← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χάρης Παπαχαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 705/09, 30 Δεκεμβρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χάρης Παπαχαραλάμπους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 705/09, 30 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:B171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 705/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν

  1. Χάρης Παπαχαραλάμπους
  2. Γεώργιος Τσιάκκας Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος αρ. 1 παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος αρ. 1 (πιο κάτω καλούμενος ως «Ο Κατηγορούμενος») μετά την διακοπή της 2η Κατηγορίας, και μετά από παραδοχή του ιδίου, βρέθηκε ένοχος στην Κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β κατά παράβαση των άρ. 2, 3 (Πρώτος Πίνακας Μέρος ΙΙ), 6

(1)
(2), 30
(1)
(2)
(3), 31, 31Α και 6
(2)Β του Πρώτου Παραρτήματος - Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι την 28.2.2006 είχε στην κατοχή του 9,3917 γραμμάρια κάνναβης. Τα γεγονότα, όπως ανέφερε η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, έχουν ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων, και συγκεκριμένα ότι την 28.2.2006 και περί ώρα 15.00 ο Μ.1 της ΥΚΑΝ ανέκοψε για έλεγχο αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος πέταξε στο έδαφος ένα τεμάχιο αλουμινόχαρτου το οποίο περιείχε 1.1451 γραμμάρια κάνναβη. Επίσης κατά την προαναφερόμενη έρευνα ανευρέθη ανάμεσα στην θέση του οδηγού και του συνοδηγού του αυτοκινήτου και η υπόλοιπη ποσότητα που αναφέρεται στην 1η Κατηγορία, καθώς και μία ζυγαριά ακριβείας. Ο Κατηγορούμενος έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία στην οποία παραδέχθηκε την διάπραξη του αδικήματος. Δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ερωτηθείσα ως προς τον λόγο για τον οποίο καθυστέρησε τόσο η καταχώρηση της υπόθεσης, η κα Μιχαήλ ανέφερε ότι η Κατηγορούσα Αρχή ανέμενε τα αποτελέσματα του Ινστιτούτου Γενετικής για 3 χρόνια, η Έκθεση του οποίου μπήκε στον φάκελο της Αστυνομίας τον Σεπτέμβριο 2008. Η υπόθεση στάληκε τότε για ποινική δίωξη, οι σχετικές συγκαταθέσεις δόθηκαν αμέσως, δεν φαίνεται όμως από τον φάκελο τι έλαβε χώρα μετά από αυτό. Ο κ. Κυριακίδης, αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έχει πλέον αλλάξει ζωή, αφού επισκέφτηκε το κέντρο απεξάρτησης «Πυξίδα», καθώς και τα κέντρα απεξάρτησης «ΚΕΝΘΕΑ» και «ΘΕΜΕΑ». Επέδειξε θέληση και κατάφερε να απεξαρτητοποιηθεί, με αποτέλεσμα εδώ και 2 χρόνια να είναι καθαρός. Δημιούργησε περαιτέρω δεσμό, και σε ένα μήνα αναμένεται η γέννηση του παιδιού του, ενώ έπεται και ο γάμος του ζευγαριού. Εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος έχει ωριμάσει, ενώ το αδίκημα έλαβε χώρα σε μία κακή περίοδο στην ζωή του. Ο κ. Κυριακίδης έκανε περαιτέρω αναφορά στην καθυστέρηση που παρατηρείται σε αυτήν την υπόθεση, αφού παρήλθαν 5 χρόνια από την διάπραξη του αδικήματος, και ο Κατηγορούμενος ζούσε με την αγωνία της έκβασης της, ενώ ο παράγοντας της αποτροπής έχει ατονίσει. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο κ. Κυριακίδης. Σύμφωνα με την Έκθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 35 ετών, και κατάγεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Φοίτησε μέχρι την Γ' Τάξη Γυμνασίου, και απασχολήθηκε ως αναβάτης μέχρι τα 19 του, ενώ δεν ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. Εργάστηκε σε διάφορες εργασίες, αλλά παρουσίασε επαγγελματική αστάθεια. Όπως αναφέρεται στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο, για αδικήματα βάσει του άρθρου 6
(2), για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(4)(β) το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνει υπ' όψιν του ως καθιστόντα το αδίκημα λιγότερο σοβαρό τα εξής: την ηλικία του Κατηγορούμενου, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα παρασυρόμενος από πρόσωπα δυνάμενα να ασκήσουν επιρροή σε αυτόν, το ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη σε εμπορία ή διακίνηση ναρκωτικών, και το παράπτωμα του σχετίζεται αποκλειστικά με χρήση ναρκωτικών, το βαθμό της εξάρτησης του Κατηγορούμενου από τα ναρκωτικά, την αποδεδειγμένη μεταμέλεια του η οποία μαρτυρείται μεταξύ άλλων από την συνεργασία του με τις αρχές για δίωξη των προμηθευτών, το είδος και την ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που βρέθηκαν στην κατοχή του, και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε από τα περιστατικά που καθιστούν το αδίκημα σοβαρότερο δυνάμει του εδαφίου (α) του ιδίου άρθρου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Νίκος Μαυρικίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 89/06, ημερ. 4.7.2007: «Σκοπός του ΄Αρθρου 30
(4)(α) δεν είναι η κατάταξη των αδικημάτων του Νόμου σε κατηγορίες αλλά η απαρίθμηση παραγόντων, που προσθέτουν ή αφαιρούν από τη σοβαρότητα ενός αδικήματος, η οποία, πρωτίστως, αντικατοπτρίζεται από την προβλεπόμενη ποινή. Το ΄Αρθρο απλά εξειδικεύει παράγοντες που λειτουργούν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, χωρίς όμως με αυτούς να περιορίζεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, η εξουσία του δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής. Το δικαστήριο, κατά την επιβολή της ποινής, εξετάζει μαζί με όλα τα άλλα και συνεκτιμά, ανάλογα, και τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο πιο πάνω ΄Αρθρο». Επανειλημμένα έχει λεχθεί στην Νομολογία μας ότι τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, το δε όλο θέμα έχει λάβει διαστάσεις ανησυχητικές, πράγμα που καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε και στην απόφαση Χαράλαμπος Χατζημάρκου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482, τα αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά «αποτελούν επικίνδυνη πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και επηρεάζουν όχι μόνο το πρόσωπο που τα διαπράττει, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο κινείται ιδιαίτερα βέβαια στο οικογενειακό του περιβάλλον». Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι εμφανής και από τις προβλεπόμενες στον Νόμο ποινές. Από την Νομολογία διαφαίνεται διαφορετική αντιμετώπιση σε περιπτώσεις χρηστών από αυτές των εμπόρων ναρκωτικών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Chaer ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 585, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Lee Andrew Mortimer v. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 22, στην περίπτωση χρήστη, σε αντιδιαστολή με τις υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών, «στην αρμόζουσα ποινή δεν επιβάλλεται να προβάλλεται έντονο το στοιχείο της αποτροπής, οι δε προσωπικές περιστάσεις του συγκεκριμένου κατηγορούμενου πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Ταυτόχρονα, όμως, η ποινή πρέπει να αντανακλά την αποδοκιμασία της κοινωνίας στη διάπραξη των αδικημάτων αυτών και να δίδει το μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η χρήση ναρκωτικών δεν καταστρέφει μόνο τον ίδιο το χρήστη». Χαρακτηριστικό, όμως, είναι και το απόσπασμα από την απόφαση Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240: «Η χρήση ναρκωτικών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Αποτελούν τα ναρκωτικά κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση, η οποία παρατηρείται στη χρήση ναρκωτικών, καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της φύσης της ποινής, γεγονός που καθιστά τη φυλάκιση εμφανή επιλογή. ....................................... Πράγματι, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπόρων και χρηστών ναρκωτικών. Στην περίπτωση των πρώτων, η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη. Αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Η διάκριση, όμως, μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβατών, αμβλύνεται σε μεγάλο βαθμό, αναλογιζόμενοι ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία ναρκωτικών. Χωρίς τους χρήστες, δε θα υπήρχε αγορά για τα ναρκωτικά. Η καταπολέμηση του κακού στη γένεσή του διέρχεται μέσα από την καταπολέμηση της κατανάλωσης ναρκωτικών. ΄Ετσι , και στην περίπτωση των χρηστών, συντρέχουν ισχυροί λόγοι για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών». (βλ. επίσης Mahrad Mohammad Reza Beyki v. Αστυνομίας , Ποιν. Εφ. 52/07, ημερ. 23.1.2008, Πέτρος Τρύφωνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 202/08, ημερ. 19.3.2009). Στην Chaer (πιο πάνω) θεωρήθηκε ότι το νεαρό της ηλικίας του Εφεσείοντα, το πρόσφατο της επίδοσης του στα ναρκωτικά και η έλλειψη προηγούμενης ποινικής και αντικοινωνικής συμπεριφοράς του, αλλά και η μεταμέλεια του μέσα από την παραδοχή του, συνέθεταν «μια συνολική εικόνα προσωπικών δεδομένων που, αν και δεν εξουδετερώνουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής φυλάκισης, μειώνουν τούτη σε βαθμό που η τριετής φυλάκιση να εκφεύγει των ορίων της αρμόζουσας», και η ποινή μειώθηκε σε 18 μήνες φυλάκιση. Απαραίτητη θεωρώ και την εξέταση του θέματος της καθυστέρησης στην προώθηση της υπόθεσης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αναφέρει ότι έκαστος κατά την διάγνωση οιασδήποτε ποινικής κατηγορίας εναντίον του δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου. Η διασφάλιση του Συνταγματικού αυτού δικαιώματος του Κατηγορούμενου είναι πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 405). Όπως έχει λεχθεί και στην απόφαση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 C.L.R. 294, παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30
(2)καθιστά την δίκη άκυρη στην ολότητα της. Σκοπός της Συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του Κατηγορούμενου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Το τι συνιστά, όμως, εύλογο χρόνο εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, και προς τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπ' όψιν η φύση και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των διαδίκων καθώς και τα χρονικά πλαίσια τα οποία παρέχονται από το Δικαστήριο και ο χρόνος μέσα στον οποίο ολοκληρώνεται η δίκη (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203). (βλ. επίσης Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 147, Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1, Porter v. Maggil
(2002)2 W.L.R. 37, Mills v. Her Majesty's Advocate
(2002)3 W.L.R. 1597). Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(1997)2 Α.Α.Δ 297, υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον του Δικαστηρίου ευθύς μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, εκτός εάν συντρέχει βάσιμος λόγος περί του αντιθέτου. Έχει νομολογηθεί (βλ. Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)), ότι είναι εύλογος ο διαχωρισμός της καθυστέρησης σε δύο μέρη, ήτοι την καθυστέρηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης, και την καθυστέρηση από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι και την εκδίκαση της. Σημειώνω επίσης το ότι στην απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 κρίθηκε ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα. Στην υπό εκδίκαση περίπτωση υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Το αδίκημα διαπράχθηκε την 28.2.2006, ενώ η υπόθεση καταχωρίστηκε μόλις την 9.4.
  1. Ο δε Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την 1η Κατηγορία από την 26.5.2010, και η υπόθεση παρέμενε ορισμένη για ακρόαση σε σχέση με την 2η Κατηγορία, Κατηγορία η οποία διακόπηκε μόλις την 2.12.
  2. Το γεγονός ότι η Αστυνομία ανέμενε τα αποτελέσματα από το Ινστιτούτο Γενετικής για 3 χρόνια προκαλεί τουλάχιστον απορία, ενώ τίποτε δεν αναφέρθηκε που να δείξει ότι έστω η ίδια επέδειξε κάποια σπουδή, ή προέβη σε κάποια θετική ενέργεια πλην της άπρακτης αναμονής. Η συμπεριφορά αυτή, όμως, δεν τελείωσε με την ετοιμασία της έκθεσης του Ινστιτούτου Γενετικής, αφού αυτή μπήκε στον φάκελο της Αστυνομίας τον Σεπτέμβριο 2008, ενώ η υπόθεση καταχωρίστηκε 7 μήνες μετά, χωρίς καμία εξήγηση για την περαιτέρω αυτή καθυστέρηση, αφού όπως είπε και η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, οι συγκαταθέσεις δόθηκαν αμέσως. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι το ότι έχουν σήμερα παρέλθει σχεδόν 6 χρονια από την διάπραξη του αδικήματος, πράγμα που καθιστά την επιβολή ποινής φυλάκισης ανεπιθύμητη. Πέραν των πιο πάνω, έχω λάβει υπ' όψιν μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, και την άμεση του παραδοχή στην Αστυνομία, καθώς και την παραδοχή του στο Δικαστήριο στην 1η Κατηγορία. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου το ότι αυτός έχει ενταχθεί σε προγράμματα απεξάρτησης, και είναι πλέον καθαρός, ενώ έχει αλλάξει ζωή και αναμένει την γέννηση του πρώτου του παιδιού. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο ότι η παρούσα είναι η περίπτωση όπου μπορεί να επιδειχθεί επιείκεια στον Κατηγορούμενο ώστε να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης σε αυτόν, στη επιθυμία μου να δώσω στον Κατηγορούμενο μίαν ευκαιρία να αναμορφώσει την συμπεριφορά του. Η εξατομίκευση, όμως, αυτή της ποινής δεν θα πρέπει να οδηγήσει και σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος, πράγμα το οποίο θα πρέπει να αντανακλάται στην επιβαλλόμενη ποινή. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλεται στον 1ο Κατηγορούμενο στην 1η Κατηγορία ποινή προστίμου €. 2.000,
  3. Έξοδα €. 200,00 να καταβληθούν από την Κ.Δ. Τα Τεκμήρια που κατακρατούνται από την Αστυνομία να καταστραφούν. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.