← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σωτήρης Διάκος, Υπόθεση. Αρ.: 15868/11, 16 Δεκεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σωτήρης Διάκος, Υπόθεση. Αρ.: 15868/11, 16 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.: 15868/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Σωτήρης Διάκος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Καρεκλάς Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια μόνο κατηγορία, η οποία αφορά σε αμελή οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως φαίνονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος την 11.4.2010, στη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' στο Δάλι της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΗΥ279, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 1), η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 2), η ανακριτική κατάθεση του Bilal Iomer που ήταν ο οδηγός του άλλου οχήματος, τόσο στην ελληνική (Τεκμήριο 3Α) όσο και στη μητρική του γλώσσα (Τεκμήριο 3Β), η κατάθεση της μεταφράστριας κας Καλούντια Παρπή (Τεκμήριο 4) και η γραπτή κατάθεση του Αστυφ.3259, Μ. Παφίτη (Τεκμήριο 5). Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των πιο πάνω τεκμηρίων που περιέχουν τα παραδεκτά γεγονότα. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ήγειρε την εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέλυσε τη θέση του ως εξής. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του με πορεία ως φαίνεται στο σχεδιαγράφημα. Συμβουλεύθηκε το καθρεφτάκι που υπήρχε στο δρόμο αριστερά της οδού Χάματσου. Αυτοκίνητο που οδηγείτο από αλλοδαπό χτύπησε στο όχημα του Κατηγορούμενου ερχόμενο από μονόδρομο και παραβιάζοντας όλους τους Νόμους. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος έκανε όλα όσα απαιτούνταν. Κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να τον καταδικάσει βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos

(1980)J.S.C. 145). Σύμφωνα με το Νόμο, σε τέτοιες περιπτώσεις, για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τίθεται το ερώτημα σ΄αυτό, αν η μαρτυρία όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του είναι επαρκής (sufficient), για να κληθεί ο Κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, όπου αναφέρεται ότι απαλλαγή του Κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, δικαιολογείται μόνο όταν: «α) δεν στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου.». Εκεί, όπου τα γεγονότα δεν είναι παραδεκτά, το Δικαστήριο οφείλει - εκτός αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδικάσει βάσει αυτής - να αναμείνει να ακούσει όλη τη μαρτυρία και να την εξετάσει στο τελικό στάδιο της διαδικασίας (βλ. Πολιτική έφεση 12079, απόφαση ημερομηνίας 5.7.2007, με αναφορά στην Χριστοδούλου Αριστοδήμου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 552) για να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα, μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και Κατηγορουμένου, όπως αναδεικνύονται μέσα από τη μαρτυρία. Όταν όμως τα γεγονότα της υπόθεσης γίνουν αποδεκτά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, αυτά τα αποδεκτά γεγονότα αποτελούν δεσμευτική απόδειξη εναντίον του μέρους στη διαδικασία στην οποία αφορά το αποδεκτό γεγονός. Τα αποδεκτά γεγονότα αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Η παρούσα υπόθεση αφορά στο αδίκημα της αμέλειας. Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (βλ. Κυριάκου Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον ίδιο δρόμο. Το μέτρο κρίσης καθορίζεται στη βάση του αν ο οδηγός ενήργησε όπως ένας σώφρονας, ικανός, λογικός οδηγός, όχι ο τέλειος οδηγός (Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ1). Παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στις υποθέσεις Παρασκευάς Γεωργίου Μίσιης ν Αστυνομία, Ποινική Έφεση αρ. 6287 και Ποινική Έφεση αρ. 7441, Χριστίνα Ζίκκου ν Αστυνομίας, καθορίστηκε ότι οδηγός ο οποίος κινείται από αλτ με σκοπό να εισέλθει σε κύριο δρόμο οφείλει να το πράξει βαθμιαία, κατά τρόπο συνάδοντα προς τα περιθώρια ορατότητας που διαθέτει. Εφόσον αποδειχθεί ότι ο οδηγός σταμάτησε στο αλτ και εισήλθε βαθμιαία στην κύρια οδό μέχρι του σημείου που είχε ορατότητα, τότε αυτός συνάδει - κρινόμενος κατά τρόπο αντικειμενικό - με το κριτήριο του σώφρονα, ικανού, μέσου οδηγού. Συνεπώς, η θεμελίωση της αμέλειας του Κατηγορουμένου, στην παρούσα υπόθεση, απαιτεί την απόδειξη ότι αυτός παρέλειψε να σταματήσει στο αλτ ή και να κινηθεί βαθμιαία στο δρόμο ή και να ενεργήσει κατά τρόπο συνάδοντα προς τα περιθώρια ορατότητας που είχε. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στην παρούσα υπόθεση, όλη η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά και εκείνη του Κατηγορουμένου, έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών ως παραδεκτά γεγονότα. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση ότι׃ «[.] Οδηγούσα στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' με κατεύθυνση την οδό Γεώργιου Εικοσάρι». Σε κάποιο σημείο έφθασα στο σταυροδρόμι της πιο πάνω οδού με την οδό Δ. Χάματσου. Εγώ σταμάτησα στο αλτ του δρόμου και έλεγξα δεξιά και αριστερά του δρόμου μήπως και έρχεται κανείς. Παράλληλα έλεγξα και τον απέναντι καθρέφτη που υπάρχει στο δρόμο για να δω αν έρχεται οποιοδήποτε όχημα. Ήξερα ότι από αριστερά του δρόμου όπου ήμουν ήταν μονόδρομος και κανονικά δεν θα έπρεπε να ερχόταν όχημα. Εγώ ξεκίνησα σιγά σιγά να διασταυρώνω το δρόμο για να εισέλθω στην οδό Γ. Εικοσάρι και ξαφνικά από τα αριστερά μου πέρασε ξυστά ένα όχημα το οποίο χτύπησε σε όλο το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου μου. Εγώ ακινητοποιήθηκα στο σταυροδρόμι του δρόμου ενώ το άλλο όχημα στα δεξιά μου. [.]». Ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση ότι׃ «[.] Επειδή δεν ήξερα που ακριβώς να πάω, εκεί κοντά που έχει ένα παλιό νοσοκομείο έστριψα δεξιά. Ενώ προχωρούσα ευθεία, ξαφνικά είδα από δεξιά μου ένα αυτοκίνητο να μπαίνει στη μέση του δρόμου. Εγώ υπολόγισα ότι θα περνούσα το αυτοκίνητο, αλλά χτύπησα με τη δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου μου στο μπροστινό μέρος του άλλου αυτοκινήτου. [.] Εγώ δεν ήξερα ότι ο δρόμος που οδηγούσα, δηλαδή από το παλιό νοσοκομείο προς το κέντρο του Δαλιού, είναι μονόδρομος. Από το δυστύχημα δεν τραυματίστηκα. Έφερα τη ζώνη ασφαλείας μου και οδηγούσα το αυτοκίνητό μου ΕΤΥ524 με ταχύτητα περίπου 30 χιλιόμετρα. Οδηγούσα σιγά γιατί δεν ήξερα καλά τους δρόμους. Εκεί στο δρόμο υπήρχε μια ταμπέλα που έδειχνε ότι ήταν μονόδρομος, αλλά μετά το δυστύχημα πήγα εκεί να τη δω και διαπίστωσα ότι η εν λόγω πινακίδα ήταν ζαβωμένη, γι' αυτό και δεν την πρόσεξα. Καταλάβω ότι φταίω για το δυστύχημα και θέλω να απολογηθώ, δεν θα ξανασυμβεί.». Από τη γραπτή κατάθεση της εξετάστριας προκύπτει ότι και οι δύο οδηγοί συμφώνησαν με το σημείο σύγκρουσης Χ όπως τοποθετήθηκε από αυτήν στο σχεδιαγράφημα. Σε ό,τι αφορά την περιγραφή του δρόμου, αναφέρονται τα εξής: «Σταυροδρόμι των οδών Χάματσου, Αρχ. Μακαρίου και Γ. Εικοσάρη στο Δάλι. Στην οδό Αρχ. Μακαρίου δεν υπάρχει σήμα αλτ, αλλά υπάρχει άσπρη γραμμή αλτ. Η ορατότητα στο πιο πάνω σταυροδρόμι είναι περιορισμένη λόγω των πολύ στενών δρόμων και των υποστατικών τα οποία είναι κτισμένα στις τέσσερις γωνίες του σταυροδρομιού. Συγκεκριμένα, η ορατότητα από την οδό Αρχ. Μακαρίου προς τα δεξιά είναι περίπου 5-10 μέτρα με τη βοήθεια καθρέφτη. Η ορατότητα προς την αριστερή πλευρά του δρόμου είναι περίπου 5-10 μέτρα χωρίς όμως να υπάρχει καθρέφτης. Σε κανέναν από τους πιο πάνω δρόμους δεν υπάρχει πεζοδρόμιο. Στο τέρμα της οδού Δ. Χάματσου, από όπου εισήλθε ο (2ος Κατηγορούμενος) Bilal Iomer υπάρχουν δύο ευδιάκριτα σήματα μονόδρομου στις δύο πλευρές του δρόμου.». Άμεση μαρτυρία της σκηνής, σπασμένα γυαλιά από τα μπροστινά φανάρια του οχήματος του 1ου Κατηγορούμενου (Σωτήρη Διάκου). Ζημιές οχημάτων: το αυτοκίνητο ΕΤΥ524 έφερε ζημιές στις δύο δεξιές πόρτες καθώς και γδαρσίματα κατά μήκος όλης της δεξιάς του πλευράς. Το αυτοκίνητο ΗΡΡ279, κτύπημα μπροστά, βασικά από το κέντρο προς την δεξιά του γωνία, δηλαδή προφυλακτήρας και καπό. Υπό το φως της πιο πάνω παρατεθείσας μαρτυρίας και της νομολογίας που έχει αναλυθεί πιο πάνω αναφορικά με το πότε ικανοποιούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αμέλειας, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν παρέχεται τέτοια μαρτυρία στη βάση της οποίας ένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο, αφού αυτός αποδεικνύεται - στη βάση των παραδεκτών γεγονότων - ότι ενήργησε με την απαιτούμενη επιμέλεια, επιδεικνύοντας προσοχή και λαμβάνοντας τις κατάλληλες προφυλάξεις σε σχέση με τη διαθέσιμη ορατότητα. Ειδικότερα, σταμάτησε στη λευκή γραμμή στάσης, έλεγξε τον καθρέφτη απέναντί του και συνέχισε σιγά σιγά στην πορεία του. Απεναντίας, ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος παραβίασε το σήμα μονόδρομου και παρά το ότι αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου, εντούτοις δεν έλαβε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης - δηλαδή δεν σταμάτησε - παρά μόνο συνέχισε παράνομα την πορεία του στη βάση της απερισκεψίας ότι θα ξεπερνούσε το όχημα του Κατηγορουμένου. Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω ορθό να απαλλάξω τον Κατηγορούμενο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Κρίνεται αθώος. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ 34ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.