Δημοκρατία ν. Διονύσιος Μπουντογιάννης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8265/10, 14 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2011:1 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8265/10 Μεταξύ: Δημοκρατία v.
- Διονύσιος Μπουντογιάννης
- Παναγιώτης Παπουτσής
- Πανίκος Ξυδάς Κατηγορουμένων ---- Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ιωαννίδου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Παυλίδης Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χ΄΄ Λοίζου Κατηγορούμενοι: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ Αρ. 2) H ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 1 είναι αποτέλεσμα πιέσεων και υποσχέσεων που δόθηκαν σ΄ αυτόν ότι δεν θα διώκετο ποινικά και θα διευθετείτο η επιστροφή του στην Ελλάδα. Επίσης, η εν λόγω κατάθεση λήφθηκε κατά παράβαση των άρθρων 5, 8, 9 και 11 του Ν. 163
(1)/2005 καθώς και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθότι πριν ξεκινήσει να δίδει κατάθεση ο κατηγορούμενος ζήτησε να έρθει σε επικοινωνία με την πρεσβεία της Ελλάδος και με δικηγόρο, πράγμα το οποίο δεν του επετράπη από τις ανακριτικές αρχές. Αυτή ήταν η ένσταση που προβλήθηκε από την υπεράσπιση στην προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής να καταθέσει την εν λόγω ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (έγγραφο «Χ») μέσω του αστυφύλακα 3490 Γερόλεμου Γερολέμου που την έλαβε και το αντικείμενο της δίκης εντός δίκης που διατάχθηκε από το Δικαστήριο για να εξεταστούν οι συνθήκες λήψης της εν λόγω κατάθεσης. Ο Αστ. 3490 Γ. Γερολέμου, (Μ1), υπήρξε ο μοναδικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 14.4.10 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Το μέρος της κατάθεσης του που αφορά την παρούσα διαδικασία συνοψίζεται ως ακολούθως: Στις 30.3.10, όπως διευκρίνισε κατά την προφορική του μαρτυρία, ο μάρτυρας μαζί με άλλους αστυφύλακες προέβησαν σε έρευνα στην οικία που βρίσκεται στη οδό Πέτρου Ολυμπίου αριθμός 7 στην Αγία Φύλα Λεμεσού στην παρουσία, μεταξύ άλλων, του κατηγορούμενου 1 όπου ανευρέθησαν διάφορα τεκμήρια τα οποία περιελάμβαναν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, πλαστικές γλάστρες που περιελάμβαναν χώμα και φυτό καθώς και σπόρους. Κατά την έρευνα και περί ώρα 19.30 όταν ο Αστ. 193 βρήκε μέσα σε ερμαράκι πάνω από τον πάγκο της κουζίνας δύο κυλινδρικά κουτιά τα οποία περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, συνέλαβε τόσο τον κατηγορούμενο 1 όσο και τον κατηγορούμενο
- Ακολούθως μετά το πέρας της έρευνας ο μάρτυρας μαζί με άλλους αστυφύλακες μετέφεραν τους κατηγορούμενους 1 και 2 μαζί με τα ανευρεθέντα τεκμήρια στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 21:15 πληροφόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 για τα νομικά του δικαιώματα. Το έντυπο δικαιωμάτων επικοινωνίας κατηγορουμένου το οποίο υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 1 στις 30.3.10 και περί ώρα 21:15 κατατέθηκε ως Τεκ.
- Αργότερα, στις 01.00 της 31.3.2010, συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 με δικαστικό ένταλμα και αφού του εξήγησε το λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Τα ναρκωτικά είναι του Πανίκου του Ξυδά» (το ένταλμα σύλληψης και ο όρκος κατατέθηκαν ως Τεκ. 2). Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 01:25-02:30 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο Νόμο (έγγραφο «Χ»). Όπως διευκρίνισε ο Αστ. 3490, η ανακριτική κατάθεση λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 1 δυνάμει του δεύτερου δικαστικού κανόνα. Κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσης διερευνούσε αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομης εισαγωγής, παράνομης κατοχής, παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, παράνομης καλλιέργειας, παράνομης καλλιέργειας με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή κάνναβης συνολικού μικτού βάρους 9.520,5 γραμμαρίων καθώς και 42 φυτών κάνναβης καθώς επίσης παράνομης εισαγωγής, παράνομης κατοχής, παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή άσπρης ουσίας που πιστεύετο ότι ήταν ναρκωτική ουσία συνολικού μικτού βάρους 351 γραμμαρίων περίπου, όπως αναγράφεται στην ανακριτική κατάθεση «Χ», για τα οποία επιστήθηκε στον κατηγορούμενο γραπτώς η προσοχή του στο Νόμο και μετά από τη γραπτή επίστηση υπάρχει η υπογραφή του κατηγορούμενου. Περαιτέρω στο τέλος της κατάθεσης υπάρχει ιδιόχειρη πιστοποίηση του αληθούς της κατάθεσης και η υπογραφή του κατηγορούμενου
- Ο λόγος δε που λήφθηκε η κατάθεση δυνάμει του δικαστικού κανόνα 2 είναι γιατί κατά το χρόνο λήψης της υπήρχε στα χέρια της αστυνομίας μαρτυρία, η οποία δημιουργούσε εύλογες υποψίες ότι ο κατηγορούμενος 1 εμπλέκετο στη διάπραξη των αδικημάτων. Η εν λόγω ανακριτική κατάθεση λήφθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού και δεν παρευρίσκετο οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατά τη λήψη της πέραν του Αστ.
- Ο Μ1 ανέφερε ότι δεν έδωσε οποιαδήποτε υπόσχεση στον κατηγορούμενο 1 κάτι το οποίο άλλωστε δεν είχε εξουσία να πράξει. Ο δε κατηγορούμενος 1 δεν ζήτησε δικηγόρο ούτε ζήτησε να επικοινωνήσει με την πρεσβεία της Ελλάδας. Ήθελε, όπως του είπε ο ίδιος, να ξεκαθαρίσει τη θέση του. Αντεξεταζόμενος ο Μ1 από την υπεράσπιση διευκρίνισε ότι το έντυπο δικαιωμάτων επικοινωνίας κρατουμένων προσώπων (Τεκ. 1) συμπληρώθηκε από τον ίδιο και όπως αναγράφεται σ΄ αυτό υπεγράφη η ώρα 21:15 της 30.3.10 ενώ το ένταλμα σύλληψης εκτελέστηκε η ώρα 01:00 της επόμενης μέρας δηλαδή περίπου τέσσερις ώρες αργότερα. Όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατά την έρευνα που έγινε στην οδό Πέτρου Ολυμπίου και μετά την ανεύρεση μέσα σε δύο μεταλλικά κυλινδρικά κουτιά με την επιγραφή Nescafe Classic, πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνελήφθησαν για αυτόφωρο αδίκημα. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι όταν διαπράττονται επαναλαμβανόμενα αδικήματα κατοχής ναρκωτικών διαφόρων ποσοτήτων δεν συλλαμβάνονται οι ύποπτοι συνεχώς. Συνεπώς ο κατηγορούμενος 1 αρχικά συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα μετά την ανεύρεση ποσότητας κάνναβης στα δύο κουτιά του Nescafe Classic, ακολούθως όμως όταν ανευρέθησαν οι μεγάλες ποσότητες κάτω από το κρεβάτι του ο ίδιος είχε πλήρη γνώση για τα αδικήματα που διερευνούνταν εναντίον του και ακολούθησε η σύλληψη του δυνάμει του εντάλματος σύλληψης, Τεκ.
- Το έντυπο επικοινωνίας δικαιωμάτων κρατουμένων δόθηκε στον κατηγορούμενο 1 μόνο μια φορά γιατί δεν υπήρχε λόγος συμπλήρωσης εκ νέου τέτοιου εντύπου. Ο δε κατηγορούμενος δεν ζήτησε ούτε δικηγόρο, ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβολές της υπεράσπισης ότι κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 1 στο γραφείο όπου ευρίσκοντο εισέρχονταν και εξέρχονταν και άλλοι αστυνομικοί και πώς όλοι υπόσχονταν προς τον κατηγορούμενο 1 «πες μας αυτά τα πράγματα και εμείς θα σε βοηθήσουμε, δεν θα σε πάρουμε Δικαστήριο και θα σε βοηθήσουμε να πάεις πίσω στην Ελλάδα». Αρνήθηκε επίσης υποβολή της υπεράσπισης ότι μετά που ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθηκε δυνάμει του εντάλματος σύλληψης και πριν ξεκινήσει να δίνει την κατάθεση του ζήτησε να επικοινωνήσει με δικηγόρο και με την πρεσβεία του, προσθέτοντας ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να του αρνηθεί οποιοσδήποτε αυτό το δικαίωμα. Η άρνηση του κατηγορούμενου να ασκήσει τα δικαιώματα του καταγράφεται στο έντυπο που υπόγραψε, Τεκ. 1, και δεν υπήρχε λόγος συμπλήρωσης εκ νέου τέτοιου εντύπου ή εκ νέου καταγραφής της άρνησης του αυτής από τον ίδιο. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος διάβασε την κατάθεση του και συμπλήρωσε ιδιοχείρως το σχετικό λεκτικό που το επιβεβαιώνει. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου κατέθεσε ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος ανέφερε ότι την ημέρα που συνελήφθηκε και τον πήραν στον αστυνομικό σταθμό βρίσκονταν 3 - 4 άτομα μαζί του και επειδή δεν καταλάβαινε την κυπριακή διάλεκτο ζήτησε να έρθει κάποιος από την Ελληνική Πρεσβεία ή ένας δικηγόρος, η απάντηση όμως που έλαβε ήταν ότι θα βρει στο Δικαστήριο αυτόν που θέλει. Πριν αρχίσει η κατάθεση ο ίδιος επέμενε, όπως είπε, να συμβουλευτεί νομικό πρόσωπο ενώ οι αστυφύλακες του ζήτησαν να τους βοηθήσει και οι ίδιοι θα τον έδιωχναν στην Ελλάδα προσδιορίζοντας τον ανακριτή ως το πρόσωπο που του είπε ότι γνωρίζουν ότι δεν είναι δικά του τα πράγματα και να τους βοηθήσει να τον διώξουν. Ο κατηγορούμενος 1 αποδέχθηκε την υπογραφή στην κατάθεση του, έγγραφο «Χ» δηλώνοντας παράλληλα ότι διαφωνεί ριζικά με πολλά από τα γραφόμενα σ΄ αυτήν. Σε ερώτηση κατά πόσο διάβασε την κατάθεση που έγραψε ο ανακριτής ανέφερε «Σας είπα δεν βλέπω να διαβάσω από κοντά ούτε και να γράψω. Όπως βλέπετε τα γράμματα μου, δεν βλέπω από κοντά να διαβάσω, απλά τη διάβασε ο ίδιος αυτός που την έγραψε και γι΄ αυτό διαφωνώ». Κατά την αντεξέταση ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι ζήτησε να έρθει σε επαφή με τη Πρεσβεία της Ελλάδος και με δικηγόρο μόλις κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και μπήκαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Δέχθηκε ότι υπόγραψε στα γραφεία της ΥΚΑΝ το έντυπο Τεκ. 1, για το οποίο όμως, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «Δεν αμφισβητώ την υπογραφή που έχω βάλει σ΄ αυτό το χαρτί και δεν με ενδιέφερε να το διαβάσω, μου είπε ο αστυνομικός τι είναι, εγώ του ζήτησα πρεσβεία και νομικό πρόσωπο και ένα δικηγόρο πράγμα που δεν έγινε, για 15 μέρες στο τμήμα». Σε ερώτηση που του τέθηκε να διευκρινίσει ποια πρόσωπα του υποσχέθηκαν ότι θα τον βοηθούσαν να επιστρέψει στην Ελλάδα αναφέρθηκε στους αστυνομικούς που μπήκαν στο σπίτι και έλαβαν μέρος στην επιχείρηση, 6 - 7 αστυνομικούς και τον ανακριτή. Διευκρίνισε δε ότι κατά την καταγραφή της κατάθεσης ήταν μόνο ο ίδιος με τον ανακριτή. Ο κατηγορούμενος καθ΄ όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του επαναλάμβανε ότι η ευθύνη για ό,τι συνέβαινε στο σπίτι βάρυνε τον ίδιο και δεν συμφωνούσε με την κατάθεση και το παιχνίδι, όπως το απεκάλεσε του Μ1, ο οποίος ήθελε συγκατηγορουμένους. Το δικαίωμα ενός συλληφθέντα να τύχει των υπηρεσιών συνηγόρου της εκλογής του αναγνωρίζεται από το άρθρο 11.4 του Συντάγματος. Ο δε περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμος του 2005 (Ν. 163(Ι)/2005)προβλέπει για τα δικαιώματα προσώπων που συλλαμβάνονται και τελούν υπό κράτηση. Το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο και πληροφόρησης για το δικαίωμα προνοείται στο άρθρο
- Σε περιπτώσεις σύλληψης αλλοδαπών αυτοί έχουν το επιπρόσθετο δικαίωμα επικοινωνίας με την πρεσβεία της χώρας τους σύμφωνα με το άρθρο
- Τα μέλη της Αστυνομίας που διενεργούν τη σύλληψη υποχρεούνται να ενημερώσουν το συλληφθέντα για τα δικαιώματα του αμέσως μετά τη σύλληψη και εν πάση περιπτώσει προτού αρχίσει η ανάκριση του συλληφθέντα όπως προνοείται από το άρθρο
- Το άρθρο 9 του Νόμου αναφέρει ότι «αποτελεί υποχρέωση κάθε ανακριτή ή υπευθύνου ανακρίσεων σε σχέση με τις οποίες διενεργήθηκε σύλληψη να μεριμνά, ώστε να μην αρχίζει η ανάκριση του συλληφθέντος πριν από την πληροφόρηση ή και ενημέρωση που αναφέρονται στο άρθρο 7 και προτού ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα επικοινωνίας το οποίο έχει ζητήσει να ασκήσει.» Το άρθρο 11 του Νόμου προνοεί για τις καταγραφές στους ανακριτικούς φακέλους ως ακολούθως: «11.-
(1)(α) Σε κάθε περίπτωση που πρόσωπο που συλλαμβάνεται ζητά να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμά του σε επικοινωνία που αναφέρεται στα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 3 και στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 5 ή εμπίπτει σε σχέση με την άσκησή του στις διατάξεις του εδαφίου
(4)του άρθρου 3 ή του εδαφίου
(3)του άρθρου 5, το γεγονός καταγράφεται στο σχετικό ανακριτικό φάκελο, όπως επίσης και η ημερομηνία και ώρα κατά την οποία ασκήθηκε το δικαίωμα. Καταγράφεται επίσης κάθε περίπτωση κατά την οποία δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αμέσως μετά τη σύλληψη ή σε άλλο χρόνο που απαιτείται στις πιο πάνω διατάξεις, καθώς και οι λόγοι γι΄ αυτό. Σε περίπτωση που συλληφθείς δε ζητά να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματά του, συμπληρώνει ειδικό έντυπο, στο οποίο καταγράφονται τα δικαιώματα αυτά σε καταληπτή στο συλληφθέντα γλώσσα, και το γεγονός αυτό καταγράφεται στον ανακριτικό φάκελο από τον υπεύθυνο των ανακρίσεων και προσυπογράφεται από το συλληφθέντα και, σε περίπτωση άρνησης αυτού να προσυπογράψει, ο εν λόγω υπεύθυνος καταγράφει το γεγονός της άρνησης. (β) Σε περίπτωση που συλληφθείς, κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο (α), δε ζητά να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματά του, δεν αποστερείται του δικαιώματός του να τα ασκήσει στη συνέχεια, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της κράτησής του.
(2)Σε περίπτωση που πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνεται δεν πληροφορείται αμέσως μετά τη σύλληψη ή και προτού αρχίσει η ανάκρισή του τα δικαιώματά του σε επικοινωνία, όπως απαιτείται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 3 και στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 5, το γεγονός καταγράφεται στο σχετικό ανακριτικό φάκελο μαζί με τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε η εν λόγω πληροφόρηση.» Το έντυπο με τα δικαιώματα επικοινωνίας κρατουμένων (Τεκ. 1) είναι αποδεκτό από τον κατηγορούμενο ότι του δόθηκε, επεξηγήθηκε το περιεχόμενο του από τον Αστ. 3490 Γ. Γερολέμου και το υπόγραψε. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν το διάβασε και δεν του έδωσε σημασία, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του εγγράφου. Με αυτό το έγγραφο επεξηγούνται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για επικοινωνία με δικηγόρο της επιλογής του καθώς και με την πρεσβεία της χώρας προέλευσης του. Η δήλωση που περιλαμβάνεται στη δεύτερη σελίδα του εν λόγω εντύπου ότι έχει πληροφορηθεί για το δικαίωμα άσκησης των δικαιωμάτων του αλλά δεν επιθυμεί να τα ασκήσει, υπογράφεται από τον κατηγορούμενο και φέρει ημερομηνία και ώρα. Ακολουθεί η υπογραφή και σφραγίδα του ανακριτή. Με αυτά τα δεδομένα κρίνουμε ότι οι αστυνομικές αρχές έχουν συμμορφωθεί με την υποχρέωση τους για πληροφόρηση του κατηγορούμενου περί των δικαιωμάτων του επικοινωνίας. Όσον αφορά δε την εισήγηση που προέβαλε ακροθιγώς ο κ. Παυλίδης κατά την αγόρευση του, χωρίς να αποτελεί λόγο ένστασης, περί μη καταγραφής της θέσης του κατηγορουμένου 1 στους ανακριτικούς φακέλους σύμφωνα με το άρθρο 11, κρίνουμε ότι η ύπαρξη ως μέρους του φακέλου της αστυνομίας του πιο πάνω εντύπου, Τεκ. 1 στη μορφή που αυτό έχει, το οποίο παρουσιάστηκε από τον ανακριτή στο Δικαστήριο, ικανοποιεί τις απαιτήσεις της νομοθεσίας. Εγέρθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης, επίσης κατά το στάδιο της αγόρευσης του, ότι η πληροφόρηση αυτή του κατηγορούμενου έγινε πριν τη σύλληψη του δυνάμει του εντάλματος σύλληψης (Τεκ. 2) και πως θα έπρεπε να γίνει εκ νέου πληροφόρηση μετά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης και πριν του ληφθεί ανακριτική κατάθεση. Είναι γεγονός ότι το θέμα αυτό δεν αποτελούσε μέρος της ένστασης που υποβλήθηκε, όπως ορθά επεσήμανε η κα Ιωαννίδου. Παρά ταύτα, θεωρώντας ότι το θέμα είναι νομικό και στηρίζεται στα γεγονότα που αφορά η παρούσα δίκη εντός δίκης κρίνουμε ότι μπορεί να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο. Όπως προκύπτει από τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα εντός της οικίας της Πέτρου Ολυμπίου όταν κατά την έρευνα που διενεργήθηκε σ΄ αυτήν βρέθηκε σε ερμαράκι στην κουζίνα εντός κυλινδρικών δοχείων, ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης. Ακολούθως, κατά την εξέλιξη της έρευνας ανευρέθηκαν και άλλες ποσότητες ξηρής φυτικής ύλης, σπόρων και φυτών, όπως λεπτομερώς αναφέρεται στην κατάθεση του Αστ.
- Όταν περατώθηκε η έρευνα και ο κατηγορούμενος διακομίστηκε στον αστυνομικό σταθμό υπέγραψε το έντυπο με τα δικαιώματα κρατουμένων προσώπων (Τεκ. 1) και μετά ακολούθησε η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης του. Συγκεκριμένα το Τεκ. 1 συμπληρώθηκε στις 30.3.2010 και ώρα 21.15 ενώ το ένταλμα σύλληψης (Τεκ. 2) εκτελέστηκε στις 31.3.2010 και ώρα 01.00, η δε επίδικη κατάθεση λήφθηκε στις 31.3.2010 μεταξύ των ωρών 01.25 - 02.
- Κρίνουμε ότι η πληροφόρηση του κατηγορουμένου περί των δικαιωμάτων του, μετά που αυτός συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα, έστω για την αρχικά ανευρεθείσα ποσότητα της ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, και αφού αυτός διακομίστηκε στον αστυνομικό σταθμό, έγινε σύμφωνα με τη συνταγματική και νομοθετική επιταγή όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω. Δεν κρίνουμε ότι απαιτείτο να γίνει εκ νέου πληροφόρηση του κατηγορούμενου μετά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, κυρίως στην απουσία ισχυρισμού ότι στο μεταξύ αφέθηκε ελεύθερος. Άλλωστε η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης θα οδηγούσε στην παραδοξότητα να επεξηγούνται κατ΄ επανάληψη τα ίδια δικαιώματα για αχρείαστο λόγο. Αυτό που επιδιώκεται να διασφαλιστεί με τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες είναι η πληροφόρηση του κατηγορουμένου για το δικαίωμα του να επικοινωνήσει με δικηγόρο της επιλογής του και, στην παρούσα περίπτωση, με την πρεσβεία της χώρας του. Αυτή η πληροφόρηση είναι αποδεκτό ότι έγινε και προηγήθηκε της λήψης της κατάθεσης. Βέβαια η ένσταση επεκτείνεται και στο ότι ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να επικοινωνήσει με δικηγόρο και με την πρεσβεία της Ελλάδος και οι ανακριτικές αρχές του αρνήθηκαν, θέση που απορρίφθηκε από την κατηγορούσα αρχή και τον ανακριτή της υπόθεσης Αστ.
- Εξέταση αυτής της πτυχής της ένστασης απαιτεί την αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας. Σημειώνεται η νομική αρχή όπως καθιερώθηκε από τη νομολογία, ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν πρέπει το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα για την αξιοπιστία των μαρτύρων, ιδιαίτερα αν αυτά είναι τέτοια που δυνατό να επηρεάσουν την υπεράσπιση του κατηγορούμενου στην κυρίως δίκη. Θα προχωρήσουμε στην εξέταση της μαρτυρίας με πλήρη επίγνωση των αρχών που διέπουν την αντίκρυση αυτής στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το Δικαστήριο πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην αντιμετώπιση της μαρτυρίας και τα ευρήματα αξιοπιστίας στην δίκη εντός δίκης. Δεν πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να προδικάζουν τα ευρήματα της κυρίως δίκης, ιδιαίτερα σε σχέση με τον κατηγορούμενο (βλ. Petri v Police
(1968)2 CLR 40). Έχουμε συνεπώς εξετάσει με προσοχή τη σχετική μαρτυρία και έχουμε προβεί σε μια πλατιά θεώρηση των γεγονότων και περιστατικών λήψης της επίδικης κατάθεσης, έχοντας υπόψη και τις εισηγήσεις και θέσεις που οι συνήγοροι έχουν προωθήσει στις αγορεύσεις τους χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε επιχείρημα (βλ. Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Λαμβάνοντας υπόψη αφ΄ ενός τη σαφήνεια με την οποία ο Αστ. 3490 εξήγησε τα διαδραματισθέντα και από την άλλη την ασάφεια και αοριστία της μαρτυρίας του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με την υπογραφή του Τεκ. 1, η οποία κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ακολούθησε του προφορικού του αιτήματος για επικοινωνία με δικηγόρο και την πρεσβεία της Ελλάδος, δεν έχουμε καμία αμφιβολία στο μυαλό μας ότι τα γεγονότα εξελίχθησαν όπως τα ανέφερε ο Αστ. 3490 και ότι σε κανένα στάδιο πριν τη λήψη της επίδικης κατάθεσης ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε να επικοινωνήσει με δικηγόρο ή με την Ελληνική Πρεσβεία. Αποτελεί επίσης εισήγηση της υπεράσπισης ότι η ανακριτική κατάθεση που έδωσε ο κατηγορούμενος ήταν το αποτέλεσμα υποσχέσεων που του έγιναν από την αστυνομία ότι δεν θα διώκετο και θα επέστρεφε στην Ελλάδα. Σημειώνουμε ότι η ανακριτική αυτή κατάθεση περιέχει ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του κατηγορουμένου καθώς και των συγκατηγορουμένων του και συνακόλουθα η ένσταση της υπεράσπισης ως προς αυτό το μέρος, άπτεται της θεληματικότητας της. Αναφορικά με το θέμα θεληματικότητας μιας κατάθεσης το βάρος απόδειξης είναι στην κατηγορούσα αρχή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η κατάθεση και η ομολογία δόθηκε με την θέληση του κατηγορούμενoυ και το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. R. v Phaedonos and others, 22 CLR 21, Kokkinos v Police
(1967)2 CLR 217, Petri v Police (πιο πάνω), Ioannides v Republic
(1968)2 CLR 169, Vrakas and another v Republic
(1973)2 CLR 139, Azinas and another v Police
(1981)2 CLR 9 και Fournides v Republic
(1986)2 CLR 73). Στην Κύπρο, τα Δικαστήρια ευνοούν μια πιο ευρεία έρευνα για να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει ληφθεί μια κατάθεση, παρά το ότι γίνεται στην Αγγλία. (βλ. Criminal Procedure in Cyprus των Α.Ν. Λοίζου και Γ. Πική, σελ. 140-142). Αν από την έρευνα του Δικαστηρίου φανεί ότι η ομολογία (προφορική ή γραπτή) λήφθηκε κάτω από ύποπτες ή ανεξακρίβωτες περιστάσεις, αυτή δεν θα γίνει αποδεκτή (Fournides v Republic (πιο πάνω). Για την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σχετική είναι και η υπόθεση Σάκκος ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 510, στην οποία και πάλι τονίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διστάσει να αποκλείσει μια κατάθεση αν μετά την εξέταση όλων των γεγονότων που την περιβάλλουν παραμένουν υποψίες (βλ. και συγγράμματα Απόδειξη του Ηλιάδη Archbold Criminal Pleading and Evidence, 41η έκδοση). Στην υπόθεση Ioannides v Republic (ανωτέρω), αναφέρεται ότι πρέπει να εξετάζονται όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη λήψη της κατάθεσης και αν ακόμη η πλάστιγγα της αξιοπιστίας κλίνει εναντίον του κατηγορούμενου και υπέρ της αστυνομίας, δύναται το Δικαστήριο να αποφασίσει ότι με βάση το σύνολο των ενώπιον του στοιχείων δεν θα ήταν ασφαλές να δεχθεί την κατάθεση. Οι αρχές που διέπουν την δεκτότητα μιας κατάθεσης που φέρεται ως ομολογία έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Imbrahim v R.
(1914)A.C. 599 στη σελ. 609 ως εξής: "A statement is not voluntary if it had been obtained either by fear of prejudice or hope of advantage, the fear being exercised by or the hope being held out by a person in authority". Στο σύγγραμμα Archbold (πιο πάνω) παράγραφοι 1381 και επόμενες, αναφέρεται ότι η παρότρυνση και ή άλλη παρακίνηση, υπόσχεση ή απειλή θα πρέπει να γίνεται από πρόσωπο εξουσίας και να ήταν η αιτία που επηρέασε τον κατηγορούμενο να ομολογήσει. Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως η δεκτότητα μιας κατάθεσης «είναι θέμα δικαστικής διακριτικής ευχέρειας που ασκείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Είναι εξίσου ανοικτό για το Δικαστήριο να απορρίψει μια ομολογία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης έστω και αν είναι θεληματική και αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες πάρθηκε η κατάθεση σε μια συγκεκριμένη υπόθεση», όπως λέχθηκε στην Ioannides v Republic (πιο πάνω). Στην υπόθεση R. v. Prager
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι «καταπιεστική ανάκριση είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά περιλαμβανομένης και της κράτησης, δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορούμενου έτσι που η θέληση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός». Στην ίδια βάση αξιολόγησης των ισχυρισμών του Αστ. 3490 και του κατηγορούμενου, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, κρίνουμε και τις αντίστοιχες θέσεις τους ως προς το θέμα αυτό. Έχουμε πειστεί από τα όσα ανέφερε ο Αστ. 3490 ότι καμία υπόσχεση δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο για να εξασφαλιστούν τα λεγόμενα του στην εν λόγω κατάθεση. Συνεπώς κρίνουμε ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση στον κατηγορούμενο, ούτε του δόθηκαν οποιεσδήποτε υποσχέσεις, είτε από τον Αστ. 3490, είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, ώστε να επηρεαστεί η ελεύθερη βούληση του και να καταστεί η λήψη της επίδικης κατάθεσης επιλήψιμη καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω κρίνουμε ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη θεληματικότητα και το νομότυπο της λήψης της επίδικης ανακριτικής κατάθεσης. Περαιτέρω κρίνουμε ότι στην παρούσα υπόθεση δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε περίσταση ώστε να ασκήσουμε την εξουσία μας για αποκλεισμό της κατάθεσης και νιώθουμε απόλυτα ασφαλείς ότι η αποδοχή της δεν οδηγεί σε οποιαδήποτε αδικία για τον κατηγορούμενο. Η ένσταση απορρίπτεται. Η κατάθεση, έγγραφο «Χ», κατατίθεται ως κανονικό τεκμήριο. Υπ.) ............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Criminal/Assize/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση-Δίκη εντός Δίκης 2 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο