Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Jakub Barkowski, Αρ. Υπόθεσης: 497/11, 21 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B10 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 497/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Jakub Barkowski, από την Πολωνία Κατηγορούμενου --------------------- Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ"Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν ο κ. Χ"Λοϊζου Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης της συμβίας του Agnieszka Zofia Januszewska, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)του περί Βίας στην Οικογένεια ( Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων ) Νόμου, Ν. 119 (Ι) / 2000, όπως τροποποιήθηκε, και του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της άσκησης βίας κατά της συμβίας του που προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη σε αυτή, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)
(4)του ιδίου Νόμου, και η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της πράξης βίας στην παρουσία ανηλίκου μέλους της οικογένειας, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του εν λόγω Νόμου. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Την 1.1.2011 και περί ώρα 02.00 η παραπονούμενη, Agnieszka Zofia Januszewska, τηλεφώνησε στον αστυνομικό σταθμό Αγ. Ιωάννη και κατάγγειλε ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 01.00 κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο με τον οποίο συζεί και την έβγαλε έξω από το σπίτι. Η Γ./Αστ. 3456 και ο αστ. 2169 μετέβησαν αμέσως στο μέρος όπου η παραπονούμενη τους ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν στην οικία της με τον κατηγορούμενο, αυτός κατανάλωσε ποσότητα οινοπνευματωδών ποτών με αποτέλεσμα να περιέλθει σε κατάσταση μέθης, και στην προσπάθεια της να τον αποτρέψει να φύγει από το σπίτι και να αγοράσει και άλλα οινοπνευματώδη ποτά, της επιτέθηκε και την κτύπησε με τα χέρια και τα πόδια στο πρόσωπο και σε διάφορα μέρη του σώματος της. Το όλο περιστατικό διαδραματίστηκε στην παρουσία της δίχρονης κόρης τους, Natalia Barkowska, η οποία δεν έπαθε οτιδήποτε από το συμβάν. Στην συνέχεια η παραπονούμενη μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι γιατρό, ο οποίος διαπίστωσε ότι αυτή έφερε εκδορές και μώλωπες σε διάφορα μέρη του σώματος, καθώς επίσης θλαστικό τραύμα στο κεφάλι της, όπου της έγινε συρραφή. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη από τον αστ. 1810 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Ok, but my wife has epilepsy». Από τις ακτινολογικές εξετάσεις, διαπιστώθηκε επίσης ότι η παραπονούμενη είχε κάταγμα ρινός και σφηνοειδούς οστού αριστερά και κρατήθηκε για νοσηλεία στο χειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει νέου δικαστικού εντάλματος από τον αστ. 4860 και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε ότι παραδέχεται και απολογείται. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων και ανέφερε ότι προέβη στην πράξη αυτή διότι ήταν μεθυσμένος και είχε μετανιώσει για την πράξη του. Στις 2.1.2011 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε διάταγμα τετραήμερης προσωποκράτησης του κατηγορούμενου. Τέλος, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου αρχικά υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Σε αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι 26 ετών, κατάγεται από την Πολωνία, και πριν την σύλληψη του διέμενε με τη παραπονούμενη, 29 ετών, άνεργη, και το ανήλικο παιδί τους σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λεμεσό, για το οποίο κατέβαλλαν μηνιαίο ενοίκιο 650 ευρώ. Πριν την σύλληψη του ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως εργάτης στις οικοδομές με ημερήσιες απολαβές 65 ευρώ. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του είναι συνταξιούχοι, και έχει μια αδελφή, 34 ετών, χήρα με 2 ανήλικα παιδιά. Ο ίδιος έχει αναλάβει την οικονομική ενίσχυση της αδελφής και των παιδιών της. Κατά την παιδική του ηλικία ο κατηγορούμενος υπήρξε μάρτυρας κακοποίησης της μητέρας από τον πατέρα του. Είναι απόφοιτος Τεχνικής Σχολής στα Οικονομικά και στην Πολωνία απασχολείτο ως εργάτης. Ήρθε στην Κύπρο πριν 6 χρόνια με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Γνώρισε την συμβία του με την οποία διατηρεί δεσμό τα τελευταία χρόνια, και απέκτησαν μία κόρη 2 ετών. Οι σχέσεις τους έχουν περάσει διάφορες διακυμάνσεις ενώ στο παρόν στάδιο έχουν βελτιωθεί. Το παιδί και η συμβία του τον επισκέπτονται στις Κεντρικές Φυλακές. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η συμβία του παρουσιάζει κρίσεις επιληψίας και εξέφρασε την ανησυχία του σε περίπτωση που παρουσιαστεί κάποιο επεισόδιο και δεν θα μπορεί να την στηρίξει, καθότι στην Κύπρο δεν έχουν κανένα δικό τους άνθρωπο. Ο κατηγορούμενος εξέφρασε τη μεταμέλεια του για τα αδικήματα και επιθυμία του είναι όπως παραμείνει στην Κύπρο με την οικογένεια του και εργάζεται. Κατά διαστήματα κάνει κατάχρηση αλκοόλ, ωστόσο ο ίδιος δεν αναγνωρίζει ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα αλκοολισμού. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος, εν όψει και της ημέρας, κατανάλωσε αλκοόλ, υπερβαίνοντας το όριο, με αποτέλεσμα να μεθύσει και να προβεί στην αξιόποινη συμπεριφορά του, το οποίο αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό για το οποίο ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε αμέσως. Ο κ. Χατζηλοίζου επεσήμανε ότι οι σχέσεις του κατηγορούμενου με την συμβία του είναι αρμονικές, και η ίδια ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν έχει πλέον παράπονο από αυτόν και ότι διατηρούν επικοινωνία. Ο κατηγορούμενος είναι ο μοναδικός που συντηρεί την συμβία του και το παιδί τους, και τυχόν επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης θα έχει καταστροφικές συνέπειες σε όλους. Εν όψει της άμεσης παραδοχής του κατηγορούμενου, του λευκού ποινικού μητρώου του, των συνθηκών που περιβάλλουν την υπόθεση και του χρόνου που ο κατηγορούμενος τελεί ήδη υπό κράτηση, ο κ. Χατζηλοίζου ζήτησε όπως το Δικαστήριο δώσει μια ευκαιρία στον κατηγορούμενο. Αναμφίβολα, τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι αρκετά σοβαρά και αυτό φαίνεται τόσο από την ίδια τη φύση τους όσο και από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, όπου το θύμα είναι μέλος της οικογένειας, καθότι ο κατηγορούμενος συζούσε ως αντρόγυνο με την παραπονούμενη και το παιδί τους, ο Νόμος 119 (Ι) / 2000 προβλέπει αύξηση της ποινής για την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, από 7 που προνοεί το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, σε 10 χρόνια, κάτι πολύ ενδεικτικό της σοβαρότητας του αδικήματος και της αποδοκιμασίας του Νομοθέτη τέτοιων πράξεων βίας ανάμεσα σε οικογένειες. Για τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ. 3,000 ( το ισόποσο σε ευρώ) ή και οι δύο αυτές ποινές. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του κ. Γ.Μ. Πική, 2η έκδοση, στις σελίδες 116-118, όπου γίνεται μια ανασκόπηση της νομολογίας για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία φαίνεται ότι η συνήθης ποινή είναι η ποινή φυλάκισης, η διάρκεια της οποίας ποικίλλει ανάλογα με τη φύση της επίθεσης, τον τραυματισμό που προκαλείται και τον τρόπο πρόκλησης αυτού. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Χρίστου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 85, Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 241, Θεοκλείτου κ.α. v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 164, Αεροπόρος v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 275, Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 98, Patatinis v. The Police
(1985)2 C.L.R. 110, Theophanous v. The Police
(1985)2 C.L.R. 34 και Eracleous v. The Police
(1984)2 C.L.R. 441. Ακόμα, καθοδήγηση προσφέρουν οι υποθέσεις Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδουλίδη
(2001)2 Α.Α.Δ. 753 και Ach. Charalambous v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 335, οι οποίες βέβαια αφορούν το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, που τιμωρείται με ισόβια φυλάκιση. Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, αρχικά λαμβάνω υπόψη τις συνέπειες της πράξης βίας του κατηγορούμενου προς την συμβία του, και τον τραυματισμό που αυτή υπέστη, και μάλιστα ότι το όλο επεισόδιο έγινε στην παρουσία της δίχρονης κόρης τους. Σημαντικό κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς προσχεδιασμό αλλά αφού κατανάλωσε ποσότητα αλκοόλ που τον έφερε σε κατάσταση μέθης, και μάλιστα ενώ η παραπονούμενη προσπαθούσε να τον αποτρέψει από του να αγοράσει και άλλο ποτό. Χωρίς η κατανάλωση αλκοόλ να αποτελεί δικαιολογία για την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, είναι καλά καθιερωμένη η αρχή ότι η μέθη αποτελεί μετριαστικό παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Yeates κ.ά. v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Φαναράς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50, Pernell κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 417, Γενικός Εισαγγελέας v. Τσιολή
(1991)2 Α.Α.Δ. 194 και Police v. Ioannou
(1989)2 Α.Α.Δ. 61. Ακόμα, ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή και απολογία του για τη διάπραξη των αδικημάτων τόσο στην αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, τη μεταμέλεια του για την αξιόποινη συμπεριφορά και το λευκό ποινικό μητρώο του. Ακόμα, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες, όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, και ειδικότερα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι ο μόνος προστάτης της παραπονούμενης, η οποία πάσχει από επιληψία, και της ανήλικης κόρης τους, και ο μόνος που τους συντηρεί οικονομικά. Σημαντικό είναι ακόμα το γεγονός ότι το επίδικο επεισόδιο αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό και ότι η παραπονούμενη δεν έχει πλέον παράπονο από τον κατηγορούμενο με τον οποίον διατηρούν επικοινωνία ενώ αυτός είναι στις Φυλακές και επιθυμεί την επανασύνδεση της οικογένειας τους. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, καταλήγω ότι η φύση και σοβαρότητα των αδικημάτων είναι τέτοια που δεν αφήνουν περιθώριο στο Δικαστήριο από του να επιβάλει ποινή φυλάκισης. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες που εκτίθενται πιο πάνω δεν είναι ικανοί να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής, θα αντανακλούνται όμως στην έκταση αυτής. Ως εκ τούτου στον κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το ενδεχόμενο αναστολής της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, καταλήγω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που να δικαιολογούν την αναστολή της έκτισης της ποινής. Αυτά είναι το μεμονωμένο της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, ο οποίος ενήργησε ενώ τελούσε σε κατάσταση μέθης, χωρίς σχεδιασμό, η άμεση παραδοχή και μεταμέλεια του, η πλήρης αποκατάσταση των σχέσεων του με την παραπονούμενη, και το γεγονός ότι η ίδια αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας για το οποίο δεν έχει κανένα στην Κύπρο να την στηρίξει. Θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται μιας ευκαιρίας να αποδείξει και έμπρακτα τη μεταμέλεια και υπόσχεση του ότι θα είναι νομοταγής στο μέλλον, για να παραμείνει η οικογένεια του ενωμένη και μάλιστα αυτός να συνεχίσει να την στηρίζει και οικονομικά αφού είναι ο μόνος που εργάζεται και τους συντηρεί. Επομένως, η έκτιση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) ............... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Ποινή Αναφορά: Βία στην Οικογένεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο