει είπε «Δεν επήγαινα τέλια αργά, αλλά ούτε σαν να αυτοκτονούσα». Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΕΖΟΥ (ΜΚ4) Ο πατέρας του τραυματία (ΜΚ4) ήταν ο επόμενος που κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, κατέθεσε την κατάθεση (ΤΕΚ7) που έδωσε στην Αστυνομία στις 4.6.09 σχετικά με το δυστύχημα. Σε αυτήν αναφέρονται τα εξής׃ «Είμαι οδηγός στο Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Την 7.5.09 και περί ώρα 8׃00 ήμουν με το γιο μου Μιχάλη στο αυτοκίνητο του ΘΟΚ για κάτι εργασίες στη Λακατάμια. Σε κάποια στιγμή, ο Μιχάλης μου ανάφερε ότι εξέχασε στο σπίτι του στη Λακατάμια που βρίσκεται στην οδό Δωδεκανήσων και τον πήρα για να το πάρει. [...] Όταν έφθασα έξω από το σπίτι του, στον αριθμό 19Α σταμάτησα απέναντι από το σπίτι, στην αριστερή μεριά του δρόμου σε σχέση με την πορεία μου. Είχα ξεκινημένη τη μηχανή και ο Μιχάλης που ήταν συνοδηγός κατέβηκε από το φορτηγό και πήγε από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου μας. Έξω από το σπίτι του Μιχάλη ήταν σταματημένο ένα σαλούν αυτοκίνητο που έβλεπε προς τα ανατολικά. Όπως επερίμενα στο αυτοκίνητο είδα ένα σαλούν πράσινο να έρχεται από πάνω δυτικά προς ανατολικά και να περνά μέσα από τ' αυτοκίνητα τα σταματημένα κανονικά. Εγώ έκρινα ότι δεν χρειαζόταν να μετακινήσω το φορτηγό μου, διότι δεν εμπόδιζε την τροχαία. Σε κάποια στιγμή, είδα το Μιχάλη να βρίσκεται αριστερά του φορτηγού μέσα στο χωμάτινο παγκέτο να μιλά με μια γιαγιά, τη γιαγιά του τη Ξενού. Στη συνέχεια εν άκουα τη φωνή του Μιχάλη και ενόμισα πως επέρασεν απέναντι στο σπίτι του. Εκοίταξα προς τα πάνω, δυτικά και είδα ένα αυτοκίνητο να έρχεται προς ανατολικά με μεγάλη ταχύτητα. Τότε εκοίταξα από το δεξιό καθρεφτάκι μου και είδα ότι ο Μιχάλης δεν πέρασε και στεκόταν πίσω από το φορτηγό γύρω στα δυο πόδια και ενάμισι πόδι από την άκρια τη δεξιάν του φορτηγού προς το μέσον του δρόμου. Όπως ερχόταν το αυτοκίνητο δεν ξέρω τι συνέβηκε και αντίναξε το Μιχάλη και τον πέταξε γύρω στα τέσσερα μέτρα. Αμέσως όταν είδα από το καθρεφτάκι τι έγινε, άνοιξα την πόρτα μου απότομα και έτρεξα προς το γιο μου πηδώντας από τόσο ύψος. Αποτέλεσμα ήταν να κτυπήσω το αριστερό μου γόνατο και να θέλει εγχείρηση. Αμέσως, έτρεξα προς το Μιχάλη και είδα να έρχεται και προς το μέρος του μια κοπέλα, η οποία είχε κτυπήσει το γιο μου και σταμάτησε το αυτοκίνητο της τέσσερα σπίτια πιο κάτω. Τη ρώτησα, «Ρα γιατί εβούρας τζαι σκότωσες μου το γιο μου» και είπεν μου «εν τον είδα, εβιαζόμουν να πάρω το μωρό στο σχολείο». Μετά ήρθεν η αστυνομία και έκαμε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής [...]. Όταν ήρθε η αστυνομία, μας ρώτησεν αν είχεν μάρτυρες για το δυστύχημα. Τότε εγώ είπα στο Λοχία ότι το αυτοκίνητο που ερχόταν από πάνω, δυτικά, έτρεχε και εκτύπησεν του γιου μου. Η κοπέλα που ήταν παρών, άκουσεν και είπεν «εβιαζόμουν να πάρω το μωρό σχολείο, εν τον είδα και ετσίλλησά τον». Τότε ο Λοχίας της είπεν, «μεν το ξαναπείς και εν εις βάρος σου». Θέλω να σου πω ότι έξω που το σπίτι του Μιχάλη ήταν σταματημένον μόνο το αυτοκίνητο του Κούλλη μάρκας Honda και κανένα άλλο μπροστά του. Κατ' ακρίβειαν, δεν είμαι σίγουρος αν ήταν μπροστά του Honda άλλο αυτοκίνητο.». (Η έμφαση με έντονα ή και υπογραμμισμένα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι είναι οδηγός από το 1983, ότι η ταχύτητα με την οποία είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης να έρχεται προς το μέρος τους ήταν πέραν των 50 χλμ/ώρα, 70 με 80 χλμ/ώρα. Όταν ο ΜΚ4 είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης για πρώτη φορά, εκείνο βρισκόταν πάνω στο ανήφορο και κατέβαινε. Τους χώριζε απόσταση περίπου 300 μέτρων. Όταν πέρασε από κοντά του, μόλις που πήρεν το μάτι του το Μιχάλη που χτύπησε». Ο Μιχάλης βρέθηκε πάνω στο πεζοδρόμιο, περισσότερο από 4 μέτρα μακριά. Κατά την αντεξέταση, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε στον Κατηγορούμενο ότι πολλά από όσα είπε κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν τα είχε ποτέ προηγουμένως αναφέρει στην αστυνομία. Ειδικότερα, στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, το μόνο που ανέφερε ήταν ότι είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης να περνά κανονικά μέσα από τα σταματημένα αυτοκίνητα. Δεν είπε τότε ότι το είδε προηγουμένως, από 300 μέτρα απόσταση. Ο ΜΚ4 αποκρίθηκε ότι στην Αστυνομία δεν το είπε διότι δεν ερωτήθηκε σε πόση απόσταση το είδε, αλλά σε ποια θέση είδε το αυτοκίνητο. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε, επίσης, από το ΜΚ4 να εξηγήσει γιατί χρειάστηκε να κοιτάξει από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του για να δει προς τα πίσω και εκείνος απάντησε «επειδή ο Μιχάλης δεν επέρασεν στην απέναντι πλευρά, κοίταξα για να δω που είναι». Την ίδια απάντηση έδωσε στο συνήγορο Υπεράσπισης όταν εκείνος επέμεινε στην ερώτηση, γιατί ο ΜΚ4 δεν κοίταξε δεξιά από το παράθυρό του για να δει αν ο Μιχάλης πέρασε απέναντι στο σπίτι του. Ερωτούμενος, πού βρισκόταν το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης όταν εκείνος λέει ότι είδε το γιο του να στέκεται 1 ½ με 2 πόδια μέσα στο δρόμο, απάντησε ότι το αυτοκίνητό της βρισκόταν ένα σπίτι πιο πάνω. Ο ΜΚ4 είπε ότι είδε το γιο του να βλέπει προς τα πάνω και πιστεύει ότι εκείνος πρέπει να είδε την Κατηγορούμενη. Το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης χτύπησε στο γιο του με τον αριστερό τροχό, την αριστερή πλευρά, του αυτοκινήτου της. Ερωτούμενος πώς είναι δυνατόν να ξέρει τώρα πώς συνέβηκε το δυστύχημα, ενώ στη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία δήλωνε ότι δεν ήξερε τί συνέβηκε, ο ΜΚ4 απάντησε ότι λέει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Απαντώντας στην υποβολή ότι ουδέποτε η Κατηγορούμενη είπε σε αστυνομικό ότι εβιάζετουν να πάρει το μωρό της στο σχολείο, ο ΜΚ4 απάντησε ότι ο ίδιος αρνείτο να υπογράψει την κατάθεσή του όσο ο αστυνομικός αρνείτο να καταγράψει μέσα στην κατάθεση του τα γεγονότα όπως τα έζησε ο ΜΚ4 και ότι δέχτηκε να υπογράψει την κατάθεσή του μόνο όταν ο Αστυνομικός συμπεριέλαβε την κουβέντα εκείνη που ο ΜΚ4 άκουσε την Κατηγορούμενη να του λέει. (Η έμφαση με υπογραμμισμένα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Ο συνήγορος της Κατηγορουμένης ήγειρε την εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή, αλλά το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση, ημερομηνίας 21.10.2011, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε την Κατηγορούμενη σε απολογία, επεξηγώντας της τα δικαιώματά της βάσει του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ. 155. Η Κατηγορούμενη επέλεξε να δώσει τη μαρτυρία της ενόρκως. Ανέφερε τα εξής׃ «Ήταν γύρω στις 8 π.μ. της 7.5.2009, όταν ξεκίνησα για να πάρω το γιο μου, ηλικίας 3,5 χρονών, στο νηπιαγωγείο με το αυτοκίνητό μου. Ήμουν στο αλτ και έστριψα δεξιά για να μπω στο δρόμο που ήταν κατηφορικός. Το σημείο του δυστυχήματος ήταν περίπου στο μέσο του κατηφορικού δρόμου, αλλά δεν θέλω να προσδιορίσω την απόσταση σε μέτρα, διότι δεν κατέχω από αυτά. Η ταχύτητά μου ήταν κάτω από 50 χλμ/ώρα, διότι μόλις ξεκίνησα από το αλτ και το αυτοκίνητο προχωρούσε μόνο του. Ο δρόμος ήταν καθαρός. Στο τέρμα του δρόμου, ένα αυτοκίνητο έφευγε αριστερά. Στα δεξιά του δρόμου υπήρχε ένα φορτηγό. Στα αριστερά υπήρχαν δύο ιδιωτικά οχήματα. Όταν μπήκα ανάμεσα των αυτοκινήτων, άκουσα ότι το φορτηγό ήταν ξεκινημένο. Πέραν από το μισό αυτοκίνητό μου είχε περάσει το φορτηγό όταν άκουσα ένα πατ και είδα ένα άσπρο δίπλα στην πόρτα μου (τη δεξιά πόρτα, του οδηγού). Όταν μπήκα στο δρόμο δεν είχα αντιληφθεί να υπάρχει οποιοσδήποτε άνθρωπος μέσα στο δρόμο ούτε ήταν δυνατόν να αντιληφθώ αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόσωπο πίσω από το φορτηγό. Με εμπόδιζε ο όγκος του φορτηγού.». (Η έμφαση με υπογραμμισμένα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Κατά την αντεξέτασή της, η Κατηγορούμενη ερωτήθηκε πόσο ελάττωσε την ταχύτητά της, όταν πέρασε ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, όπως η ίδια δήλωσε προς την Αστυνομία. Απάντησε «πάτησα ελαφρά τα φρένα μου. Δεν μπορώ να σας πω αριθμό ή χλμ/ώρα». Ερωτούμενη από πόση απόσταση άκουσε ότι ήταν ξεκινημένο το φορτηγό, η Κατηγορούμενη απάντησε «Φαντάζομαι όταν έφτασα δίπλα του». Απαντώντας στην υποβολή ότι «ο πεζός ήταν ήδη μπροστά της, όταν εκείνη περνούσε το φορτηγό», είπε «'Οχι, έδωσε πάνω στην πόρτα μου». Απαντώντας στην υποβολή ότι, αν ήταν τόσο ελαττωμένη η ταχύτητά της όσο ισχυρίζεται, θα μπορούσε να είχε αποφύγει τη σύγκρουση, είπε «Μα δεν είδα κάποιον, για να τον αποφύγω». Αρνήθηκε ότι ήταν αφηρημένη και γι' αυτό δεν είδε τον πεζό, σημειώνοντας ότι «Ουδεμία στιγμή δεν αφαιρούμαι. Ειδικά τότε που είχα το παιδί μου και ήμουν έγγυος». Στο πλαίσιο της τελικής του αγόρευσης ο συνήγορος Υπεράσπισης επανέλαβε τα όσα ανέφερε και στο στάδιο της εισήγησης περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Ότι ο Εξεταστής της υπόθεσης (ΜΚ2) δέχθηκε ότι το σημείο σύγκρουσης - επί του σχεδιαγραφήματος (συμμετρικού σχεδίου) της σκηνής, το οποίο αποτελεί πραγματική μαρτυρία - ήταν εκείνο που υπέδειξε η Κατηγορούμενη. Ο Εξεταστής δήλωσε επίσης ότι το χτύπημα του ΜΚ3 έγινε στη δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου της κατηγορουμένης, όχι στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Λογική συνέπεια τούτου, ότι ο πεζός κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο και όχι το αυτοκίνητο στον πεζό. Επήγε να διασχίσει το δρόμο, 2,5 μέτρα πίσω από το φορτηγό, το οποίο είχε 8,5 μέτρα ύψος και δικαιολογημένα η Κατηγορούμενη δεν μπορούσε να τον δει. Μπήκε απότομα στο δρόμο να διασχίσει. Είναι η κλασσική περίπτωση του "dashing". Ο ΜΚ4, πατέρας του Κατηγορούμενου δεν βάσταξε την βάσανο της αντεξέτασης. Δεν χρήζει σχολιασμού η μαρτυρία του. Ο δε παραπονούμενος, μας είπε «Δεν ξέρω», «Δεν θυμάμαι». Τίποτα δεν είδε. Με άλλα λόγια η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε το συστατικό στοιχείο της αμέλειας, όπως αυτό αναλύεται στη σελ. 6 της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 21.10.2011, την οποία και η Υπεράσπιση υιοθετεί πλήρως. Από την άλλη, στην τελική της αγόρευση η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκε πως από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποδεικνύεται η υπόθεση αμελούς οδήγησης εναντίον της Κατηγορουμένης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ειδικότερα, η πραγματική μαρτυρία, όπως είναι το συμμετρικό σχέδιο, αποτυπώνει στο σημείο Δ.1 την τελική θέση του πεζού׃ 15 μέτρα από το δεξιό φτερό του φορτηγού οχήματος. Αν το θύμα ήταν πίσω από το φορτηγό, η τελική του θέση δεν θα ήταν αυτή, αλλά ίσως στο πεζοδρόμιο ή/και πέραν του πεζοδρομίου. Συνεπώς, η Κατηγορούμενη, ενώ διερχόταν των σταματημένων οχημάτων και ιδιαίτερα του φορτηγού, που ήταν σε θέση αναμονής, είχε αυξημένη ευθύνη να ελέγξει αν υπήρχαν άτομα μέσα στο φορτηγό ή/και στο δρόμο, αφού άκουσε ότι το φορτηγό ήταν ξεκινημένο. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η Κατηγορούμενη δεν έλαβε κανένα μέτρο αποτροπής, επειδή η ταχύτητά της δεν ελαττώθηκε ποτέ και επειδή έτρεχε για να πάρει το μωρό στο σχολείο όπως είπε στον πατέρα του θύματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η παρούσα υπόθεση αφορά στο αδίκημα της αμέλειας. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Κυριάκου Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Το μέτρο κρίσης καθορίζεται στη βάση του αν ο οδηγός ενήργησε όπως ένας σώφρονας, ικανός, λογικός οδηγός, όχι ο τέλειος οδηγός (Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ1). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Συνεπώς, η θεμελίωση της αμέλειας της Κατηγορουμένης, στην παρούσα υπόθεση, απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Κρίνω αναγκαίο να σημειώσω ότι, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. την Ποινική Έφεση 6614,Χρίστος Ιωάννου ν Αστυνομίας, απόφαση ημερομηνίας 19.3.1999, με αναφορά στη Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Παρενθετικά (αναγνωρίζοντας ότι η διαπίστωση τυχόν συντρέχουσας ευθύνης του πεζού δεν αποτελεί ευθύνη ή αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου) αναφέρω ότι, όπως η νομολογία έχει επεξηγήσει (βλ. Πολιτική έφεση αρ. 10664, απόφαση ημερομηνίας 14.1.2002), το δικαίωμα του πεζού στη χρήση του δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού αυτοκίνητου οχήματος. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής από τον πεζό συσχετίζεται με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που περιστοιχίζουν το ατύχημα. Ο κανόνας που διέπει τη συμπεριφορά του πεζού είναι ότι πρέπει να φανεί ότι επέδειξε, για τη δική του ασφάλεια, την προσοχή που αναμένεται από το μέσο λογικό άνθρωπο, που είναι συνυφασμένη με την έννοια της σωφροσύνης. Στην παρούσα υπόθεση,το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει׃ (α) αν η Κατηγορούμενη τήρησε τη δέουσα παρατηρητικότητα σαν οδηγός υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις (το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες), (β) αν ο πεζός ευρισκόταν σε τέτοια θέση που ήταν «απλά ορατός», αλλά η Κατηγορούμενη παρέλειψε να τον προσέξει, (γ) αν η Κατηγορούμενη παρέλειψε να λάβει οποιεσδήποτε ή τις δέουσες προφυλάξεις, παρά το ότι είδε ή όφειλε - υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις - να είχε δει τον πεζό. Σε συνάρτηση προς τα πιο πάνω επίδικα θέματα, κρίνω ότι θα πρέπει καθηκόντως (βλ. Πολιτική έφεση 12079, απόφαση ημερομηνίας 5.7.2007, με αναφορά στην Χριστοδούλου Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 552) να αξιολογήσω το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται ενώπιον μου και να προβώ σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα, μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και Κατηγορουμένης, όπως αναδεικνύονται μέσα από την πιο πάνω παρατεθείσα μαρτυρία׃ (α) την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε η Κατηγορούμενη, (β) τη θέση του πεζού αμέσως πριν τη σύγκρουση, (γ) την ορατότητα που είχε η Κατηγορούμενη σε ότι αφορά τη θέση του πεζού, (δ) το αν ο πεζός έτρεξε απότομα μέσα στο δρόμο ή αν βρισκόταν απλώς σε στάση ετοιμότητας να διασταυρώσει, (ε) την ύπαρξη οποιωνδήποτε άλλων εμποδίων ή προειδοποιητικών σημείων ή παραγόντων στο δρόμο που απαιτούσαν την προσοχή της Κατηγορουμένης, και (στ) σε συνάρτηση προς το σημείο (ε), το αν- (
- i)η ύπαρξη ξεκινημένου φορτηγού στη δεξιά πλευρά του δρόμου αποτελούσε προειδοποιητικό σημείο για το ενδεχόμενο ύπαρξης πεζού, και (
- ii)η ύπαρξη ενός ή δύο ιδιωτικών οχημάτων σταθμευμένων στην αριστερή πλευρά του δρόμου, πέραν του φορτηγού που ήταν σταθμευμένο στη δεξιά πλευρά του δρόμου, αποτελούσε παράγοντα που επέβαλλε περαιτέρω προσοχή από πλευράς της Κατηγορουμένης. Θα αξιολογήσω ακολούθως την ενώπιόν μου μαρτυρία, καθοδηγούμενη από την ανάγκη να καταλήξω σε ευρήματα σε σχέση προς τα πιο πάνω σημεία, υπό το φως των προπαρατεθέντων νομικών αρχών για τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Πέραν των πιο πάνω, σημειώνω ότι, την κρίση μου σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία των μαρτύρων, την κατεύθυνε η πραγματική μαρτυρία. Βάσει αυτής, προβαίνω σε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας της Κατηγορουμένης και των μαρτύρων κατηγορίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάτι τέτοιο νομολογιακά δεν αποτελεί μεπτή προσέγγιση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Ομήρου Σάββα Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Ως πραγματική μαρτυρία αποδέχομαι τις ζημιές του οχήματος, τους τραυματισμούς του πεζού και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Σε σχέση προς τις ζημιές του οχήματος της Κατηγορουμένης, δεν διαπίστωσα να υπήρξε οποιαδήποτε διαφωνία μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και Υπεράσπισης, πέραν του γεγονότος ότι η Υπεράσπιση βάζει έμφαση στο ότι ο ανεμοθώρακας «έσπασε», συνεπεία του χτυπήματος του πεζού στη δεξιά πλευρά του οχήματος, αλλά δεν ήταν το πρώτο σημείο του χτυπήματος του αυτοκινήτου με τον πεζό. Σε ό,τι αφορά τους τραυματισμούς του πεζού, αυτοί δεν αμφισβητήθηκαν. Σε ό,τι αφορά το συμμετρικό σχέδιο, υπάρχουν επιμέρους σημεία που αμφισβητήθηκαν και για τα οποία καταγράφω τις διαπιστώσεις μου κατωτέρω. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι το σχεδιαγράφημα της σκηνής αποτελεί πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο της νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Γενικός Εισαγγελέας ν Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Στην παρούσα υπόθεση, ο ΜΚ2 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής και ακολούθως συμμετρικό σχεδιαγράφημα. Όπως σημείωσα προηγουμένως, δυστυχώς το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του ως τεκμήριο το πρόχειρο σχέδιο. Συνεπακόλουθα, το Δικαστήριο στερείται της δυνατότητας να γνωρίζει αν το συμμετρικό σχέδιο (ΤΕΚ5) αποτυπώνει οποιαδήποτε διαφορά εν σχέση προς το πρόχειρο σχέδιο, το οποίο έτυχε σχολιασμού στο στάδιο των ανακριτικών καταθέσεων από τα ενεχόμενα στο ατύχημα μέρη. Εφόσον, όμως, τόσο η κυρίως εξέταση όσο και η αντεξέταση των μαρτύρων διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συμμετρικού σχεδίου, χωρίς οποιοσδήποτε μάρτυρας να εντοπίσει ή και να εγείρει ζήτημα διαφοράς του από το πρόχειρο σχέδιο, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας θεωρώντας ότι το συμμετρικό αποτυπώνει τη σκηνή του δυστυχήματος όπως ακριβώς είχε αποτυπωθεί στο πρόχειρο σχέδιο. Από το συμμετρικό σχέδιο, προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε είτε από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την Υπεράσπιση, η τελική θέση του οχήματος της Κατηγορουμένης (σημείο «Α1») και η τελική θέση του πεζού (σημείο «Δ.1»). Η τελική θέση του οχήματος της Κατηγορουμένης δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, εφόσον όπως η ίδια παραδέχεται στη μαρτυρία που έδωσε, «οδήγησε» μέχρι του σημείου Α1. Δεν κατέληξε εκεί μετά από οποιαδήποτε προσπάθεια να πατήσει τα φρένα, αφού όπως εξήγησε «Εγώ τον πεζό δεν τον είδα καθόλου, για να πατήσω στόπερ». Γι' αυτό και στο σχέδιο δεν φαίνεται να έχουν σημειωθεί οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης. Η τελική θέση του πεζού έχει ιδιαίτερη σημασία, εφόσον σχετίζεται με την «εκτίναξή του», ως μαρτυρείται από τον πατέρα του (ΜΚ4) και, κατ' επέκταση, με την ταχύτητα του οχήματος της Κατηγορουμένης ή/και της ορμής με την οποία διασταύρωνε ο πεζός, όπως θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Είναι δεκτό από τους αντιδικούντες ότι η απόσταση του σημείου Δ.1, έχοντας μετρηθεί από το σημείο Χ1 (που είναι η πίσω δεξιά γωνία του φορτηγού, όπου ο πεζός ισχυρίζεται ότι ευρισκόταν κατά το χρόνο που συνέβη το δυστύχημα), ισούται με 15 μέτρα. Επισημαίνω, ότι ο εξεταστής της υπόθεσης, δεν έχει σημειώσει επί του συμμετρικού σχεδίου τη μέτρηση της απόστασης του σημείου Δ.1 από το σημείο Χ (που είναι το σημείο, όπου η Κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι ευρισκόταν ο πεζός όταν συνέβη το δυστύχημα). Τα σημεία Χ και Χ1 απέχουν μεταξύ τους, διαγωνίως, κατά 2,5 μέτρα. Συνεπώς, ο πεζός «εκτινάχθηκε» σε κάθε περίπτωση (είτε από το Χ είτε από το Χ1) σε απόσταση πέραν των 12 μέτρων. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της διαθέσιμης μαρτυρίας σε ό,τι αφορά την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε η Κατηγορουμένη. Η ίδια στην ανακριτική κατάθεσή της δήλωσε ότι οδηγούσε με ταχύτητα εντός ή και μικρότερη του επιτρεπόμενου ορίου των 50 χλμ/ώρα, «διότι ο δρόμος ήταν πολύ κατηφορικός». Κατά την κυρίως εξέτασή της στο Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, αφού ο δρόμος ήταν κατηφορικός, το αυτοκίνητο «πήγαινε μόνο του» με όση ταχύτητα είχε μπαίνοντας στην οδό Δωδεκανήσων. Τα φρένα τα πάτησε «ελαφρά» όσο για να περάσει ανάμεσα στα σταθμευμένα οχήματα, αλλά ουδέποτε τα πάτησε πραγματικά, αφού ουδέποτε αντιλήφθηκε να υπήρχε κίνδυνος στο δρόμο. Το Δικαστήριο κρίνει ως αξιόπιστη τη μαρτυρία αυτή, αφού εμπεριέχει και το στοιχείο της δήλωσης που είναι ενάντια στα συμφέροντα της Κατηγορουμένης και συνεπώς δεν έχει λόγο να την αμφισβητήσει στη βάση συμφέροντος. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι, η ταχύτητα της Κατηγορουμένης δεν μπορεί να μειώθηκε ποτέ σημαντικά στη διαδρομή της μέχρι και το σημείο σύγκρουσης. Απεναντίας, η ταχύτητα που εκδηλώνει ένα όχημα όταν βρεθεί σε κατηφορικό δρόμο είναι μεγαλύτερη από εκείνην που θα είχε σε ένα δρόμο χωρίς κλίση. Γι' αυτό και, εφόσον γίνει δεκτό ότι η αρχική της ταχύτητα κατά την είσοδο στην οδό Δωδεκανήσων ανερχόταν στο επίπεδο των 50 χλμ/ώρα όπως μαρτυρεί η Κατηγορουμένη, τότε είναι δυνατόν να αυξήθηκε κατά μήκος του κατηφορικού δρόμου σε 60 έως 70 χιλιόμετρα την ώρα και όταν πάτησε «ελαφρά» τα φρένα, για να περάσει ανάμεσα στα σταθμευμένα οχήματα, να μειώθηκε ελαφρά σε 50 χιλιόμετρα την ώρα. Το Δικαστήριο προβαίνει σ' αυτές τις παρατηρήσεις με βάση την κοινή λογική, χωρίς να θέλει να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα, αφού δεν είναι τέτοιος. Επισημαίνει, συναφώς, ότι ο εξεταστής της υπόθεσης (ΜΚ2) παρέλειψε να εκφράσει οποιαδήποτε άποψη ή εκτίμηση σε σχέση με την ταχύτητα της Κατηγορουμένης. Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αναφορές των ΜΚ3 και ΜΚ4 οι οποίες περιέχονται στις ανακριτικές τους καταθέσεις περί οδήγησης από πλευράς της Κατηγορουμένης «με μεγάλη ταχύτητα» συνάδουν με το εύρημα του Δικαστηρίου για ελάχιστη ταχύτητα 50 χλμ-ώρα και μέγιστη ταχύτητα μεταξύ των 60 έως 70 χλμ/ώρα, διότι η δική τους εκτίμηση, απορρέει από το γεγονός ότι έκαναν την εκτίμηση ενόσω οι ίδιοι ήσαν σε σταθερό σημείο και οποιαδήποτε ταχύτητα συγκρινόμενη με τη δική τους που ήταν μηδενική, θα φαινόταν μεγάλη. Εξάλλου, το χτύπημα ενός πεζού (ως σταθερό σημείο) με ταχύτητα 50 χλμ/ώρα, δεν είναι παράλογο να προκαλέσει εκτίναξη 12 έως 15 μέτρων. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία που έδωσαν στο Δικαστήριο οι ΜΚ3 και ΜΚ4 περί ταχύτητας έως και 80 χλμ/ώρα στερείται εμπειρογνωμοσύνης. Το επόμενο επίδικο σημείο βάσει της πραγματικής μαρτυρίας είναι το σημείο σύγκρουσης. Κατ' αρχάς, το Δικαστήριο κρίνει ότι είτε ληφθεί υπόψη το σημείο Χ είτε ληφθεί υπόψη το σημείο Χ1 ως ορθό, κανένα από αυτά δεν βρίσκεται «πίσω» από το φορτηγό. Και για τα δύο σημεία, η μαρτυρία του ΜΚ4 στην ανακριτική του κατάθεση, την οποία κρίνει πιο αξιόπιστη από τη μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφέρεται σε ενάμισι με 2 πόδια μέσα από το δρόμο εν σχέση προς το φορτηγό. Άρα μπορεί ο πεζός να επιχείρησε να διασταυρώσει με αφετηρία πίσω από το φορτηγό, αλλά ο ίδιος πέρασε και έλαβε θέση για να διασταυρώσει, στη δεξιά γωνία του φορτηγού ενάμισι πόδι μέσα στο δρόμο. Αυτό που ξενίζει το Δικαστήριο είναι το γεγονός ότι το σημείο Χ1, όπως υποδεικνύεται από τον πεζό, θα βοηθούσε περισσότερο τη θέση της Υπεράσπισης ότι εκείνος πέρασε πίσω από το φορτηγό, παρά το σημείο Χ. Αξιολογώ, ακολούθως, τις επεξηγήσεις που έδωσε ο εξεταστής της υπόθεσης (ΜΚ2) σχετικά με το ότι ο ίδιος υιοθετεί το σημείο Χ ως ορθό. Διαφωνώ με την πρώτη επεξήγηση που έδωσε, ότι δήθεν το σημείο Χ ταιριαζει με τη μαρτυρία που υπάρχει ότι ο πεζός «έτρεξε στο δρόμο», για τον απλό λόγο ότι δεν έχει δοθεί τέτοια μαρτυρία ούτε καν από την ίδια την Κατηγορούμενη. Εκείνη είπε ότι «δεν είδε καθόλου τον πεζό», άρα δεν μπορεί να ξέρει αν ξεπρόβαλε στο πλευρό του αυτοκινήτου της είτε τρέχοντας είτε με ανοικτό διασκελισμό είτε με γοργό είτε με βαρδύ βηματισμό. Από δικής του πλευράς, ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρθηκε σε έλεγχο της τροχαίας κίνησης που διενήργησε, όντας ευθυγραμμισμένος με το φορτηγό, για να ξέρει αν μπορούσε να διασταυρώσει. Είπε ότι πήγε ένα πόδι μέσα στο δρόμο, αλλά παρέμεινε στάσιμος εντός του δρόμου αφού μπορούσε πλέον να δει σε απόσταση 20 - 25 μέτρων το όχημα της Κατηγορουμένης να έρχεται με ταχύτητα και αποφάσισε να δώσει προτεραιότητα, ως αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση, στο διερχόμενο όχημα. Επομένως, ο εξεταστής (ΜΚ2) δεν είχε στη διάθεσή του μαρτυρία του ότι ο πεζός «έτρεχε» και ότι δήθεν γι' αυτό το λόγο «δεν μπορεί να πήγε ξυστά πίσω από το φορτηγό». Ούτε και η δεύτερη εξήγηση που έδωσε ο εξεταστής για την απόρριψη του σημείου Χ1 με βρίσκει σύμφωνη. Μπορεί να δει ο οδηγός από το δεξί του καθρεφτάκι τί υπάρχει στη δεξιά πισινή γωνία του αυτοκινήτου του προς το δρόμο. Εν πάση περιπτώσει, το σημείο Χ όπως το υπέδειξε η Κατηγορουμένη και όπως έγινε αποδεκτό από τον εξεταστή της υπόθεσης βρίσκεται εντός του δρόμου, στα 3.5 μέτρα από το χωμάτινο παγκέττο, 1 μέτρο πιο μέσα στο δρόμο σε σχέση με τη δεξιά γωνία του σταθμευμένου φορτηγού. Επομένως, εάν γίνει δεκτό αυτό το στοιχείο μαρτυρίας όπως εισηγείται ο συνήγορος της Κατηγορουμένης, συνεπάγεται ότι, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, ο παραπονούμενος είχε ήδη λάβει θέση στο δρόμο για να αποπειραθεί να διασταυρώσει το δρόμο και ήταν ορατός. Επίδικο καταλήγει να είναι το αν - στο συγκεκριμένο σημείο - ο πεζός ήταν «απλά ορατός» κατά την έννοια της νομολογίας - από την Κατηγορουμένη, έτσι ώστε αυτή να είχε καθήκον επιμέλειας έναντί του. Κρίνω ότι, αφού δεχτώ ότι ο πεζός εισήλθε στο δρόμο κατά ενάμισι με δύο πόδια για να λάβει θέση να διασταυρώσει, τότε η Κατηγορούμενη θα έπρεπε να τον είχε δει τουλάχιστον σε απόσταση 25 μέτρων προηγουμένως, όση και η απόσταση από την οποία ο ίδιος αναφέρει ότι μπορούσε να δει το όχημά της να έρχεται. Αναγνωρίζω, βεβαίως, ότι τέτοια απόσταση είναι ζήτημα δευτερολέπτων να διανυθεί με ταχύτητα πέριξ των 50 χλμ/ώρα. Αλλά, αν η Κατηγορούμενη επιδείκνυε τη δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή θα είχε προλάβει να τον προσέξει και θα έδειχνε κάποια αντίδραση, λήψης μέτρων αποφυγής (π.χ. πατώντας τα φρένα). Το ότι δεν έλαβε καθόλου μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης δεικνύει ότι, έστω και στιγμιαία, δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή ή ότι απώλεσε την προσοχή της προς ότι υπήρχε στη δεξιά πλευρά του δρόμου, παρά το ότι κινήθηκε προς αυτήν. Η νομολογία δείχνει ότι μια απόσταση 20 έως 25 μέτρων δεν είναι τόσο μικρη ώστε να μην αναμένεται ότι ένας οδηγός πρέπει να αντιδράσει όταν δει κάτι μέσα σε αυτήν. Στην Ποινική Έφεση αρ. 7175, Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας, απόφαση ημερομηνίας 24.7.2002, το Εφετείο έκρινε ότι, εφόσον ο εφεσείων αντιλήφθηκε το θύμα από απόσταση 20-25 μέτρων να εισέρχεται στο δρόμο για να διασταυρώσει, η παράλειψη εκ μέρους του να μειώσει ταχύτητα ή να ακινητοποιήσει το όχημα του ισοδυναμούσε με αμέλεια και τούτο γιατί όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Κρίνω ότι η παρουσία του πεζού και όχι απαραιτήτως το γεγονός ότι το φορτηγό ήταν ξεκινημένο, ήταν εκείνο που δημιουργούσε την αυξημένη ευθύνη επίδειξης επιμέλειας. Εκφράζω αυτή τη θέση έχοντας λάβει υπόψη τη νομολογία. Στην Πολιτική έφεση 12079, το Εφετείο εξέτασε το κατά πόσον η ύπαρξη ενός σταθμευμένου οχήματος, το οποίο ήταν διασκευασμένο για την πώληση παγωτού και πίσω από το οποίο η ανήλικη πεζή επιχείρησε να διασταυρώσει, δημιουργούσε για όσους οδηγούσαν σ' εκείνο το δρόμο τη υποχρέωση να επιδείξουν αυξημένο επίπεδο εγρήγορσης. Λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι το φορτηγό είχε ήδη βάλει το δείκτη του για να σημάνει ότι θα φύγει από το σημείο όπου ήταν σταθμευμένο, πράγμα που σήμαινε ότι είχε ολοκληρώσει την εργασία του. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, λέχθηκε, με αναφορά στην υπόθεση Βάσω Ανδρέου και Νίκος Ανδρέου ν. Άντρης Πηλέα, ανηλίκου, δια των ασκούντων τη γονική μέριμνα Μιχάλη Πηλέα, πατρός και Χρυστάλλας Πηλέα, μητρός αυτής
(2000)1 Α.Α.Δ. 459, ότι η γνώση ενός οδηγού ότι κατά μήκος της διαδρομής που ακολουθεί, υπάρχει κάποιου είδους προσέλκυση για μια τάξη ανθρώπων (όπως π.χ. η ύπαρξη ενός πάρκου με παιχνίδια για παιδιά ή υπεραγοράς για ενήλικες), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργεί ένα αυξημένο επίπεδο εγρήγορσης. Είναι γι' αυτό που θεωρώ ότι η ύπαρξη απλώς και μόνο ενός ξεκινημένου φορτηγού δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην παρούσα υπόθεση αμέλειας. Αλλά το γεγονός ότι το φορτηγό και το όχημα που ήταν σταθμευμένο απέναντί του λειτούργησαν ως εμπόδια στο χώρο διέλευσης του οχήματος της Κατηγορουμένης και την ανάγκασαν να επιβραδύνει σε ταχύτητα 50 χλμ ή και μικρότερη, καθώς και να κινηθεί δεξιότερα, καθιστούσαν εφικτό το να αντιληφθεί η Κατηγορουμένη τον πεζό έστω και για κλάσματα δευτερολέπτου. Το ότι η ίδια δεν αντιλήφθηκε καθόλου την παρουσία του δηλώνει ότι δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα προς ότι υπήρχε στα δεξιά του δρόμου. Από το συμμετρικό σχέδιο, προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός, δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε, το συνολικό πλάτος του δρόμου (7.3 μέτρα) και το πλάτος του δρόμου, το οποίο απέμενε ελεύθερο για διέλευση οχημάτων, στο σημείο όπου ήταν παρκαρισμένα, το ένα απέναντι στο άλλο, το όχημα του Κούλλη (σημείο Β) και το όχημα του πατέρα του πεζού (σημείο Γ)׃ ανερχόταν σε 3,3 μέτρα. Προκύπτει, δε, ότι το περιθώριο διέλευσης των οχημάτων ως η πορεία προς οδό Αιγαίου, στην οποία κατευθυνόταν η Κατηγορούμενη, αυξανόταν σε 5,1 μέτρα εκεί όπου έπαυε να υπάρχει το εμπόδιο «Β», δηλαδή το αυτοκίνητο του Κούλλη. Το πλάτος του οχήματος της Κατηγορουμένης καταγράφεται από τον εξεταστή επί του συμμετρικού σχεδίου ως ίσο προς 1,70 μέτρα. Άρα, το όχημα της Κατηγορουμένης, πλάτους 1,70 μέτρων, χρειάστηκε, εκεί όπου ο δρόμος - βάσει της δικής της μαρτυρίας - «στένευε πολύ» λόγω των οχημάτων που ήταν σταθμευμένα στις δύο πλευρές του δρόμου, να περάσει μέσα από πλάτος 3,3 μέτρων. Ακολούθως απελευθερωνόταν η πορεία της σε 5,1 μέτρα πλάτος, εκτός και αν το Δικαστήριο καταλήξει σε εύρημα ότι υπήρχε, πράγματι, όπως η Κατηγορούμενη ισχυρίζεται, ακόμα ένα εμπόδιο / ιδιωτικό όχημα στην πορεία της (το όχημα «Ε»), το οποίο διατηρούσε τη στενότητα του δρόμου στα 3,3 μέτρα εν σχέση προς το φορτηγό που ήταν σταθμευμένο απέναντι. Η διακρίβωση της ύπαρξης ή μη του σημείου «Ε» είναι σημαντική ως προς αυτό το ζήτημα κατά την άποψή μου, για τους εξής λόγους׃ (α) Η Κατηγορούμενη ανέφερε στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε (ΤΕΚ3) ότι μετά που άκουσε το φορτηγό που ήταν ξεκινημένο και ελάττωσε ταχύτητα για να μπορέσει να περάσει μέσα από αυτό και το σαλούν αυτοκίνητο που ήταν σταματημένο απέναντί του [εννοώντας το όχημα Β], και ενόσω περνούσε ανάμεσα στα εν λόγω δύο αυτοκίνητα, «διαπίστωσε ότι μπροστά από το σαλούν υπήρχε ακόμα ένα άλλο σαλούν παρκαρισμένο» [εννοώντας το όχημα Ε]. Αυτή η δήλωση, αποτελεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μαρτυρία ότι η προσοχή της Κατηγορουμένης στράφηκε προς την κατεύθυνση εκείνου του σημείου, ακριβώς πριν να συμβεί η σύγκρουση με τον πεζό (όπως η ίδια χαρακτηριστικά αναφέρει, αμέσως πριν ν' ακούσει το «πατ» στο δεξί καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της). Αν υπήρξε το όχημα «Ε», τότε είναι πιθανόν η προσοχή της οδηγού στράφηκε προς εκείνο και είναι πιθανόν να συσχετίζεται με την αξιολόγηση από μέρους της των μέτρων που όφειλε να λάβει κατά την οδήγηση, για να αποφύγει ένα υπαρκτό εμπόδιο. Αν, όμως, δεν υπήρξε ποτέ το όχημα «Ε», τότε είναι πιο πιθανόν να αφαιρέθηκε στιγμιαία η Κατηγορουμένη προς εκείνη την κατεύθυνση. (β) Ο πεζός ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι «Όπως ερχόταν [το όχημα της Κατηγορουμένης], κρατούσε κανονικά την πορεία του. Μετά έπιασεν μια κλίση προς εμένα. Μετά δεν θυμούμαι τίποτα». Είναι πιθανόν να ξέφυγε από την πορεία της προς τα δεξιά είτε διότι αφαιρέθηκε στιγμιαία είτε όμως και να οδήγησε επί σκοπού δεξιότερα, για να αποφύγει το εμπόδιο «Ε» μόλις διαπίστωσε την ύπαρξή του. (γ) Αν υπήρξε το σημείο «Ε», τότε ενδεχομένως να υπήρχε κάποια λογική δικαιολογία γιατί η δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης να βρέθηκε σε απόσταση 3,5 μέτρων από το δεξί άκρο του δρόμου, δηλαδή πέραν του μέσου του δρόμου και εκτός της (νοητής) λωρίδας της. Αξιολογώντας τώρα τη διαθέσιμη μαρτυρία ως προς την ύπαρξη ή μη ύπαρξη του σημείου «Ε», παρατηρώ ότι τόσο ο πεζός (ΜΚ3) όσο και ο πατέρας του (ΜΚ4) αρνούνται κατηγορηματικά την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου σταθμευμένου οχήματος δίπλα από εκείνο του Κούλλη (όχημα «Β»). Ο εξεταστής (ΜΚ2), όπως και ο ΜΚ1, δεν προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία περί ύπαρξης άλλου σταθμευμένου οχήματος στην πλευρά του οχήματος «Β». Ο ΜΚ1, φθάνοντας στη σκηνή η ώρα 8׃15 αναφέρει ότι δεν το είδε. Προκύπτει, λοιπόν, ότι το σημείο «Ε» έχει τοποθετηθεί στο συμμετρικό σχέδιο μόνο στη βάση της μαρτυρίας που έδωσε η Κατηγορούμενη. Όμως, τίποτα άλλο δεν υπάρχει που να επιρρώνει την αλήθεια του ισχυρισμού της. Παρατηρώ, συναφώς, ότι οι ΜΚ3 και ΜΚ4 ουδέποτε αντεξετάσθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης σε ό,τι αφορά τις δηλώσεις τους για την ύπαρξη ενός και μόνο σταθμευμένου οχήματος στην απέναντι πλευρά του δρόμου, δηλαδή του οχήματος «Β». Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η νομολογιακή αρχή ότι, παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδες σημείο της μαρτυρίας (εδώ είναι ουσιώδες διότι αποτελεί στοιχείο διαφωνίας των μαρτύρων κατηγορίας με το συμμετρικό σχέδιο ως πραγματική μαρτυρία) ισοδυναμεί με αποδοχή της εν λόγω μαρτυρίας, έχει μεγαλύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις (βλ. Ανδρέας Προδρόμου Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 2 ΑΑΔ 260, 267). Ωστόσο, υπό το φως και αυτού του δεδομένου, κρίνω ό,τι δεν υπάρχει οτιδήποτε που να υποστηρίζει την εκδοχή της Κατηγορουμένης σε ό,τι αφορά την ύπαρξη του αυτοκινήτου «Ε», γι' αυτό και δεν την αποδέχομαι. Κρίνω λοιπόν ότι η Κατηγορούμενη είχε ελεύθερη πορεία αμέσως μετά που πέρασε το αυτοκίνητο του Κούλλη και ότι πρέπει να οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία η συνέχιση της πορείας της με κλίση δεξιότερα. Υπό το φως όλων των προαναφερθέντων, κρίνω ότι η Κατηγορούμενη παρέλειψε να αντιληφθεί τον πεζό, ο οποίος ήταν σε απόσταση 20 με 25 μέτρων απλά ορατός και παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα αποφυγής, διότι απώλεσε στιγμιαία την προσοχή της προς ότι υπήρχε στα δεξιά της. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η ίδια αποδεικνύεται ένοχη για αμελή οδήγηση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο