Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σώζου Σάββα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24988/11, 21.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24988/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Σώζου Σάββα Σάββα Σάββα Ημερομηνία: 21.12.2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σιαηλής (Για να ακούσει την απόφαση: κ. Βρυωνίδης) Κατηγορούμενος αρ. 1: Παρών ΠΟΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ ΑΡ. 1 Ο Κατηγορούμενος αρ. 1 (στο εξής «ο Κατηγορούμενος»), μετά από παραδοχή[1], βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες τρεις κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87, 80(Ι)/2000, και την ΚΔΠ 312/07. 2η Κατηγορία׃ Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189/2008, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/07. 3η Κατηγορία׃ Παράλειψη συμμόρφωσης σε οδηγίες Αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 58
(1)(κ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό 58
(2)(στ) της ΚΔΠ 189/2008, το Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου σε ό,τι αφορά την πρώτη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος την 4/9/2010, στην οδό Νικολάου Παπαγεωργίου, στον Κάτω Πύργο της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΤ536 αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία οδηγούσε το πιο πάνω μηχανοκίνητο όχημα για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από 30/6/
- Σε ό,τι αφορά την τρίτη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία οδηγούσε το πιο πάνω μηχανοκίνητο όχημα και παρέλειψε να συμμορφωθεί με οδηγίες αστυνομικού με στολή, δηλαδή του Λοχία 1010 Α. Νικολάου για να ακινητοποιήσει το όχημά του μέχρι ο αστυνομικός του επιτρέχει να συνεχίσει την πορεία του. Τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, όπως τα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως: «Κατά την 04/9/2010 και περί ώρα 20:10, στη Λεωφόρο Νικολάου Παπαγεωργίου στον Κάτω Πύργο, ο ΜΚ1 (Λοχ. 1010 Α. Νικολάου) μαζί με το ΜΚ2 (Α/2698 Π. Κωνσταντίνου) του Αστυνομικού Σταθμού Κάτω Πύργου ανέκοψαν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΑΤ536, μάρκας MITSUBISHI PAJERO για έλεγχο, καθότι υπήρχε πληροφορία από το Ταμείο Θήρας ότι στην περιοχή Κάμπου, όχημα μάρκας MITSUBISHI PAJERO μακράς βάσης μεταφέρει παράνομα φρεσκοσκοτωμένα Αγρινά. Εντός του εν λόγω αυτοκινήτου μετέβαιναν τρεις άντρες. Ο Κατηγορούμενος αρ. 1 οδηγούσε το εν λόγω όχημα, ο Κατηγορούμενος αρ. 2 καθόταν ως συνοδηγός και ο τρίτος καθόταν στο πίσω κάθισμα. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 πλησίασαν το όχημα και τότε ο ΜΚ1 αφού πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο αρ. 1 για το λόγο ανακοπής του οχήματός του, του ζήτησε τα στοιχεία του και του ζήτησε να γίνει έρευνα στο όχημά του. Τότε ο Κατηγορούμενος αρ. 1 είπε στο ΜΚ1 ότι θα βρει την άδεια οδηγού του και άρχισε να κάνει προσπάθειες να την εντοπίσει εντός του αυτοκινήτου του. Τη δεδομένη στιγμή ο ΜΚ1 διαπίστωσε ότι πάνω στο πισινό κάθισμα και συγκεκριμένα στη δεξιά πλευρά του τρίτου προσώπου υπήρχε μία ζώνη κυνηγίου με άγνωστο αριθμό, πλήρη φυσιγγίων εντός αυτής. Ταυτόχρονα, ο ΜΚ2 πλησίασε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και διαπίστωσε μαζί με τον ΜΚ1 ότι υπήρχε ένα νάιλον σακούλι χρώματος πράσινου. Τότε ο ΜΚ1 ρώτησε τον Κατηγορούμενο αρ.1, τί υπάρχει εντός του νάιλον σακουλιού και τη στιγμή εκείνη ο Κατηγορούμενος αρ. 1 εσκεμμένα έβαλε πισινή ταχύτητα με το όχημά του και με δεξιά κατεύθυνση έσπρωξε τους ΜΚ1 και ΜΚ2 με το αυτοκίνητο. Εν συνεχεία, έβαλε μπροστινή ταχύτητα και αναπτύσσοντας ταχύτητα, τράπηκε σε φυγή με κατεύθυνση προς το χωριό Παχύαμμος, διαμέσω του χωριού Κάτω Πύργος. Αμέσως ο ΜΚ1 μαζί με το ΜΚ2 καταδίωξαν το αναφερόμενο όχημα με το υπηρεσιακό αρ. ΚΜF581 χρησιμοποιώντας αναμμένους τους φάρους και τις σειρήνες και ταυτοχρόνως ο ΜΚ2 χρησιμοποιώντας το μεγάφωνο του αστυνομικού οχήματος φώναζε στον Κατηγορούμενο αρ.1 να σταματήσει. Ο Κατηγορούμενος όμως ανέπυξε μεγάλη ταχύτητα κάνοντας ελιγμούς και σε αρκετές περιπτώσεις κινδύνευε να προκαλέσει δυστύχημα θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή του, τη ζωή των προσώπων που επέβαιναν στο όχημα και τη ζωή των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Σε αρκετές περιπτώσεις ανάγκασε οχήματα να σταματήσουν. Σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις οι ΜΚ1 και ΜΚ2 προσπάθησαν να προσπεράσουν το όχημα του Κατηγορουμένου αρ. 1 με σκοπό να το ανακόψουν, αλλά ο Κατηγορούμενος αρ. 1 εσκεμμένα οδηγούσε το όχημά του στη μέση του δρόμου με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να τον προσπεράσουν. Ακολούθως, το πιο πάνω όχημα με αρ. εγγραφής ΕΑΤ536 οδηγούμενο από τον Κατηγορούμενο αρ. 1 και καταδιωκόμενο από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 εξήλθε από το χωριό Κάτω Πύργος, πέρασε μέσα από τα χωριά Μανσούρα και Μοσφίλι και τέλος, μόλις πέρασε από το εγκατελειμμένο Τ/Κ χωριό «Σελλάδι του Άππη» έστριψε αριστερά και εισήλθε σε χωμάτινο δρόμο στην τοποθεσία «Μούτταλος» μέχρι ενός σημείου που ο δρόμος σταματούσε και άρχιζε αντιπυρική λωρίδα με κατεύθυνση προς τα κάτω μέχρι ενός σημείου όπου πλέον το όχημά του ακινητοποιήθηκε λόγω αδιεξόδου. Τότε οι ΜΚ1 και ΜΚ2 σταμάτησαν την καταδίωξη και συνέχισαν να τον παρακολουθούν. Αυτός απομακρύνθηκε με το όχημά του σε απόσταση γύρω στα τρακόσια μέτρα από κοντά τους σβήνοντας τα φώτα και σε λίγο χρονικό διάστημα τη μηχανή. Ειδοποιήθηκαν ενισχύσεις τόσο από την Αστυνομία όσο και από το Ταμείο Θήρας όπου περί ώρα 20׃30 οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μαζί με τις πιο πάνω ενισχύσεις εντόπισαν το πιο πάνω όχημα εντός της αντιπυρικής λωρίδας. Τότε ο ΜΚ1 και ο ΜΚ2 πλησίασαν το εν λόγω όχημα αρ. εγγραφής ΕΑΤ536, όπου εντός αυτού, στη θέση του οδηγού καθόταν ο Κατηγορούμενος αρ.
