← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δέσπως Πετρίδου, Υπόθεση. Αρ.: 31784/10, 14 Δεκεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δέσπως Πετρίδου, Υπόθεση. Αρ.: 31784/10, 14 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B155 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.: 31784/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Δέσπως Πετρίδου Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη: κ. Χριστοδουλίδης Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά σε αμελή οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07. Η Κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή σε αυτήν την κατηγορία, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η δεύτερη κατηγορία, η οποία αφορά σε οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με άδεια οδήγησης μαθητευόμενου οδηγού, χωρίς να επιβαίνει στο πρόσθιο διπλανό κάθισμα του οδηγού πρόσωπο που να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 16

(1), 50
(1)και 59 του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/2001, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 60(Ι)/04 και τις ΚΔΠ 359/04 και 312/
  1. Σε σχέση με αυτήν την κατηγορία, η Κατηγορούμενη δήλωσε αρχικά μη παραδοχή, αλλά στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας ζήτησε άδεια για αλλαγή απάντησης σε παραδοχή και, αφού της απαγγέλθηκε εκ νέου η κατηγορία αρ. 2, προέβηκε στην παραδοχή. Απομένει, λοιπόν, προς εκδίκαση ό,τι αφορά την κατηγορία αρ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι οποίες φαίνονται στο κατηγορητήριο, η Κατηγορούμενη την 4.8.2008, στην οδό Δευτεράς - Ανάγυια, της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KSX713, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 225 Ι. Ιακώβου (στο εξής, «ΜΚ1»), που ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος, και τον οδηγό του άλλου ενεχόμενου στο δυστύχημα οχήματος, τον κ. Δημήτρη Χατζησολωμού (στο εξής, «ΜΚ2»). Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, η γραπτή κατάθεση του ΜΚ1 (στο εξής «το ΤΕΚ1»), η γραπτή κατάθεση της Κατηγορούμενης (στο εξής «το ΤΕΚ2»), η γραπτή κατάθεση του ΜΚ2, το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (στο εξής «το ΤΕΚ3»), το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (στο εξής «το ΤΕΚ4»), αντίγραφο της μαθητικής άδειας οδηγού της Κατηγορουμένης (στο εξής «το ΤΕΚ5»), το Κυανούν 4(Κ-4) (στο εξής «το ΤΕΚ6Α»), το Κυανούν 4(Κ-5) (στο εξής «το ΤΕΚ6Β») το Κυανούν 4(Κ-6) (στο εξής «το ΤΕΚ6Γ»), το Έντυπο Περιγραφής των Ζημιών του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΕΥ738 (στο εξής «το ΤΕΚ7Α») και το Έντυπο Περιγραφής των Ζημιών του οχήματος με αρ. εγγραφής UR177 (στο εξής «το ΤΕΚ7B»). Όταν έκλεισε την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος της Κατηγορουμένης δεν ήγειρε εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση, ημερομηνίας 17.11.2011, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε την Κατηγορούμενη σε απολογία, επεξηγώντας της τα δικαιώματά της βάσει του άρθρου 74
(1)(γ) του Κεφ.
  1. Η Κατηγορούμενη επέλεξε να δώσει τη μαρτυρία της ενόρκως. Πέραν τούτου, επέλεξε να παρουσιάσει, ως Μάρτυρα Υπεράσπισης, τη Νικολέττα Αθηνοδώρου που ήταν η συνοδηγός της κατά την ουσιώδη ημερομηνία του δυστυχήματος. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ1 Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο MK1 ανέφερε ότι υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Περιστερώνας. Όπως, όμως, αναφέρεται στη γραπτή του κατάθεση για την παρούσα υπόθεση (ΤΕΚ1), κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας. Στις 4.8.2008 και περί ώρα 15׃00 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε την ίδια ημέρα και περί ώρα 14׃40 στο δρόμο Δευτεράς - Ανάγυιας παρά την είσοδο του χωριού Ανάγυια. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το σαλούν με αρ. εγγρ. KSX713 που οδηγούσε η Δέσπω Πετρίδου (Κατηγορούμενη) με συνοδηγό τη Νικολέττα Αθηνοδώρου (ΜΥ1) και το αρθρωτό HPK101 που οδηγούσε ο Δημήτρης Χατζησολωμού (ΜΚ2). Κατά την άφιξή του στη σκηνή, ο ΜΚ1 βρήκε, όπως αναφέρει, τα δύο οχήματα στην τελική τους θέση. Η Κατηγορούμενη είχε παραληφθεί από ασθενοφόρο, ενώ ο οδηγός του αρθρωτού (ο ΜΚ2) ήταν παρών. Ο ΜΚ1 έκανε ένα πρόχειρο σχέδιο (το ΤΕΚ3) και σημείωσε το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ. Το σχέδιο υπέγραψε επί τόπου ο ΜΚ
  2. Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του ΜΚ1, ο δρόμος όπου συνέβη το τροχαίο, ήταν ευθύς και επίπεδος, ασφαλτοστρωμένος δρόμος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή. Ο δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μονή λωρίδα κυκλοφορίας. Άσπρες συνεχόμενες γραμμές δεξιά και αριστερά του δρόμου και άσπρη συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή στη μέση του δρόμου. Η ορατότητα ήταν γύρω στα 150 μέτρα, σύμφωνα με την πορεία του [αρθρωτού] HPK101, ενώ σύμφωνα με την πορεία του [οχήματος της Κατηγορουμένης] KSX713 η ορατότητα ήταν μειωμένη λόγω μιας αριστερής στροφής. Ο ΜΚ1 αναφέρει ανάμεσα σε άλλες παρατηρήσεις ότι στο συγκεκριμένο δρόμο υπήρχε απαγορευτική πινακίδα για οχήματα πέραν των 12 τόνων. Ειδικότερα, η εν λόγω πινακίδα είναι τοποθετημένη στην είσοδο του δρόμου αυτού, όπως έρχεται κανείς από το χωριό Ανάγυια. Ο ΜΚ1 καταθέτει ότι, μετά το τέλος των ενεργειών του στη σκηνή, ο ίδιος ακολούθησε την πορεία που ακολούθησε ο οδηγός του αρθρωτού όπως εκείνος την υπέδειξε στο ΜΚ1 και διαπίστωσε ότι ο εν λόγω οδηγός εισήλθε στο δρόμο του δυστυχήματος από πάροδο όπου δεν υπήρχε απαγορευτική πινακίδα. Όπως, επίσης καταθέτει ο ΜΚ1, ο ίδιος επιβεβαίωσε αυτήν την πορεία του αρθρωτού επειδή υπήρχαν ίχνη ελαστικών του αρθρωτού στην άσφαλτο που εισήλθε στο δρόμο από παρακείμενο χώρο. Ο ΜΚ1 αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του, ότι τοποθέτησε το γράμμα «Χ» στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής, καθοδηγούμενος από το ότι σε εκείνο το σημείο - «υπήρχε κίτρινη μπογιά, σπασμένα γυαλιά και γδάρσιμο στην άσφαλτο από σκληρό αντικείμενο, προφανώς σίδερο. Επίσης, υπήρχαν ίχνη εκτροπής του αρθρωτού, τα οποία προκλήθηκαν μετά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και τα οποία προσδιορίζουν το σημείο σύγκρουσης. Σε ό,τι αφορά ζημιές, ο ΜΚ1 αναφέρει ότι καταστράφηκε όλο το μπροστινό μέρος του [οχήματος της Κατηγορουμένης] KSX713, ενώ το [αρθρωτό] HPK101 υπέστη ζημιές στο δεξί μπροστινό μέρος. Επίσης, ο ΜΚ1 αναφέρει ότι παρατήρησε πως το αρθρωτό όχημα ήταν συνδεδεμένο με το ρυμουλκούμενο 6929CT και πάνω σε αυτό βρισκόταν το KSA718 υδραυλικός ανυψωτήρας. Ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον οδηγό του αρθρωτού στις 5.8.
  3. Πήρε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη στις 21.8.
  4. Της εξήγησε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής αλλά εκείνη δεν συμφωνούσε με το σημείο σύγκρουσης και δεν το υπέγραφε. Η Κατηγορούμενη ισχυριζόταν ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν στη δική της λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά ερωτηθείσα να πει αν μπορούσε να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης επί τόπου, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να το πράξει έστω και αν μετέβαινε επί τόπου. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 21.8.2008, ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη συνοδηγό, η οποία ισχυρίστηκε ότι το αρθρωτό όχημα είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση. Σύμφωνα με τις εξετάσεις που έκανε στη σκηνή, ο ΜΚ1 λέει ότι το αρθρωτό δεν μπορούσε να είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση λόγω του ότι από τη σύγκρουση καταστράφηκε το σύστημα διεύθυνσης. Ο ΜΚ1 πρόσεξε ότι «η βέρκα» του τιμονιού του αρθρωτού ήταν κομμένη από τον δεξιό μπροστινό τροχό που κατευθύνει το όχημα και ήταν πεσμένη στο έδαφος. Ο ΜΚ1 διαπίστωσε, μετά από προφορική ερώτηση που έκανε στη συνοδηγό, ότι εκείνη δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού. Την ίδια ημέρα, ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορούμενη για το ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και εκείνη απάντησε «Επιθυμώ να πω ότι δεν συμφωνώ με αυτήν την κατηγορία». Στο πλαίσιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων που υπέβαλε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής στο ΜΚ1, εκείνος απάντησε ότι το βάρος του αρθρωτού (μαζί με ό,τι εκείνο ρυμουλκούσε) που οδηγούσε ο ΜΚ2 ήταν πέραν του επιτρεπόμενου βάρους. Παρουσίασε συναφώς προς το ζήτημα αυτό, τα στοιχεία του οχήματος που υπήρχαν στο αρχείο της Αστυνομίας (κυανούν 4, 5 και 6, τα οποία κατατέθηκαν ως ΤΕΚ 6Α, 6Β και 6Γ, αντίστοιχα). Το συνολικό βάρος του αρθρωτού, μαζί με ό,τι ρυμουλούσε, ανερχόταν (προσθέτοντας το βάρος που αναφέρεται στα ΤΕΚ 6Α, 6Β και 6Γ) σε 23590 κιλά (=23,59 τόνοι). Ήταν δηλαδή, πέραν των 12 τόνων. Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής σε ό,τι αφορά το σχεδιαγράφημα της σκηνής, ο ΜΚ1 δήλωσε ότι έκανε το συμμετρικό σχέδιο (ΤΕΚ 4) στη βάση του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος (ΤΕΚ 3) και ότι δεν έχουν διαφορές μεταξύ τους. Σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο εντόπισε το σημείο Χ, ο ΜΚ1 επανέλαβε τα όσα ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση, ότι δηλαδή καθοδηγήθηκε από την άμεση μαρτυρία στη σκηνή και, ειδικότερα, από τη μπογιά και το γδάρσιμο που υπήρχε στο δρόμο. Σε σχέση με το γδάρσιμο πάνω στην άσφαλτο, ο ΜΚ1 ερωτήθηκε αν γνωρίζει από τί προκλήθηκε εκείνο, και απάντησε ότι προκλήθηκε «από σίδερο, προφανώς από τον μπροστινό τροχό του οχήματος KSX713». Σε σχέση με το ότι η Κατηγορούμενη διαφώνησε με το σημείο Χ, επανέλαβε ότι, όπως κατέγραψε και στη γραπτή κατάθεσή του, εκείνος της πρότεινε να μεταβούν στη σκηνή για να του υποδείξει το σημείο σύγκρουσης όπως εκείνη το πίστευε, αλλά η ίδια του ανέφερε ότι δεν θα ήταν σε θέση να το πράξει, ακόμη και αν μετέβαινε στη σκηνή. Ερωτήθηκε ο ΜΚ1 ποιά ήταν η απόσταση που χωρίζει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο σημείο Χ και το σημείο Β1 και απάντησε ότι ήταν 30 εκατοστά. Ερωτήθηκε πόση απόσταση έχει το σημείο Χ από την αριστερή στροφή που, όπως ο ίδιος ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση, περιορίζει την ορατότητα του οδηγού ως η πορεία της Κατηγορουμένης και απάντησε ότι δεν έχει εξετάσει πόση είναι αυτή η απόσταση, αλλά βλέποντας το ΤΕΚ 4, δηλαδή το συμμετρικό σχέδιο, υπολογίζει ότι η απόσταση αυτή υπερβαίνει τα 30 μέτρα. Ερωτήθηκε πόση απόσταση έχει η διακεκομμένη γραμμή στο δρόμο σε σχέση με το σημείο Χ και ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν το έχει καταμετρήσει. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι αστυνομικός από το 2002, όμως δεν δούλεψε ποτέ στην Τροχαία. Παρά ταύτα, εξέτασε αρκετές δεκάδες τροχαία και έκανε ισάριθμα σχεδιαγραφήματα. Η αντεξέταση εστιάσθηκε στον εντοπισμό διαφορών μεταξύ των δύο σχεδίων (το πρόχειρο που είναι το Τεκμήριο 3 και το συμμετρικό που είναι το Τεκμήριο 4) που ο ΜΚ1 ετοίμασε για την παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα, ο συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε στον ΜΚ1 ότι׃ (α) Στο πρόχειρο σχέδιο δείχνει ότι η Κατηγορούμενη (πορεία Α) έρχεται από μια στροφή, ενώ στο συμμετρικό σχέδιο δεν φαίνεται να έρχεται από στροφή. Το σχόλιο του ΜΚ1 στην παρατήρηση αυτή ήταν ότι ο ίδιος επικεντρώθηκε στο σημείο της σύγκρουσης και ότι, όπως ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του, η στροφή βρίσκεται πέραν των 30 μέτρων πριν από το σημείο του δυστυχήματος. (β) Στο συμμετρικό σχέδιο υπάρχει μια αλλαγή εν σχέση προς το πρόχειρο σχέδιο, διότι στο πρόχειρο υπήρχε μια μέτρηση «2,50» εκεί όπου τελειώνει το φορτηγό, η οποία μέτρηση δεν φαίνεται στο συμμετρικό. Ο ΜΚ1 σχολίασε επί τούτου ότι επρόκειτο για μια επιπλέον μέτρηση, που ο ίδιος δεν έκρινε αναγκαίο να περιλάβει στο συμμετρικό και ότι στο συμμετρικό σχέδιο τοποθετήθηκαν τα βασικά μέτρα των οχημάτων σε σχέση με το δρόμο. (γ) Ερωτήθηκε ο ΜΚ1 πώς υπολόγισε την απόσταση από τη διαχωριστική γραμμή του δρόμου μέχρι του σημείου Χ ως ίση με 30 εκατοστά, και απάντησε ότι η μέτρηση αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με το πλάτος του δρόμου (3,10) και το πλάτος του Β1 (2,60) και της απόστασης που μένει μέχρι τη γραμμή του δρόμου αριστερά του Β
  5. (δ) Ερωτήθηκε ο ΜΚ1, σε σχέση με τη δήλωσή του ότι το αρθρωτό όχημα εισήλθε στο δρόμο από πάροδο όπου δεν υπήρχε απαγορευτική πινακίδα, και απάντησε ότι η εν λόγω πάροδος δεν φαίνεται στο σχέδιο, γιατί είναι σε μακρινή απόσταση. Διευκρίνισε ότι οι απαγορευτικές πινακίδες (εκείνες που απαγορεύουν τη διέλευση οχημάτων, των οποίων το βάρος υπερβαίνει τους 12 τόνους) που φαίνονται στο συμμετρικό σχέδιο δεν είναι στην πραγματική τους θέση. Τοποθετήθηκαν στο σχέδιο για να είναι γνωστό ότι ίσχυε η απαγόρευση στο συγκεκριμένο δρόμο. Στην πραγματικότητα, οι απαγορευτικές πινακίδες βρίσκονται στη συμβολή του κυρίου δρόμου με το χωριό Ανάγια και προς Δευτερά, εκεί όπου συνδέεται ο κύριος δρόμος με αυτόν. Ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι ο ΜΚ2 είδε την απαγορευτική πινακίδα διότι εκείνη βρισκόταν πριν από την πάροδο προς τον δρόμο ως η πορεία του, αλλά ο ΜΚ1 διαφώνησε. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ερώτησε το ΜΚ1 αν κατηγόρησε τον ΜΚ2 για το ότι εισήλθε σε οδό όπου απαγορευόταν να εισέλθει λόγω βάρους του οχήματός του και ο ΜΚ1 απάντησε θετικά, χωρίς όμως να είναι βέβαιος. Ζητήθηκε από τον ΜΚ1 να αναφέρει αν ετοίμασε έντυπο καταγραφής των ζημιών των δύο οχημάτων και τότε διαφάνηκε ότι τα έντυπα που αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως τα ΤΕΚ 7Α και 7Β, δεν αφορούσαν στα ενεχόμενα στο υπό εκδίκαση αδίκημα οχήματα, αλλά σε άλλα, άσχετα με την παρούσα υπόθεση. Ο ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι από λάθος πρέπει να περιλήφθησαν στο φάκελο της Κατηγορούσας Αρχής εκείνα τα έντυπα. Το Δικαστήριο επισημαίνει, πάντως, ότι ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε σε οποιοδήποτε στάδιο παρουσίασης της υπόθεσης της Υπεράσπισης, την περιγραφή των ζημιών των δύο οχημάτων που έδωσε στη γραπτή του κατάθεση ο ΜΚ
  6. Σε ό,τι αφορά το σημείο Χ, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΚ1 τη θέση ότι ουδέποτε πρότεινε στην Κατηγορούμενη να μεταβεί στη σκηνή του δυστυχήματος για να του υποδείξει το «δικό της» σημείο Χ, αλλά ο ΜΚ1 επέμεινε ότι της είχε προτείνει αυτό το πράγμα. Σχετικά με την αναφορά του ΜΚ1 ότι ο ίδιος καθοδηγήθηκε στον εντοπισμό του σημείου Χ από την άμεση μαρτυρία στη σκηνή, και ειδικότερα από το γδάρισμο στην άσφαλτο που ήταν φρέσκο, όταν ο ΜΚ1 ρωτήθηκε αν αποκλείει αυτό το γδάρσιμο να ήταν αποτέλεσμα άλλου δυστυχήματος στην ίδια σκηνή προ 15 λεπτών, απάντησε «Δεν το αποκλείω». Δέχθηκε, επίσης, ότι έλαβε τις περισσότερες πληροφορίες στη σκηνή από τον ΜΚ
  7. Ωστόσο, στην πορεία της αντεξέτασης, ο ΜΚ1 επέμεινε σε ό,τι αφορά την ορθότητα του σημείου Χ και απέρριψε τη θέση της Υπεράσπισης ότι το δυστύχημα έγινε στη μέση του δρόμου αντί στην πορεία του ΜΚ2, υποδεικνύοντας ότι στο σημείο Χ, ως φαίνεται στο σχέδιο που ετοίμασε, ο ίδιος είχε βρει σπασμένα γυαλιά, μπογιά κ.λπ. Για τις διαστάσεις του γδαρσίματος στο δρόμο, ο ΜΚ1 είπε ότι ήταν 10 με 15 εκατοστά. Το προσδιόρισε ως γδάρσιμο που προκλήθηκε «προφανώς» από το όχημα της Κατηγορουμένης, του οποίου έσπασε το μπροστινό δεξί ελαστικό. Στο ίδιο σημείο με το γδάρσιμο είχε βρει και την κίτρινη μπογιά. Ο ΜΚ1 είπε ότι δεν διαπίστωσε να έτρεχε με ταχύτητα πέραν της κανονικής είτε ο ΜΚ2 είτε η Κατηγορούμενη. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΚ2 Στη δική του γραπτή κατάθεση ο ΜΚ2 αναφέρει τα εξής׃ «Ασχολούμαι με φορτοεκφορτώσεις και μεταφορές. Για το σκοπό αυτό έχω το αρθρωτό HPK
  8. [...] Εχτές 4.8.08 επήα στην Ανάγυια με το όχημα HPK101 και μετέφερα το μηχάνημα που ήταν να δουλέψω. [...] Οδηγούσα στο δρόμο Δευτεράς - Ανάγυιας και κατευθυνόμουν προς Δευτερά. Πήγαινα με χαμηλή ταχύτητα γύρω στα 40 χιλιόμετρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου πριν το γεφύρι είδα ένα αυτοκίνητο κίτρινο να έρχεται από απέναντι. Όπως κατάλαβα έτρεχε και όταν με πλησίασε, ενώ ακόμα βρισκόταν στη στροφή, κατάλαβα ότι έχασε τον έλεγχο. Είδα το αυτοκίνητο αυτό να μπαίνει στη λωρίδα μου, μετά ξαναμπήκε στη δική της και όταν μου εκόντεψε ξαναμπήκε στη λωρίδα μου και κτύπησε πάνω στο μπροστινό δεξί μέρος του οχήματός μου. Εγώ εν τω μεταξύ, την ώρα που είδα το κίτρινο αυτοκίνητο να χάνει τον έλεγχο, ελάττωσα τελείως, σχεδόν σταμάτησα. Πριν τη σύγκρουση είδα ότι το αυτοκίνητο το οδηγούσε μια νεαρή κοπέλα και στη θέση συνοδηγού ακόμα μια νεαρή κοπέλα. Από τη σύγκρουση, το μπροστινό μέρος του οχήματός μου, δηλαδή η μουτσούνα βγήκε εκτός δρόμου προς τα αριστερά. Το άλλο αυτοκίνητο πετάχτηκε και ακινητοποιήθηκε στο πεζοδρόμιο αριστερά σύμφωνα με την πορεία του με τα μούτρα προς τα χωράφια.[...] Ήρθε η Αστυνομία, έκανε σχέδιο του δυστυχήματος στην παρουσία μου, το οποίο υπέγραψα επί τόπου. [...]». Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΚ2 είπε ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την Κατηγορούμενη, διότι κατά το χρόνο του δυστυχήματος, την είχε δει μόνο για πέντε λεπτά, «με τα αίματα». Έκτοτε την είδε ακόμη μία φορά στο δρόμο και εκείνη του είπε ότι αυτός, δηλαδή ο ΜΚ2, της κατέστρεψε τη ζωή. Ο ΜΚ1 πρόσθεσε ότι «Χθες, κατάλαβα τί εννοούσε, που ήρθα στο Δικαστήριο» και ότι «Εγώ έχω παράπονο ότι εκείνη μου κατέστρεψε την περιουσία μου». Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε από το ΜΚ2 να υποδείξει επί του σχεδίου (ΤΕΚ 3), το οποίο ο ίδιος αναγνώρισε από την υπογραφή του, πού βρίσκεται το «γεφύρι» στο οποίο εκείνος αναφέρθηκε στη γραπτή του κατάθεση. Ο ΜΚ2 είπε ότι υπάρχει γεφύρι 50 μέτρα πριν από το σημείο της σύγκρουσης και έδειξε επί του ΤΕΚ 3 στο σημείο όπου υπάρχει πάροδος (εκεί όπου αναγράφεται επί του σχεδίου η ένδειξη «Προς Ανάγυια»). Ο ΜΚ2 είπε ότι ο ίδιος έτρεχε με 40 ΧΑΩ και η Κατηγορούμενη με τόση ταχύτητα που έφτασε πολύ σύντομα κοντά του από το σημείο που την είδε, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να προσδιορίσει αριθμητικά την ταχύτητά της. Διευκρίνισε την αναφορά του περί ότι ο ίδιος κατάλαβε ότι η Κατηγορούμενη έχασε τον έλεγχο του οχήματός της, λέγοντας ότι «το αυτοκίνητο πήγαινε πλευρό, όπως πηγαίνουν σε αγώνες ταχύτητας» και ότι «Δεν πήγαινε ίσια, σαν να το έπαιρνε άλλος». Είπε ότι, όταν την πρωτοείδε, η Κατηγορούμενη ήταν στη λωρίδα της, μετά όμως μπήκε στη δική του. Ο ίδιος σχεδόν σταμάτησε το όχημά του. Δεν μπορούσε να το βγάλει προς τα χωράφια γιατί υπήρχαν δέντρα. Το σταμάτησε προς τα αριστερά. Ο ΜΚ2 δεν οδηγούσε συχνά σε εκείνο το δρόμο. Ήταν μόλις η δεύτερη φορά που οδηγούσε εκεί. Ο ίδιος αντελήφθηκε ότι το σημείο Χ έγινε περίπου 40 έως 50 εκατοστά αριστερά της διαχωριστικής γραμμής, πιο μέσα. Ο ΜΚ2 σημείωσε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος διαφωνεί με το σημείο Χ αν στο ΤΕΚ 3 φαίνεται ότι εκείνο είναι πάνω στη διαχωριστική γραμμή, διότι είναι βέβαιος ότι το όχημά του ήταν 40 εκατοστά πιο μέσα από τη γραμμή. Ρωτήθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, τί εννοούσε στη γραπτή του κατάθεση με την αναφορά «πετάχτηκε και ακινητοποιήθηκε» και απάντησε ότι νομίζει πως «πετάχτηκε στον αέρα». Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2, ο συνήγορος Υπεράσπισης του υπέβαλε τη θέση ότι ήταν ψέμα τα όσα ανέφερε περί δήθεν απειλής του ιδίου από την Κατηγορουμένη και ερωτήθηκε εκ νέου πότε του ειπώθηκαν τα όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε. Ο ΜΚ2 απάντησε «περίπου πριν από 4 μήνες, από το τηλέφωνό μου». Ρωτήθηκε αν θα ήταν σε θέση να το αποδείξει και απάντησε «Το γράφω πάνω στα μηχανήματά μου». Ερωτήθηκε, επίσης, πώς είναι δυνατόν να λέει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι διαφωνεί με το σημείο Χ αφού προσυπέγραψε το ΤΕΚ 3 και τότε ο ΜΚ2 απάντησε «Μπορεί να έβαλε μετά το σημείο Χ». Δεν θυμόταν αν του το έδειξε ο ΜΚ1 προτού του ζητήσε να υπογράψει το σχέδιο. Του ζητήθηκε να δείξει ξανά που βρίσκεται το «γεφύρι» και έδειξε διαφορετικό σημείο στο σχέδιο απ' ότι όταν του ζητήθηκε το ίδιο πράγμα από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Είπε ότι θυμόταν να είδε το όχημα της Κατηγορουμένης από απόσταση 60 έως 70 μέτρων και ότι κατάλαβε πως εκείνη έτρεχε, επειδή το όχημά της δεν πήγαινε ευθεία. Του ζητήθηκε να δείξει επί του ΤΕΚ 3 ποια ήταν η πορεία του και είπε ότι μπορούσε να δείξει την πορεία του επί του ΤΕΚ 4, αλλά όχι επί του ΤΕΚ 3 (που ήταν εκείνο που υπέγραψε). Ρωτήθηκε αν γνώριζε ότι απαγορευόταν να εισέλθει στο δρόμο του δυστυχήματος και είπε ότι το έμαθε τη μέρα του δυστυχήματος από το μουχτάρη. Δεν είδε την απαγορευτική πινακίδα, αφού ο ίδιος ερχόταν από αντίθετη πλευρά. Την απαγορευτική πινακίδα την είχαν βάλει πριν μερικές μέρες. Κατόπιν σχετικής ερώτησης, ο ΜΚ2 απάντησε ότι ο ίδιος δεν κατηγορήθηκε ότι οδηγούσε παράνομα σε οδό όπου απαγορεύεται η διέλευση οχημάτων με βάρος πέραν των 12 τόνων. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ Στην ανακριτική της κατάθεση, η Κατηγορούμενη ανέφερε τα εξής׃ «Τις 4.8.08, την ώρα που ανέφερες [14׃45], ημέρα Δευτέρα, οδηγούσα το KSX713, το οποίο ανήκει στον πατέρα μου στο δρόμο Δευτεράς - Ανάγυιας, με κατεύθυνση προς Ανάγυια. Καθώς πήγαινα στην πορεία μου, είδα από απέναντί μου το φορτηγό να κατευθύνεται προς την πλευρά μου. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω και ενώ ήμουν κανονικά στην πλευρά μου έγινε η σύγκρουση. Από τη σύγκρουση το αυτοκίνητό μου που οδηγούσα κατέληξε στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία μου πάνω στο πεζοδρόμιο με τα μούτρα προς τα χωράφια. Στο αυτοκίνητο μαζί μου ήταν η Νικολέττα Αθηνοδώρου και βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού. [...] Όπως είπα προηγουμένως, φορούσα τη ζώνη μου και οδηγούσα με ταχύτητα εβδομήντα με εβδομηνταπέντε χιλιόμετρα. Σήμερα, 21.8.08 στην Αστυνομία Λακατάμειας, μου έδειξες και μου εξήγησες το σχέδιο δυστυχήματος με το οποίο διαφωνώ κάθετα και γι' αυτό και δεν το υπέγραψα. Διαφωνώ με το σχέδιο γιατί η πορεία που μου δείχνεις ότι ήταν τα μούτρα του φορτηγού είναι λάθος. Το σημείο που έγινε η σύγκρουση ήταν στην πλευρά μου.». Κατά την κυρίως εξέταση της Κατηγορουμένης από το συνήγορό της, εκείνη απάντησε ότι είχε δει το σχέδιο ως το ΤΕΚ
  9. Θυμάται ότι ήταν γραμμένο με πένα. Διαφώνησε με το σχέδιο επειδή δεν συμφωνούσε με την πορεία που ειχε το φορτηγό επί του σχεδίου και επειδή διαφωνούσε με το σημείο που φαινόταν στο σχέδιο να είχε σταματήσει το φορτηγό. Ειδικότερα, στο σχέδιο δείχνει ότι το φορτηγό την απέφυγε εντελώς και ότι εκείνο παρέμεινε στην πορεία του, ενώ εκείνη θυμάται ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν ακριβώς δίπλα της, στην πλευρά της. Επίσης, στο σχέδιο έγραφε ότι το δυστύχημα έγινε η ώρα 2׃40 ενώ το δυστύχημα είχε συμβεί η ώρα 2׃
  10. Όταν είδε το φορτηγό απέναντί της, φορτωμένο με τηλεσκοπικό, φοβήθηκε ότι θα έπεφτε εκείνο το πράγμα και προσπάθησε να το αποφύγει στρίβοντας το τιμόνι της στην αριστερή πλευρά για να βγει πάνω στο πεζοδρόμιο για να μην τουμπάρουν, διότι είδε το φορτηγό να έρχεται στην πλευρά της. Η σύγκρουση έγινε στη μέση του δρόμου, ελαφρώς προς την πλευρά της και σίγουρα όχι στην πλευρά του ΜΚ
  11. Η Κατηγορούμενη αρνήθηκε ότι τηλεφώνησε στον ΜΚ2 οποιαδήποτε μέρα μετά το δυστύχημα. Η πρώτη φορά που τον είδε μετά το δυστύχημα ήταν όταν εκείνος πήγε να τη δει στο νοσοκομείο με τη γυναίκα του μετά το δυστύχημα. Δεν θυμόταν να ξαναμίλησαν έκτοτε. Κατά την αντεξέτασή της, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, επεσήμανε ότι είναι τυπικό το λάθος σε ό,τι αφορά την ώρα του δυστυχήματος. Η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει σε μέτρα την απόσταση από την οποία είχε δει το όχημα του ΜΚ
  12. Επανέλαβε τη θέση της ότι η ίδια προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση με το να προσπαθήσει να ελαττώσει πλήρως και να βγει στο πεζοδρόμιο. Δεν σκέφτηκε να του παίξει πουρού. Θα ήταν ανώφελο. Συμφώνησε ότι η τελική θέση του οχήματός της ήταν εκείνη που έδειχνε το ΤΕΚ
  13. Επεσήμανε ότι τα μούτρα του φορτηγού δεν ήταν στη θέση που φαίνεται στο ΤΕΚ
  14. Ήταν μέσα στη μέση του δρόμου ελαφρώς προς την πλευρά της. Η ίδια είδε τον ΜΚ2 μετά τη σύγκρουση να μπαίνει στο φορτηγό του και να το μετακινεί αριστερά προς την πλευρά του, «κάνοντας έτσι πως από την αρχή προσπαθούσε να το αποφύγει». Η Κατηγορούμενη ισχυρίστηκε στο πλαίσιο της αντεξέτασής της ότι είχε αναφέρει στο ΜΚ1 εξ' αρχής ότι είδε να συμβαίνει αυτό το πράγμα από μέρους του ΜΚ2 και εκείνος έλεγε ότι «αποκλείεται». Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επεσήμανε σε εκείνο το στάδιο ότι ουδέποτε αντεξετάσθηκε ο ΜΚ1 από το συνήγορό της σε σχέση με αυτή της τη θέση υπεράσπισης. Η Κατηγορούμενη αρνήθηκε την υποβολή ότι επρόκειτο για ψευδή δήλωση διότι ο ΜΚ2 ουδέποτε μετακίνησε το φορτηγό του, απαντώντας «Είμαι σίγουρη για ό,τι λέγω». Αμφισβήτησε η Κατηγορούμενη τη σημασία που έδιδε η Κατηγορούσα Αρχή στο ότι στο ισχυριζόμενο σημείο Χ βρέθηκαν γυαλιά, επισημαίνοντας ό,τι από τη σύγκρουση το όχημά της καταστράφηκε εντελώς, γι' αυτό και υπήρχαν γυαλιά παντού, ακόμη και μέσα στα χωράφια. Δεν μπορούσε, κατά την άποψή της, η ύπαρξη γυαλιών να καθορίσει το σημείο Χ. Υποβλήθηκε στην Κατηγορούμενη ότι ήταν τέτοια η ταχύτητα με την οποία εκείνη οδηγούσε που δεν την επετράπηκε να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης και η Κατηγορούμενη διαφώνησε, σημειώνοντας ότι αν η ίδια δεν είχε καταφέρει να βγάλει το αυτοκίνητό της στο πεζοδρόμιο, τότε η σύγκρουση θα ήταν μούτρα με μούτρα και θα ήταν διαφορετική η τελική της θέση. Συμφώνησε με την παρατήρηση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το όχημά της μετακινήθηκε από τη σύγκρουση στην τελική του θέση, αλλά επέμεινε ότι μετακινήθηκε προς εκείνη την κατεύθυνση επειδή η ίδια έκανε κίνηση προς τα εκεί προς αποφυγή της σύγκρουσης. Κατά την επανεξέτασή της, η Κατηγορούμενη δήλωσε ότι ουδέποτε ο Αστυνομικός την κατηγόρησε για υπέρβαση ορίου ταχύτητας. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΥ1 Στην ανακρτική κατάθεσή της, η ΜΥ1 ανέφερε τα εξής׃ «Στις 4.8.08 γύρω στις 14׃30 - 15׃00 πήγαινα με τη φίλη μου Δέσπω Πετρίδου προς Ανάγυια με το αυτοκίνητο της φίλης μου KSX
  15. Όπως επηέναμε κανονικά στην πλευρά μας, έρκετουν ένα τρέιλερ άσπρο από απέναντι και μπήκε μες την πλευρά μας και έγινε σύγκρουση. Εμείς πηγαίναμε από Δευτερά προς Ανάγυια και το φορτηγό ερχόταν από απέναντι, δηλαδή από Ανάγυια προς Δευτερά. Εγώ καθόμουν στη θέση του συνοδηγού και φορούσα τη ζώνη μου. Δεν ξέρω με ποια ταχύτητα οδηγούσε η φίλη μου. [...] Θέλω να σας πω ότι τα μούτρα του φορτηγού έβλεπαν προς την πλευρά μας. Δηλαδή, είχαν κλίση προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του. Επίσης, θέλω να αναφέρω ότι αμέσως μετά τη σύγκρουση ο οδηγός του τρέιλερ ήρτε κοντά μας και μας ρώτησε αν είμαστε καλά. Εγώ του ένεψα με το κεφάλι μου «όχι» γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω. Μετά, όταν κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο, θυμούμαι ότι είδα τον οδηγό του τρέιλερ να μπαίνει πίσω στο όχημά του και να το μετακινεί.». Κατά την κυρίως εξέτασή της από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, η ΜΥ1 είπε ότι διαφώνησε με το σχέδιο, επειδή όταν έγινε το ατύχημα, τα μούτρα του φορτηγού έβλεπαν προς τα δεξιά. Επίσης, είπε ότι είδε την Κατηγορούμενη να προσπαθεί να στρίψει το τιμόνι της αριστερά. Επανέλαβε αυτή τη δήλωση και κατά την αντεξέτασή της. Για να ενισχύσει τη θέση της αυτή, είπε ότι είδε πως η ζημιά στο όχημα της Κατηγορουμένης «εβαρούσε μπροστά, αλλά δεξιά προς την πλευρά της Δέσπως. Δεν ήταν τέλεια μούτρα μούτρα». Ρωτήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης αν ο αστυνομικός της είπε οτιδήποτε όταν εκείνη κατέθεσε ότι είδε τον ΜΚ2 να μετακινεί το φορτηγό του και η ΜΥ1 απάντησε «΄Οχι». Είπε ότι είδε τον ΜΚ2 να το μετακινεί μετά που εκείνος πήγε να τις ρωτήσει αν είναι καλά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ουδέποτε μετακινήθηκε το φορτηγό, απαντώντας «΄Εγινε, είμαι σίγουρη. Δεν γίνεται να μην το μετακίνησε. Είμαι σίγουρη.». Της υποβλήθηκε ότι η σύγκρουση έγινε λόγω υπερβολικής ταχύτητας της Κατηγορουμένης και η ΜΥ1 απάντησε πως η Κατηγορούμενη πήγαινε κανονικά, με ταχύτητα 60 με 65 ΧΑΩ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η παρούσα υπόθεση αφορά στο αδίκημα της αμέλειας. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Κυριάκου Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Το μέτρο κρίσης καθορίζεται στη βάση του αν ο οδηγός ενήργησε όπως ένας σώφρονας, ικανός, λογικός οδηγός, όχι ο τέλειος οδηγός (Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ1). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Συνεπώς, η θεμελίωση της αμέλειας της Κατηγορουμένης, στην παρούσα υπόθεση, απαιτεί την απόδειξη ότι παρέλειψε να δει κάτι που ήταν απλά ορατό και ότι η πιθανότητα κινδύνου ήταν εύλογα αντιληπτή και παρέλειψε να λάβει ενέργειες προφύλαξης. Σε συνάρτηση προς τα πιο πάνω επίδικα θέματα, κρίνω ότι θα πρέπει καθηκόντως (βλ. Πολιτική έφεση 12079, απόφαση ημερομηνίας 5.7.2007, με αναφορά στην Χριστοδούλου Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 552) να αξιολογήσω το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται ενώπιον μου και να προβώ σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα, μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και Κατηγορουμένης, όπως αναδεικνύονται μέσα από την πιο πάνω παρατεθείσα μαρτυρία׃ (α) την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε η Κατηγορούμενη, (β) την ορατότητα που είχε η Κατηγορούμενη σε ότι αφορά τη θέση του φορτηγού, (γ) την ύπαρξη οποιωνδήποτε άλλων εμποδίων ή προειδοποιητικών σημείων ή παραγόντων στο δρόμο που απαιτούσαν την προσοχή της Κατηγορουμένης, και (δ) το αν το φορτηγό οδηγούσε νόμιμα στην πορεία του, με δέουσα επιμέλεια και προσοχή, Θα αξιολογήσω ακολούθως την ενώπιόν μου μαρτυρία, καθοδηγούμενη από την ανάγκη να καταλήξω σε ευρήματα σε σχέση προς τα πιο πάνω σημεία, υπό το φως των προπαρατεθέντων νομικών αρχών για τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο ΜΚ1 μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς να εκδηλώνει οποιοδήποτε πάθος ή μεροληψία για την υπόθεση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και αληθή. Ο ΜΚ2 φάνηκε να διακατέχεται από μεγαλύτερη έγνοια για την υπόθεση. Δεν απεδείχθη ικανός να πραγματευθεί τα σχέδια της σκηνής, χωρίς ωστόσο αυτό να κρίνεται ότι ήταν εσκεμμένο ή ότι έγινε για να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Επρόκειτο για πρόσωπο λαϊκό, το μορφωτικό επίπεδο του οποίου δεν φάνηκε να είναι ιδιαίτερα ψηλό. Δεν απέφυγε τις ερωτήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης. Απάντησε ευθαρσώς ότι ο ίδιος δεν διώχθηκε σε σχέση με το ίδιο περιστατικό. Δεν θα αποδεχθώ ως αληθείς όσες δηλώσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ασυνεπείς προς το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, ειδικά εν σχέση προς το σχέδιο της σκηνής (ΤΕΚ3), και ειδικότερα προς το ότι ο ίδιος υπέγραψε το εν λόγω σχέδιο συμφωνόντας με το σημείο Χ. Η Κατηγορούμενη φάνηκε να είναι σταθερή στις θέσεις της και τις απαντήσεις της. Θα αξιολογήσω τις δηλώσεις της, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, κατωτέρω. Η ΜΥ1 προσήλθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει τη φίλη της. Θ αξιολογήσω η μαρτυρία της υπό το πρίσμα και της διάθεσής της να στηρίξει την εκδοχή γεγονότων που συμφέρει στην Κατηγορούμενη. Πέραν των πιο πάνω, σημειώνω ότι, ειδικά στην περίπτωση δυστυχημάτων, την κρίση του Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία των μαρτύρων, πρέπει να την κατευθύνει η πραγματική μαρτυρία. Βάσει αυτής, το Δικαστήριο δικαιούται ακόμη και να προβαίνει σε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας της Κατηγορουμένης και των μαρτύρων κατηγορίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάτι τέτοιο νομολογιακά δεν αποτελεί μεπτή προσέγγιση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Ομήρου Σάββα Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506). Ως πραγματική μαρτυρία κρίνονται οι ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων, τυχόν τραυματισμοί και το πρόχειρο ή και συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (αναλόγως του τί τίθεται ενώπιον του Δκαστηρίου). Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι το σχεδιαγράφημα της σκηνής αποτελεί πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο της νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί κατά γενικό κανόνα στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Γενικός Εισαγγελέας ν Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Στην παρούσα υπόθεση, ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής και ακολούθως συμμετρικό σχεδιαγράφημα. Το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του και τα δύο σχέδια. Το συμμετρικό σχέδιο (ΤΕΚ 4) περιέχει πράγματι ορισμένες διαφορές σε σχέση με το πρόχειρο (ΤΕΚ 3). Κυριότερη διαφορά αποτελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το ότι δεν αποτυπώνεται στο ΤΕΚ 4 η αριστερή στροφή από την οποία εισήλθε στο δρόμο η Κταηγορουμένη. Η παράλειψη απεικόνισής της στο συμμετρικό σχέδιο είναι όμως άνευ σημασίας, ενόψει του ότι ο ίδιος ο ΜΚ1 μαρτυρεί την ύπαρξή της στη γραπτή του κατάθεση και ποτέ δεν αναίρεσε την ύπαρξη της εν λόγω στροφής κατά την προφορική του μαρτυρία στην κυρίως εξέταση ή και κατά την αντεξέτασή του. Αντίθετα, την επιβεβαίωσε και πέραν τούτου δεν υπαναχώρησε από τη θέση του ότι εκείνη η στροφή περιόριζε την ορατότητα της Κατηγορουμένης. Από το συμμετρικό σχέδιο, προκύπτει ως αναντίλεκτο γεγονός, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε είτε από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την Υπεράσπιση, η τελική θέση του οχήματος της Κατηγορουμένης (σημείο «Α1»). Σε σχέση με την τελική θέση του φορτηγού (σημείο «Β1») είναι επίδικο το αν αυτή, όπως απεικονίζεται στο συμμετρικό σχέδιο ήταν αποτέλσμα της σύγκρουσης ή αν μεσολάβησε η μετακίνηση του φορτηγού από τον οδηγό του. Σε σχέση με αυτό το σημείο, επισημαίνω τα εξής׃ (α) Ο ΜΚ1 είπε ότι αποκλείεται να μετακινήθηκε το φορτηγό μετά τη σύγκρουση, διότι από τη σύγκρουση καταστράφηκε το σύστημα διεύθυνσης του οχήματος. Δεν αντεξετάσθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης ως προς αυτήν τη δήλωσή του. Κατά την αντεξέταση διαπιστώθηκε απλώς η παράλειψη να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έντυπο καταγραφής των ζημιών των δύο οχημάτων. Το αν αυτή η εσωτερική ζημιά θα ήταν καταγραμμένη σε τέτοιο έντυπο, είναι αμφίβολο. Συνήθως είναι τις εξωτερικές ζημιές που καταγράφουν για να διαφανεί το σημείο/ ο τρόπος σύγκρουσης. (β) Η Κατηγορούμενη είπε ότι ζήτησε εξ' αρχής να περιληφθεί στην κατάθεσή της η παρατήρησή της περί μετακίνησης του φορτηγού από τον οδηγό του μετά τη σύγκρουση και ότι το απέκλεισε ο αστυνομικός, ενώ η ΜΥ1, η οποία περιέλαβε στην κατάθεσή της τέτοια αναφορά, είπε ότι ο αστυνομικός δεν της είπε οτιδήποτε σε σχέση με αυτήν της την επιθυμία και άρα δεν την εμπόδισε από το να περιλάβει αυτήν την αναφορά στην κατάθεσή της. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν παρέχεται ικανοποιητικά αξιόπιστο υπόβαθρο για να αμφισβητηθεί η δήλωση του ΜΚ1 ότι ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο μετά τη σύγκρουση να μετακινηθεί το όχημα. Ίσως, όμως, το σημείο της μετακίνησης να μην αφορούσε στο σώμα του φορτηγού, παρά μόνο στην καμπίνα του οδηγού του φορτηγού. Γι' αυτό και η Κατηγορούμενη με την ΜΥ1 αναφέρονται στα «μούτρα» του φορτηγού και επιμένουν ότι εκείνα ήταν προς την πορεία τους, παρά προς τα χωράφια. Τα σχέδια της σκηνής δεν βοηθούν στο να προβεί το Δικαστήριο σε τέτοια διαπίστωση. Πάντως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε υποθετικές σκέψεις και να καταλήξει σε ευρήματα σε τέτοια υποθετική βάση. Εξάλλου, ακόμη και αν τα μούτρα του φορτηγού δεν κατέληξαν τόσο αριστερά λόγω της σύγκρουσης, αλλά λόγω μετακίνησης, εξακολουθεί να μην παρέχεται πραγματική μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι τα μούτρα του φορτηγού ήταν τόσο δεξιά κατά τη στιγμή της σύγκρουσης ώστε να βρίσκονται εντός της λωρίδας της Κατηγορουμένης. Το αν η τελική θέση Α1 του οχήματος της Κατηγορουμένης ήταν το αποτέλεσμα εκτίναξης του οχήματός της συνεπεία της σύγκρουσης ή αν ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της να ανεβάσει το αυτοκίνητο στο πεζοδρόμιο για να αποφύγει τη σύγκρουση είναι το επόμενο επίμαχο σημείο. Εφόσον η Κατηγορούμενη οδηγούσε σε πορεία στην οποία υπήρχε στροφή που μείωνε την ορατότητά της, όφειλε να επιδείκνυε ανάλογη προσοχή και επιμέλεια για να αποφύγει οποιοδήποτε κίνδυνο ξεπροβάλει. Οφείλω να σημειώσω ότι τα όσα ανέφερε προφορικά στο Δικαστήριο σε σχέση με το ότι προσπάθησε να στρίψει για να ανεβάσει το αυτοκίνητο στο πεζοδρόμιο συγκρούονται με το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης όπου αναφέρει «Δεν πρόλαβα να αντιδράσω και ενώ ήμουν κανονικά στην πλευρά μου έγινε η σύγκρουση». Σημειώνω, επίσης, ότι η πιο πάνω δήλωση της Κατηγορουμένης περί προσπάθειας να αποφύγει τη σύγκρουση με στρίψιμο του τιμονιού προς το πεζοδρόμιο δεν υποστηρίζεται ούτε από τη γραπτή κατάθεση στην οποία είχε προβεί η συνοδηγός της. Τα όσα η ΜΥ1 ανέφερε προφορικά στο Δικαστήριο φαίνεται να αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για υποστήριξη της φίλης της. Καταλήγω, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούμενη δεν πρόλαβε να αντιδράσει προς αποφυγήν της σύγκρουσης. Η δήλωση του ΜΚ2 ότι «το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης πήγαινε πλευρό» προφανώς δεν έγινε προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι η Κατηγορούμενη προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά για να υποστηρίξει τη θέση ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, γι' αυτό και περιέγραψε ότι πήγαινε «όπως πηγαίνουν σε αγώνες ταχύτητας». Ωστόσο, δεν κρίνω ότι έχει υπόσταση ο ισχυρισμός της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτό που εμπόδισε την Κατηγορούμενη να αντιδράσει ήταν η υπερβολική ή μεγάλη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε. Ο εξεταστής της υπόθεσης δεν είχε διατυπώσει τέτοια παρατήρηση είτε στη γραπτή του κατάθεση είτε στο Δικαστήριο. Ήταν ο πρώτος που όφειλε να είχε διερευνήσει το θέμα αυτό. Επί τούτου, κρίνω αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΥ1 ότι η Κατηγορούμενη οδηγούσε με 60 χιλιόμετρα περίπου. Δεν είναι υπερβολική τέτοια ταχύτητα, όταν το φορτηγό με βάρος πέραν των 20 τόνων οδηγούσε με 40 χιλιόμετρα. Κρίνω, λοιπόν, ότι εκείνο που φαίνεται να επέδρασε στο να μην καταφέρει η Κατηγορουμένη να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης ήταν το γεγονός ότι πανικοβλήθηκε μπροστά στο θέαμα ενός φορτηγού με τέτοιο τεράστιο φορτίο και το ότι ήταν άπειρη οδηγός για να χειριστεί κατάλληλα το τιμόνι στο να πάρει την στροφή με την προαναφερθείσα ταχύτητα. Εν πάση περιπτώσει, το μόνο που πρόλαβε να κάνει ο οδηγός του φορτηγού, ο οποίος ισχυρίζεται ότι έτρεχε με μικρότερη ταχύτητα από εκείνην της Κατηγορουμένης, ήταν να σταματήσει «σχεδόν» το όχημά του προς τα αριστερά. Τίποτα περισσότερο. Προφανώς λόγω του βάρους του οχήματος και των όσων ρυμουλούσε. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το φορτηγό με το δεδομένο βάρος δεν δικαιούτο να οδηγείται στο δρόμο εκείνο αφού υπήρχε σχετική απαγόρευση, ο ΜΚ2 έχει μερίδιο της ευθύνης για τη σύγκρουση. Δεν είναι έργο του ποινικού Δικαστηρίου, όμως, να προσδιορίσει το μέγεθος εκείνης της ευθύνης. Ανεξαρτήτως εκείνης της συντρέχουσας αμέλειας, κρίνω ότι η Κατηγορούμενη παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης από τη στιγμή που το φορτηγό κατέστη απλά ορατό. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι και η ίδια αποδεικνύεται ένοχη για αμελή οδήγηση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, έστω και αν η ίδια δεν φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τη σύγκρουση. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.