← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριάκου Παπαμιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 30798/10, 11 Ιανουαρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κυριάκου Παπαμιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 30798/10, 11 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30798/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. Κυριάκου Παπαμιχαήλ
  2. Md Mozammel Haque Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Κατηγορούμενος 1 παρών, γι' αυτόν: κ. Σ. Σωφρονίου Κατηγορούμενος 2 παρών, γι' αυτόν: κα Α. Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14Β

(1)-
(3)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 10.11.2010, στη Λεμεσό, εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις υπόλοιπες 2 κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου, Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19
(1)(κ) του Κεφ.105, όπως τροποποιήθηκε, και των Κανονισμών 14
(1),
(3)και
(4)των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972, Κ.Δ.Π. 242/72. Στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται ότι στις 10.11.2010, στη Λεμεσό, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ενώ ήταν αλλοδαπός, υπήκοος Μπαγκλαντές, διεξήγαγε επάγγελμα σαν υπάλληλος στον πρώτο κατηγορούμενο χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου, Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19
(1)(λ) του Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, ο δεύτερος κατηγορούμενος, μεταξύ 3.4.2009 και 10.11.2010, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, υπήκοος Μπαγκλαντές, και βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι τις 2.4.2009, όταν και απορρίφθηκε η αίτηση του, παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου, Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης αναφορικά με τις 2 πρώτες κατηγορίες περιορίστηκε στην κατάθεση διαφόρων καταθέσεων και τη δήλωση γεγονότων, υπό τη μορφή παραδεκτών γεγονότων, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου. Προσκομίστηκε προφορική μαρτυρία σχετικά με την τρίτη κατηγορία, και πριν ακουστεί η δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας, ο δεύτερος κατηγορούμενος, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, άλλαξε απάντηση στην τρίτη κατηγορία και δήλωσε παραδοχή. Έτσι ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι αυτή ήταν η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή. Οι συνήγοροι υπεράσπισης υπέβαλαν εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και αγόρευσαν επί τούτου. Ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου αναφέρθηκε αρχικά στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα απόδειξης εκ πρώτης υπόθεσης και στην αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας στην οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί. Ακολούθως ο κ. Σωφρονίου προέβη σε αναφορά στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και εισηγήθηκε τα ακόλουθα. Η μαρτυρία του αστ. 2542 Χ. Κλεοβούλου ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ονόμασε τον πρώτο κατηγορούμενο ως τον εργοδότη του είναι εξ ακοής μαρτυρία, δεν προσδιορίζει σε ποια γλώσσα ο εν λόγω αστυνομικός μίλησε στον δεύτερο κατηγορούμενο για να βεβαιωθεί ότι αυτός καταλάβαινε τι του έλεγε, και εν πάση περιπτώσει αυτή δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εναντίον του συγκατηγορούμενου του. Μάλιστα υπάρχει αντίφαση μεταξύ της κατάθεσης του δεύτερου κατηγορούμενου και της δήλωσης του στον αστυνομικό, καθότι στην κατάθεση του κατονομάζει τον Παύλο ως τον εργοδότη του και δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά στον πρώτο κατηγορούμενο. Ο κ. Σωφρονίου είπε επίσης ότι ο Παύλος Φιλιάδης αναφέρει στη δική του κατάθεση ότι η γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου του είπε να δώσει οδηγίες στον δεύτερο κατηγορούμενο να πάει στο παλιό κοιμητήριο και να καθαρίσει τα χόρτα, χωρίς εμπλοκή του πρώτου κατηγορούμενου. Τέλος, σύμφωνα με την κατάθεση της γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου, ο Κοινοτάρχης της μίλησε για τον δεύτερο κατηγορούμενο και ότι θα έφερνε τα χαρτιά του σε αυτόν για να τα ελέγξει γιατί ήθελε δουλειά και έλεγε ότι ήταν νόμιμος, και ενώ αυτός ήταν ο όρος που έθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος για την εργοδότηση του, η γραμματέας, στηριζόμενη στα λεγόμενα του αλλοδαπού ότι ο Κοινοτάρχης έλεγξε τα χαρτιά του και αφού δεν έβρισκε τον Κοινοτάρχη στο τηλέφωνο για να το επιβεβαιώσει, είπε στον Παύλο να του δείξει πού είναι το κοιμητήριο μέχρι να επικοινωνήσει μαζί της ο Κοινοτάρχης. Αφού ο κ. Σωφρονίου ανέλυσε την έννοια του όρου «εργοδότηση», κατέληξε ότι η υπάρχουσα μαρτυρία καταδεικνύει ότι η απασχόληση του δεύτερου κατηγορούμενου έγινε εν αγνοία και κατά παράβαση των οδηγιών του πρώτου κατηγορούμενου και μάλιστα κατόπιν παραπλάνησης και με ασυνεννοησία των υπαλλήλων του Κοινοτικού Συμβουλίου. Εδώ ελλείπει η ένοχη σκέψη του πρώτου κατηγορούμενου, καθότι ο ίδιος δεν είχε δώσει την άδεια στον αλλοδαπό να εργαστεί. Η συνήγορος του δεύτερου κατηγορούμενου υιοθέτησε τα όσα είπε ο κ. Σωφρονίου προσθέτοντας ότι δεν έχει αποδειχθεί η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου μεταξύ των 2 κατηγορουμένων. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του συνήγορου υπεράσπισης, ο οποίος εισηγήθηκε ότι με μιαν απλή αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας, έχουν στοιχειοθετηθεί οι 2 πρώτες κατηγορίες για να υποχρεούνται οι κατηγορούμενοι να προβούν σε απολογία, και ότι μόνο στο τελικό στάδιο μπορεί να γίνει η υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, κάτι που επιχείρησε ο κ. Σωφρονίου. Ο κ. Αργυρού ανέφερε ότι η παραδοχή του δεύτερου κατηγορούμενου στον αστ. 2542, η οποία είναι παραδεκτή μαρτυρία, είναι ικανή σε αυτό το στάδιο για να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Αυτή η μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου, όμως υπάρχει η μαρτυρία της γραμματέα ότι ο Κοινοτάρχης της είπε να βάλει τον δεύτερο κατηγορούμενο να καθαρίσει το κοιμητήριο όταν έρθει, χωρίς όρους, έτσι ώστε να υπάρχει μαρτυρία για οδηγίες που δόθηκαν από τον Κοινοτάρχη για την εργοδότηση του δεύτερου κατηγορούμενου, και να υπάρχει η σύνδεση μεταξύ τους. Τέλος, ο κ. Αργυρού ανέλυσε την ερμηνεία του όρου «εργοδότηση» , και είπε ότι υπάρχει μαρτυρία για την απασχόληση του αλλοδαπού στο κοιμητήριο που βρίσκεται υπό την ευθύνη του Κοινοτικού Συμβουλίου, και ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο Κοινοτάρχης και αυτός που έχει εξουσία και δίνει οδηγίες. Η παράλειψη του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα στο κατηγορητήριο είναι τυπική και δεν επηρεάζει τη νομιμότητα του κατηγορητηρίου ή την οποιαδήποτε καταδίκη του πρώτου κατηγορούμενου. Τα κριτήρια που διέπουν το ζήτημα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι πολύ γνωστά. Όπως υποδηλώνει ο όρος «εκ πρώτης όψεως» η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης απαιτείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση - βλ. Re In Κάκος
(1985)1 C.L.R. 250. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης. Στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, αναλύονται οι αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ο Δικαστής δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στ. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Για να προβώ στην εξέταση της εισήγησης των συνηγόρων υπεράσπισης, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε για την Κατηγορούσα Αρχή. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, όλη η μαρτυρία κατατέθηκε υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του αστ. 2542 Χ. Κλεοβούλου της ΥΑΜ Λεμεσού, ημερ. 10.11.2010, ( Τεκμήριο 6), στις 10.11.2010 και περί ώρα 09.00, κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε στα γραφεία της ΥΑΜ ότι στον 3ο Δρόμο στα Π. Πολεμίδια μέσα στο παλιό κοιμητήριο εργοδοτείται παράνομα αλλοδαπός, ο αστ. 2542 μετέβη στο μέρος μαζί με τον αστ.