- Τη στιγμή εκείνη ο ΜΚ1 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο αρ. 1 ως το πρόσωπο που οδηγούσε το πιο πάνω όχημα το οποίο ανακόπηκε προηγουμένως από τον ίδιο και τον ΜΚ2 η ώρα 20׃10 στον Κάτω Πύργο. Τη στιγμή εκείνη ο ΜΚ1 επέστησε στον Κατηγορούμενο την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «ναι εγιώ οδήγουν». Από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο αρ. 1 επ' ονόματι Σώζο Σάββα από τη Μεσόγη, [...], άνεργο.». Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Δεν έχει βαθμούς ποινής στην άδεια οδηγού. Στο στάδιο της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ανέφερε τα εξής׃ Επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό, έξω από το χαρακτήρα του Κατηγορουμένου. Επικαλούμαι το Λευκό του Ποινικό Μητρώο. Είναι 4 χρόνια οδηγός χωρίς ποινικό αδίκημα ή βαθμούς ποινής. Η παραδοχή του ενώπιον των Αστυνομικών Αρχών και του Δικαστηρίου αποτελεί έμπρακτη μεταμέλεια. Η επίδικη συμπεριφορά του συνδέεται με το νεαρό της ηλικίας του. Στο παρόν στάδιο, ο Κατηγορούμενος είναι άνεργος και μαστίζεται από την οικονομική κρίση. Έχει αναλάβει και τη συντήρηση της οικογένειάς του καθ' ότι ο πατέρας του είναι αλκοολικός. Πρόκειται για μέλος πολύτεκνης οικογένειας. Ο Κατηγορούμενος έχει τρία άλλα αδέρφια, μια αδερφή μεγαλύτερη από τον ίδιο, τον Κατηγορούμενο αρ. 2 και ένα μικρότερο αδερφό. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε όπως, αν το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της προσωπικής ελευθερίας του Κατηγορουμένου, τότε καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής φυλάκισης. Ανέφερε ότι μετά την τροποποίηση του σχετικού Νόμου με το Ν.186(Ι)-2003, δεν χρειάζεται να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για να μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της ποινής φυλάκισης. Είναι ευρύτερη πλέον η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή. Προς τούτο, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου, το ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει κανένα βαθμό ποινής στην άδεια οδηγού του. Η πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι εξαιρετικά σοβαρή. Προκύπτει πρόδηλα από τα γεγονότα που εκτέθηκαν πιο πάνω ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ήταν εγωιστική, αντικοινωνική και άκρως επικίνδυνη. Ο Κατηγορούμενος, με την όλη συμπεριφορά του, επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεών του. Συνειδητά και εσκεμμένα οδήγησε με επικίνδυνο τρόπο, αψηφώντας τους κινδύνους που δημιουργούσε για τις ανθρώπινες ζωές των δύο αστυνομικών (ΜΚ1 και ΜΚ2) καθώς και των άλλων οδηγών που αναμένετο να χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο δρόμο. Η οδική συμπεριφορά αυτή είναι απαράδεκτη και οι επιβαλλόμενες ποινές πρέπει να αντανακλούν την ανάγκη αποτροπής της. Όπως υποδεικνύεται και στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 με αναφορά στην R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 873, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει τον θάνατο ή σοβαρή βλάβη, κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. . Ενόψει και της έξαρσης που παρουσιάζουν τα σοβαρά ή και θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα που έχουν ως αφετηρία ή αιτία τέτοια αντικοινωνική και επικίνδυνη συμπεριφορά, το Δικαστήριο οφείλει να στείλει το μήνυμα μέσω της ποινής που θα επιβάλει ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Η νομολογία επιβάλλει όπως επιβληθεί αποτρεπτική ποινή. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, και ειδικότερα του αδικήματος ως η 1η Κατηγορία διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Σημειώνω ότι το άρθρο 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπ'όψην όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα της φύσης, της κατάστασης και της χρήσεως της οδού και του όγκου της τροχαίας που υπάρχει κατά τον δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο στην εν λόγω οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €2562 ή και στις δύο αυτές ποινές. Το δεύτερο αδίκημα είναι πιο τυπικής μορφής. Οι ποινές που το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει δυνάμει του Κανονισμού 72 της ΚΔΠ 66/84, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με την ΚΔΠ189/08, είναι ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή μέχρι €1708 ή και τις δύο ποινές. Το τρίτο αδίκημα, παρά το ότι υπόκειται στις ίδιες ποινές με εκείνες που υπόκειται το δεύτερο αδίκημα, είναι πιο σοβαρό, διότι ως εκ της φύσεως της παραβατικής συμπεριφοράς στην οποία αφορά, εμπεριέχει, όπως και το πρώτο αδίκημα, στοιχεία αντικοινωνικότητας, εν προκειμένω ασέβειας προς τα όργανα της τάξης όπως είναι οι αστυνομικοί με στολή και κατ΄επέκταση ασέβειας προς τους θεσμούς. Η επιλογή της ποινής που θα επιβληθεί αποτελεί ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται, από τη μια, εξατομίκευση της ποινής στο πλαίσιο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή. Όπως σημειώθηκε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Γιάπα
(2006)2 ΑΑΔ 432, σε αδικήματα που παρουσάζουν έξαρση, οι προσωπικές περιστάσεις και συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, είναι όμως ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας. Στην παρούσα υπόθεση, από την απερίσκεπτη και επικίνδυνη οδήγησή του, ο Κατηγορούμενος έβαλε σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Τις ζωές των δύο αστυνομικών, ΜΚ1 και ΜΚ2. Υπενθυμίζω ότι, με βάση την πιο πάνω παράθεση γεγονότων που δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο, η όλη δράση του άρχισε όταν ο Κατηγορούμενος εσκεμμένα έβαλε πισινή ταχύτητα με το όχημά του και με δεξιά κατεύθυνση έσπρωξε τους ΜΚ1 και ΜΚ2 με το αυτοκίνητο. Έθεσε επίσης σε κίνδυνο τις ζωές εκείνων που επέβαιναν στο δρόμο του και των άλλων οχημάτων που έβρισκε στο δρόμο του και ανάγκαζε με επικίνδυνους ελιγμούς να σταματούν. Οδηγούσε στη μέση του δρόμου. Η απερίσκεπτη και επικίνδυνη δράση του δεν ήταν στιγμιαία. Ήταν συνεχής για τουλάχιστον 20 λεπτά. Παρά το ότι η εν λόγω δράση συνδέθηκε με καταδίωξη από αστυνομικό όχημα, εντούτοις ήταν ο ίδιος που την προκάλεσε και τη συντήρησε για τέτοια διάρκεια. Υπό το φως των πιο πάνω και παρά το ότι, η ποινή φυλάκισης πρέπει να είναι το ύστατο μέτρο στο οποίο να καταφεύγει το Δικαστήριο, ειδικά όταν πρόκειται για παραβάτες νεαρής ηλικίας κρίνω ότι, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες τέλεσης του αδικήματος αρ. 1, είναι αναγκαίο να επιβληθεί ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο. Με έχει απασχολήσει η χρονική έκταση που θα πρέπει να έχει αυτή η ποινή. Έχω λάβει υπόψη το χρόνο που μεσολάβησε από την τέλεση του αδικήματος (από 4/9/2010 μέχρι σήμερα είναι 15 ½ μήνες) για προσδιορισμό του εύρους της ποινής. Έχω, επίσης, λάβει υπόψη το γεγονός ότι υπήρξε παραδοχή των αδικημάτων, με αποτέλεσμα να εξοικονομηθεί χρόνος του Δικαστηρίου - έστω και αν η παραδοχή αυτή δεν ήταν άμεση, αφού κατά την πρώτη εμφάνισή του στο Δικαστήριο στις 16.9.2011, ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή και προέβηκε μόλις στις 6.12.2011 σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή, παράλληλα με την αλλαγή δικηγόρου. Συνυπολογίζοντας τα πιο πάνω στοιχεία, καταλήγω ότι είναι κατάλληλο όπως επιβληθεί ποινή φυλάκισης 40 ημερών. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης, όπως ήταν και η εισήγηση από το συνήγορο του Κατηγορουμένου. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι χωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της. Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[2]. Όπως έχει σημειωθεί στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά Φανιέρου (πιο κάτω) με αναφορά στη Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1976)2 J.S.C. 386, μεταξύ των παραγόντων, που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης, είναι και οι ακόλουθοι: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην παρούσα υπόθεση το περιστατικό ήταν αναντίλεκτα σοβαρό. Το κίνητρο για τη διάπραξη της αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης φαίνεται να ήταν επίσης σοβαρό, αφού σύμφωνα με την πιο πάνω παράθεση των γεγονότων της υπόθεσης, υπήρχαν πληροφορίες ή και ενδείξεις ότι το συγκεκριμένο όχημα ενέχετο στη μεταφορά «φρεσκοσκοτωμένων αγρινών». Ότι δηλαδή υπήρχε εμπλοκή του Κατηγορουμένου σε υπόθεση λαθροθηρίας αγρινού, ενός σπάνιου είδους πανίδας, το οποίο καθιερώθηκε και ως σύμβολο της χώρας μας. Το κίνητρο λοιπόν από πλευράς του Κατηγορουμένου για την αλόγιστη και επικίνδυνη οδήγηση, όπως συνάγεται από τα γεγονότα, ήταν η αποφυγή της έρευνας του οχήματός του από τους αστυνομικούς (με στολή), οι οποίοι ανέκοψαν το όχημά του. Σε αντίθεση με τα όσα δυσμενή για τον Κατηγορούμενο αναφέρθηκαν σε σχέση με το πιο πάνω κριτήριο (α), το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί θετικό για τον ίδιο παράγοντα στη διαδικασία αξιολόγησης του ενδεχομένου αναστολής της ποινής φυλάκισης. Σε ότι αφορά το κριτήριο (γ), κρίνω ότι η μη ύπαρξη οποιωνδήποτε βαθμών ποινής στην άδεια οδηγού, αποτελεί στοιχείο καλής διαγωγής που συνηγορεί υπέρ της διαπίστωσης ότι ο Κατηγορούμενος επέδειξε μεταμέλεια μετά το αδίκημα και ότι υπήρξε πιο συνεπής οδηγός. Το ότι η παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν άμεση, ενδέχεται να συνδέεται με τη νομική συμβουλή που είχε λάβει αρχικά, αφού η αλλαγή απάντησης σε παραδοχή ήταν άμεση μετά την αλλαγή δικηγόρου. Ως εκ τούτου, δεν θα θεωρήσω ότι η όποια καθυστέρηση στην παραδοχή των κατηγοριών αποτελεί έλλειψη ένδειξης μεταμέλειας. Υπό το φως των πιο πάνω, αλλά και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του Κατηγορουμένου όπως περιγράφηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισής του, ότι δηλαδή προέρχεται από πολυμελή οικογένεια, την οποία αυτός προσπαθεί να στηρίζει οικονομικά, και λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη το νεαρό της ηλικίας του, αποφασίζω να αναστείλω την ισχύ της ποινής φυλάκισης 40 ημερών, για περίοδο 2 ετών αρχίζοντας από σήμερα. [Το Δικαστήριο επεξηγεί στον Κατηγορούμενο τί συνεπάγεται η αναστολή αυτή.] Πέραν της πιο πάνω ποινής, για το πρώτο αδίκημα κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 19 του Νόμου 86∕72 και αποστερήσω το δικαίωμα του Κατηγορουμένου να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο τεσσάρων μηνών από σήμερα. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη κατηγορία, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο χρηματική ποινή ύψους €90. Σε ό,τι αφορά την τρίτη κατηγορία, κρίνω ορθό και δίκαιο να επιβάλω χρηματική ποινή ύψους €200. Τα έξοδα που προκλήθηκαν από τη διαδικασία αυτή, ύψους €200 να καταβληθούν από τον Κατηγορούμενο. Α. Πανταζή - Λάμπρου Προσ. Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν άμεση. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σ' αυτό. [2] Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο