← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αρτέμης Αντωνιάδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8581/10, 20 Δεκεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αρτέμης Αντωνιάδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8581/10, 20 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8581/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν

  1. Αρτέμης Αντωνιάδης
  2. Γεώργιος Κυριακίδης Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Σιαπανή Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1 κ. Α. Σ. Αγγελίδης Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Ε. Ευσταθίου Κατηγορούμενοι παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν 9 Κατηγορίες Επηρεασμού Αρμόδιας Αρχής κατά παράβαση των άρθρων 20 και 105Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, και 9 Κατηγορίες Κατάχρησης Εξουσίας κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Προτού οι Κατηγορούμενοι απαντήσουν στις Κατηγορίες, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι γι' αυτούς υπέβαλαν προδικαστική ένσταση ζητώντας την ακύρωση και/ή παραμερισμό των Κατηγοριών 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και
  5. Οι λόγοι που εγείρονται σε σχέση με τις Κατηγορίες αυτές είναι δύο, ήτοι ότι το Κατηγορητήριο πάσχει αφ' ενός λόγω πολλαπλότητας και, αφ' ετέρου, λόγω απουσίας λεπτομερειών. Οι αγορεύσεις από αμφότερες τις πλευρές ήσαν εμπεριστατωμένες, και σε αυτές οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους επικαλούμενοι και σχετική Νομολογία. Οι κ.κ. Ευσταθίου και Αγγελίδης, αγορεύοντας προς υποστήριξη της ένστασης, εισηγήθηκαν ότι οι Κατηγορίες αρ. 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17, ήτοι όσες αφορούν στο αδίκημα του επηρεασμού της αρμοδίας αρχής, θα πρέπει να παραμεριστούν λόγω πολλαπλότητας. Η εισήγηση βασίστηκε στο ότι στις προαναφερόμενες Κατηγορίες συμπεριλήφθη σε κάθε μία ένας μεγάλος αριθμός προσώπων για τα οποία κατ' ισχυρισμό ζητήθηκε όπως επιδειχθεί εύνοια. Αυτό, ήταν η θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων, είναι παράτυπο και παράνομο καθ' ότι θα έπρεπε για κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά να υπάρχει ξεχωριστή Κατηγορία. Η ανάλογη ένσταση προβλήθηκε και σε σχέση με τις Κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16 και
  6. Περαιτέρω, ήταν η θέση τους ότι ένεκα του ότι δεν παρατίθεται σε κάθε Κατηγορία ακριβώς τι ελέχθη για την κάθε περίπτωση, δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα ασάφειας επί του Κατηγορητηρίου, αφού κατηγορούνται και οι δύο Κατηγορούμενοι κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα χωρίς να καθορίζεται ο ρόλος του καθενός εξ' αυτών. Εισηγήθηκαν επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση δεν διατυπώνονται αδικήματα γνωστά στον Νόμο, πράγμα που φαίνεται από το ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος αναφέρεται ότι ζητήθηκε από τον κ. Δημητρίου να απονείμει εύνοια και να διορίσει πρόσωπο, ενώ δυνάμει του Νομου δικαίωμα διορισμού δεν είχε ο κ. Δημητρίου αλλά ένα συλλογικό όργανο. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Σιαπανή, η οποία στην δική της εμπεριστατωμένη και βοηθητική αγόρευση, εισηγήθηκε ότι σε κάθε μία από τις αναφερόμενες Κατηγορίες καταλογίζεται ένα και μόνο αδίκημα. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής επικαλέστηκε Νομολογία σύμφωνα με την οποία όταν δύο ή περισσότερες πράξεις παρόμοιας φύσης είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους κατά τον χρόνο και στον τόπο της διάπραξης τους ώστε δίκαια να θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος του ιδίου επεισοδίου ή εγκληματικής ενέργειας, μπορούν να καταλογίζονται ως ένα αδίκημα σε μία μόνο Κατηγορία. Κατ' επέκταση, μπορεί να γίνεται αναφορά σε αριθμό υποψηφίων, πρόκειται όμως για πράξεις συνδεδεμένες μεταξύ τους που έλαβαν χώρα κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο, και αποτελούν μέρος του ιδίου επεισοδίου. Σε καμία περίπτωση δεν έχει δημιουργηθεί, εισηγήθηκε, αδικία στους Κατηγορούμενους ή έχουν παραπλανηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Παρατίθεται μάλιστα λεπτομερώς για ποιο λόγο και για τι πράγμα ακριβώς κατηγορούνται, και άρα δεν τίθεται θέμα ασάφειας σε σχέση με την επίκληση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν δημιουργεί αφ' εαυτού αδίκημα, ενώ και οι δύο Κατηγορούμενοι εδώ κατηγορούνται ως αυτουργοί. Οι Κατηγορούμενοι, ανέφερε περαιτέρω, έχουν στην κατοχή τους όλο το μαρτυρικό υλικό. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Re Άκης Φάντης

(1995)1 Α.Α.Δ. 714, το κατά πόσο ένα Κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του και ειδικότερα με την διατύπωση των Κατηγοριών, αλλά με το πως η Κατηγορούσα Αρχή αντιμετωπίζει τις Κατηγορίες. Στην Re Marios Christou
(1996)1 C.L.R. 398 αναφέρθηκε ότι «η πολλαπλότητα όταν εμφανίζεται σε κατηγορητήριο αποτελεί θέμα τύπου και όχι μαρτυρίας». Το ζήτημα της πολλαπλότητας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Μία Κατηγορία δεν πρέπει να καταλογίζει στον Κατηγορούμενο πέραν του ενός αδικήματος (βλ. Archbold Criminal Pleading & Evidence and Practice, 39η έκδοση σελ. 26[1]). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, κ.κ. Λοϊζου και Πική, σελ. 48: «The separation of offences into separate counts is important, as a count cannot charge more than one offence. Failure to observe this provision may render the charge bad for duplicity.» Στην υπόθεση Κωνσταντίνα Ακκελίδου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 7897, ημερ. 28.4.2005, το θέμα της πολλαπλότητας καθορίστηκε ως εξής: «Η πολλαπλότητα ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος. Είναι αυστηρός ο κανόνας ότι η κατηγορία δεν πρέπει να περιέχει περισσότερο από ένα αδίκημα. Για να γνωρίζει η υπεράσπιση επακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει. Αλλιώς ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς. Και για να παρέχεται η δυνατότητα διακρίβωσης προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης autrefois convict ή acquit για το ίδιο αδίκημα σε περίπτωση μεταγενέστερης κατηγορίας: βλ. π.χ. The Police v. Economides & Others
(1951)XX (Part II) C.L.R. 11. Το κατά πόσο η ποινική διάταξη αποβλέπει στη δημιουργία μόνο ενός αδικήματος ή περισσοτέρων, είναι ζήτημα ερμηνείας, με πρακτική μάλλον παρά με αναλυτική διάθεση, υπό το φως της κοινής λογικής και του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις: βλ. D.P.P. v. Merriman
(1973)AC 584 (ιδιαίτερα στις σελ. 593 Α-Ε και 607 C) και Wilson
(1979)69 Cr App. R. 83 (ιδιαίτερα στις σελ. 85-87 και 88). Χωριστά αδικήματα στην ίδια διάταξη έχουμε όταν προβλέπεται για το καθένα διαφορετική, από τη φύση της, πράξη: βλ. Frangiskos Kyriacou v. The Welfare Office
(1961)C.L.R. 227, Mallon and another v. Allon
(1963)3 All E.R. 843. Όταν όμως η πράξη είναι βασικά του ίδιου είδους αλλά διαφέρει στη μορφή της δεν έχουμε παρά μόνο ένα αδίκημα: βλ. A.G. v. HjiConstanti
(1969)2 C.L.R. 5, Police v. Economides & Others (ανωτέρω). Το μόνο ένα αδίκημα μπορεί να διαπράττεται με περισσότερο από ένα τρόπο, είτε ως προς την αντικειμενική υπόσταση είτε ως προς την υποκειμενική. Σε τέτοια περίπτωση επιτρέπονται στην ίδια κατηγορία οι διαζεύξεις. Αυτό συνέβηκε και στην προκείμενη περίπτωση». Όπου πρόκειται για μια ενιαία πράξη ή δραστηριότητα, αυτή μπορεί να συμπεριληφθεί σε μια κατηγορία (βλ. DPP v. Merriman
(1973)AC 584) Η δραστηριότητα μπορεί να αποτελείται από περισσότερες από μία πράξεις στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους (Βλ Jemmison v. Priddle
(1971)1 Q.B. 489). Όπως διαπιστώθηκε στην Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 238/07 κ.α., ημερ. 15.7.2008, με αναφορά στην Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111, όμως, πρέπει το Κατηγορούμενο πρόσωπο να παραπλανείται κατά ουσιώδη τρόπο στην έγερση της υπεράσπισης του εξ' αιτίας της πολλαπλότητας ώστε αυτή να έχει οποιαδήποτε επίπτωση. (βλ. επίσης Marcos Panteli v. District Labour Offices Famagusta
(1983)2 C.L.R. 205). Στρεφόμενη τώρα στις Κατηγορίες του παρόντος Κατηγορητηρίου, αναφέρω αρχικά ότι η Κατηγορίες 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17 και 18 αναφέρονται μόνο σε ένα υποψήφιο η κάθε Κατηγορία. Κατ' επέκταση η ένσταση ότι υπάρχει πολλαπλότητα ξεκάθαρα δεν μπορεί να επιτύχει για τις προαναφερόμενες Κατηγορίες. Οι λοιπές Κατηγορίες όντως αναφέρονται σε αριθμό υποψηφίων. Όπως προκύπτει από την Νομολογία, όμως, όπου η Κατηγορία αφορά σε μία ενιαία πράξη ή δραστηριότητα, είναι επιτρεπτό όπως προσάγεται μία Κατηγορία μόνο. Ανάγνωση του Κατηγορητηρίου καταδεικνύει ότι σε κάθε Κατηγορία από τις Κατηγορίες 1 μέχρι και 10 καταλογίζεται στους Κατηγορούμενους αρ. 1 και 2 η διάπραξη των αδικημάτων είτε του επηρεασμού αρμόδιας αρχής είτε κατάχρησης εξουσίας αναφορικά με μία συγκεκριμένη πράξη κάθε Κατηγορία που αφορούσε σε μία συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά σε σχέση με πολλούς υποψηφίους. Για παράδειγμα από την πρώτη Κατηγορία προκύπτει ότι οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι την 20.8.2009 ζήτησαν από τον λειτουργό του Υπουργείου Υγείας και Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος Ανδρέα Δημητρίου να δείξει εύνοια υπέρ των υποψηφίων που καταγράφονται στην Κατηγορία. Το γεγονός ότι η προσπάθεια επηρεασμού αφορούσε σε αριθμό ατόμων δεν δημιουργεί πέραν του ενός αδικήματος, ούτε και θεωρώ ότι οι Κατηγορούμενοι παραπλανούνται με οποιοδήποτε τρόπο στην έγερση της υπεράσπισης τους από την διατύπωση των Κατηγοριών. Έπεται πως οι Κατηγορίες δεν είναι άκυρες λόγω πολλαπλότητας. Όπως αναφέρεται και στο Blackstone's Criminal Practice 2002 στην σελ. 1272: «The test of whether it is proper to have a single count is: Can the separate acts attributed to the accused fairly be said to form a single activity or transaction? (see D10.20). It follows from that test that, if the particulars of a count can sensibly be interpreted as alleging a single activity, it will not be bad for duplicity, even if a number of distinct criminal acts are implied. Thus the rule against duplicity rests ultimately on common sense and pragmatic considerations of what is fair in all the circumstances». Θα συμφωνήσω επίσης με την θέση της κας Σιαπανή σε σχέση με το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι ότι αυτό δεν δημιουργεί ποινικό αδίκημα αφ' εαυτού, αλλά ειδικότερα ότι προκύπτει καθαρά από την διατύπωση των Κατηγοριών ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι κατηγορούνται ως αυτουργοί. Εξετάζοντας την θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Κατηγορούμενους ως προς το κατά πόσο αποκαλύπτονται αδικήματα γνωστα στον Νόμο, σημειώνω ότι αυτή εδράζεται επί του ότι οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι ζήτησαν από κάποιο κ. Δημητρίου να διορίσει πρόσωπο, ενώ την εξουσία διορισμού έχει κατά τον Νόμο ένα συλλογικό όργανο. Ανάλογη ήταν και η θέση του σε σχέση με τις Κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16 και 18, ήτοι ότι η διατύπωση των Κατηγοριών είναι πλημμελής και παράτυπη αφού καθορίζουν ότι οι Κατηγορούμενοι διέπραξαν τα αδικήματα «κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγετο στα καθήκοντα τους», πράγμα που προϋποθέτει ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν εξουσία να εμπλακούν στον διορισμό των αναφερόμενων προσώπων και άσκησαν την εξουσία αυτή καταχρηστικά, ενώ τέτοια εξουσία δεν είχαν με βάση τον Νόμο. Μελετώντας το θέμα, παρατηρώ ότι και οι δύο ενστάσεις αυτές εδράζονται ουσιαστικά επί του ότι οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν εξουσία να εμπλακούν στον διορισμό των προσώπων που αναφέρονται στις Κατηγορίες, ή ότι ο κ. Δημητρίου δεν είχε εξουσία να διορίσει πρόσωπο. Δεν θεωρώ όμως, οτι κάτι τέτοιο είναι ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί στο στάδιο αυτό, αλλά είναι ζήτημα που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, αφού αποτελεί θέμα μαρτυρίας. Εάν η Κατηγορούσα Αρχή αποτύχει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, θα έχει φυσικά αποτύχει να αποδείξει και την υπόθεση της. Δεν μπορεί όμως το ζήτημα να αποφασιστεί προδικαστικά, και άρα οι ενστάσεις δεν μπορούν να επιτύχουν ως προς τα σημεία αυτά. Προχωρώ τώρα στην εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων για τους Κατηγορούμενους περί ασάφειας στην διατύπωση. Σημειώνω αρχικά ότι η υπεράσπιση είναι ελεύθερη να ζητήσει την παροχή λεπτομερειών από την Κατηγορούσα Αρχή. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω απόσπασμα από την υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), όπου αναφέρθηκαν τα εξής τα οποία και τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα: «Πρόσθετη εισήγηση της υπεράσπισης ήταν ότι η κατηγορία αρ. 24, όπως διατυπώθηκε, ήταν ασαφής και αβέβαιη εκ του λόγου ότι δεν αναφέρετο στις λεπτομέρεις ποιο αντικείμενο έτυχε εμπίστευσης και για ποιό από τους σκοπούς του άρθρου 270(β). Η πλειοψηφία απέρριψε την εισήγηση, θεωρώντας ότι περιείχε ικανοποιητικές λεπτομέρειες με βάση το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155 και, εν πάση περιπτώσει, η υπεράσπιση είχε υπόψη της όλες τις καταθέσεις, ως επιπρόσθετη πηγή πληροφόρησης, δεν θεώρησε δε αναγκαίο σε οποιοδήποτε στάδιο να υποβάλει αίτημα για παροχή λεπτομερειών. Η θέση της πλειοψηφίας είναι ορθή και δεν διαπιστώνεται σφάλμα, ενόψει του γεγονότος ότι η παράγραφος (γ) του άρθρου 39, που αφορά ευρύτερα τις διατάξεις που ισχύουν σε σχέση με τη σύνταξη κατηγορητηρίων προνοεί ότι είναι αρκετή η εν συντομία περιγραφή της κατηγορίας «... και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος ..». Όπως αναφέρεται στον Archbold - supra - σελ. 82 παρ. 1-110, η διατύπωση κατηγορητηρίου χρειάζεται πάντοτε ιδιαίτερη επιμέλεια, το δε Αγγλικό Εφετείο έχει εκφράσει την ανησυχία του από τον αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων που περιέχουν ελλιπή κατηγορητήρια. Στις παρ. 1-116 και 1-117 σελ. 84-85, αναφέρεται ότι εάν οι λεπτομέρειες του αδικήματος είναι ανεπαρκείς, θα πρέπει να γίνει αίτηση από την υπεράσπιση ή ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο να δώσει αυτεπάγγελτα σχετικές οδηγίες. Ιδιαιτέρως οι λεπτομέρειες χρειάζονται για να αποφευχθεί η δυνατότητα καταδίκης στη βάση εναλλακτικού τρόπου διάπραξης του αδικημάτος (δέστε R. v. Litanzios
(1999)Crim.L.R. 667, C.A.). Στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει σαφής αναφορά στις λεπτομέρειες της κατηγορίας ότι το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ανήκε στο Ταμείο και ήταν περιουσία εμπιστευμένη στους εφεσείοντες. Πράγματι δεν εξειδικεύεται ο συγκεκριμένος σκοπός για τον οποίο μεταφέρθηκε. Αυτό όμως δεν αποτελεί πρόβλημα, εφόσον στις λεπτομέρειες αναφέρεται ότι το ποσό είχε προέλθει από τη διάθεση τίτλων δημοσίων εταιρειών που ανήκαν στο Ταμείο, ενώ είναι σαφές από όλο το κατηγορητήριο, αλλά και τις λεπτομέρειες που παρατίθενται στις σχετικές καταθέσεις που δόθηκαν στην υπεράσπιση, μεταξύ των οποίων και οι παραδεκτές τρεις συμφωνίες διαχείρισης που έγιναν μεταξύ του Ταμείου και εταιρειών του ομίλου Suphire, ότι ήταν γνωστός ο σκοπός της μεταφοράς των τίτλων, που δεν ήταν άλλος από την κερδοφόρα διαχείριση τους. Είναι προφανώς γι΄ αυτό το λόγο που η υπεράσπιση δεν ζήτησε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε οποιοδήποτε στάδιο. Προστίθεται ότι, ακόμη και αν, όπως εισηγήθηκε ο κ. Γεωργίου, ο σκοπός είναι ουσιώδης, το ζήτημα καλύπτεται όντως από το άρθρο 39(γ), εφόσον προνοείται ότι δεν είναι ανάγκη να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος. Άλλωστε, η επιταγή του εδαφίου (γ) για περίληψη στην κατηγορία και του άρθρου του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα είχε τηρηθεί, έτσι ώστε η λεπτομέρεια του σκοπού να μπορεί να εξάγεται από τις ίδιες της συμφωνίες διαχείρισης. Ουσιώδες, εν τέλει, βεβαίως, είναι και το γεγονός ότι δεν έχουν επηρεαστεί οι εφεσείοντες με οποιοδήποτε τρόπο και ούτε προβάλλονται τέτοιοι λόγοι κατά την έφεση». Στην υπό εκδίκαση περίπτωση δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ασάφεια στην διατύπωση των Κατηγοριών. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση του κ. Ευσταθίου ότι ήταν απαραίτητο να αναφέρεται στις Κατηγορίες ακριβώς τι ελέχθη, κατ' ισχυρισμό, από τους Κατηγορούμενους. Οι Κατηγορίες περιέχουν αρκετά στοιχεία ώστε να ικανοποιούν τις δικονομικές πρόνοιες περί σύνταξης Κατηγορητηρίου, η δε πλευρά των Κατηγορουμένων ήταν και είναι ελεύθερη να αιτηθεί την παροχή λεπτομερειών, καθώς και να ανατρέξει στο μαρτυρικό υλικό που της έχει δοθεί για περαιτέρω διασαφήνιση. Ακολουθεί πως οι προδικαστικές ενστάσεις δεν μπορούν να επιτύχουν, και απορρίπτονται. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] "The indictment must not be double. That is to say no one count of the indictment should charge the defendant with having committed two or more offences" cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.