  2. Αφού έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση για περίπου 10 λεπτά, αντιλήφθηκαν ένα αλλοδαπό να ασχολείται με το καθάρισμα εντός του περιφραγμένου μέρους. Εδώ σημειώνω ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από όλες τις πλευρές ότι ο εν λόγω περιφραγμένος χώρος ανήκει και βρίσκεται υπό τη νομική ευθύνη του Κοινοτικού Συμβουλίου Π. Πολεμιδιών, του οποίου ο Πρόεδρος είναι ο πρώτος κατηγορούμενος. Οι 2 αστυνομικοί πλησίασαν τον αλλοδαπό και ο αστ. 2542 του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και ζήτησε τα στοιχεία του. Ο αλλοδαπός του παρουσίασε το Δελτίο Εγγραφής Αλλοδαπού και από έλεγχο που διενήργησε μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι πρόκειται για τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος βρίσκεται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο αστ.2542 τον συνέλαβε για τα αυτόφωρα αδικήματα της παράνομης παραμονής και απασχόλησης, και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του, αυτός απάντησε « Sorry Sir».Ο αλλοδαπός ονόμασε τον Παύλο ως το άτομο που τον μετέφερε στο μέρος και κάποιον Κούλλη που είναι ο Κοινοτάρχης της περιοχής ως τον εργοδότη του. Εδώ και πάλι σημειώνω ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η οποιαδήποτε αναφορά στον Κούλλη αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο. Ο αλλοδαπός οδηγήθηκε στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών για τα περαιτέρω. Στις 10.11.2010 και μεταξύ των ωρών 11.00-11.45, με τη βοήθεια διερμηνέα, ο Α/Αστ. 560 Π. Πολυβίου του αστυνομικού σταθμού Πολεμιδιών έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον δεύτερο κατηγορούμενο. Η κατάθεση στη μητρική γλώσσα του δεύτερου κατηγορούμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 και η πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά ως Τεκμήριο
  3. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 παρατίθεται αυτούσιο: « Κατάγομαι από την Μπαγκλαντές και τα τελευταία 8 χρόνια βρίσκομαι στην Κύπρο. Καταρχήν ήρθα στην Κύπρο το 2003 με άδεια φοιτητή για το Κολλέγιο FILIPS στη Λευκωσία. Μετά σταμάτησα την φοίτηση μου επειδή δεν είχα χρήματα και έκαμα αίτηση για πολιτικό άσυλο. Από τότε μέχρι και σήμερα δεν είχα οποιαδήποτε απάντηση για το αίτημα μου να γίνω πολιτικός πρόσφυγας και νόμιζα ότι όλα ήταν εντάξει. Νόμιζα επίσης ότι επειδή είμαι αιτητής πολιτικού ασύλου δικαιούμαι να δουλέψω σε χωράφια για να καθαρίζω. Αυτό μου το είπαν άλλα άτομα που μιλούσα μαζί τους δεν ρώτησα όμως στο immigration. Σήμερα 10/11/2010 το πρωί κατά η ώρα 08:00 ενώ περπατούσα κοντά στο πάρκο στα Πάνω Πολεμίδια δεν θυμάμαι την οδό συνάντησα τυχαία τον Παύλο ο οποίος καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο του τον οποίο γνωρίζω τα τελευταία 4 χρόνια και γνωρίζω επίσης ότι είναι υπάλληλος στο Δημαρχείο Πολεμιδιών και τον ρώτησα αν έχει καμιά δουλειά για μένα επειδή δεν είχα λεφτά. Ο Παύλος πρώτα μου είπε ότι δεν είχε κάτι υπόψιν του και μετά του πρότεινα εγώ αν ήθελε ότι θα μπορούσα να καθαρίσω το παλιό κοιμητήριο. Ο Παύλος τότε μου είπε εντάξει να πάω να καθαρίσω και να βρεθούμε μετά να με πληρώσει. Δεν συμφωνήσαμε για συγκεκριμένο ποσό απλά το άφησα στην δική του κρίση. Αφού έφυγε ο Παύλος με το αυτοκίνητο του ακολούθως εγώ πήγα περπατητός στο παλαιό κοιμητήριο και άρχισα να ξεχορτίζω και να καθαρίζω με την χτένα. Μετά από κανένα μισάωρο περίπου γύρω στις 09:00 ενώ καθάριζα τα χόρτα με την χτένα ήρθαν κοντά μου δύο άντρες με πολιτικά ρούχα και αφού μου έδειξε ο ένας την Αστυνομική του ταυτότητα μου είπε ότι είναι από το ιμικρέισον και μου ζήτησε την άδεια εργασίας μου. Εγώ τους είπα ότι είμαι πολιτικός πρόσφυγας και δικαιούμαι να δουλεύω. Ακολούθως μου είπαν ότι είμαι υπό σύλληψη επειδή εργάζομαι παράνομα και η άδεια μου για πολιτικό άσυλο έληξε και παραμένω παράνομα στην Κύπρο. Αφού μου έβαλαν χειροπέδες στην συνέχεια με έφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών. Εγώ όπως σου ανέφερα δεν γνώριζα ότι η άδεια παραμονής μου έληξε διότι δεν με ενημέρωσε οποιοσδήποτε ούτε πήρα οποιοδήποτε χαρτί που να λέει κάτι τέτοιο διότι μένω στην ίδια διεύθυνση τα τελευταία 3 χρόνια καθώς επίσης δεν γνώριζα ότι δεν δικαιούμαι να δουλεύω επειδή έκαμα αίτηση για πολιτικό άσυλο. Εγώ θέλω να μείνω στην Κύπρο.» Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 13.40-14.00 ο Λοχ. 4822 Δ. Δράκου του αστυνομικού σταθμού Π. Πολεμιδιών έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Σε αυτήν ο πρώτος κατηγορούμενος αναφέρει τα ακόλουθα: « Είμαι ο Κοινοτάρχης Πάνω Πολεμιδιών. Την Παρασκευή 5/11/10 ενώ ήμουν στο Κοινοτικό Πάρκο με πλησίασε ο Haque Mozammel τον οποίο γνωρίζω διότι κατοικά για χρόνια στα Πολεμίδια και μου ζήτησε να τον απασχολήσω για τις καθαριότητες του Συμβουλίου. Εγώ του είπα να φέρει τα χαρτιά του και θα τον έβαζα να καθαρίσει το Τ/Κ κοιμητήριο που είναι στον 3ο Δρ. Σήμερα 10/11/10 εγώ απουσίαζα από το Συμβούλιο και ο Mozammel πήγε στο γραφείο της γραμματέας Θούλλας Ξιαρή και της είπε ότι εγώ του είπα να πάει δουλειά για να καθαρίσει το κοιμητήριο. Η Σούλλα χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν παράνομος τον έστειλε να καθαρίσει το κοιμητήριο. Εγώ έμαθα για το γεγονός από τον Υπάλληλο του Κοινοτικού Συμβουλίου Παύλο Φιλιάδη που μου τηλεφώνησε ότι ο αλλοδαπός συνελήφθη από το Immigration.» Στις 10.11.2010, ο Α/Αστ. 560 έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον Παύλο Φιλιάδη και τη Θούλλα Καλαθά Ξιαρή, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα. Το Τεκμήριο 7 έχει ως ακολούθως: « Κατάγομαι από την Ρωσία και διαμένω στην Κύπρο τα τελευταία 18 χρόνια με την οικογένεια μου. Είμαι κάτοχος ελληνικού διαβατηρίου και μιλώ γράφω και διαβάζω την ελληνική γλώσσα πάρα πολύ καλά. Τα τελευταία δέκα χρόνια εργάζομαι στο κοινοτικό συμβούλιο Πολεμιδιών και ασχολούμαι με διάφορες εργασίες εντός της κοινότητας Πολεμιδιών τις οποίες μου αναθέτει ο κοινοτάρχης. Σήμερα 10/11/2010 κατά η ώρα 08:15 ενώ βρισκόμουν στο αυτοκίνητο μου στον 130 δρόμο στα Πάνω Πολεμίδια συνάντησα τον Νικόλα ο οποίος είναι από την Μπαγκλαντές και είναι πολιτικός πρόσφυγας όπως μου είχε πει (έτσι τον γνωρίζω εδώ και ένα χρόνο με αυτό το όνομα) και με ρώτησε αν έχω κάποια δουλειά γιαυτόν επειδή δεν είχε χρήματα όπως μου είπε. Εγώ του είπα ότι δεν έχω κάποια δουλειά να τον βάλω και θα πρέπει να ρωτήσω τον κοινοτάρχη κύριο Κούλλη Παπαμιχαήλ. Επειδή όμως δεν ήθελα να ενοχλήσω τον κοινοτάρχη πήρα τηλέφωνο στο κοινοτικό συμβούλιο στο τηλ. 25397451 και μίλησα με την κυρία Σούλα η οποία είναι γραμματέας και την ρώτησα αν είναι εντάξει να καθαρίσει το παλιό κοιμητήριο ο Νικόλας διότι ο κοινοτάρχης πριν δύο βδομάδες μου είπε ότι έπρεπε να καθαριστεί το παλιό κοιμητήριο διότι γέμισε χόρτα. Συγκεκριμένα εξήγησα στην κυρία Σούλα για ποιον Νικόλα εννοούσα τον οποίον γνωρίζει και η ίδια απ' ότι ξέρω. Η κυρία Σούλλα μου είπε εντάξει να πω στον Νικόλα να πάει δουλειά στο παλιό κοιμητήριο και να καθαρίσει τα χόρτα και του είπα να πάει. Σχετικά με τον μισθό που θα έπαιρνε του είπα να μιλήσει με τον κοινοτάρχη. Ακολούθως αναχώρησα και πήγα στην αποθήκη του κοινοτικού συμβουλίου για να δουλέψω ενώ ο Νικόλας έφυγε περπατητός για να πάει στο παλιό κοιμητήριο. Ενώ βρισκόμουν στην αποθήκη μου τηλεφώνησε κάποιος κύριος από την Αστυνομία Πολεμιδιών τηλ. 25805658 και μου είπε να έρθω στην Αστυνομία επειδή έπιασαν κάποιον από την Μπαγκλαντές να εργάζεται στο παλιό κοιμητήριο και να έρθω να δώσω κατάθεση. Η ώρα 12:15 ήρθα στην Αστυνομία Πολεμιδιών και είδα τον Νικόλα από την Μπαγκλαντές να κάθεται σε μια πολυθρόνα δεμένος με χειροπέδες. Το άτομο αυτό που είδα στο σταθμό δηλαδή ο Νικόλας είναι αυτός που μου ζήτησε δουλειά σήμερα το πρωί και του είπα να πάει να καθαρίσει τα χόρτα στο παλιό κοιμητήριο. Απ' ότι πληροφορήθηκα το πραγματικό του όνομα είναι MD MOZAMMEL HAQUE. Στον Νικόλα εγώ είπα να πάει δουλειά αλλά κατ' εντολή της κυρίας Σούλας διότι εγώ δεν έχω τέτοια εξουσιοδότηση να εργοδοτώ οποιονδήποτε.» Στην κατάθεση της, Τεκμήριο 8, η κα Ξιαρή αναφέρει τα εξής: « Την Παρασκευή 05/11/2010 λίγο πριν το μεσημέρι δεν θυμάμαι ακριβώς, ενώ ήμουν με άδεια ο κοινοτάρχης Π. Πολεμιδιών Κούλλης Παπαμιχαήλ με πήρε τηλέφωνο από το κινητό του τηλέφωνο 99336625 στο κινητό μου τηλέφωνο 99573658 και μου ανέφερε ότι ο Νικόλας ο Μαυρής έτσι τον ηξέρουμεν ζητά δουλειά και θα έρτει κοντά μας γιατί είπεν ότι έχει τα χαρτιά του και είναι νόμιμος για εργασία και θα φέρει τα χαρτιά του στον μουχτάρη για να τα ελέγξει. Μου είπε όταν θα έρθει να τον βάλουμε μιαν θκυό μέρες δουλειά για να καθαρίσει τα χόρτα από το Τ/Κ κοιμητήριο που βρίσκεται κοντά στο Β Δημοτικό Κ. Πολεμιδιών. Σήμερα 10/11/10 κατά η ώρα 07:25 -07:30 όταν πήγα δουλειά στο Κοινοτικό συμβούλιο Π. Πολεμιδιών όπου εργάζομαι και προτού ακόμα μπω στο κτίριο ενώ βρισκόμουν έξω στο δρόμο ήρθε κοντά μου ο Παύλος ο οποίος είναι εργάτης του κοινοτικού συμβουλίου μαζί με τον Μαυρή που σου είπα ότι τον λαλούν Νικόλα και τότε ο Παύλος μου είπεν ότι του ανέφερε ο Νικόλας ότι πήρεν τα χαρτιά του στον Κοινοτάρχη και του είπεν να έρτει σήμερα δουλειά ο κοινοτάρχης. Πήγα τότε στο γραφείο μου και προσπάθησα να επικοινωνήσω τηλεφωνικά με τον κοινοτάρχη για να διασταυρώσω τα λεγόμενα του Παύλου αλλά ο κοινοτάρχης δεν απαντούσε. Τότε είπα του Παύλου να δείξει στον Νικόλα πού βρίσκεται το Τ/Κυπριακό κοιμητήριο μέχρι να επικοινωνήσει μαζί μου ή μαζί του ο κοινοτάρχης. Ακολούθως ο Παύλος και ο Νικόλας έφυγαν. Γύρω στις 10:30 σήμερα ενώ βρισκόμουν στο γραφείο μου ήρθε ο κοινοτάρχης και μου είπεν ότι η Αστυνομία συνέλαβε τον Νικόλα που δούλευε στο Τ/Κυπριακό κοιμητήριο. Εγώ σε καμία περίπτωση είπα στον Νικόλα να πάει δουλειά εξάλλου δεν είναι η δουλειά μου να προσλαμβάνω υπαλλήλους.» Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι η αναφορά στο Νικόλα αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο μπορεί μόνο να περιοριστεί σε μιαν αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας, όπως αυτή εκτίθεται πιο πάνω, για να καταλήξει κατά πόσο υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που να στοιχειοθετεί το αδίκημα που ο κάθε κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αντίστοιχα. Επιπλέον το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα συστατικά των αδικημάτων των 2 πρώτων κατηγοριών για να κρίνει κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Για τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας, αναφέρω την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279, στην οποία λέχθηκε ότι το αδίκημα της εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability) και αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος. Σε τέτοιας φύσης υποθέσεις δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου με την αυστηρή έννοια που δίδει στον όρο το αστικό δίκαιο. Η εργοδότηση με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες που δεν απαιτούν συμφωνία εργοδότησης, στενό έλεγχο από τον εργοδότη ή την καταβολή μισθού. Περαιτέρω, είναι πολύ καλά καθιερωμένη η νομική αρχή ότι η κατάθεση ενός κατηγορούμενου στην αστυνομία ούτε και η οποιαδήποτε προφορική δήλωση του αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία εναντίον συγκατηγορούμενου του, όταν αυτός δεν δίνει προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 και Νεάρχου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, και χωρίς να υπεισέρχομαι σε υποκειμενική αξιολόγηση αυτής ή σε οποιαδήποτε ευρήματα, ικανοποιούμαι ότι υπάρχει μαρτυρία ότι κατά την επίδικη μέρα ο δεύτερος κατηγορούμενος απασχολείτο στο παλιό Τουρκοκυπριακό κοιμητήριο που βρίσκεται στον 3ο Δρόμο στα Πάνω Πολεμίδια, και συγκεκριμένα καθάριζε τον χώρο από τα χόρτα. Ο εν λόγω χώρος βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Κοινοτικού Συμβουλίου Πάνω Πολεμιδιών, και ο Κοινοτάρχης είναι ο πρώτος κατηγορούμενος. Αυτή είναι ικανοποιητική μαρτυρία ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει εργασία στον εν λόγω χώρο. Επίσης υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός, υπήκοος Μπαγκλαντές, και την επίδικη μέρα βρισκόταν παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν κατείχε την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για να εργάζεται εκεί. Παρόλο που το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης, που αφορά την πρώτη κατηγορία, είναι αυστηρής ευθύνης και δεν χρειάζεται η απόδειξη ύπαρξης σύμβασης με συγκεκριμένους όρους, ούτε ακόμα την πληρωμή, εν τούτοις απαραίτητο συστατικό του αδικήματος είναι η εργοδότηση του δεύτερου κατηγορούμενου από τον πρώτο. Θεωρώ ότι το γεγονός από μόνο του ότι ο χώρος του παλιού κοιμητηρίου, όπου βρέθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος να εκτελεί εργασία, ανήκει στο Κοινοτικό Συμβούλιο, δεν συνεπάγεται αυτόματα και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητα του ως Κοινοτάρχης, έχει σχέση με την εργοδότηση του δεύτερου κατηγορούμενου. Δεν είναι αρκετή η ύπαρξη του αλλοδαπού σε χώρο που τελεί υπό τον έλεγχο κάποιου προσώπου, αν δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει το εν λόγω πρόσωπο με τον αλλοδαπό σε κάποιου είδους σχέση εργοδότησης. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, καταλήγω ότι τέτοια μαρτυρία ελλείπει στην υπό κρίση υπόθεση. Ο κ. Φιλιάδης παραπέμπει στη γραμματέα του Συμβουλίου ως το πρόσωπο που του έδωσε οδηγίες να πάρει τον δεύτερο κατηγορούμενο στο παλιό κοιμητήριο και να του αναθέσει την εν λόγω εργασία καθαρισμού αυτού. Η δε γραμματέας αναφέρεται στις οδηγίες που έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο και πώς η ίδια χειρίστηκε το θέμα, χωρίς τελικά να καταφέρει να επικοινωνήσει με τον πρώτο κατηγορούμενο. Παραπέμποντας στη μαρτυρία της κας Ξιαρή, όπως αυτή περιέχεται στην κατάθεση της, Τεκμήριο 8, οι οδηγίες που έλαβε από τον Κοινοτάρχη ήταν πράγματι ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ζητά δουλειά και θα φέρει τα χαρτιά του στον Κοινοτάρχη για να τα ελέγξει γιατί ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι νόμιμος για εργασία, και όταν έρθει να τον βάλουν να καθαρίσει τα χόρτα από το κοιμητήριο για 1-2 μέρες. Όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος πήγε την επίδικη μέρα στο Κοινοτικό Συμβούλιο με τον Παύλο, ο δεύτερος κατηγορούμενος της ανέφερε ότι πήρε τα χαρτιά του στον Κοινοτάρχη και αυτός του είπε να πήγαινε δουλειά σήμερα. Εν όψει της συζήτησης που είχε ο Κοινοτάρχης με την κα Ξιαρή και το θέμα του ελέγχου των χαρτιών του δεύτερου κατηγορούμενου, η τελευταία ήθελε να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του δεύτερου κατηγορούμενου και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Κοινοτάρχη χωρίς αποτέλεσμα. Ακολούθως η ίδια πλέον είπε στον Παύλο να δείξει στον δεύτερο κατηγορούμενο το κοιμητήριο (και όχι να εργαστεί εκεί) μέχρι να επικοινωνήσει μαζί της ο Κοινοτάρχης. Από μιαν απλή ανάγνωση της εν λόγω κατάθεσης, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ενημέρωσε τη γραμματέα του Συμβουλίου ότι έπρεπε πρώτα να ελέγξει τα χαρτιά του αλλοδαπού πριν του προσφέρουν εργασία στο κοιμητήριο. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνουν οι ενέργειες της γραμματέα όταν παρουσιάστηκε εκεί ο αλλοδαπός, καθότι η ίδια προσπαθούσε και επέμενε να επικοινωνήσει με τον Κοινοτάρχη για να επιβεβαιώσει ότι έγινε ο έλεγχος των χαρτιών. Επομένως, με μια συνολική θεώρηση της εν λόγω μαρτυρίας, προκύπτει ότι ο Κοινοτάρχης ουδέποτε έδωσε οδηγίες ή την συγκατάθεση του για να ξεκινήσει ο δεύτερος κατηγορούμενος εργασία στο κοιμητήριο αν δεν έλεγχε τα χαρτιά του, και φαίνεται ότι την επίδικη μέρα, χωρίς την έγκριση ή ακόμα γνώση του πρώτου κατηγορούμενου, ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγήθηκε στον χώρο του κοιμητηρίου από τον Παύλο κατόπιν οδηγιών της γραμματέα και προέβη στην εν λόγω εργασία. Με τα πιο πάνω δεδομένα, αδυνατώ να καταλήξω ότι αυτή η μαρτυρία είναι ικανή να στοιχειοθετήσει τα συστατικά του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, καθότι ελλείπει παντελώς μαρτυρία που να συνδέει με οποιονδήποτε τρόπο τον πρώτο κατηγορούμενο με την ανάθεση της εν λόγω εργασίας στον δεύτερο κατηγορούμενο την επίδικη μέρα. Επομένως, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου αναφορικά με την πρώτη κατηγορία. Ως εκ τούτου, ο πρώτος κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από την πρώτη κατηγορία. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που αφορά τη δεύτερη κατηγορία, και καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, ικανοποιούμαι ότι υπάρχει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας που αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο. Δεν υιοθετώ τη θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μη στοιχειοθέτηση της πρώτης κατηγορίας αυτόματα συμπαρασύρει και τη δεύτερη. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, μαρτυρία ενός κατηγορούμενου η οποία δεν είναι αποδεκτή εναντίον συγκατηγορούμενου μπορεί να είναι αποδεκτή και να χρησιμοποιηθεί για τον εν λόγω κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου στη δεύτερη κατηγορία ούτως ώστε αυτός να υποχρεούται να προβάλει την υπεράσπιση του. (Υπ.) ............... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: ποινική/ενδιάμεση απόφαση/εκ πρώτης όψεως υπόθεση Αναφορά: Παράνομη εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.