Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σωτήρης Σαββίδης, Υπόθεση. Αρ.: 18556/11, 19 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. Υπόθεση. Αρ.: 18556/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Σωτήρης Σαββίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Παπανικολάου Για την Κατηγορούμενη: κ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, οι οποίες αφορούν σε׃ (α) αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000 και την ΚΔΠ 312/07∙ (β) παράλειψη συμμόρφωσης σε οδηγίες αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 59
(1)(κ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 58
(2)(στ) της ΚΔΠ 189/08, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ312/07∙ (γ) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 4
(1)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 58
(2)(στ) της ΚΔΠ 189/08, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ312/07. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή στην κατηγορία αρ. 3, ενώ δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες αρ.1 και 2, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση ως προς αυτές. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του πρώτου αδικήματος, ως φαίνονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος την 1.11.2009, στη Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση στην Παλλουριώτισσα της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΜΚ52PFX αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του δεύτερου αδικήματος, ο Κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αναφέρεται στην 1η κατηγορία και ενώ οδηγούσε το προαναφερόμενο μηχανοκίνητο όχημα, παρέλειψε να συμμορφωθεί σε οδηγίες αστυνομικού με στολή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας, την Α/3400 Α. Ορθοδόξου (στο εξής «η ΜΚ1») και τον Α/3537 Θ. Θεράποντος («ο ΜΚ2»). Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της ΜΚ1 κατατέθηκαν ως τεκμήρια η γραπτή κατάθεση της ΜΚ1 (Τεκμήριο 1), η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 2) και η γραπτή κατηγορία που του απαγγέλθηκε (Τεκμήριο 3). Επίσης, κατά την κυρίως εξέταση του ΜΚ2 κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 4, η δική του γραπτή κατάθεση σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Με το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ήγειρε την εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέλυσε τη θέση της ως εξής:
(1)Η ΜΚ1 δεν προσέφερε καμία ουσιαστική μαρτυρία προς όφελος της Κατηγορούσας Αρχής, αφού όπως η ίδια παραδέχτηκε, δεν προέβηκε σε διερεύνηση του αδικήματος, απλά και μόνον περιορίστηκε σε τυπική καταγραφή χωρίς διερεύνηση της αλήθειας.
(2)Ο ΜΚ2 προσέφερε αντιφατική και αναξιόπιστη μαρτυρία. Ειδικότερα, κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ2 δήλωσε ή και παραδέχτηκε ότι ο Κατηγορούμενος - (α) προέβη σε μικρή στάση μισου έως ενός δευτερολέπτου, αλλάζοντας το περιεχόμενο της κατάθεσής του στη γραμμή 9, (β) πρόσεξε πριν εισέλθει στον κύριο δρόμο, λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις περιστάσεις της οδού ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού, αλλάζοντας το περιεχόμενο της πρώτης κατηγορίας επί του Κατηγορητηρίου, (γ) δεν ήταν σε θέση να κοιτάξει δεξιά την οδό Αγίου Ανδρέου εξερχόμενος από την Κυριάκου Μάτση, αφού στη δεξιά (νότια) πλευρά της Κυριάκου Μάτση υπάρχει το Α' Δημοτικό Σχολείο Παλλουριώτισσας με ψηλό τοίχο, αναιρώντας κατ' αυτόν τον τρόπο εκ νέου το περιεχόμενο της πρώτης κατηγορίας επί του Κατηγορητηρίου, (δ) πριν φτάσει στο ΑΛΤ πέρασε πάνω από ψηλό κύρτωμα, το οποίο βρισκόταν μόλις 10 μέτρα πριν από το ΑΛΤ, αναιρώντας κατ' αυτόν τον τρόπο την κατάθεσή του στη γραμμή 8 που αναφέρει ότι τον προσπέρασε με ταχύτητα περνώντας πολύ κοντά του, αφού ένεκα του κυρτώματος ο Κατηγορούμενος έπρεπε να σταματήσει σχεδόν το αυτοκίνητό του για να περάσει από πάνω και δεν θα μπορούσε σε 5 μέτρα πριν από το ΑΛΤ να περάσει με ταχύτητα δίπλα από το ΜΚ
- Με γραπτό περίγραμμα αγόρευσης προς υποστήριξη της θέσης του ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ο συνήγορος Υπεράσπισης προχώρησε σε λεπτομερειακή ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ2, με σκοπό να καταδείξει ότι πρόκειται για αναξιόπιστο μάρτυρα, ο οποίος παρουσίασε ένα «σενάριο επιστημονικής φαντασίας» που ουδόλως ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα. Θέση της Υπεράσπισης είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε σε άλλες οδούς και ότι ουδέποτε εισήλθε ή εξήλθε της οδού Κυριάκου Μάτση. Από την άλλη, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, σημείωσε ότι στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο η αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας. Η ουσία της υπόθεσης είναι η κατάθεση του ΜΚ
- Κατά την αντεξέταση, αυτός απάντησε με λεπτομέρεια για το πού στεκόταν όσο και για το ότι προσέγγισε τον Κατηγορούμενο για να του κάμει σήμα και εκείνος ανέπτυξε ταχύτητα, άλλαξε λωρίδα και εισήλθε στη Λεωφόρο Αγ. Ανδρέου. Το αν έχει κύρτωμα 10 μέτρα πριν δεν έχει σημασία. Η επικίνδυνη οδήγηση εστιάζεται στο σημείο όπου ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα, άλλαξε λωρίδα έχοντας έναν άνθρωπο στο δρόμο (έστω και αν αυτός ήταν αστυνομικός), ενέργεια που δεν ταιριάζει με τη συμπεριφορά του μέσου συνετού οδηγού), πήγε στο ΑΛΤ και συνέχισε την πορεία του στην Αγίου Ανδρέου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Με την άρνηση της Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Σύμφωνα με το Νόμο, σε τέτοιες περιπτώσεις, για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τίθεται το ερώτημα σ΄αυτό, αν η μαρτυρία όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του είναι επαρκής (sufficient), για να κληθεί ο Κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, όπου αναφέρεται ότι απαλλαγή του Κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, δικαιολογείται μόνο όταν: «α) δεν στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου.». Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιόν του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Ενόψει των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, κρίνω ότι δεν είναι ορθό να υπεισέλθω στο παρόν στάδιο σε τέτοια λεπτομεριακή αξιολόγηση της μαρτυρίας που έδωσε κατά την ακροαματική διαδικασία ο ΜΚ2, έτσι ώστε να καταλήξω σε ευρήματα είτε σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία του είτε σε ό,τι αφορά τα πραγματικά γεγονότα. Αυτό θα το πράξω καθηκόντως στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, όταν θα είναι όλη η μαρτυρία ενώπιόν μου. Κρίνω ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίο και καλώ να προβάλει την υπεράσπισή του. [Το Δικαστήριο εξηγεί τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου]. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο