← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Φίλιππος Χαραλάμπους, Υπόθεση. Αρ.: 24141/11, 13 Δεκεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Φίλιππος Χαραλάμπους, Υπόθεση. Αρ.: 24141/11, 13 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.: 24141/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Φίλιππος Χαραλάμπους Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη: κα. Ευθυμίου Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια μόνο κατηγορία, η οποία αφορά σε αμελή οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως φαίνονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος την 26.2.2010, στην οδό Στροβόλου στο Τσέρι της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΒΥ342, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τις κυρίες Παναγιώτα Χατζηζωρζή (στο εξής «ΜΚ1») και Ελένη Γιωργαλλή («ΜΚ2»). Κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, η κατάθεση της Γ/Α 332 Κ. Κωνσταντίνου (Τεκμήριο 1), το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2) και η Κατάθεση του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 3). Η συνήγορος του Κατηγορουμένου ήγειρε την εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέλυσε τη θέση της ως εξής. Οι δύο μάρτυρες κατηγορίας έχουν έλλειψη μνήμης. Δεν θυμούνται πώς έγινε το ατύχημα. Δεν έδωσαν μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αμελής. Είπε η ΜΚ2 ότι η ίδια «πρέπει» να κοίταξε δεξιά, αριστερά και πάλιν δεξιά προτού συνεχίσει να διασταυρώνει το δρόμο, αλλά δεν θυμόταν στα σίγουρα. Ο Κατηγορούμενος έκανε κίνηση (το λεγόμενο "swerving" που μόλις 5% στατιστικά έχει την τάση να κάνει, αφού το υπόλοιπο 95% των οδηγών έχει την τάση να πατά τα φρένα) για να αποφύγει τις πεζές, μόλις τις αντιλήφθηκε. Από την άλλη, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, σημείωσε ότι το να υπάρχει απώλεια μνήμης είναι φυσικό λόγω του κτυπήματος που υπέστησαν κατά το δυστύχημα. Οι δύο μάρτυρες κατηγορίας είπαν ότι δεν άκουσαν τον οδηγό που τις χτύπησε να παίζει προηγουμένως πουρού ή να πατά τα φρένα. Είπαν, επίσης, ότι ό,τι επρόκειτο να δουν το είδαν και ότι αναμενόταν να ακούσουν το άκουσαν. Εκείνο που ξενίζει είναι ότι η θέση του Κατηγορούμενου ως η σελίδα 2 του Τεκμηρίου 3 δεν προβλήθηκε κατά την αντεξέταση των δύο κυριών. Εκεί, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος λέει ότι αυτός έπαιξε πουρού σε άλλο αυτοκίνητο που μετακινήθηκε με πισινή ταχύτητα στην πορεία του και, μόλις ο ίδιος πέρασε το αυτοκίνητο αυτό, σε απόσταση 3 μέτρων περίπου, αντιλήφθηκε τις δύο πεζές. Αυτή η θέση του Κατηγορουμένου δεν υποβλήθηκε στις δύο μάρτυρες κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos

(1980)J.S.C. 145). Σύμφωνα με το Νόμο, σε τέτοιες περιπτώσεις, για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τίθεται το ερώτημα σ΄αυτό, αν η μαρτυρία όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του είναι επαρκής (sufficient), για να κληθεί ο Κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, όπου αναφέρεται ότι απαλλαγή του Κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, δικαιολογείται μόνο όταν: «α) δεν στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου.». Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιόν του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Η παρούσα υπόθεση αφορά στο αδίκημα της αμέλειας. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Κυριάκου Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Το μέτρο κρίσης καθορίζεται στη βάση του αν ο οδηγός ενήργησε όπως ένας σώφρονας, ικανός, λογικός οδηγός, όχι ο τέλειος οδηγός (Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ1). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Συνεπώς, η θεμελίωση της αμέλειας του Κατηγορουμένου, στην παρούσα υπόθεση, απαιτεί την απόδειξη ότι αυτός παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Κρίνω αναγκαίο να σημειώσω ότι, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Παρενθετικά (αναγνωρίζοντας ότι η επιμέτρηση τυχόν συντρέχουσας ευθύνης του πεζού δεν αποτελεί ευθύνη ή αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου) αναφέρω ότι, όπως η νομολογία έχει επεξηγήσει (βλ. Πολιτική έφεση αρ. 10664, απόφαση ημερομηνίας 14.1.2002), το δικαίωμα του πεζού στη χρήση του δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού αυτοκίνητου οχήματος. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής από τον πεζό συσχετίζεται με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που περιστοιχίζουν το ατύχημα. Ο κανόνας που διέπει τη συμπεριφορά του πεζού είναι ότι πρέπει να φανεί ότι επέδειξε, για τη δική του ασφάλεια, την προσοχή που αναμένεται από το μέσο λογικό άνθρωπο, που είναι συνυφασμένη με την έννοια της σωφροσύνης. Κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει׃ (α) αν ο Κατηγορούμενος τήρησε τη δέουσα παρατηρητικότητα σαν οδηγός υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις (το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες), (β) αν οι πεζές κυρίες ευρίσκονταν σε τέτοια θέση που ήταν «απλά ορατές», αλλά ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να τις προσέξει, (γ) αν ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να λάβει οποιεσδήποτε ή τις δέουσες προφυλάξεις, παρά το ότι είδε ή όφειλε - υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις - να είχε δει τις δύο πεζές. Εκεί, όπου τα γεγονότα δεν είναι παραδεκτά, το Δικαστήριο οφείλει - εκτός αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδικάσει βάσει αυτής - να αναμείνει να ακούσει όλη τη μαρτυρία και να την εξετάσει στο τελικό στάδιο της διαδικασίας (βλ. Πολιτική έφεση 12079, απόφαση ημερομηνίας 5.7.2007, με αναφορά στην Χριστοδούλου Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 552) για να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα, μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και Κατηγορουμένου, όπως αναδεικνύονται μέσα από τη μαρτυρία. Όταν όμως τα γεγονότα της υπόθεση γίνουν αποδεκτά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, αυτά τα αποδεκτά γεγονότα αποτελούν δεσμευτική απόδειξη εναντίον του μέρους στη διαδικασία στην οποία αφορά το αποδεκτό γεγονός. Στην παρούσα υπόθεση, μια σειρά θεμάτων έχει συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών, εφόσον έχει κατατεθεί ως παραδεκτό γεγονός ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, η γραπτή κατάθεση της εξετάστριας της υπόθεσης από την οποία προκύπτει ότι είναι δεκτό πως- (α) Ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το ενεχόμενο στο δυστύχημα αυτοκίνητο∙ (β) ήταν το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου που κτύπησε στις δύο πεζές (ΜΚ1 και ΜΚ2)∙ (γ) το δυστύχημα συνέβη νύχτα (δηλαδή μετά τις 17׃40 που ήταν η δύση του ήλιου), περί ώρα 20׃00 στις 26.02.2010 στην οδό Στροβόλου στο Τσέρι∙ (δ) το σημείο σύγκρουσης Χ είναι ως φαίνεται στο σχεδιαγράφημα της σκηνής (Τεκμήριο 2), δηλαδή οι δύο πεζές είχαν περάσει ήδη το μισό του δρόμου, μετά και από τη διαχωριστική συνεχή άσπρη γραμμή της λωρίδας ως η κατεύθυνση από Τσέρι προς Στρόβολο. Η σύγκρουση έγινε με το αριστερό μέρος του οχήματος, όπως εκείνες διασταύρωναν από τα δεξιά προς τα αριστερά∙ (ε) ο καιρός ήταν βροχερός, η άσφαλτος βρεγμένη και η ορατότητα μειωμένη λόγω του ότι ο δρόμος γυάλιζε από τη βροχή∙ (στ) δεν υπήρχε διασταύρωση πεζών ούτε κυρτώματα στο δρόμο του δυστυχήματος∙ (ζ) υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση και σταθμευμένα αυτοκίνητα πάνω στο πεζοδρόμιο∙ (η) χαμηλός φωτισμός στο δρόμο∙ (θ) ζημιά στο αριστερό εξωτερικό καθρεφτάκι του οχήματος του Κατηγορουμένου το οποίο αποκόπηκε και στο αριστερό μπροστινό φανάρι το οποίο μετακινήθηκε χωρίς να σπάσει∙ (ι) σοβαροι τραυματισμοί και στις δύο πεζές. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΩΣ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ Η ιδιαιτερότητα της παρούσας υπόθεσης είναι ότι κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της ακόμη και η γραπτή κατάθεση του Κατηγορουμένου. Επομένως, ότι έχει πει ο Κατηγορούμενος σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος έχει γίνει δεκτό και από την Κατηγορούσα Αρχή ως μέρος και της δικής της υπόθεσης. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε κατά τη γραπτή του κατάθεση ότι׃ « [...]Ήταν Παρασκευή και είχε εσπερινό. Στα αριστερά ως η πορεία μου, έχει καταστήματα και πάνω στο πεζοδρόμιο βρισκόταν ένα αυτοκίνητο που ο οδηγός του το μπροστινό μέρος το κατέβασε μέσα στο δρόμο, δηλαδή στη λωρίδα μου και δεν μπορούσαν να περάσω και εγώ του έπαιξα την ουρού, ελαττώνοντας ταυτόχρονα και την ταχύτητά μου. Ο οδηγός του αυτοκινήτου αυτού μετακινήθηκε με πισινή ταχύτητα και έτσι συνέχισα την ευθεία πορεία μου παίρνοντας πιο δεξιά. Δεν θυμάμαι τί αυτοκίνητο ήταν, και αριθμούς εγγραφής. Μόλις πέρασα το σημείο αυτό, σε απόσταση τριών μέτρων αντιλήφθηκα ότι στα αριστερά μου μέσα στο δρόμο υπήρχαν δύο γυναίκες και δεν πρόλαβα να αντιδράσω και τις χτύπησα με το μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου μου, δηλαδή στο σημείο που είναι το φανάρι και με το εξωτερικό καθρεφτάκι που από το κτύπημα έσπασε και κρέμεται. Το φανάρι δεν έσπασε. Απλώς μετακινήθηκε. Δεν αντιλήφθηκα την παρουσία τους από προηγουμένως, διότι όπως σας ανέφερα έδωσα προσοχή στο αυτοκίνητο που κατέβηκε από το πεζοδρόμιο στα αριστερά ως η πορεία μου.». Η μόνη μαρτυρία που δεν έγινε, προφανώς, δεκτή και από τις δύο πλευρές είναι η μαρτυρία των δύο πεζών, της ΜΚ1 και της ΜΚ2. Ωστόσο, η δική τους μαρτυρία δεν είναι διαφωτιστική ως προς την οδηγική συνπεριφορά του Κατηγορουμένου. Εκείνες ουδέποτε αντιλήφθηκαν την παρουσία / πορεία του οχήματός του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΚ1 Σχετικά με το πώς προκλήθηκε το ατύχημα η ΜΚ1 δήλωσε στη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 4) ότι «Πρόθεσή μας ήταν να διασταυρώσουμε κάθετα το δρόμο γιατί απέναντι σε ανοικτό οικόπεδο ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο της αδερφής μου με το οποίο θα επιστρέφαμε σπίτι. Θυμάμαι ότι από τα δεξιά, δηλαδή από Λευκωσία, δεν ερχόταν αυτοκίνητο. Μετά από αυτό δεν θυμάμαι τίποτε.». Κατά την κυρίως εξέτασή της ενώπιον του Δικαστηρίου, η ΜΚ1 δήλωσε ότι δεν θυμόταν αν έκανε κάτι για να διαπιστώσει ότι ο δρόμος της επέτρεπε να προχωρήσει για να διασταυρώσει. Είπε, επίσης, ότι δεν θυμάται αν σταμάτησε στη διαχωριστική γραμμή του δρόμου, αν κοντοστάθηκε εκεί ή αν είδε κάτι. Είπε όμως ότι δεν άκουσε φρένα και δεν είδε φώτα αυτοκινήτου. Κατά την αντεξέταση, επανέλαβε ότι δεν θυμάται αν σταμάτησε στη διαχωριστική γραμμή του δρόμου για να ελέξχει αν μπορούσε να συνεχίσει να διασταυρώνει το δρόμο. Εξήγησε ότι η απώλεια μνήμης οφείλεται σε «πολυτραυματική αμνησία», ότι δηλαδή η μνήμη για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ίσως να μην επανέλθει ποτέ. Κατά την αντεξέτασή της, διευκρίνισε ότι η ίδια φορούσε ρούχα γκρίζου χρώματος και η αδερφή της μαύρα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΚ2 Σχετικά με το πώς προκλήθηκε το ατύχημα η ΜΚ2 δήλωσε στη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 6) ότι «Πρόθεσή μας ήταν να διασταυρώσουμε το δρόμο για να πάμε στο αυτοκίνητό μου. Ελέγξαμε το δρόμο αριστερά και δεξιά και δεν έρχονταν αυτοκίνητα, αρχίσαμε να διασταυρώνουμε κάθετα. [...] Περάσαμε στη μέση του δρόμου και σχεδόν φτάσαμε στο πεζοδρόμιο και ένιωσα να πέφτω στο έδαφος και να πονώ το γόνατό μου. [... ] Δεν κατάλαβα τί έγινε και έψαχνα την αδερφή μου την Παναγιώτα. [...] Άρχισε να μαζεύεται κόσμος και είπαν ότι μας κτύπησε αυτοκίνητο. Εγώ δεν θυμάμαι.». Κατά την κυρίως εξέτασή της, ρωτήθηκε αν εκεί στην άσπρη γραμμή κοίταξε προτού να προχωρήσει να διασταυρώνει και απάντησε׃ «Πρέπει να κοίταξα, αλλιώς δεν θα προχωρούσα. Δεν είδα φώτα να έρχονται. Ούτε άκουσα πουρού. Οπότε ξαναπροσπάθησα να περάσω απέναντι.». Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ2 ρωτήθηκε αν ξέρει πώς έγινε η σύγκρουση και απάντησε «Όχι δεν μπορώ να πω». Επιβεβαίωσε ότι η ίδια φορούσε μαύρα ρούχα και η αδερφή της γκρίζα. Είπε ότι ο βηματισμός του ήταν αργός. Χωρίς ενδελεχή αξιολόγηση της πιο μάνω μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2, προκύπτει ότι πράγματι, εκείνη η μαρτυρία δεν είναι αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει στη βάση εκείνης της μαρτυρίας και μόνον το συστατικό στοιχείο της αμέλειας εκ μέρους του Κατηγορουμένου, εφόσον δεν δίδονται λεπτομέρειες σε ό,τι την αφορά. Δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που να καταδεικνύουν ότι οι ΜΚ1 και 2 ήταν «απλά ορατές» από απόσταση πέραν των 3 μέτρων και ότι ο Κατηγορούμενος, αμελώς παρέλειψε να τις αντιληφθεί. Ούτε από την κατάθεση της εξετάστριας (Τεκμήριο1) προκύπτουν λεπτομέρειες σε σχέση με την ακτίνα των φώτων του Κατηγορουμένου, την ορατότητά του ή την ταχύτητα του Κατηγορουμένου, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί ότι αυτός οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του ορίου που επιτρέπετο από την ακτίνα των φώτων του (όπως ήταν για παράδειγμα η περίπτωση στην υπόθεση Δημητράκης Συλβέστρου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5897, 2 ΑΑΔ 151). Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, αφενός, δεν δίδονται επαρκείς λεπτομέρειες για την επιμέλεια με την οποία οι πεζές διασταύρωναν το δρόμο και, αφετέρου, το ότι στην κατάθεση της εξετάστριας της υπόθεσης έχει δοθεί περισσή και λεπτομερειακή μαρτυρία σε ό,τι αφορά τις συνθήκες που δυσχέραιναν το να γίνουν «απλά ορατές» οι πεζές (νύχτα, χαμηλός φωτισμός, πεζές ντυμένες σε σκούρα χρώματα - μαύρο και γκρίζο - βροχερός καιρός με συνεπακόλουθη χαμηλή ορατότητα, μη ύπαρξη ειδικής λωρίδας διασταύρωσης πεζών, εμπόδια στην πορεία του Κατηγορουμένου τα οποία απέσπασαν την προσοχή του και προς τα οποία ανταποκρίθηκε αμεσως πριν τη σύγκρουση), κρίνω ότι δεν επιτρέπουν να κριθεί ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Καταλήγω σ' αυτό το συμπέρασμα χωρίς να λαμβάνω υπόψη τον ισχυρισμό που ήγειρε η συνήγορος Υπεράσπισης στο πλαίσιο της αγόρευσής της για το εκ πρώτης όψεως, ότι δήθεν ο Κατηγορούμενος έκανε κίνηση με το τιμόνι του για να αποφύγει τις δύο πεζές, αφού τέτοιος ισχυρισμός συγκρούεται με τη γραπτή του κατάθεση, όπως κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός από την Κατηγορούσα Αρχή. Κρίνω, επίσης, αναγκαίο να σημειώσω πως, το ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 ισχυρίστηκαν ότι δεν άκουσαν πουρού, δεν θα μπορούσε, υπό το φως των υπολοίπων παραδεκτών συνθηκών της υπόθεσης, να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως εύρημα αμέλειας του Κατηγορουμένου. Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω ορθό να απαλλάξω τον Κατηγορούμενο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Κρίνεται αθώος. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.