Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hasan Hamam Al Abouch κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15628/08, 19 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B9 Αρ. Υπόθεσης: 15628/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Hasan Hamam Al Abouch, από την Συρία
- Ahmad Hamam Al Abouch, από την Συρία
- Mohamad Hasan Al Abouch, από την Συρία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2011 Για την αστυνομία: κος Αργυρού. Για κατηγορούμενους 2 & 3: κος Πούλλος. Κατηγορούμενοι 2 & 3: Παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η (για κατηγ. 2 & 3) Οι κατηγορούμενοι 2 & 3 αντιμετωπίζουν την 2η και 3η κατηγορία που αφορούν αντίστοιχα τα αδικήματα του τραυματισμού και της εγκληματικής επέμβασης κατά παράβαση των άρθρων 234(α) και 280 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, στις 11 Αυγούστου 2008 στην Λεμεσό, εισήλθαν παράνομα στην οικία του συμπατριώτη τους Abdulghani Alissa από την Συρία και τον τραυμάτισαν. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει την 4η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης διαμονής στην Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 19.1(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105). Ο κατηγορούμενος 1, παραδέχθηκε ενοχή στην 1η κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης διαμονής στην Δημοκρατία και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης. Αντιθέτως οι κατηγορούμενοι 2 & 3 δεν παραδέχθηκαν ενοχή στις υπόλοιπες κατηγορίες. Ως εκ τούτου, η υπόθεση προχώρησε για ακρόαση στις κατηγορίες 2, 3 και 4 που αφορούν τους κατηγορουμένους 2 &
- Μαρτυρία Θα παραθέσω πιο κάτω σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 3075 Αλέξανδρος Κωνσταντίνου. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 1), ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης του τραυματισμού του παραπονουμένου Abdulghani Alissa από την Συρία, αιτητή πολιτικού ασύλου. Ο παραπονούμενος κατονόμασε ως δράστες τους τρεις κατηγορούμενους που είναι ομοεθνείς του και συγγενικά του πρόσωπα. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 1 & 2 ηλικίας 42 και 26 ετών αντίστοιχα, είναι θείοι του ενώ ο κατηγορούμενος 3 ηλικίας 17 ετών, είναι ανιψιός του. Ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ο οι τρεις κατηγορούμενοι τον επισκέφθηκαν στις 11.8.2008 γύρω στις 20.30 έξω από την οικία του, επιβαίνοντας στο αυτοκίνητο του πρώτου με αρ. εγγραφής ΕΥΑ
- Ακολούθως οι κατηγορούμενοι 2 & 3 εξήλθαν του αυτοκινήτου, εισήλθαν στην αυλή του σπιτιού του παραπονουμένου και με την χρήση μαχαιριού, τον τραυμάτισαν στην πλάτη. Στην συνέχεια εγκατέλειψαν με το πιο πάνω αυτοκίνητο το μέρος προς άγνωστη κατεύθυνση. Εναντίον των κατηγορουμένων εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης ενώ ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε θλαστικό τραύμα 3 εκατοστών περίπου στο κάτω μέρος του ημιθωρακίου. Εισήχθη στο τμήμα εντατικής παρακολούθησης για περαιτέρω νοσηλεία. Ο μάρτυρας στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, μετέβη στην σκηνή μαζί με τον αστυφύλακα 2762 Πιττάλη. Από προκαταρκτική εξέταση διαπίστωσε ότι υπήρχαν κηλίδες αίματος έξω από την πόρτα εισόδου της κατοικίας καθώς και στον τοίχο. Πήρε ανακριτική κατάθεση από τον 1ο κατηγορούμενο. Στην συνέχεια συνελήφθη ο 2ος κατηγορούμενος ο οποίος του υπέδειξε κατόπιν δικής του επιθυμίας, ανοιχτό χωράφι απέναντι από την οικία του παραπονούμενου. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο με την βοήθεια διερμηνέα, αυτός ανέφερε «είναι το χωράφι που επέταξα το μαχαιράκι με το οποίο τραυμάτισα τον ανιψιό μου». Ακολούθως στα γραφεία του ΤΑΕ, έλαβε θεληματική κατάθεση από τον 2ο κατηγορούμενο με την βοήθεια διερμηνέα. Στα πλαίσια των εξετάσεων για διαλεύκανση της υπόθεσης, λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα από τους τρεις κατηγορουμένους για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων σε σχέση με τα παραληφθέντα τεκμήρια από την σκηνή του τραυματισμού. Επιπλέον, στις 18.8.2008 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον 3ο κατηγορούμενο με την βοήθεια διερμηνέα της Αραβικής γλώσσας. Ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο, κατάλογο τεκμηρίων που βρέθηκαν στην σκηνή του εγκλήματος. Κατατέθηκαν επίσης, παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τους κατηγορουμένους, δύο μαχαίρια, η θεληματική κατάθεση του κατηγορουμένου 2, η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 3 καθώς και δέσμη 17 φωτογραφιών της σκηνής του εγκλήματος. Επιπλέον κατατέθηκε ως τεκμήριο, έντυπο υπόδειξης σκηνών που έγινε από τον κατηγορούμενο
- Στην θεληματική του κατάθεση (τεκμ. 13), ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι στις 11.8.2008 πληροφορήθηκε από ομοεθνείς του ότι ο παραπονούμενος κατηγορεί τόσο τον ίδιο όσο και τον αδελφό του ότι είναι απατεώνες, ξεγελούν τον κόσμο και του παίρνουν τα χρήματα του. Τηλεφώνησε στον παραπονούμενο για να ζητήσει εξηγήσεις αλλά αυτός άρχισε να τον βρίζει και του έκλεισε το τηλέφωνο. Έτσι μαζί με τον κατηγορούμενο 3 που είναι γιος του αδελφού του, πήραν ένα μοτοποδήλατο και πήγαν στο σπίτι του παραπονουμένου για να τους δώσει εξηγήσεις. Έφτασαν εκεί γύρω στις 7.30 μμ αλλά ο παραπονούμενος απουσίαζε από το σπίτι. Ζήτησε από την γυναίκα του να του τηλεφωνήσει για να έρθει προκειμένου να εξηγηθούν. Τους είπε τηλεφωνικά ότι θα ερχόταν σε πέντε λεπτά αλλά πέρασε μισή ώρα χωρίς να φανεί. Ως εκ τούτου, αποχώρησε από το μέρος μαζί με τον κατηγορούμενο
- Προτού φτάσουν στο σπίτι τους, τον πήρε τηλέφωνο ο παραπονούμενος και του είπε να πάει για να μιλήσουν. Επέστρεψαν στο μέρος όπου είδε σταθμευμένα στην αυλή της οικίας του παραπονουμένου, τρία αυτοκίνητα και έξω από την κουζίνα κάθονταν περίπου έξι άτομα. Ο ίδιος δεν ήθελε να μπει στο σπίτι και φώναξε στον παραπονούμενο να βγει έξω να μιλήσουν. Τότε αυτός άρχισε να τον βρίζει ενώ στην συνέχεια πήρε ένα σίδερο και αφού ήρθε προς το μέρος τους, τους το πέταξε με αποτέλεσμα να κτυπήσει τον μάρτυρα στο δεξί πόδι. Την ίδια στιγμή, τα άλλα άτομα που βρίσκονταν στο μέρος ήρθαν κοντά τους, κάποιοι με σκοπό να τους χωρίσουν ενώ ένας άλλος πήγε να τον αρπάξει. Ο ίδιος αντέδρασε και τότε άρχισε να κτυπιέται με τον παραπονούμενο. Στον καυγά επενέβη και ο κατηγορούμενος 3 γιατί είδε ότι οι άλλοι ήταν πολλοί. Επειδή δεν τα έβγαζε πέρα, με σκοπό να γλυτώσει έβγαλε από την δεξιά του τσέπη τον νυχοκόπτη του, οποίος έχει πάνω λεπίδα και προσπαθώντας να αμυνθεί, τον κάρφωσε στο σώμα του παραπονουμένου. Όταν είδε ότι τα χέρια του είχαν γεμίσει αίματα, προσπάθησε να ξεφύγει ενώ την ίδια στιγμή ο παραπονούμενος πήρε μια καρέκλα και τον κτύπησε. Αφού κατάφερε να ξεφύγει, έτρεξε μέσα στα χωράφια και πήδηξε πάνω από τα τέλια, κρατώντας ακόμα στο χέρι του τον νυχοκόπτη. Στην συνέχεια πέταξε με δύναμη τον νυχοκόπτη μέσα σε ένα ανοικτό χωράφι. Την ίδια ώρα έτρεξε μαζί του και ο κατηγορούμενος 3, εξερχόμενος από την είσοδο του σπιτιού του παραπονούμενου. Επιβιβάστηκαν στο μοτοποδήλατο τους και κατάφεραν να ξεφύγουν ενώ τα πρόσωπα που βρίσκονταν στο σπίτι τους κυνηγούσαν. Τέλος, απολογήθηκε για ότι έγινε αναφέροντας ότι δεν είχε πρόθεση να τραυματίσει τον παραπονούμενο και το έκαμε μόνο με σκοπό να αμυνθεί. Ο κατηγορούμενος 3, στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμ.14), αναφέρει ότι βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο. Ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος 1 που είναι πατέρας του δεν διατηρούν καλές σχέσεις παρότι είναι συγγενείς. Αυτό γιατί ο παραπονούμενος κατηγόρησε ψευδώς τον πατέρα του ότι πουλά γυναίκες για σεξ επί πληρωμή σε ομοεθνείς τους. Στην συνέχεια, ο κατηγορούμενος 3 υιοθετεί με την κατάθεση του την εκδοχή του θείου του κατηγορουμένου 2 ως προς τις συνθήκες μετάβασης τους στην οικία του παραπονουμένου με την μοτοσικλέτα του πατέρα του. Πρόσθεσε μόνο ότι επειδή δεν ήξεραν κατά πόσον η συζήτηση θα είχε άσχημη εξέλιξη, άφησαν την μοτοσικλέτα έξω από το σπίτι για να μην υποστεί ζημιές σε περίπτωση που συμβεί κάτι. Υιοθετεί επίσης την εκδοχή του κατηγορουμένου 2 ως προς το πως εξελίχθηκε το επεισόδιο σημειώνοντας ότι δεν πρόσεξε κατά τον καυγά τον θείο του να χρησιμοποιεί μαχαίρι εναντίον του παραπονουμένου. Ωστόσο δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί κατά την αποχώρηση τους από την οικία, αυτός εξήλθε από την κύρια είσοδο της αυλής ενώ ο θείος του κατηγορούμενος 2, πήδηξε από τα τέλια της περίφραξης. Ο Μ.Κ.1 στην αντεξέταση του από τον συνήγορο υπεράσπισης ανέφερε ότι έγιναν επιστημονικές εξετάσεις όσον αφορά τα μαχαίρια που βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν αυτά να συνδεθούν με το έγκλημα. Διερευνήθηκαν οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι τους επιτέθηκε πρώτος ο παραπονούμενος. Σύμφωνα όμως με τις μαρτυρίες πολλών προσώπων που βρίσκονταν στην σκηνή, ήταν οι κατηγορούμενοι που επιτέθηκαν στον παραπονούμενο και όχι το αντίθετο. Ο παραπονούμενος δεν κατηγορήθηκε γιατί η αστυνομία δεν διερευνούσε αδίκημα συμπλοκής. Το επεισόδιο έγινε στην οικία του παραπονουμένου, ο οποίος ήταν το θύμα επίθεσης και τραυματισμού. Ο κατηγορούμενος 2, του υπέδειξε χωράφι στο οποίο πέταξε το μαχαίρι που χρησιμοποίησε, πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατόν να εξευρεθεί παρά τις εξετάσεις της αστυνομίας. Επίσης, ο κατηγορούμενος 2 αναφέρθηκε σε μικρό μαχαιράκι που υπάρχει στους νυχοκόπτες. Ο γιατρός όμως που εξέτασε το τραύμα του παραπονουμένου, ανέφερε ότι αυτό δεν θα μπορούσε να προκληθεί από μαχαίρι με αυτές τις διαστάσεις. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο αστυφύλακας 2608 Γιώργος Σωφρονίου της ΥΑΜ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 19), κλήθηκε από το ΤΑΕ Λεμεσού να ελέγξει το καθεστώς διαμονής στην Δημοκρατία ορισμένων αλλοδαπών μεταξύ των οποίων και των τριών κατηγορουμένων και του παραπονουμένου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναγράφονται στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή της Υ.Α.Μ, ο παραπονούμενος βρίσκεται στην Κύπρο νόμιμα ως αιτητής πολιτικού ασύλου μαζί με την σύζυγο του και τα τρία ανήλικα παιδιά τους. Οι κατηγορούμενοι 1 & 2 υπέβαλαν αίτηση πολιτικού ασύλου η οποία απορρίφθηκε ενώ ο 3ος κατηγορούμενος δεν εντοπίζεται στον κατάλογο αφιξοαναχωρήσεων στην Δημοκρατία. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι από την στιγμή που ο κατηγορούμενος 3 δεν εντοπίζεται στον κατάλογο αφιξοαναχωρήσεων, έπεται ότι εισήλθε και διαμένει παράνομα στην Δημοκρατία. Επιπλέον διαπιστώθηκε ότι δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια προκειμένου να εγγραφεί ως αλλοδαπός και να διευθετήσει την παραμονή του στην Δημοκρατία. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο αστυφύλακας 2061 του ΤΑΕ Λεμεσού Δημήτρης Σαζός. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 20), είναι τοποθετημένος στον κλάδο δακτυλοσκοπίας και φωτογραφίας του ΤΑΕ. Στις 11.8.2008 και ώρα 23.20, φωτογράφησε την σκηνή του επίδικου εγκλήματος. Διενήργησε επίσης δειγματοληψίες από κηλίδες αίματος στην περίφραξη της οικίας, στον τοίχο της κατοικίας, στο δεξί ξύλινο χέρι πολυθρόνας που βρισκόταν στην αυλή της οικίας καθώς και στο δάπεδο της αυλής. Ακολούθως, ο μάρτυρας αναγνώρισε την δέσμη φωτογραφιών (τεκμ. 15) ως αυτές που τράβηξε στην σκηνή του εγκλήματος καθ' υπόδειξη του ανακριτή της υπόθεσης. Τις δειγματοληψίες, τις παρέδωσε στον ανακριτή της υπόθεσης χωρίς να γνωρίζει όμως ποιο ήταν το αποτέλεσμα των επιστημονικών εξετάσεων. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Fathi El Jundi. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία, κατάγεται από τον Λίβανο και βρίσκεται νόμιμα στην Δημοκρατία αφού είναι παντρεμένος με Κυπρία. Πριν από δέκα μήνες περίπου, γνωρίσθηκε με τον παραπονούμενο. Άρχισαν να κάνουν παρέα και έτυχε να πάει μερικές φορές σπίτι του. Στις 11.8.2008 και περί ώρα 19.30, ο παραπονούμενος ήρθε με το αυτοκίνητο του και τον πήρε από την δουλειά και πήγαν μαζί σπίτι του για καφέ. Έφτασαν στο σπίτι του γύρω στις 20.00 και κάθισαν έξω στην αυλή. Εκεί είχε ακόμη ένα πρόσωπο από την Συρία που είναι συγγενής της γυναίκας του παραπονουμένου. Μετά από δέκα λεπτά περίπου, κτύπησε το τηλέφωνο του παραπονουμένου και τον άκουσε που μιλούσε νευριασμένος στα Αραβικά και να λέει «Ελάτε μέσα». Αμέσως μετά ήρθαν δύο άτομα, πολύ γρήγορα σαν σφαίρα και άρχισαν να κτυπούν τον παραπονούμενο. Έγιναν όλα πολύ γρήγορα και πρόσεξε ότι τα δύο αυτά πρόσωπα, κρατούσαν μαχαίρια. Το φως της λάμπας που ήταν έξω στην αυλή ήταν χαμηλό και δεν μπόρεσε να διακρίνει το είδος του μαχαιριού. Όλα έγιναν γρήγορα και δεν μπόρεσε να καταλάβει αν τα πρόσωπα αυτά κτύπησαν τον παραπονούμενο με τα χέρια τους ή με τα μαχαίρια. Είδε όμως που τον έσπρωξαν προς τα πίσω, μέχρι τον τοίχο του σπιτιού του, δίπλα από την πόρτα. Μετά τα πρόσωπα αυτά έτρεξαν να φύγουν και τότε ο παραπονούμενος έτρεξε πίσω τους αλλά σταμάτησε. Τότε πρόσεξε ότι είχε αίμα πίσω από την πλάτη του και του το ανέφερε. Στην συνέχεια με την βοήθεια του συγγενούς της γυναίκας του, τον έβαλαν στο αυτοκίνητο του και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Στο δρόμο, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι πονούσε στην πλάτη. Δεν τον ρώτησε ποιοι ήταν αυτοί που τον κτύπησαν. Πριν τον τραυματίσουν, του είπε όταν έκλεισε το τηλέφωνο ότι μιλούσε με τον θείο του. Εκεί στο νοσοκομείο, έφτασαν αστυνομικοί και τον ρώτησαν μέσω του μάρτυρος που μιλά Ελληνικά, ποιοι τον κτύπησαν και για πιο λόγο. Τότε αυτός τους είπε ότι ο ένας ήταν ο θείος του και ο άλλος εξάδελφος του. Ο λόγος που τον κτύπησαν ήταν γιατί οι γονείς του θείου του, έμαθαν ότι αυτός πήγαινε σε καμπαρέ στην Κύπρο και ο θείος του υποψιαζόταν ότι αυτός το είπε στους γονείς του. Ο ένας από τους δύο ήταν ύψους 1.70 περίπου, κανονικής σωματικής διάπλασης, πολύ μελαχρινός, με κοντά μαύρα μαλλιά, ηλικίας 25 - 30 ετών περίπου. Φορούσε μπλε φανέλα και τζιν μπλε παντελόνι. Τον άλλο δεν τον πρόσεξε πολύ καλά. Θυμάται μόνο ότι ήταν ηλικίας περίπου 25 χρονών και φορούσε κοντό παντελόνι χρώματος κόκκινου. Ο μάρτυρας σε συμπληρωματική του κατάθεση (τεκμ. 22), αναφέρει ότι στις 16.8.08, ένας φίλος του που τον είχε ενημερώσει προηγουμένως για το συμβάν, του είπε ότι ο κατηγορούμενος 3 ψάχνει τρόπο για να μεταβεί στην Πάφο. Ο μάρτυρας του είπε ότι θα κανονίσει ταξί για να τον παραλάβει στον κυκλικό κόμβο Αγίου Νικολάου γύρω στις 7.30 το απόγευμα. Ταυτόχρονα ειδοποίησε το ΤΑΕ Λεμεσού. Μετά από 1 - 2 ώρες περίπου, του τηλεφώνησαν από την αστυνομία και του είπαν ότι συνέλαβαν τον κατηγορούμενο 3, ευχαριστώντας τον για την βοήθεια του. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας αναγνώρισε στα πρόσωπα των κατηγορουμένων 2 & 3, τα άτομα που επιτέθηκαν στον παραπονούμενο, το επίδικο βράδυ. Πριν το επεισόδιο δεν γνώριζε όπως είπε τα πιο πάνω πρόσωπα. Το συμβάν διήρκησε όπως είπε περίπου ενάμιση λεπτό από την στιγμή της εισόδου των δύο κατηγορουμένων στην οικία μέχρι και την αποχώρηση τους. Όταν ο παραπονούμενος μιλούσε στο τηλέφωνο πριν το επεισόδιο, αντιλήφθηκε ότι ήταν νευριασμένος. Τον ρώτησε τι συμβαίνει και αυτός του απάντησε ότι μιλούσε με συγγενείς του και όταν έλθουν να μην σηκωθεί. Τον άκουσε όμως να τους λέει να περάσουν μέσα. Αυτοί όμως μπήκαν φουριόζοι στο σπίτι. Ήταν φανερό ότι είχαν ως στόχο τον παραπονούμενο και όχι οποιονδήποτε άλλο. Την στιγμή εκείνη στην αυλή, εκτός από τον ίδιο και τον παραπονούμενο ήταν ακόμα δύο άτομα, ένας εκ των οποίων πρέπει να ήταν συγγενής του παραπονουμένου. Μέσα στο σπίτι, βρισκόταν η σύζυγος του παραπονουμένου με τα παιδιά της. Πρόσεξε ότι οι κατηγορούμενοι κρατούσαν μαχαίρια. Παρότι δεν είχε πολύ φως, αντιλήφθηκε όπως είπε την λάμψη των μαχαιριών. Είδε τον παραπονούμενο να σηκώνεται και από τον φόβο του έκαμε κίνηση προς τα πίσω. Πήρε ένα κομμάτι σίδερο από το έδαφος και τους το πέταξε, όχι για να τους κτυπήσει όπως είπε αλλά για να τους φοβερίσει. Τότε αυτοί τον έπιασαν και τον στρίμωξαν στον τοίχο μπροστά στο παράθυρο όπου φαίνονται και οι κηλίδες αίματος στις φωτογραφίες (τεκμ. 15). Στην συνέχεια, έφυγαν τρέχοντας όχι από την είσοδο αλλά από την περίφραξη. Ο παραπονούμενος έτρεξε για λίγο από πίσω τους και τότε ο μάρτυρας πρόσεξε το αίμα στην πλάτη του. Στην αντεξέταση, επανέλαβε ότι ο φωτισμός στην σκηνή ήταν χαμηλός. Μπορούσε να διακρίνει όμως από απόσταση 2 - 3 μέτρων τι γινόταν. Είδε τους κατηγορούμενους να κρατούν μαχαίρια χωρίς όμως να μπορεί να τα περιγράψει. Δεν ήταν πολύ μεγάλα, μπορούσε όμως να διακρίνει την λάμψη των μαχαιριών. Αρνήθηκε επίσης ότι επρόκειτο για νυχοκόπτη και ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για μεγαλύτερο μαχαίρι από αυτό που έχει ένας συνήθης νυχοκόπτης. Του υποβλήθηκε ότι ο παραπονούμενους κάλεσε του δύο κατηγορουμένους να εισέλθουν στην οικία και ως εκ τούτου αυτοί δεν εισήλθαν αυθαίρετα. Απάντησε ότι τον άκουσε να τους λέει στο τηλέφωνο «ελάτε μέσα», με την έννοια ότι τους προσκαλούσε να συζητήσουν και όχι για να τσακωθούν. Αντιθέτως, αυτοί του επιτέθηκαν και τον κτύπησαν αμέσως με την είσοδο τους στην οικία χωρίς προειδοποίηση. Ως Μ.Κ.5, κατάθεσε ο παραπονούμενος Abdulghani Alissa. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.23) ενώ είναι συγγενής με τους τρεις κατηγορούμενους δεν είχε καλές σχέσεις μαζί τους γιατί από ότι ήξερε, έκαναν ύποπτες δουλειές. Συγκεκριμένα ο θείος του κατηγορούμενος 1, κανόνιζε γυναίκες σε άλλους ομοεθνείς τους για αγοραίο έρωτα. Υπήρξαν συζητήσεις σε σχέση με αυτό το θέμα και σε κάποιο στάδιο όπως είπε, τον απείλησαν προκειμένου να σταματήσει να διαδίδει αυτά τα πράγματα για τους κατηγορούμενους. Στις 14.8.2008 γύρω στις 5:00 το απόγευμα, τον πήρε τηλέφωνο ο θείος του κατηγορούμενος 2 και του είπε ότι άκουσε από άλλους ομοεθνείς τους ότι διαβάλλει τον ίδιο και τους άλλους δύο κατηγορούμενους, λέγοντας ότι ασχολούνται με παράνομες δουλειές. Άρχισαν να συζητούν στο τηλέφωνο και να βρίζονται. Τότε ο παραπονούμενος νευρίασε και του το έκλεισε. Γύρω στις 8:00 το βράδυ της ίδιας ημέρας, οδηγούσε το αυτοκίνητο του κοντά στο κέντρο της πόλης της Λεμεσού. Μαζί του βρισκόταν ένας φίλος του από το Λίβανο (Μ.Κ.4). Κατευθύνονταν προς το σπίτι του όταν τον πήρε τηλέφωνο η γυναίκα του και του είπε ότι στο σπίτι εκείνη την ώρα, βρισκόταν ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον ανιψιό του κατηγορούμενο 3 και ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν πολύ θυμωμένος. Η γυναίκα του, του ζήτησε να πάει σπίτι και τότε αυτός της είπε να πει στον κατηγορούμενο 2 να περιμένει και θα έφθανε σε 5 λεπτά. Ωστόσο επειδή πέρασαν πρώτα από το σπίτι του Μ.Κ.4 και έβαλε επίσης βενζίνη στο αυτοκίνητο, πέρασε περίπου μισή ώρα μέχρι να πάει στο σπίτι του. Όταν έφθασε εκεί, η γυναίκα του τον πληροφόρησε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν φύγει. Φθάνοντας στο σπίτι, βρήκε άλλους δύο φίλους του, οι οποίοι πήγαν για επίσκεψη για να δουν το μικρό του παιδί που γεννήθηκε πρόσφατα. Μόλις έφθασε στο σπίτι, πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο 2 και του είπε ότι επέστρεψε και τον περίμενε. Αυτός του ανέφερε ότι βρισκόταν λίγο πιο κάτω από το σπίτι και ότι θα ερχόταν σε λίγο. Δεν του φάνηκε να ήταν θυμωμένος στο τηλέφωνο. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, κατευθύνθηκε πεζός προς την καγκελόπορτα που είναι η είσοδος της οικίας του. Αφού έφθασε εκεί, αντιλήφθηκε λίγα μέτρα νοτιότερα του σπιτιού σταθμευμένο γύρω στα 20 - 30 μέτρα, ένα αυτοκίνητο που του φάνηκε ότι ήταν του κατηγορούμενου
- Μέσα σε αυτό, διέκρινε να κάθονται τρία πρόσωπα αφού ήταν σταματημένο ακριβώς κάτω από πάσαλο της ηλεκτρικής, πλην όμως δεν μπορούσε λόγω και της απόστασης να διευκρινίσει την ταυτότητα τους. Όταν επέστρεψε πίσω στο σπίτι και συγκεκριμένα έξω από την κουζίνα της αυλής όπου κάθονταν οι φίλοι του, άκουσε τον κατηγορούμενο 2 να τον φωνάζει για να πάει έξω να μιλήσουν. Γύρισε πίσω και τον είδε να βρίσκεται ήδη στην αυλή του σπιτιού μαζί με τον κατηγορούμενο
- Τους ζήτησε να κάτσουν μέσα μαζί με τους υπόλοιπους στην αυλή. Αυτοί αρνήθηκαν και άρχισαν να φωνάζουν σε έντονο ύφος, βρίζοντας τον και λέγοντας του να βγει έξω να μιλήσουν για να μην ακούσουν οι άλλοι την συνομιλία. Ο ίδιος τότε θύμωσε επειδή είχε ξένους και δεν ήθελε να γίνει φασαρία. Είπε στον κατηγορούμενο 2 να φύγει ενώ ταυτόχρονα πήρε από κάτω ένα σίδερο και το έριξε προς το μέρος του, όχι όμως με σκοπό να τον πετύχει αλλά για να τον διώξει. Δεν είδε αν τον χτύπησε δεν μπορούσε να πει σίγουρα ναι ή όχι, όμως την αμέσως επόμενη στιγμή, του επιτέθηκαν οι κατηγορούμενοι 2 και
- Τον έπιασε από τον λαιμό ο κατηγορούμενος 3 ενώ ο κατηγορούμενος 2 άρχισε να τον χτυπά με γροθιές στο στομάχι, στα πλευρά και στο μηρό. Όλα έγιναν τόσο αστραπιαία που εκείνη τη στιγμή δεν κατάλαβε ότι είχε τραυματιστεί στην πλάτη, πράγμα το οποίο του ανέφερε ο Μ.Κ.4 μετά που έληξε το επεισόδιο και αφού έτρεξε πίσω από τους κατηγορούμενους 2 και
- Αυτοί είχαν τραπεί σε φυγή κατευθυνόμενοι βόρεια, τρέχοντας μέσα στο δρόμο μπροστά από το σπίτι για να εξαφανιστούν στη συνέχεια στο σκοτάδι. Επειδή όλα έγιναν τόσο γρήγορα δεν κατάλαβε ούτε και θυμάται από πού έφυγαν αλλά ούτε και την ώρα που έτρεξαν στο δρόμο δεν τους είδε να πετούν οτιδήποτε. Αφού εξαφανίστηκαν, πρόσεξε ότι αιμορραγούσε πίσω στην πλάτη και τότε ο Μ.Κ.4 του είπε ότι ένας από τους δύο κατά την ώρα του καυγά, τον κάρφωσε με μαχαίρι που κρατούσε. Ο Μ.Κ.4, τον βοήθησε να μπει στο αυτοκίνητό του και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο. Εκεί εξετάστηκε από γιατρούς που του είπαν ότι είχε τραύμα στην πλάτη, το οποίο προκλήθηκε πολύ πιθανόν από μαχαίρι. Παρόλο που δεν είδε καθόλου τον κατηγορούμενο 1 κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, εν τούτοις είναι σίγουρος ότι το ύποπτο αυτοκίνητο που είδε στην αρχή σταθμευμένο έξω από το σπίτι, ήταν το δικό του. Θεώρησε δε ότι οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος 1 γιατί γνωρίζει ότι κανένας άλλος δεν οδηγεί το αυτοκίνητο του. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας αναγνώρισε από τις φωτογραφίες (τεκμ. 15), τη σκηνή διάπραξης του εγκλήματος. Αναγνώρισε επίσης τους κατηγορούμενους 2 και 3 ως τα πρόσωπα που αναφέρει στην κατάθεση του ότι του επιτέθηκαν. Στην αντεξέταση, του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος κάλεσε τους κατηγορουμένους 2 & 3 να έρθουν στο σπίτι του. Απάντησε ότι όταν του τηλεφώνησαν, τους είπε να έρθουν για να συζητήσουν. Στη συνέχεια όμως απειλήθηκε τηλεφωνικώς ότι θα τον κανονίσουν. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν προσέγγισε το ύποπτο αυτοκίνητο, το οποίο είδε έξω από το σπίτι του, παρότι αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για το αυτοκίνητο του θείου του κατηγορούμενου
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι τη στιγμή που φώναζαν στην είσοδο της οικίας, αυτός τους ζήτησε να φύγουν να μην βρίζουν και να μην παραφέρονται γιατί είχε ξένους. Παρόλα αυτά, αυτοί εισήλθαν εντός της οικίας και του επιτέθηκαν. Όσον αφορά το σίδερο που έριξε, επέμενε ότι δεν το έκαμε για να τους χτυπήσει αλλά για να τους εκφοβίσει προκειμένου να φύγουν. Ο ίδιος δεν κατηγορήθηκε για επίθεση. Θεωρεί τον εαυτό του ότι ήταν θύμα επίθεσης και όχι θύτης. Ανέφερε επίσης ότι επειδή ήταν σκοτεινά, δεν πρόσεξε τους κατηγορούμενους 2 και 3 να έχουν μαχαίρι στα χέρια τους. Όλα έγιναν πολύ σύντομα και δεν του έδωσαν καμία ευκαιρία να αμυνθεί. Ούτε ένιωσε αμέσως το τραύμα, το οποίο έγινε στην πλάτη του. Ο Μ.Κ.4 που ήταν μπροστά, είδε ότι συνέβηκε και του το ανέφερε. Δέχθηκε όπως είπε, αρκετά χτυπήματα και πονούσε σε πολλά σημεία του σώματός του χωρίς να ξέρει τι ακριβώς τον χτύπησε. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε ο αστυφύλακας 3749 Γιώργος Γεωργίου του ΤΑΕ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 24), υπηρετεί στο Γραφείο Συλλογής Πληροφοριών της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Στις 12.8.2008 γύρω στις 07:00, πληροφορήθηκε από τον υπεύθυνο του ότι την προηγούμενη γύρω στις 8:30 το βράδυ, επεσυνέβη συμπλοκή με μαχαιρώματα μεταξύ Σύριων αλλοδαπών στο χωριό Ύψωνας. Συνελήφθη ο κατηγορούμενος 1 ενώ καταζητούνταν άλλα άτομα Συριακής καταγωγής. Ο προϊστάμενος του, του έδωσε οδηγίες να έρθει σε επαφή με συνεργάτη του γραφείου πληροφοριών, ο οποίος είναι Σύριος για να τους βοηθήσει στον εντοπισμό των καταζητούμενων προσώπων. Γύρω στις 10:30 πμ, ο συνεργάτης επισκέφθηκε το γραφείο τους και συνεννοήθηκαν όπως συναντηθεί με τον συλληφθέντα κατηγορούμενο 1, προκειμένου να τον πείσουν να έρθει σε επαφή με τον άνθρωπο που μαχαίρωσε τον παραπονούμενο. Γύρω στις 11:00 πμ, ο συνεργάτης τους είχε συνάντηση με τον κατηγορούμενο 1 στα αστυνομικά κρατητήρια. Στην παρουσία του ιδίου και του υπεύθυνου του, ο κατηγορούμενος 1 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο 2 και διευθέτησε συνάντηση με το συνεργάτη της αστυνομίας σε συγκεκριμένο τόπο στη Λεμεσό. Γύρω στις 11:55 πμ, ο συνεργάτης τους συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 2 στην οδό 16ης Ιουλίου, απέναντι από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Ο συνεργάτης, τους έδωσε σήμα ότι πρόκειται πράγματι για τον πιο πάνω αναφερόμενο. Αμέσως ο μάρτυρας μαζί με τον αναπληρωτή υπαστυνόμο Αριστείδου πλησίασαν το μέρος, αποκάλυψαν την αστυνομική τους ταυτότητα στον καταζητούμενο και τον πληροφόρησαν για την ύπαρξη εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Αφού τον συνέλαβαν, του επέστησαν την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε με σπαστά Ελληνικά ότι του επιτέθηκαν 6 άτομα με ξύλα και καρέκλες. Τράβηξε μαχαίρι και μαχαίρωσε τον παραπονούμενο για να γλυτώσει. Αμέσως του επεστήθη η προσοχή στο Νόμο και αυτός δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Ακολούθως μαζί με τον υπεύθυνο του και τους αστυφύλακες 1923 και 2681 που ήταν στο μέρος, οδήγησαν τον συλληφθέντα στο ΤΑΕ όπου τον παρέδωσαν στο Λοχία 1901 για τα περαιτέρω. Στην αντεξέταση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί να πει το όνομα του συνεργάτη του, ο οποίος είναι αραβικής καταγωγής. Του υπεβλήθη ότι δεν είναι ο κατηγορούμενος 2 αλλά άλλο άτομο που συνελήφθηκε, πράγμα το οποίο αρνήθηκε. Επέμενε ότι η σύλληψη του κατηγορουμένου 2 έγινε απέναντι από τον αστυνομικό σταθμό. Κατά την ώρα της σύλληψης δεν είχε διερμηνέα στο μέρος. Επέμενε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2, του ανέφερε ότι επιτέθηκε στον παραπονούμενο με μαχαίρι. Ως Μ.Κ.7 κατέθεσε ο Δημήτρης Ερωτοκρίτου. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 25), διαμένει στην οδό Χαράλαμπου Μούσκου στον Άγιο Συλά στον Ύψωνα μαζί με την οικογένειά του. Κοντά στο σπίτι του είναι μια βοηθητική οικία, στην οποία διαμένει η οικογένεια του παραπονούμενου εδώ. Το βράδυ της 11.8.2008 γύρω στις 8:30 με 8:40 ενώ καθόταν με την οικογένεια του στη βεράντα του σπιτιού του έξω από την κουζίνα, άκουσε φωνές στα αραβικά να προέρχονται από την κατοικία του παραπονούμενου. Οι φωνές ήταν πολύ δυνατές και μπορούσε εύκολα να καταλάβει ότι κάποιοι τσακώνονται. Αμέσως έτρεξε στο πίσω μέρος και είδε ένα άτομο να τρέχει έξω από το σπίτι κατά μήκος του δρόμου και να κατευθύνεται βόρεια. Ήταν ύψους 1,70 μέτρα, λεπτός, φορούσε πράσινη φανέλα κοντομάνικη και κοντό σκουρόχρωμο παντελόνι. Λόγω της απόστασης και του σκότους δεν ήταν σε θέση να δώσει πλήρη περιγραφή. Είδε επίσης ακόμα ένα άτομο να τρέχει δια μέσου του οικοπέδου, το οποίο είναι περιφραγμένο και να πηδά πάνω από το τέλι με αποτέλεσμα στο σημείο αυτό να στραβώσει την περίφραξη. Αυτό το άτομο, φορούσε σκουρόχρωμο πουκάμισο το οποίο είχε έξω, ήταν λεπτός και κατευθύνθηκε και αυτός βόρεια. Ύστερα από 3 - 4 λεπτά, άκουσε δύο αυτοκίνητα να φεύγουν με ταχύτητα αλλά πρόλαβε να δει μόνο το δεύτερο, το οποίο ήταν χρώματος άσπρου χωρίς να μπορέσει να δει τους αριθμούς εγγραφής και πόσα άτομα είχε μέσα. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας αναγνώρισε στις φωτογραφίες (τεκμ. 15), τις εισόδους της βοηθητικής κατοικίας που συνορεύει με τη δική του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι είδε απλά δύο άτομα να φεύγουν δεν μπορεί όμως να γνωρίζει ποια είναι αυτά τα άτομα αφού δεν είδε τα πρόσωπά τους. Δεν πρόσεξε τι ακριβώς συνέβη στο επεισόδιο, ήταν όμως σίγουρος ότι άκουσε δυνατές φωνές. Ως Μ.Κ.8 κατέθεσε ο Saleh Nasser από την Παλαιστίνη. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 26), είναι επίσημος διερμηνέας της Αραβικής και Ελληνικής γλώσσας. Στις 13.8.08 κλήθηκε από τον αστυφύλακα 3075 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για να βοηθήσει στην λήψη ανοικτής κατάθεσης από τον παραπονούμενο. Επίσης στις 16.8.08, κλήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ όπου βοήθησε στην λήψη κατάθεσης από τους τρεις κατηγορουμένους. Ως Μ.Κ.9 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1100 Κωνσταντίνος Πολυκάρπου της Υ.Α.Μ. Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 27), στις 18.8.08 κλήθηκε τηλεφωνικώς από μέλη του ΤΑΕ για να ελέγξει τα στοιχεία του κατηγορούμενου 2, ο οποίος κατάγεται από την Συρία. Σύμφωνα με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Υ.Α.Μ., ο κατηγορούμενος 2 είναι αιτητής πολιτικού ασύλου, ο φάκελος του οποίου έκλεισε από την υπηρεσία ασύλου. Ακολούθως, υπέβαλε έφεση στις 2.7.08 στην Αναθεωρητική Αρχή, η οποία ακόμα εκκρεμεί. Ως Μ.Κ10 κατέθεσε η Γ/Αστ. 3570 Γεωργία Πιτράκκου της Υ.Α.Μ. Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 28), μετά από αίτημα του ΤΑΕ Λεμεσού, έλεγξε τα στοιχεία του κατηγορούμενου 3 μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της Υ.Α.Μ. Διαπίστωσε ότι αυτός αποτάθηκε στο Επαρχιακό Κλιμάκιο Αλλοδαπών Λευκωσίας, ζητώντας πολιτικό άσυλο. Του εκδόθηκε επιβεβαιωτική επιστολή και συμβουλεύθηκε όπως προβεί σε ιατρικές εξετάσεις και ακολούθως να αποταθεί για εγγραφή και διευθέτηση της παραμονής του. Παρέλειψε όμως να παρουσιαστεί και ως εκ τούτου διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία σε άγνωστη διεύθυνση, τα δε στοιχεία του εντοπίζονται στο stop list. Στην αντεξέταση, της υπεβλήθη ότι ο κατηγορούμενος 3 υπέβαλε αίτηση στην υπηρεσία ασύλου και αναμένεται να κληθεί σε συνέντευξη. Απάντησε ότι η ίδια έλεγξε τον φάκελο του κατηγορούμενου 3, στον οποίον δεν εμφαίνεται να έχει προβεί σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες. Παρόλα αυτά εξ όσων γνωρίζει, η επιτροπή αποδέχθηκε επανάνοιγμα του φακέλου του κατηγορούμενου
- Δεν μπορεί να ξέρει όμως εάν αυτός προσήλθε σε συνέντευξη, ούτε κατά πόσο σήμερα βρίσκεται νόμιμα στην Δημοκρατία. Ούτε γνωρίζει κατά πόσο ειδοποιήθηκε μέσω επιστολής για το κλείσιμο του φακέλου. Ως Μ.Κ.11 κατέθεσε ο αστυφύλακας 4328 Φυλακτού. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 29), κατά τους επίδικους χρόνους ήταν αποσπασμένος στο ΟΠΕ Λεμεσού. Στις 11.8.08 η ώρα 23.00 πήρε μήνυμα ότι στην περιοχή του χωριού Ύψωνας τραυματίσθηκε ένας αλλοδαπός με μαχαίρι και ότι για την υπόθεση καταζητούνταν τρία πρόσωπα που επέβαιναν σε συγκεκριμένο αυτοκίνητο με αρ. Ε.Υ.Α.
- Ακολούθως, ανέλαβε φρουρός έξω από το σπίτι των καταζητουμένων προσώπων στην οδό Γρίβα Διγενή
- Η ώρα 03.25, εντόπισε το πιο πάνω αυτοκίνητο να είναι σταθμευμένο σε απόμερο σημείο επί της οδού Ανδρέα Ζάκου σε μικρή απόσταση από το σπίτι των καταζητουμένων. Πρόσεξε ότι μέσα στο αυτοκίνητο βρισκόταν ξαπλωμένα δυο πρόσωπα. Πλησίασε προσεκτικά και ξύπνησε τον οδηγό ζητώντας τα στοιχεία του αφού του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα. Επρόκειτο για τον κατηγορούμενο 1, τον οποίο συνέλαβε. Το δεύτερο πρόσωπο ήταν μια κοπέλα από το Βιετνάμ, η οποία δεν είχε στοιχεία στην κατοχή της, γι' αυτό και μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ για εξακρίβωση στοιχείων. Ως Μ.Κ.12 κατέθεσε ο Ibrahim El Sayed από την Αίγυπτο. Είναι διερμηνέας της Αραβικής και Ελληνικής γλώσσας. Στις 12.8.08, κλήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ και βοήθησε στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο
- Την ίδια μέρα, βοήθησε στην μετάφραση της υπόδειξης σκηνών εκ μέρους του κατηγορουμένου 2 που έγινε στην οδό 1η Απριλίου στον Ύψωνα. Εκεί ο κατηγορούμενος 2, υπέδειξε στον αστυφύλακα 3075 ανοικτό χωράφι, αναφέροντας ότι ήταν ο τόπος που πέταξε τον νυχοκόπτη με τον οποίο είχε διαπράξει τον τραυματισμό. Στην συνέχεια, στα γραφεία του ΤΑΕ, βοήθησε στη λήψη θεληματικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος εξέφρασε από μόνος του επιθυμία να πει τα αληθινά γεγονότα αναφορικά με το επεισόδιο τραυματισμού του παραπονουμένου. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στη διαδικασία της μετάφρασης τόσον στη λήψη των καταθέσεων όσον και στην υπόδειξη σκηνών. Ο ίδιος μετέφραζε τι έλεγαν οι κατηγορούμενοι στον αστυνομικό, ο οποίος τα κατέγραφε στα Ελληνικά. Ισχυρίσθηκε δε ότι κάνει αυτή την δουλειά για χρόνια χωρίς ποτέ να υποπέσει σε οποιοδήποτε λάθος. Ως Μ.Κ.13 κατέθεσε η Γ/Αστ.3712 Μαρία Καδή του ΤΑΕ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 31), στις 18.8.08 η ώρα 08.00 παρέλαβε στα γραφεία του ΤΑΕ από τον αστυφύλακα 3075, σειρά τεκμηρίων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Όλα τα τεκμήρια, τα παρέδωσε την ίδια μέρα στις 12.50 στην Κωνσταντίνα Σάββα του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής στο Ινστιτούτο Νευρολογίας Κύπρου. Η μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 32, έντυπο για μεταφορά τεκμηρίων και αίτηση για επιστημονική τους εξέταση. Ως Μ.Κ.14 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1141 Σάββας Νικολάου του Αστυνομικού Σταθμού Πισουρίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 33), στις 16.8.08 και ώρα 1900 ανέλαβε καθήκον στον σταθμό για συνεχή υπηρεσία μέχρι τις 08.00 της επομένης. Την ίδια μέρα και γύρω στις 22.00 ενώ βρισκόταν για έλεγχο τροχαίας στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Πάφου μαζί με τους αστυφύλακες 3059 και 2899, πήραν πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος 3 για τον οποίο εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης, κατευθυνόταν με ταξί προς την Πάφο. Μετά από συντονισμένες προσπάθειες ανέκοψαν το πιο πάνω ταξί εντός του οποίου εντόπισαν τον κατηγορούμενο 3, τον οποίο και συνέλαβαν. Όταν πληροφορήθηκε τους λόγους της σύλληψης του, απάντησε ότι δεν είναι ο ίδιος που τράβηξε το μαχαίρι αλλά ο θείος του. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 3 ως το πρόσωπο που συνέλαβε στο εν λόγω ταξί. Στην αντεξέταση, επανέλαβε όσα του είπε ο κατηγορούμενος 3 κατά την ώρα της σύλληψης. Ο ίδιος μέχρι τότε δεν γνώριζε λεπτομέρειες της υπόθεσης ούτε κατά πόσο είχε χρησιμοποιηθεί μαχαίρι ή ότι εμπλεκόταν στην υπόθεση ο θείος του κατηγορουμένου. Το μήνυμα που του στάλθηκε, ήταν ότι πρόκειται για καταζητούμενο που προσπαθούσε να μεταβεί στην Πάφο. Ως Μ.Κ.15 κατέθεσε η Fatima Abdulkrim, σύζυγος του παραπονουμένου. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 35), διαμένει στην επίδικη οικία με τον σύζυγο και τα παιδιά της. Γνωρίζει και τους τρεις κατηγορουμένους, που είναι συγγενείς του συζύγου της. Εδώ και λίγο καιρό, οι τρεις είχαν ψυχρανθεί με τον άντρα της λόγω διαφορών που προέκυψαν μεταξύ τους χωρίς όμως να γνωρίζει λεπτομέρειες. Στις 11.8.08 γύρω στις 7.30 το βράδυ ενώ βρισκόταν στο σπίτι μαζί με τα μωρά, ήρθαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 και έψαχναν τον άντρα της. Τηλεφώνησε στον άντρα της και του είπε να έρθει στο σπίτι και αυτός απάντησε ότι θα βρισκόταν εκεί σε πέντε λεπτά. Εντούτοις επειδή καθυστερούσε, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 έφυγαν λέγοντας ότι θα επιστρέψουν αργότερα. Μετά από μισή ώρα ήρθε στο σπίτι ο σύζυγος της μαζί με ένα φίλο του Λιβανέζο. Λίγα λεπτά προηγουμένως, έφτασαν ακόμα δυο οικογενειακοί τους φίλοι, οι οποίοι διαμένουν παράνομα στην Κύπρο. Στην συνέχεια ενώ η ίδια ήταν μέσα στο σπίτι με τα παιδιά, άκουσε αρκετά άτομα να φωνάζουν έξω στην αυλή χωρίς να καταλάβει τι έλεγαν ακριβώς. Ο άντρας της, την είχε προειδοποιήσει να μείνει μέσα στο σπίτι γιατί θα έρχονταν οι κατηγορούμενοι 2 και
- Μετά από δέκα λεπτά περίπου, οι φωνές σταμάτησαν και εισήλθε στο σπίτι ένας από τους φίλους του συζύγου της και της είπε ότι τον μετέφεραν στο νοσοκομείο γιατί είχε τραυματισθεί με μαχαίρι. Δεν της διευκρίνισε ποιος τον τραυμάτισε ενώ στη συνέχεια οι φίλοι τους, έφυγαν από το σπίτι. Μετά από λίγα λεπτά, την πήρε τηλέφωνο ο άντρας της και της ανέφερε ότι βρισκόταν στο νοσοκομείο και ότι τον μαχαίρωσαν οι κατηγορούμενοι 2 και
- Στη συνέχεια ήρθε η αστυνομία και προέβηκε σε εξετάσεις. Η ίδια δεν είδε καθόλου τι ακριβώς είχε συμβεί και ούτε γνώριζε τους λόγους που έγινε το επεισόδιο. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 όταν έφτασαν στο μέρος ήταν θυμωμένοι με τον σύζυγο της και φώναζαν, κάτι που δεν ανέφερε στην κατάθεση της γιατί ήταν συγχυσμένη λόγω της κατάστασης του συζύγου της. Η ίδια δεν το είδε με τα μάτια της, αλλά έμαθε από άλλους ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κτύπησαν τον σύζυγο της με μαχαίρι. Ως Μ.Κ.16 κατέθεσε ο Μάριος Καριόλου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής. Κατέθεσε έκθεση σε σχέση με αποτελέσματα επιστημονικής εξέτασης τεκμηρίων που αφορούν την παρούσα υπόθεση (τεκμ. 37). Του ζητήθηκε συγκεκριμένα να απομονώσει γενετικό υλικό από τα πιο πάνω τεκμήρια. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω εξέτασης, αναφέρεται στην έκθεση ότι σε δυο τεκμήρια, συγκεκριμένα σε επίχρισμα με αίμα από την περίφραξη της οικίας και από το δεξί ξύλινο χέρι πολυθρόνας στην αυλή, απομονώθηκε γενετικό υλικό το οποίο ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του κατηγορουμένου
- Από τα υπόλοιπα τεκμήρια που του παραδόθηκαν δεν μπόρεσε να ταυτίσει γενετικό υλικό των κατηγορουμένων 2 και 3 αλλά ούτε και του παραπονούμενου. Ως Μ.Κ.17 κατέθεσε ο Δρ. Χρίστος Θρασυβούλου, Γενικός Χειρουργός στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 38), στις 11.8.08 και περί ώρα 20.45, κλήθηκε να εξετάσει τον παραπονούμενο στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών. Αυτός έφερε εμφανές θλαστικό τραύμα στο οπίσθιο κατώτερο αριστερό ημιθωράκιο. Εισήλθε στο χειρουργείο όπου του έγινε παροχέτευση με τοποθέτηση θωρακοσωλήνα και διερεύνηση του τραύματος. Αφού έγινε συρραφή στη συνέχεια εισήχθηκε στο τμήμα εντατικής παρακολούθησης όπου βρισκόταν σε σταθερή κατάσταση. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 39, ιατρικό πιστοποιητικό σε σχέση με την περίθαλψη του παραπονουμένου. Σε αυτό αναφέρεται ότι στις 19.8.08 ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε από την μονάδα εντατικής θεραπείας στον χειρουργικό θάλαμο. Παρέμεινε μέχρι τις 24.8.08 όπου και έφυγε με δική του ευθύνη παρά την αντίθετη γνώμη των γιατρών. Ξαναεισήχθη όμως στην χειρουργική κλινική την επομένη 25.8.
- Στην αντεξέταση, ισχυρίσθηκε ότι το τραύμα πιθανόν να προήλθε από αιχμηρό αντικείμενο. Ο ίδιος του ανέφερε ότι κτυπήθηκε με μαχαίρι. Μπορούσε όμως να είναι οποιοδήποτε αιχμηρό αντικείμενο, όπως π.χ. γυαλί. Απαντώντας στην συνέχεια σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης, ισχυρίσθηκε ότι αιχμηρό αντικείμενο μήκους μόλις μίας ίντσας δεν θα μπορούσε να προξενήσει τόσο σοβαρό τραύμα, παρά μόνο εάν ήταν πολύ δυνατό το κτύπημα. Στο σημείο αυτό, κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου του ως τεκμήριο 40, ιατρικό πιστοποιητικό της Δρ. Δέσπως Πρωτοπαπά που εξέτασε τον παραπονούμενο στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Σύμφωνα με αυτό, ο παραπονούμενος έφερε θλαστικό τραύμα 3 εκατοστών περίπου στο κάτω μέρος του αριστερού ημιθωρακίου. Η αξονική τομογραφία, έδειξε ότι παρουσίαζε μικρό πνευμονοθώρακα και αιμοθώρακα στο αριστερό ημιθωράκιο. Ο ασθενής κρατήθηκε στο νοσοκομείο για περαιτέρω θεραπεία. Ως Μ.Κ.18 κατέθεσε ο Ντίνος Θεμιστοκλέους της Υπηρεσίας Ασύλου. Έχει στην κατοχή του τον φάκελο του αλλοδαπού, κατηγορούμενου
- Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στον φάκελο, αυτός αφίχθηκε στην Κύπρο παράνομα στις 10.2.07 και είναι κάτοχος Συριακού διαβατηρίου. Στις 6.3.07, υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου. Κλήθηκε μετά την αίτηση του να παρουσιάσει πιστοποιητικό υγείας σε χρονικό διάστημα ενός μηνός, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει. Του στάλθηκε επιστολή για συνέντευξη στις 10.9.09, την οποία ο ίδιος δήλωσε όταν υπέβαλε το αίτημα του. Η συνέντευξη καθορίσθηκε στις 21.10.09 στις 08.
- Η επιστολή στάλθηκε διπλοσυστημένη στην πιο πάνω διεύθυνση, επιστράφηκε όμως με την ένδειξη «αζήτητο» και ο κατηγορούμενος 3 παρέλειψε να προσέλθει στην συνέντευξη. Ως εκ τούτου, ο διευθυντής της Υπηρεσίας, αποφάσισε στις 26.10.09 να κλείσει τον φάκελο και να διακόψει την διαδικασία εξέτασης του αιτήματος. Είχε προηγουμένως σταλεί επιστολή από τον δικηγόρο του κατηγορουμένου 3 στις 7.1.09 με την οποία ζητούσε να μάθει αν είναι ανοικτός ο φάκελος του πελάτη του. Του απάντησαν στις 16.1.09 ότι ο φάκελος τότε ήταν ανοικτός και ο πελάτης του θα καλείτο για συνέντευξη στην διεύθυνση την οποία δήλωσε κατά την αίτηση του. Πλην όμως ο κατηγορούμενος 3 δεν προσήλθε και ως εκ τούτου ο φάκελος έκλεισε. Λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς, έγινε εισήγηση όπως καταχωρηθεί στο stop list. Ο μάρτυρας ανέφερε τέλος ότι δεν είδε προσωπικά τον αιτητή ούτε γνωρίζει εάν υπέβαλε νέα αίτηση. Στην αντεξέταση, του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 υπέβαλε νέα αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν έχει στον φάκελο του τέτοια επιστολή. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 46 που αποτελεί σχετική επιστολή του δικηγόρου Τάσου Πούλλου εκ μέρους του κατηγορούμενου 3, σύμφωνα με την οποία ο πελάτης του έχει μετακομίσει στην οδό Γρίβα Διγενή στη Λεμεσό. Του υπεδείχθη επίσης το τεκμήριο 47, που είναι επιστολή-απάντηση της Υπηρεσίας Ασύλου, σύμφωνα με την οποία επιβεβαιώνεται η λήψη του τεκμηρίου
- Ο μάρτυρας ανέφερε ότι φαίνεται να έχει σταλεί το τεκμήριο 46 δεν το έχει όμως στο φάκελο του. Επανεξεταζόμενος, ανέφερε ότι από την στιγμή που έκλεισε ο φάκελος δεν μπορεί να επανανοίξει παρότι δόθηκε νέα διεύθυνση στην Υπηρεσία. Ως Μ.Κ.19 κατέθεσε ο αστυφύλακας 4848 Οικονομίδης του ΤΑΕ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ 48), στις 11.8.08 μετέβη μαζί με τον Υπαστυνόμο Οδυσσέως στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών μετά από πληροφορία για σοβαρό τραυματισμό αλλοδαπού. Αφού ενημερώθηκε από την επί καθήκοντι ιατρό Δρ Πρωτοπαπά, συνάντησε στη συνέχεια τον τραυματία παραπονούμενο. Αυτός του ανέφερε προφορικά ότι γύρω στις 20.30 της ιδίας μέρας ενώ βρισκόταν στην αυλή της κατοικίας του στην οδό 1ης Απριλίου στον Ύψωνα, μαζί με άλλους ομοεθνείς του, οι κατηγορούμενοι 2 και 3, οι οποίοι επέβαιναν στο αυτοκίνητο ΕΥΑ768, μπήκαν στην αυλή της οικίας του και του επιτέθηκαν με μαχαίρι, τραυματίζοντας τον στην πλάτη. Στην συνέχεια, εγκατέλειψαν το μέρος με το ίδιο αυτοκίνητο. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την αστυνομία, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κλήθηκαν σε απολογία. Αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους βάση του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση ενώ ο κατηγορούμενος 3 παρέμεινε σιωπηλός χωρίς να πει οτιδήποτε. Στην ένορκη του μαρτυρία ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι ο παραπονούμενος είναι γιός της αδελφής του. Με το ίδιο δεν είχε προσωπικές διαφορές. Είχε όμως ο παραπονούμενος διαφορές με τον κατηγορούμενο 1 που είναι αδελφός του κατηγορουμένου
- Συγκεκριμένα, ο παραπονούμενος διέδιδε σε άραβες που διαμένουν στην Λεμεσό ότι ο κατηγορούμενος 1 διευθετούσε κοπέλες για να κάνουν έρωτα επί πληρωμή. Στις 11.8.2008 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον παραπονούμενο και του ζήτησε εξηγήσεις για τις πιο πάνω διαδόσεις. Αυτός τον κάλεσε τότε στον σπίτι του για να συζητήσουν το θέμα. Μετέβη εκεί με τον 3ο κατηγορούμενο οδηγώντας την μοτοσικλέτα κάποιου φίλου του. Ο παραπονούμενος δεν ήταν εκεί και σε διάστημα μισής ώρας αποφάσισαν να φύγουν. Όταν επέστρεψαν σπίτι τους, του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος και τον κάλεσε να πάει στο σπίτι του να κουβεντιάσουν. Επέστρεψε ως εκ τούτου στο σπίτι του παραπονουμένου με τον κατηγορούμενο 3, οδηγώντας την ίδια μοτοσικλέτα. Αυτήν την φορά όμως στο σπίτι του παραπονουμένου ήταν 4 - 5 άτομα σε αντίθεση με την πρώτη φορά που ήταν μόνο η γυναίκα του. Ο παραπονούμενος του φώναξε να περάσει μέσα στην αυλή. Ο κατηγορούμενος 2 δεν ήθελε να συζητήσει μπροστά στα ξένα άτομα και είπε στον παραπονούμενο ότι βιάζεται. Τότε αυτός τον έβρισε και τον κτύπησε με ένα σίδερο στο πόδι. Σηκώθηκαν και τα άλλα πρόσωπα με απειλητικές διαθέσεις και τότε άρχισε η συμπλοκή μεταξύ τους. Άρχισε να κτυπιέται με τον παραπονούμενο με τα χέρια. Στην συνέχεια όμως ο παραπονούμενος, τον κτύπησε και με καρέκλα εκτός από το σίδερο που χρησιμοποίησε στην αρχή. Όταν τους χώρισαν τα άλλα άτομα που βρίσκονταν στην αυλή, αυτοί έφυγαν από το μέρος. Ακολούθως ο 2ος κατηγορούμενος, αρνήθηκε ότι κτύπησε με οιονδήποτε τρόπο το θύμα. Στην συνέχεια όμως απαντώντας σε ερώτηση του δικηγόρου του, αρνήθηκε ότι χρησιμοποίησε μαχαίρι στον καυγά και ισχυρίστηκε ότι κτύπησε το θύμα αλλά μόνο με τα χέρια του. Στην σκηνή του επεισοδίου δεν είδε αίματα ούτε και μαχαίρι. Όταν του επιτέθηκε ο παραπονούμενος, αυτός απλά αμύνθηκε. Συγκεκριμένα τον απομάκρυνε και δεν τον άφησε να τον κτυπήσει. Μετά μπήκαν στην μέση τα υπόλοιπα πρόσωπα. Έφυγαν από εκεί με την μοτοσικλέτα. Αυτός πήδηξε από τα τέλια του σπιτιού επειδή τον κυνηγούσαν τα άλλα πρόσωπα που βρίσκονταν στην αυλή. Ο κατηγορούμενος 3 αντιθέτως, βγήκε από την κύρια είσοδο από την οποία είχαν εισέλθει στην αυλή. Όταν πήγε σπίτι του, ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά ο αδελφός του παραπονουμένου και του ανέφερε ότι ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με τραύματα από μαχαίρι. Πήγε να κοιμηθεί σε φίλο του και την ίδια νύχτα μίλησε με τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος του είπε ότι έχει συλληφθεί. Την επομένη το πρωί παραδόθηκε στην αστυνομία. Οι αστυνομικοί του ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος 1 θα κατηγορηθεί ότι κτύπησε με μαχαίρι τον παραπονούμενο. Τον πήραν στην σκηνή του επεισοδίου και του ζήτησαν να παραδεχτεί ο ίδιος, υποσχόμενοι ότι θα άφηναν ελεύθερο τον αδελφό του. Γι' αυτόν τον λόγο παραδέχθηκε χωρίς την θέληση του. Ανέφερε επίσης ψευδώς στον ανακριτή ότι κρατούσε ένα νυχοκόπτη τον οποίο πέταξε σε παρακείμενο χωράφι. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι όλες οι παραδοχές του στην αστυνομία είναι ψευδείς και έγιναν μόνο για να γλυτώσει τον αδελφό του αφού οι αστυνομικοί του είπαν ότι θα τον άφηναν ελεύθερο. Δέχθηκε όμως ως ορθές τις υπόλοιπες αναφορές στις καταθέσεις του και ιδιαίτερα το γεγονός ότι βρισκόταν στην αυλή του παραπονουμένου κατά την ώρα του επεισοδίου. Στην συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε προσωπικές διαφορές με τον παραπονούμενο. Η διαφορές ήταν όπως είπε με τον αδελφό του. Ο ίδιος πήγε να ζητήσει εξηγήσεις και ο παραπονούμενος τον έβρισε και τον κτύπησε με το σίδερο. Δύο μέρες μετά που συνελήφθη, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε αιμάτωμα στην ποδοκνημική χώρα και κάταγμα στην εγκάρσια υπόφυση (τεκμ. 49 & 50). Αγορεύσεις Ο δημόσιος κατήγορος στην αγόρευση του έκαμε εκτενή αναφορά στην δοθείσα μαρτυρία και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή της αστυνομίας ως αξιόπιστη. Στην συνέχεια, αναφερόμενος στην μαρτυρία του κατηγορουμένου 2 επεσήμανε σημαντικές κατά την άποψη του αντιφάσεις, οι οποίες καταδεικνύουν ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Έμφαση δόθηκε στην υπαναχώρηση του κατηγορουμένου από την θέση του ότι κτύπησε το θύμα με μαχαίρι όπως αυτή εμφαίνεται στην κατάθεση του στην αστυνομία. Η αξιοπιστία του κατηγορουμένου 2 έχει πληγεί σε τέτοιο βαθμό κατά τον κατήγορο που θα πρέπει να αγνοηθεί τελείως από το Δικαστήριο. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι ο τραυματισμός του παραπονουμένου έγινε ως αποτέλεσμα αυτοάμυνας αφού αυτός επιτέθηκε πρώτος στον κατηγορούμενο 2 ρίχνοντας του σιδερένια ράβδο και προκαλώντας του τα τραύματα που αναφέρονται στα τεκμήρια 49 &
- Με παραπομπή σε νομολογία σχετική με την υπεράσπιση της αυτοάμυνας, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι το βάρος απόδειξης αποκλεισμού της υπεράσπισης αυτής, είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Στην παρούσα υπόθεση, η αστυνομία δεν κατάφερε να αποσείσει αυτό το βάρος αφού η υπεράσπιση της αυτοάμυνας δεν έχει αποκλειστεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος 2 έχει επίσης τραυματιστεί, σύμφωνα με την μαρτυρία που κατατέθηκε από κοινού στο Δικαστήριο (τεκμ. 49 & 50). Επιπλέον δεν έχει αποδειχθεί κατά τον συνήγορο ότι ο τραυματισμός του θύματος έγινε με μαχαίρι. Πιθανόν να έγινε από άλλο αιχμηρό αντικείμενο και έτσι τίθεται το ερώτημα από ποιόν τραυματίστηκε ο παραπονούμενος αφού υπήρχαν και άλλα άτομα στην σκηνή του επεισοδίου. Σε σχέση με το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης της 3ης κατηγορίας, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι επίσης δεν έχει αποδειχθεί. Αναφορά έγινε στην μαρτυρία του παραπονουμένου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος κάλεσε τους κατηγορουμένους να εισέλθουν στο σπίτι του. Δεν τίθεται έτσι ζήτημα παράνομης εισόδου στην αυλή του παραπονουμένου, με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος, στοιχείο που απαιτείται κατά τον συνήγορο για την απόδειξη του αδικήματος της εγκληματικής επέμβασης. Αναφορικά με την 4η κατηγορία για παράνομη διαμονή στην Δημοκρατία που αφορά τον κατηγορούμενο 3, ο συνήγορος παρέπεμψε στην μαρτυρία του Μ.Κ.18 από την υπηρεσία ασύλου. Ήταν η θέση του ότι όπως προκύπτει από την πιο πάνω μαρτυρία, ο φάκελος του 3ου κατηγορουμένου έχει επανανοίξει και η αίτηση του επανεξετάζεται. Επιπλέον δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 3 έχει με οιονδήποτε τρόπο ειδοποιηθεί για το αρχικό κλείσιμο του φακέλου του. Αποτέλεσμα αυτού, είναι να εξακολουθεί να θεωρείται αιτητής πολιτικού ασύλου και να διαμένει ως εκ τούτου νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Οι Μ.Κ. 1, 2, 3, 6, 9, 10, 11, 13, 14 και 19, είναι αστυνομικοί που έλαβαν μέρος στην διερεύνηση της υπόθεσης. Έχω εξετάσει πολύ προσεκτικά στο σύνολο της, την μαρτυρία των πιο πάνω αστυνομικών. Η γενική εικόνα της μαρτυρίας τους, καλύπτεται από συνοχή και δεν δικαιολογεί συμπέρασμα για διάθεση τους να αποφύγουν την αλήθεια ή να πουν ψέματα ούτε και αποκαλύπτει την δημιουργία ρήγματος στην υπόθεση, ικανού να πλήξει καίρια την αξιοπιστία τους. Επιπλέον, όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια σε όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν για διερεύνηση της υπόθεσης χωρίς να κλονιστούν σε κανένα σημείο της αντεξέτασης τους. Ιδιαίτερα οι Μ.Κ. 1 & 6, ήταν αρκετά πειστικοί στην θέση τους ότι ο κατηγορούμενος 2, προφορικά κατά την σύλληψη του αλλά και γραπτώς στην θεληματική του κατάθεση (τεκμ.13) και στο έντυπο υπόδειξης σκηνών (τεκμ. 16), παραδέχθηκε την εκ μέρους του χρήση μαχαιριού με το οποίο τραυμάτισε το θύμα. Επιπλέον, οι αστυνομικοί της Υ.Α.Μ (Μ.Κ.2, 9 & 10) ήταν κατατοπιστικοί ως προς το νομικό καθεστώς των κατηγορουμένων 2 & 3 στην Κύπρο. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσαν οι πιο πάνω μάρτυρες είναι ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία των Μ.Κ. 1, 2, 3, 6, 9, 10, 11, 13, 14 και 19, κρίνεται στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.4 ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου. Λόγω της σπουδαιότητας της μαρτυρίας του, παρακολούθησα πολύ προσεκτικά τον μάρτυρα αυτό ενώ κατέθετε ενώπιον μου, εστιάζοντας κυρίως στις αντιδράσεις του κατά την αντεξέταση και γενικότερα στον τρόπο με τον οποίο απαντούσε στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Μ.Κ.4 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν αρκετά σαφής και πειστικός στην θέση του ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3, επιτέθηκαν στον παραπονούμενο αμέσως μετά την είσοδο τους στην αυλή του σπιτιού του. Ήταν επίσης αρκετά πειστικός στο ότι οι δύο κατηγορούμενοι κατά την επίθεση κρατούσαν μαχαίρια. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής όταν ανέφερε ότι δεν μπόρεσε να διακρίνει αν οι κατηγορούμενοι 2 & 3 κτύπησαν με τα χέρια ή τα μαχαίρια που κρατούσαν τον παραπονούμενο. Αιτιολόγησε την πιο πάνω θέση του λόγω του ότι όλα συνέβησαν πολύ γρήγορα και επίσης επειδή το φως της λάμπας που ήταν έξω στην αυλή, ήταν πολύ χαμηλό. Ήταν όμως παρόλα αυτά πολύ πειστικός, στο ότι είδε την λάμψη των μαχαιριών που κρατούσαν οι κατηγορούμενοι παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός στην αυλή. Το γεγονός αυτό, τον εμπόδισε επίσης όπως πολύ πειστικά και ειλικρινά κατέθεσε να αντιληφθεί το είδος των μαχαιριών που κρατούσαν οι κατηγορούμενοι 2 &
- Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο Μ.Κ.4 ήταν ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.5), μου έκανε εξαιρετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία του ήταν πειστική και οι απαντήσεις του αυθόρμητες σε τέτοιο βαθμό που δεν μου έδωσαν καμία ένδειξη προσχεδιασμού της εκδοχής που έδωσε στο Δικαστήριο. Αντιθέτως ήταν αρκετά ειλικρινής, αναφέροντας ότι αρχικά κάλεσε τους κατηγορούμενους 2 & 3 να εισέλθουν στην αυλή του αλλά και αρκετά πειστικός στην θέση του ότι όταν τους είδε να έχουν άγριες διαθέσεις τους ζήτησε να φύγουν, ρίχνοντας ταυτόχρονα προς το μέρος τους ένα σίδερο που βρήκε μπροστά του. Ειλικρινής υπήρξε ο Μ.Κ.5 και ως προς την θέση του ότι δεν πρόσεξε τους κατηγορουμένους 2 & 3 να κρατούν μαχαίρια και πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό από τον Μ.Κ.4, μετά που ένιωσε πόνο και είχε αίμα στην πλάτη. Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω, η εντύπωση που μου έδωσε ο Μ.Κ.5, είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο γείτονας του παραπονουμένου Μ.Κ.7, επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν σαφής στην θέση του ότι άκουσε φωνές και είδε δύο άτομα να φεύγουν τρέχοντας από την αυλή του παραπονουμένου, ο ένας κατά μήκος του δρόμου και ο άλλος πηδώντας από την περίφραξη. Είδε επίσης αυτοκίνητα να φεύγουν με ταχύτητα. Πέραν του γεγονότος ότι η μαρτυρία αυτή συμφωνεί με την εκδοχή των Μ.Κ.4 & Μ.Κ.5 που ήταν αυτόπτες μάρτυρες στην σκηνή, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο Μ.Κ.7 ήταν ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Οι δύο μεταφραστές της Αραβικής γλώσσας (Μ.Κ.8 & Μ.Κ.12), επίσης μου έκαναν καλή εντύπωση. Αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια στις ενέργειες τους στην διαδικασία μετάφρασης τόσο των καταθέσεων των δύο κατηγορουμένων όσο και της υπόδειξης σκηνών του κατηγορουμένου
- Ιδιαίτερα ο Μ.Κ.12 ήταν σαφής ως προς την θέση του ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέδειξε στους αστυνομικούς χωράφι πλησίον της επίδικης οικίας, στο οποίο πέταξε ως ισχυρίστηκε, το μαχαίρι που χρησιμοποίησε εναντίον του παραπονουμένου κατά την επίθεση. Επιπλέον οι Μ.Κ 8 & 12 δεν κλονίστηκαν καθόλου κατά την αντεξέταση τους από τον συνήγορο υπεράσπισης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Η σύζυγος του παραπονουμένου (Μ.Κ.15) δεν βοήθησε στην επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Καθ' όλη την διάρκεια του επεισοδίου στην αυλή του σπιτιού της, αυτή βρισκόταν εντός της οικίας μαζί με τα παιδιά της μετά από εισήγηση του συζύγου της. Έτσι δεν ήταν σε θέση να καταθέσει για τα διαδραματιζόμενα και ότι γνωρίζει για το επεισόδιο είναι εξ' ακοής μαρτυρία που άκουσε από τον σύζυγο της και τα παρευρισκόμενα πρόσωπα. Υπό τας περιστάσεις, η μαρτυρία της Μ.Κ.15 δεν έχει κατά την κρίση μου καμία αποδεικτική αξία για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2 &
- Ο Μ.Κ.16 εμπειρογνώμονας του ινστιτούτου γενετικής Μάριος Καριόλου, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα ευρήματα των επιστημονικών του εξετάσεων σε σχέση με το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στον επίδικο χώρο. Η μαρτυρία του εξ' άλλου δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας από την υπεράσπιση. Ως εκ των πιο πάνω, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Δρ. Θρασυβούλου του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού (Μ.Κ.17), επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε λεπτομερώς στα τραύματα του παραπονουμένου και στην παρασχεθείσα σε αυτόν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ήταν επίσης ιδιαίτερα πειστικός στην επιστημονική του θέση ότι τα τραύματα προκλήθηκαν από αιχμηρό αντικείμενο, το οποίο θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερο της μίας ίντσας, εκτός αν το κτύπημα έγινε πολύ δυνατά. Η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο Μ.Κ. 17 ήταν ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Την ίδια καλή εντύπωση μου έκανε και ο Ντίνος Θεμιστοκλέους της υπηρεσίας ασύλου (Μ.Κ 18). Έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με το καθεστώς παραμονής του κατηγορουμένου 3 στην Κύπρο και την πορεία της αίτησης του για παροχή πολιτικού ασύλου μέχρι και το κλείσιμο του φακέλου και την καταχώρηση του ονόματος του στο stop-list. Ήταν επίσης ειλικρινής αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον ο φάκελος του κατηγορουμένου 3 έχει επανανοίξει. Ο κατηγορούμενος 2 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Προσπάθησε να πείσει ότι οι παραδοχές στις οποίες προέβηκε στην αστυνομία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά τις έκανε μόνο για να απαλλαγεί ο αδελφός του κατηγορούμενος 1 από τις κατηγορίες για τραυματισμό του παραπονουμένου. Δεν υπήρξε όμως καθόλου πειστικός ως προς τούτο. Εν πρώτοις, ο κατηγορούμενος 1 δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί για τον τραυματισμό του παραπονουμένου αφού όπως είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές, ο κατηγορούμενος 1 δεν συμμετείχε στην συμπλοκή ούτε και ήταν παρών στην αυλή όπου διαδραματίστηκε το επεισόδιο. Περαιτέρω, η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την θεληματικότητα των παραδοχών αυτών κατά το στάδιο προσκόμισης τους στο Δικαστήριο ως μαρτυρία από την αστυνομία. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο θα διέτασσε την διεξαγωγή Δίκης εντός Δίκης προκειμένου να διακριβωθεί η θεληματικότητα των πιο πάνω παραδοχών. Αντιθέτως, υπενθυμίζω ότι ο συνήγορος υπεράσπισης, υπέβαλε στο στάδιο αντεξέτασης βασικών μαρτύρων κατηγορίας ότι οι κατηγορούμενοι κρατούσαν νυχοκόπτη και όχι μεγάλα μαχαίρια. Δεν υπεβλήθη όμως σε κανένα μάρτυρα κατηγορίας η εκδοχή που ο κατηγορούμενος 2 προέβαλε στο Δικαστήριο ότι κτύπησε το θύμα μόνο με τα χέρια του ή ότι προσπάθησε μόνο να τον απωθήσει. Τους ισχυρισμούς για χρήση μαχαιριού από νυχοκόπτη, αναφέρει και ο κατηγορούμενος 2 τόσο στην θεληματική του κατάθεση στην αστυνομία όσον και στην υπόδειξη σκηνών (τεκμ. 13 & 16). Τα ίδια επίσης ανέφερε προφορικά στον αστυφύλακα 3075 (Μ.Κ.1) κατά την σύλληψη του. Για τους πιο πάνω λόγους, η εκ των υστέρων αναθεώρηση αυτής της εκδοχής στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του κατηγορουμένου 2, κάθε άλλο παρά πειστική ήταν. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία κατηγορουμένου, μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σε αυτή. Είναι βεβαίως επιθυμητό να αναζητείται η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της προς αποκλεισμό πιθανότητας λάθους. Το περιεχόμενο της κρίνεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια του περιεχομένου της. Αυτό γίνεται ώστε το Δικαστήριο να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της ομολογίας συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει ως ξεχωριστό πραγματικό γεγονός κατά πόσο είναι ασφαλές ή όχι να στηριχθεί σε μια εξωδικαστική ομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Μάρτιν v. Δημοκρατίας 1994 2 ΑΑΔ 65, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας 1995 2 ΑΑΔ 51, Κίτα v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ 209 και Ιακωβίδης v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ 110). Όπως έχω προαναφέρει, ο κατηγορούμενος 2 έχει παραδεχθεί τον εκ μέρους του τραυματισμό του θύματος με μαχαίρι. Έγινε επί του προκειμένου αποδεκτή από το Δικαστήριο η μαρτυρία του αστυνομικού 3075 (Μ.Κ.1) ότι ο κατηγορούμενος 2 στην γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία και σε έντυπο υπόδειξης σκηνών, παραδέχεται το γεγονός αυτό. Επίσης, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ 6 αστυφύλακα 3749, ο κατηγορούμενος 2 όταν συνελήφθη και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ανέφερε ότι μαχαίρωσε τον παραπονούμενο για να γλυτώσει από επίθεση που κατ' ισχυρισμό δέχθηκε. Απομένει να αποφασιστεί κατά πόσον είναι αυθεντικές οι πιο πάνω παραδοχές του κατηγορουμένου 2 και κατά πόσον είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να στηριχθεί σε αυτές για σκοπούς καταδίκης. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον μου δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι ομολογίες του κατηγορουμένου 2 όπως αναφέρθηκαν στην μαρτυρία των αστυνομικών Μ.Κ.1 & Μ.Κ.6, είναι αυθεντικές. Η εξακρίβωση της ορθότητας των πιο πάνω ομολογιών, γίνεται σε συνάρτηση με την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας και ιδιαίτερα του αυτόπτη μάρτυρα Μ.Κ.4 και του παραπονουμένου Μ.Κ.5, η μαρτυρία των οποίων έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Γίνεται επίσης σε συνάρτηση με τα τραύματα του παραπονουμένου όπως εξηγήθηκαν από τον Δρ. Θρασυβούλου (Μ.Κ.17) και όπως κατατέθηκαν στο Δικαστήριο με την μορφή παραδεκτών γεγονότων. Επιπλέον, η παραδοχή του κατηγορουμένου 2 κατά την στιγμή της σύλληψης του ότι μαχαίρωσε το θύμα, έγινε τόσο αυθόρμητα που αποκλείει την θέση να ήταν προϊόν υποσχέσεων ή εξαναγκασμού. Υπενθυμίζω ότι η ομολογία αυτή έγινε στον Μ.Κ.6 προτού καν ο κατηγορούμενος 2 μεταφερθεί στον σταθμό με αποτέλεσμα να μην είναι πειστικός στον ισχυρισμό του ότι προέβη στις ομολογίες μετά από απειλές και υποσχέσεις των αστυνομικών κατά την μεταφορά στου στον αστυνομικό σταθμό. Επίσης, ο κατηγορούμενος 2 έδωσε τέτοιες λεπτομέρειες στην θεληματική του κατάθεση αλλά και στο έντυπο υπόδειξης σκηνών που καταδεικνύουν κατά την κρίση μου, την αυθεντικότητα των ομολογιών που έκανε στην αστυνομία τόσον γραπτώς όσο και προφορικώς ότι μαχαίρωσε το θύμα κατά την διάρκεια του επεισοδίου. Αυτό, ανεξαρτήτως αν η θέση του είναι ότι ο τραυματισμός έγινε με μαχαιράκι νυχοκόπτη ή μεγαλύτερο μαχαίρι όπως υποστήριξε ο αυτόπτης μάρτυρας Μ.Κ.
- Το μέγεθος εξάλλου του μαχαιριού είναι άσχετο για σκοπούς απόδειξη του αδικήματος του τραυματισμού της 2ης κατηγορίας όπως θα εξηγήσω πιο κάτω. Σημασία έχει ότι οι ομολογίες του κατηγορουμένου 2 για τραυματισμό του θύματος με μαχαίρι κρίνονται ως αυθεντικές με την έννοια ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι ασφαλές να στηριχθεί σε αυτές για σκοπούς καταδίκης του κατηγορουμένου 2 στην 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα του τραυματισμού του θύματος. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η εκδοχή του κατηγορουμένου 2 όπως εκφράστηκε με την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν γεμάτη από αντιφάσεις, οι οποίες κρίνονται ως καθοριστικές στην κρίση της αξιοπιστίας του. Ενώ στην αρχή ανέφερε ότι δέχθηκε επίθεση από όλα τα άτομα που βρίσκονταν στην επίδικη αυλή, στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι τα άτομα αυτά δεν ενεπλάκησαν στην συμπλοκή του με τον παραπονούμενο αλλά προσπάθησαν να τους χωρίσουν. Για να αναφέρει όμως και πάλιν στην συνέχεια ότι αναγκάστηκε να πηδήξει από την περίφραξη αφού τον κυνηγούσε το θύμα μαζί με άλλα πρόσωπα για να τον κτυπήσουν. Και ενώ αρχικά ανέφερε ότι κτύπησε τον παραπονούμενο μόνο με τα χέρια του, στην συνέχεια αρνήθηκε ότι τον κτύπησε με οιονδήποτε τρόπο αλλά απλά τον απωθούσε αμυνόμενος μετά που δέθηκε επίθεση. Για να αναθεωρήσει στην συνέχεια και πάλιν την θέση του, αρνούμενος ότι μαχαίρωσε τον παραπονούμενο και ισχυριζόμενος ότι τον κτυπούσε κατά την συμπλοκή μόνο με τα χέρια του. Δεν έδωσε επίσης καμία λογική εξήγηση γιατί μετά το επεισόδιο κοιμήθηκε σε σπίτι φίλου του κρυπτόμενος αφού κατά τον ίδιο δεν κτύπησε καθόλου το θύμα. Και ενώ στην θεληματική του κατάθεση στην αστυνομία ανέφερε ότι είχε διαφορές με το θύμα το οποίο τον κατηγορούσε άδικα, στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε καμία διαφορά με τον παραπονούμενο και ότι όλες οι παρεξηγήσεις προέκυψαν με τον αδελφό του, δηλαδή τον κατηγορούμενο
- Αυτό βέβαια προκειμένου να δικαιολογήσει την θέση του ότι ο ίδιος δεν κτύπησε το θύμα. Δεν έδωσε όμως καμία λογική εξήγηση γιατί πήγε ο ίδιος να ζητήσει διευκρινήσεις από το θύμα και όχι ο αδελφός του. Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο κατηγορούμενος 2, είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.5) κατάγεται από την Συρία. Βρίσκεται στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μαζί με την γυναίκα του και τα τρία παιδιά του, το μικρότερο από τα οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας μόλις 14 ημερών. Από το 2007 διαμένει σε ενοικιαζόμενη οικία με την οικογένεια του στην οδό 1ης Απριλίου αρ. 7 στον Ύψωνα Λεμεσού. Στην Κύπρο βρίσκονταν κατά του επίδικους χρόνους και οι θείοι του παραπονουμένου κατηγορούμενοι 1 & 2 που είναι αδέλφια της μητέρας του καθώς και ο ανιψιός του κατηγορούμενος 3 που είναι γιός του 1ου κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος 3 αφίχθηκε στην Κύπρο παράνομα στις 10.2.
- Στις 6.3.07, υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου. Κλήθηκε μετά την αίτηση του να παρουσιάσει πιστοποιητικό υγείας σε χρονικό διάστημα ενός μηνός, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει. Του στάλθηκε επιστολή για συνέντευξη στις 10.9.09, την οποία ο ίδιος δήλωσε όταν υπέβαλε το αίτημα του. Η συνέντευξη καθορίσθηκε στις 21.10.09 στις 08.
- Η επιστολή στάλθηκε διπλοσυστημένη στην πιο πάνω διεύθυνση, επιστράφηκε όμως με την ένδειξη «αζήτητο» και ο κατηγορούμενος 3 παρέλειψε να προσέλθει στην συνέντευξη. Ως εκ τούτου, ο διευθυντής της Υπηρεσίας αποφάσισε στις 26.10.09 να κλείσει τον φάκελο και να διακόψει την διαδικασία εξέτασης του αιτήματος. Στο μεταξύ όμως ο κατηγορούμενος 3, είχε ειδοποιήσει από τις 27.1.09 με επιστολή του Δικηγόρου του (τεκμ. 46) την υπηρεσία ασύλου ότι άλλαξε η διεύθυνση του πελάτη του. Σε μεταγενέστερο στάδιο, η υπηρεσία ασύλου απεδέχθη επανάνοιγμα του φακέλου του κατηγορουμένου 3 μετά από ενέργειες του δικηγόρου του. Στις 14.8.2008 γύρω στις 5:00 το απόγευμα, ο κατηγορούμενος 2 πήρε τηλέφωνο τον παραπονούμενο και του είπε ότι άκουσε από άλλους ομοεθνείς τους ότι διαβάλλει τον ίδιο αλλά και τους άλλους δύο κατηγορούμενους, λέγοντας ότι ασχολούνται με παράνομες δουλειές. Άρχισαν να συζητούν στο τηλέφωνο και να βρίζονται. Τότε ο παραπονούμενος νευρίασε και του το έκλεισε. Γύρω στις 8:00 το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο παραπονούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του κοντά στο κέντρο της πόλης της Λεμεσού. Μαζί του βρισκόταν ένας φίλος του από το Λίβανο (Μ.Κ.4) που είναι παντρεμένος με Κυπρία υπήκοο. Κατευθύνονταν προς το σπίτι του όταν τον πήρε τηλέφωνο η γυναίκα του και του είπε ότι στο σπίτι εκείνη την ώρα, βρισκόταν ο κατηγορούμενος 2 μαζί με τον ανιψιό του κατηγορούμενο 3 και ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν πολύ θυμωμένος. Η γυναίκα του, του ζήτησε να πάει αμέσως στο σπίτι και τότε αυτός της είπε να πει στον κατηγορούμενο 2 να περιμένει και θα έφθανε σε 5 λεπτά. Ωστόσο επειδή πέρασαν πρώτα από το σπίτι του Μ.Κ.4 και έβαλε επίσης βενζίνη στο αυτοκίνητο, πέρασε περίπου μισή ώρα μέχρι να πάει στο σπίτι του. Όταν έφθασε εκεί, η γυναίκα του τον πληροφόρησε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν φύγει. Φθάνοντας στο σπίτι, βρήκε άλλους δύο φίλους του, οι οποίοι πήγαν για επίσκεψη για να δουν το μικρό του παιδί που γεννήθηκε πρόσφατα. Μόλις έφθασε στο σπίτι, πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο 2 και του είπε ότι επέστρεψε και τον περίμενε. Αυτός του ανέφερε ότι βρισκόταν λίγο πιο κάτω από το σπίτι και ότι θα ερχόταν σε λίγο. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, κατευθύνθηκε πεζός προς την καγκελόπορτα που είναι η είσοδος της οικίας του. Αφού έφθασε εκεί, αντιλήφθηκε λίγα μέτρα νοτιότερα του σπιτιού σταθμευμένο γύρω στα 20 - 30 μέτρα, ένα αυτοκίνητο που του φάνηκε ότι ήταν του κατηγορούμενου
- Μέσα σε αυτό, διέκρινε να κάθονται τρία πρόσωπα αφού ήταν σταματημένο ακριβώς κάτω από πάσαλο της ηλεκτρικής, πλην όμως δεν μπορούσε λόγω και της απόστασης να διευκρινίσει την ταυτότητα τους. Όταν επέστρεψε πίσω στο σπίτι και συγκεκριμένα έξω από την κουζίνα της αυλής όπου κάθονταν οι φίλοι του, άκουσε τον κατηγορούμενο 2 να τον φωνάζει για να πάει έξω να μιλήσουν. Γύρισε πίσω και τον είδε να βρίσκεται ήδη στην αυλή του σπιτιού μαζί με τον κατηγορούμενο
- Τους ζήτησε να κάτσουν μέσα μαζί με τους υπόλοιπους στην αυλή. Αυτοί αρνήθηκαν και άρχισαν να φωνάζουν σε έντονο ύφος, βρίζοντας τον και λέγοντας του να βγει έξω να μιλήσουν για να μην ακούσουν οι άλλοι την συνομιλία. Ο ίδιος τότε θύμωσε επειδή είχε ξένους και δεν ήθελε να γίνει φασαρία. Είπε στον κατηγορούμενο 2 να φύγει ενώ ταυτόχρονα πήρε από κάτω ένα σίδερο και το έριξε προς το μέρος του, όχι όμως με σκοπό να τον πετύχει αλλά για να τον διώξει. Την αμέσως επόμενη στιγμή, του επιτέθηκαν οι κατηγορούμενοι 2 και
- Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 3 τον έπιασε από τον λαιμό ενώ ο κατηγορούμενος 2 άρχισε να τον χτυπά με γροθιές στο στομάχι, στα πλευρά και στο μηρό. Οι κατηγορούμενοι 2 & 3 κρατούσαν μαχαίρια. Ο 2ος κατηγορούμενος κατά την επίθεση, χρησιμοποίησε το μαχαίρι που κρατούσε τραυματίζοντας τον παραπονούμενο στην πλάτη. Στην συνέχεια οι κατηγορούμενοι 2 & 3 έφυγαν τρέχοντας. Ο ένας πήδηξε από την περίφραξη της αυλής και ο άλλος βγήκε από την κύρια είσοδο. Ο παραπονούμενος προσπάθησε να τους ακολουθήσει αλλά ο Μ.Κ.4 που πρόσεξε την σκηνή του τραυματισμού του, του ανέφερε ότι αιμορραγεί στην πλάτη. Στην συνέχεια, ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάστηκε από τους επί καθήκοντι ιατρούς. Διαπιστώθηκε ότι έφερε τραύμα στην αριστερή οπίσθια θωρακο-οσφυική περιοχή και ήταν δυσπνοϊκός. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του, εισήχθη στο τμήμα εντατικής θεραπείας της χειρουργικής κλινικής. Οδηγήθηκε αμέσως στο χειρουργείο όπου του έγινε τοποθέτηση σωλήνα κλειστής παροχέτευσης θώρακα αριστερά και χειρουργική διερεύνηση του τραύματος. Στο τμήμα εντατικής θεραπείας, ο παραπονούμενος νοσηλεύτηκε μέχρι τις 19.8.08 και ακολούθως στον χειρουργικό θάλαμο μέχρι τις 24.8.08 όπου έφυγε με δική του ευθύνη παρά την αντίθετη γνώμη των γιατρών. Εισήχθη ξανά στην χειρουργική κλινική την επομένη 25.8.08 από όπου στην συνέχεια πήρε εξιτήριο σε καλή γενική κατάσταση. Κατά την διάρκεια της νοσηλείας του, ο παραπονούμενος υπεβλήθη σε επανειλημμένες εργαστηριακές και ακτινολογικές εξετάσεις. Εν τω μεταξύ ο κατηγορούμενος 2 συνελήφθη από τον αστυφύλακα 3749 (Μ.Κ.6) και τον αναπληρωτή υπαστυνόμο Αριστείδου στις 12.8.2008 στην οδό 16ης Ιουλίου, απέναντι από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Οι δύο αστυνομικοί του αποκάλυψαν την ταυτότητα τους και τον πληροφόρησαν για την ύπαρξη εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Αφού τον συνέλαβαν, του επέστησαν την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε με σπαστά Ελληνικά ότι του επιτέθηκαν 6 άτομα με ξύλα και καρέκλες. Ανέφερε επίσης ότι τράβηξε μαχαίρι και μαχαίρωσε τον παραπονούμενο γιατί με αυτό τον τρόπο θεώρησε όπως είπε ότι θα γλυτώσει από την επίθεση που δέχθηκε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 2 μεταφέρθηκε στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό και έδωσε θεληματική κατάθεση (τεκμ. 13) όπου επίσης παραδέχθηκε ότι κατά την συμπλοκή και με σκοπό να αμυνθεί, κάρφωσε στο σώμα του παραπονουμένου ένα μαχαίρι που είχε μαζί του και το οποίο βρισκόταν ενσωματωμένο σε νυχοκόπτη. Επίσης υπέδειξε στον αστυφύλακα 3075 (Μ.Κ.1) ανοικτό χωράφι έναντι της οικίας του θύματος, στο οποίο ισχυρίστηκε ότι πέταξε το μαχαίρι με το οποίο τραυμάτισε τον παραπονούμενο. Στις 14.8.08, ο 2ος κατηγορούμενος μεταφέρθηκε από την αστυνομία στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού γιατί παραπονέθηκε για πόνο στην οσφυϊκή χώρα. Διαπιστώθηκε αιμάτωμα στην ποδοκνημική χώρα και κάταγμα στην εγκάρσια υπόφυση. Όσον αφορά τον 3ο κατηγορούμενο, αυτός προσπάθησε στις 16.8.08 να μεταβεί με ταξί στην Πάφο. Συνελήφθη όμως από τον αστυφύλακα 1141 (Μ.Κ14) που βρισκόταν για έλεγχο τροχαίας στον δρόμο Λεμεσού - Πάφου μαζί με τους αστυφύλακες 3059 και
- Όταν πληροφορήθηκε τους λόγους σύλληψης του, απάντησε ότι δεν είναι ο ίδιος που τράβηξε μαχαίρι αλλά ο θείος του. Όμως στην ανακριτική του κατάθεση στην αστυνομία (τεκμ. 14) την οποία έδωσε στην συνέχεια, ο κατηγορούμενος 3 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 2 θείος του, πιάστηκε στα χέρια με τον παραπονούμενο αλλά δεν τον είδε να χρησιμοποιεί μαχαίρι. Η αναφορά βέβαια του κατηγορουμένου 3 για χρησιμοποίηση μαχαιριού από τον θείο του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς απόδειξης του αδικήματος της 2ης κατηγορίας από τον κατηγορούμενο 2, συγκατηγορούμενο του. Είναι νομολογημένο ότι εξώδικες παραδοχές κατηγορουμένου, δεσμεύουν μόνο τον ίδιο και όχι τους συγκατηγορουμένους του. (Βλ. R. Gunnerwardene
(1951)Cr.App.R. 80, Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 38, Κίτα v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209 Ευριπίδου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 337 & Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Τάκη Ηλιάδη, σελ. 334). Από την στιγμή δε που ο κατηγορούμενος 3 δεν επιβεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου με προφορική μαρτυρία όσα ανέφερε στον αστυφύλακα 1141 (Μ.Κ.14) οτιδήποτε ενοχοποιητικό εντοπίζεται σε αυτές τις δηλώσεις σε σχέση με τον 2ο κατηγορούμενο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο Δικαστήριο ως μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης του αδικήματος από αυτόν. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Το αδίκημα του τραυματισμού της 2ης κατηγορίας, ρυθμίζεται από το άρθρο 234(α) του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως:
- Όποιος - (α) τραυματίζει παράνομα άλλο (β) ........................... Είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, "τραύμα" σημαίνει τομή ή ρήξη που τέμνει ή διαπερνά εξωτερική μεμβράνη του σώματος. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο παραπονούμενος, εμπίπτουν στην έννοια του όρου «τραύμα» όπως αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα. Υπενθυμίζω ότι κατά την προσαγωγή του θύματος στο νοσοκομείο, διαπιστώθηκε από τους επί καθήκοντι ιατρούς ότι αυτός έφερε τραύμα από αιχμηρό αντικείμενο στην αριστερή οπίσθια θωρακο-οσφυική περιοχή. Χρειάστηκε μάλιστα λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του να εισαχθεί στο τμήμα εντατικής θεραπείας του της χειρουργικής κλινικής και να οδηγηθεί αμέσως στο χειρουργείο όπου του έγινε χειρουργική διερεύνηση του τραύματος και τοποθέτηση σωλήνα κλειστής παροχέτευσης θώρακα. Η διερεύνηση του τραύματος κατέδειξε σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμ. 39) ότι αυτό όχι μόνο διαπέρασε την εξωτερική μεμβράνη του σώματος του παραπονουμένου αλλά ήταν τόσο βαθύ που επικοινωνούσε με την υπερζωκοτική κοιλότητα. Προκύπτει επίσης από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι έχουν αποδειχθεί εναντίον των κατηγορούμενων 2 & 3 και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του παράνομου τραυματισμού του θύματος όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 234(α) του Ποινικού Κώδικα. Οι δύο κατηγορούμενοι σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, επιτέθηκαν παράνομα στον παραπονούμενο κρατώντας μαχαίρια. Ως αποτέλεσμα της επίθεσης, ο παραπονούμενος τραυματίστηκε σοβαρά ως ανωτέρω περιγράφεται και χρειάστηκε να νοσηλευτεί για αρκετές μέρες στο νοσοκομείο. Πέραν των πιο πάνω, υπενθυμίζω ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, παραδέχθηκε στους αστυνομικούς ότι κατά την επίθεση χρησιμοποίησε μαχαίρι, το οποίο κάρφωσε στο σώμα του θύματος. Οι πιο πάνω ομολογίες κρίθηκαν από το Δικαστήριο ως αυθεντικές και για τους λόγους που εξήγησα στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνω ασφαλές να στηριχθώ σε αυτές για σκοπούς καταδίκης του κατηγορουμένου 2 αναφορικά με το αδίκημα του τραυματισμού της 2ης κατηγορίας. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.4 κρατούσε και αυτός μαχαίρι κατά την επίθεση εναντίον του παραπονουμένου. Είναι όμως γεγονός ότι δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ότι χρησιμοποίησε το μαχαίρι αυτό κατά την επίθεση εναντίον του θύματος στην οποία συμμετείχε από κοινού με τον κατηγορούμενο
- Όμως η ποινική ευθύνη του 3ου κατηγορουμένου στην κατηγορία για τραυματισμό του θύματος, αποδεικνύεται κατά την κρίση μου υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι δύο κατηγορούμενοι διαμόρφωσαν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη παράνομου σκοπού ήτοι να επιτεθούν στο θύμα. Αυτό καταδεικνύει, η με άγριες διαθέσεις παρουσία τους στην σκηνή αλλά και η είσοδος τους στην αυλή του παραπονουμένου παρότι αυτός μόλις αντιλήφθηκε τις διαθέσεις τους, τους ζήτησε να φύγουν. Καταδεικνύεται επίσης από την αιτία που οδήγησε στο επεισόδιο αφού οι σχέσεις τους με το θύμα δεν ήταν καλές λόγω της εντύπωσης που είχαν ότι αυτός τους κατηγορούσε άδικα αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους πριν την επίθεση όπου τηλεφωνούσαν στο θύμα απειλώντας το και ζητώντας συνάντηση στο σπίτι του. Επιπλέον, οι μετέπειτα ενέργειες τους με το να εισέλθουν στην αυλή και να επιτεθούν στο θύμα κρατώντας μαχαίρια δεν καταδεικνύει τίποτε άλλο παρά την εκ μέρους τους διαμόρφωση κοινού παράνομου σκοπού να επιτεθούν και να τραυματίσουν τον παραπονούμενο. Κατά την επιδίωξη δε του παράνομου αυτού σκοπού, διαπράχθηκε το αδίκημα της 2ης κατηγορίας, του τραυματισμού του θύματος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα έχει ως ακολούθως: «
- Αν δύο ή περισσότεροι διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνοµου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτεί ποινικό αδίκηµα τέτοιας φύσης, ώστε η διάπραξη του να ήταν πιθανή συνεπεία της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκηµα.» Το πότε υπάρχει κοινός σκοπός είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα ξεχωριστά γεγονότα κάθε υπόθεσης χωρίς να απαιτείται απόδειξη προκαταρτισμένου σχεδίου (Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309). Η ύπαρξη κοινού σκοπού μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία (Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174,206). Στην υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 482, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την από κοινού επιδίωξη παράνομου σκοπού δυνάμει του άρθρου 21 του Ποινικού Κώδικα: « Το κρινόμενο δεν είναι λοιπόν αν ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι ο ίδιος ποινικό αδίκημα (έστω και αν είναι, όπως θα ήταν η παράνομη σύλληψη του Σπύρου), αλλά αν το εξεταζόμενο αδίκημα, την κοινή ευθύνη για το οποίο καθορίζει το άρθρο 21, προέκυψε ως πιθανή συνέπεια στα πλαίσια της πραγμάτωσης του κοινού παράνομου σκοπού. ................ . Η νομολογία δείχνει καθαρά ότι, εφόσον το τελικό αποτέλεσμα είναι στα πλαίσια εκείνα ως πιθανή συνέπεια, φέρουν ευθύνη όλοι οι συμμετέχοντες στον κοινό σκοπό παρά το ότι η πράξη αυτή καθ' αυτή που συνιστά το αδίκημα έγινε μόνο από τον ένα (ιδέ Πουτζιουρής, ανωτέρω, Rossides v. Republic
(1983)2 CLR 391). Επιπλέον σύμφωνα με την υπόθεση Πουτζιουρής (ανωτέρω) τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με την παρούσα, απόσυρση από τον κοινό σκοπό προϋποθέτει την ρητή και έγκαιρη προειδοποίηση περί της πρόθεσης απόσυρσης, σε εκείνους με τους οποίους ο κατηγορούμενος μοιράζεται τον κοινό σκοπό. Στην ίδια υπόθεση, αναφέρεται ότι ανεξαρτήτως του αν τίθεται ρητά η υπεράσπιση της απόσυρσης (withdrawal), το Δικαστήριο υποχρεούται να ασχοληθεί με αυτήν αν προκύπτει λογικά από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Binnington κ.ά
(2008)2 Α.Α.Δ 108, το Εφετείο επανέλαβε την αρχή ότι η κοινότητα του σκοπού δεν συναρτάται προς το συγκεκριμένο αδίκημα το οποίο τελικά διαπράττεται αλλά στη γενικότερη επιδίωξη των ενεχομένων, εφ' όσον το προκύψαν αδίκημα ήταν πιθανή συνέπεια της. Αναφέρθηκε επίσης ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να αναμένει άκρως εξειδικευμένη κατάδειξη του κοινού σκοπού υπό τη μορφή «προκαταρτισμένου σχεδίου». Η Αγγλική Νομολογία υποστηρίζει ότι αν ένας από τους συνεργούς για τον κοινό σκοπό προχωρήσει εσκεμμένα πέραν των συμφωνηθέντων, τότε το άλλο μέρος δεν είναι εντελώς χωρίς ευθύνη. Έτσι αν ο ένας είχε πρόθεση να ανάψει απλά φωτιά και ο δεύτερος να διαπράξει φόνο αν το αποτέλεσμα είναι ο θάνατος, ο πρώτος μπορεί να κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία και ο δεύτερος για φόνο. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold 2002 par. 18 -15. «Where, however, the principal does the very act contemplated by an accessory, but with an intent outside the contemplation of the accessory, it has been held by the Northern Ireland Court of Appeal in R. v. Gilmour [2000] 2 Cr.App.R. 407, that the accessory is not absolved of all responsibility; in such circumstances, he may be found guilty of the degree of offence appropriate to the intention with which he acted; where, therefore, the principal had done an act with the mens rea of murder (throwing a petrol bomb into a house), but the accessory intended only to start a fire, the latter could be convicted of manslaughter.» Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Bo κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 293, στην οποία οι τρεις κατηγορούμενοι αντιμετώπισαν κατηγορίες για φόνο εκ προμελέτης. Αποδείχθηκε στην υπόθεση αυτή, η διαμόρφωση κοινού παράνομου σκοπού από τους κατηγορουμένους για τραυματισμό του θύματος, προκειμένου να μην μπορεί να ταξιδέψει. Οι δύο αυτουργοί προχώρησαν όμως πέραν των συμφωνηθέντων και δολοφόνησαν τελικά το θύμα. Καταδικάστηκαν για φόνο εκ προμελέτης ενώ η τρίτη κατηγορουμένη συνεργός τους που διευθέτησε την συνάντηση, καταδικάστηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Κρίθηκε επί του προκειμένου ότι ο θάνατος του θύματος, ήταν πιθανή συνέπεια του συμφωνηθέντος παράνομου σκοπού για τον τραυματισμό του. Στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει ως προανέφερα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι και οι κατηγορούμενοι 2 & 3 διαμόρφωσαν από κοινού παράνομο σκοπό, ήτοι να επιτεθούν στον παραπονούμενο με μαχαίρια. Στα πλαίσια πραγμάτωσης του πιο πάνω σκοπού, οι κατηγορούμενοι επιτέθηκαν με τέτοιο τρόπο τον παραπονούμενο που του προκάλεσαν τραύμα με αιχμηρό αντικείμενο. Το τραύμα αυτό, διαπέρασε την εξωτερική μεμβράνη του σώματος του παραπονουμένου και του προξένησε σοβαρά προβλήματα με αποτέλεσμα να χρειαστεί ιατρική νοσηλεία για αρκετές μέρες. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι ο βαθμός συμμετοχής οιουδήποτε των κατηγορουμένων στο αδίκημα, είναι άσχετος με την έννοια ότι ο τραυματισμός του θύματος δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως πιθανή συνέπεια της επίθεσης που δέχθηκε με μαχαίρια και από τους δύο κατηγορουμένους. Επιπλέον σύμφωνα με την μαρτυρία του θύματος (Μ.Κ.5) που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, σε κάποιο στάδιο κατά την επίθεση που δέχθηκε, ο κατηγορούμενος 3 τον άρπαξε από τον λαιμό ακινητοποιώντας τον ενώ ταυτόχρονα δεχόταν κτυπήματα στο σώμα από τον κατηγορούμενο
- Ο βαθμός συμμετοχής ως εκ τούτου του κατηγορουμένου 3 στο αδίκημα δεν μπορεί να θεωρηθεί περιθωριακός λόγω του γεγονότος ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία ότι χρησιμοποίησε και αυτός το μαχαίρι που κρατούσε κατά την επίθεση εναντίον του θύματος. Αντιθέτως, προκύπτει ότι συμμετείχε από κοινού με τον κατηγορούμενο 2 στην πραγμάτωση του ήδη από κοινού διαμορφωμένου παράνομου σκοπού για επίθεση και τραυματισμό του παραπονουμένου. Ούτε προκύπτει από την μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 3 καθ' όλη την διάρκεια του επεισοδίου αποσύρθηκε ή έστω έκανε προσπάθεια να αποσυρθεί του παράνομου σκοπού για επίθεση στον παραπονούμενο αλλά αντιθέτως συμμετείχε ενεργά σε αυτήν με τον τρόπο που περιέγραψα πιο πάνω. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος 3 ακινητοποίησε τον παραπονούμενο κρατώντας τον από τον λαιμό δίδοντας την ευκαιρία έτσι στο κατηγορούμενο 2 να τον κτυπά σε πολλά μέρη του σώματος του. Σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι ο τραυματισμός του θύματος με τον τρόπο που έγινε δεν μπορεί παρά να κριθεί ως πιθανή συνέπεια της εν γένει συμπεριφοράς αμφοτέρων των κατηγορουμένων κατά την επίτευξη του παράνομου σκοπού που διαμόρφωσαν να επιτεθούν στον παραπονούμενο. Αρκετός χρόνος αναλώθηκε κατά την αντεξέταση βασικών μαρτύρων κατηγορίας κατά πόσον οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν μεγάλα μαχαίρια ή μικρό μαχαιράκι που συνηθίζεται να συνοδεύει κοινούς νυχοκόπτες. Με όλο το σέβας προς την υπεράσπιση, το είδος του αιχμηρού αντικειμένου που χρησιμοποιείται κατά τον τραυματισμό, είναι άσχετο για σκοπούς απόδειξης του αδικήματος του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα. Σημασία έχει κατά πόσον δημιουργείται παράνομα τραύμα με την έννοια που προσδίδει στον όρο το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα. Η έννοια του παράνομου τραύματος, εμπερικλείει βέβαια ότι αυτό είναι αποτέλεσμα παράνομης επίθεσης και αποκλείει έτσι την περίπτωση που αυτό προκαλείται ως αποτέλεσμα νόμιμης αυτοάμυνας. Η πλευρά των κατηγορουμένων επικαλέστηκε επί του προκειμένου την υπεράσπιση της αυτοάμυνας. Η επίκληση έγινε με αναφορά κυρίως στο γεγονός του τραυματισμού του 2ου κατηγορουμένου όπως προκύπτει από τα ιατρικά πιστοποιητικά (τεκμ. 49 & 50). Όμως δεν δόθηκε άμεση ιατρική μαρτυρία πως προκλήθηκαν τα πιο πάνω τραύματα και κατά αυτά πόσον είναι αποτέλεσμα του επεισοδίου με τον παραπονούμενο. Πέραν τούτου από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 δέχθηκαν επίθεση τέτοιου βαθμού από τον παραπονούμενο που για να αμυνθούν χρειάστηκε να του επιτεθούν και να χρησιμοποιήσουν μαχαίρια τραυματίζοντας τον με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Αντιθέτως, ο τρόπος που ενήργησαν παρότι τους κάλεσε να φύγουν από την αυλή του, καταδεικνύει ότι η επίθεση εναντίον του παραπονουμένου ήταν προσχεδιασμένη και όχι αποτέλεσμα αυτοάμυνας. Ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε περαιτέρω στην τελική αγόρευση του ότι επειδή δεν έχει αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία ποιος μαχαίρωσε το θύμα, δεν μπορεί να αποκλειστεί αυτό να έγινε και από άλλα άτομα που βρίσκονταν στην αυλή του παραπονουμένου. Η θέση όμως αυτή είναι ανεδαφική αφού δεν βρίσκει έρεισμα στην δοθείσα μαρτυρία. Δεν προκύπτει πουθενά ούτε ακόμα στην μαρτυρία του κατηγορουμένου 2, η εμπλοκή άλλων προσώπων στην επίθεση εναντίον του θύματος, πλην των δύο κατηγορουμένων και έτσι δεν δικαιολογείται οιαδήποτε αμφιβολία ως προς τα πρόσωπα που τραυμάτισαν τον παραπονούμενο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι το αδίκημα της 2ης κατηγορίας για παράνομο τραυματισμό του θύματος, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των κατηγορουμένων 2 &
- Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως: «280:- Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από τη μελέτη του άρθρου 280 του Κεφ. 154, είναι εμφανές ότι το υπό κρίση αδίκημα, μπορεί να συντελεστεί με διάφορους τρόπους. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Andreas Elia Lambides v. The Police
(1967)2 C.L.R. 142, το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφοράς που συνιστά εγκληματική επέμβαση γι' αυτό θα πρέπει στο κατηγορητήριο να αναφέρεται η συγκεκριμένη συμπεριφορά, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της κάθε κατηγορίας. Περαιτέρω στην πιο πάνω υπόθεση, έγινε αναφορά σε μια απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου σε υπόθεση της Κεϋλάνης που αναφέρεται στην παράγραφο 10488 του Current Law Consolidation 1947-1951. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι όταν ο πραγματικός ή βασικός σκοπός της εισόδου του κατηγορούμενου σε περιουσία είναι για να διαπράξει αδίκημα ή να υβρίσει ή ενοχλήσει τον κάτοχο και ότι η επίκληση δικαιώματος ήταν μια απλή δικαιολογία για να καλύψει τον πραγματικό λόγο τότε το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί (βλ. Sinnasamy Selvanayaqam v. R.
(1951)A.C. 83, P.C. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι όντως ο παραπονούμενος κάλεσε σε αρχικό στάδιο τους κατηγορουμένους 2 & 3 στην αυλή του προκειμένου να συζητήσουν για τα προβλήματα που προέκυψαν μεταξύ τους. Με την έννοια αυτή, η παρουσία τους στον χώρο ήταν σε αρχικό στάδιο νόμιμη. Όμως όπως επίσης προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, όταν ο παραπονούμενος είδε ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 είχαν άγριες διαθέσεις, τους κάλεσε να φύγουν από την αυλή του επειδή είχε ξένους και δεν ήθελε να γίνει φασαρία. Έριξε μάλιστα προς το μέρος τους ένα κομμάτι σίδερο προκειμένου να τους εκφοβίσει. Η από το σημείο αυτό και μετέπειτα παραμονή των κατηγορουμένων στον χώρο, συνιστά εγκληματική επέμβαση με την έννοια που καθορίζει το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η παραμονή των κατηγορουμένων 2 & 3 στην αυλή του θύματος μετά που τους κάλεσε να φύγουν, έγινε με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος ήτοι να επιτεθούν και να τραυματίσουν τον παραπονούμενο. Αυτό καταδεικνύει εξάλλου και η στην συνέχεια συμπεριφορά τους που είχε ως αποτέλεσμα τον εκ μέρους τους σοβαρό τραυματισμό του παραπονουμένου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η αστυνομία έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την εκ μέρους των κατηγορουμένων 2 & 3 διάπραξη του ποινικού αδικήματος της εγκληματικής επέμβασης που αναφέρεται στην 3η κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα. Απομένει η 4η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο 3ος κατηγορούμενος για το αδίκημα της παράνομης διαμονής στην Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 19.1(λ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105). Προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι το αδίκημα αυτό δεν έχει αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος 3 δεν ενημερώθηκε για την απόφαση να κλείσει ο φάκελος του στην υπηρεσία ασύλου. Η επιστολή που του στάλθηκε από την υπηρεσία ασύλου για να προσέλθει σε συνέντευξη 21.10.09 επιστράφηκε με την ένδειξη «αζήτητο». Στο μεταξύ όμως ο κατηγορούμενος 3, ειδοποίησε από τις 27.1.09 με επιστολή του Δικηγόρου του (τεκμ. 46) την υπηρεσία ασύλου ότι άλλαξε η διεύθυνση του πελάτη του. Δεν έγινε όμως καμία προσπάθεια από την υπηρεσία να ενημερωθεί ο κατηγορούμενος 3 για την ημερομηνία συνέντευξης στην νέα αυτή διεύθυνση. Το κυριότερο όμως δεν ενημερώθηκε και για το γεγονός του κλεισίματος του φακέλου του και κατ' επέκταση της απόρριψης του αιτήματος του. Σύμφωνα με το άρθρο 8.2 του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000, ο αιτητής υποχρεούται κατά την διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του να παραμείνει στην διεύθυνση στην οποία δηλώνεται στην άδεια προσωρινής διαμονής που χορηγείται σε αυτόν δυνάμει του εδαφίου 1 του άρθρου 8. Σε περίπτωση αλλαγής του τόπου διαμονής του, ο αιτητής υποχρεούται να ενημερώσει εντός τριών ημερών την υπηρεσία ασύλου είτε απευθείας είτε μέσω των κατά τόπο αρμόδιων κλιμακίων αλλοδαπών και μετανάστευσης της αστυνομίας. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του αιτητή με την πιο πάνω υποχρέωση, η υπηρεσία κλείνει τον φάκελο και διακόπτει την εξέταση του αιτήματος σύμφωνα με το άρθρο 16Α
(1)(α) του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση, ο σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο αιτητής ενημέρωσε μέσω του Δικηγόρου του την υπηρεσία ασύλου για την αλλαγή της διεύθυνσης του. Ως εκ τούτου η υπηρεσία ασύλου όφειλε να τον ενημερώσει γραπτώς στην νέα του διεύθυνση για την εξέλιξη της αίτησης του και ιδίως για την απόφαση διακοπής εξέτασης του αιτήματος και κλεισίματος του φακέλου του. Η υποχρέωση της υπηρεσίας ασύλου να ενημερώσει γραπτώς τον αιτητή στην περίπτωση απόρριψης του αιτήματος του, είναι επιτακτική δυνάμει του άρθρου 18
(3)του Νόμου. Η απόρριψη του αιτήματος αποτελεί διοικητική πράξη που για να καταστεί εκτελεστή θα πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να κοινοποιηθεί προς τον ενδιαφερόμενο (βλ. επίσης άρθρο 18
(7)του Περί Προσφύγων Νόμου 6
(1)/2000). Με την κοινοποίηση ενημερώνεται ο ενδιαφερόμενος για το δικαίωμα του να ασκήσει Διοικητική Προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής καθώς και για το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίο μπορεί να το πράξει. Ακολούθως ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να καταθέσει και Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Μόνο τότε καθίσταται τελική η απόφαση. Από τη στιγμή που ο αιτητής δεν λαμβάνει γνώση της απορριπτικής απόφασης, η διοικητική πράξη δεν καθίσταται εκτελεστή (βλ. κατ' αναλογία Χριστοδούλου v. Έπαρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 128). Κατ' επέκταση δεν είναι δυνατό να προκύψει ποινική ευθύνη στη βάση μη εκτελεστής διοικητικής πράξης. Από την στιγμή δε που ο κατηγορούμενος 3 δεν έχει ενημερωθεί γραπτώς για την απόρριψη της αίτησης του δυνάμει των προνοιών του Νόμου, εξακολουθεί να διαμένει νόμιμα στην Δημοκρατία. Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την μαρτυρία της Γ/Αστ. 3570 (Μ.Κ.10) που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, η επιτροπή ασύλου αποδέχθηκε επανάνοιγμα του φακέλου του αιτητή, ο οποίος αναμένετο να κληθεί σε συνέντευξη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η αστυνομία δεν έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 4ης κατηγορίας για παράνομη διαμονή του κατηγορουμένου 3 στην Κυπριακή Δημοκρατία. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι 2 & 3 κρίνονται ένοχοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 2η και 3η κατηγορία που αφορούν αντίστοιχα τα αδικήματα του Τραυματισμού και της Εγκληματικής Επέμβασης κατά παράβαση των άρθρων 234(α) και 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 4η κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης διαμονής στην Δημοκρατία. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο