Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σωκράτη Κωνσταντινίδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 31655/10, 26 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31655/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Σωκράτη Κωνσταντινίδη, εκ Λεμεσού
- Rajaul, από την Μπαγκλαντές Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ"Ιωάννου Κατηγορούμενος 1 παρών, γι' αυτόν ο κ. Θ. Στυλιανού Π Ο Ι Ν Η Ο πρώτος κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14 Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 18.11.2010, και περί ώρα 11.00, ο αστ. 1825 Π. Στυλιανίδης μαζί με τον αστ. 1763 της ΥΑΜ Λεμεσού μετέβησαν στο συγκρότημα Galatex που βρίσκεται στη Λεωφόρο Γεωργίου Α' στη Γερμασόγεια, κατόπιν πληροφορίας ότι σε υπό ανακαίνιση κατάστημα εργάζονται παράνομα αλλοδαποί. Κατά τη δεκαπεντάλεπτη παρακολούθηση, ο αστ.1825 αντιλήφθηκε τον δεύτερο κατηγορούμενο να ασχολείται με τη μεταφορά διάφορων εργαλείων και να βοηθά άλλο υπάλληλο με την τοποθέτηση μικρού ηλεκτρικού πασσάλου με διάφορα εργαλεία. Ο αστ. 1825 τον πλησίασε, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και ζήτησε τα στοιχεία του. Ακολούθως τον ρώτησε αν έχει άδεια να εργάζεται και αυτός του απάντησε ότι δεν έχει visa. Τότε ο αστ. 1825 τον συνέλαβε και τον ρώτησε ποιος είναι ο εργοδότης του και αυτός υπέδειξε τον πρώτο κατηγορούμενο που ήταν στο μέρος. Ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγήθηκε στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας και κλήθηκε να παρουσιαστεί εκεί και ο πρώτος κατηγορούμενος. Από εξετάσεις που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος αφίχθηκε στην Κύπρο ως φοιτητής και ακολούθως υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο, ο φάκελος του έκλεισε στις 26.10.2004, και έκτοτε παραμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία παράνομα. Την ίδια μέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, στην οποία παραδέχεται ότι εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο, και κατηγορηθείς γραπτώς για το αδίκημα που διέπραξε, απάντησε ότι παραδέχεται. Τέλος, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και ήταν πλήρως συνεργάσιμος με τη αστυνομία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και του έχει ήδη επιβληθεί ποινή. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας- Τεκμήριο Α. Στην εν λόγω Έκθεση αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 61 ετών, παντρεμένος με 2 παιδιά, ηλικίας 31 και 25 ετών, και ακόμα ένα παιδί ηλικίας 27 ετών που διαμένει μαζί με τους γονείς του. Η σύζυγος του είναι 52 ετών, οικοκυρά. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από το Πελένδρι και προέρχεται από πολύτεκνη, συγκροτημένη και αγροτική οικογένεια. Είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής Λεμεσού, υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία και μετά την αποστράτευση του προσλήφθηκε στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, όπου εργάστηκε μέχρι το 2006 όταν αφυπηρέτησε πρόωρα για λόγους υγείας. Συγκεκριμένα, το 1992 ο κατηγορούμενος είχε σοβαρό ατύχημα από το οποίο υπέστη σοβαρά κατάγματα. Από τότε θεωρείται ανίκανος για εργασία, και επειδή το μοναδικό εισόδημα προερχόταν από την εργασία του, συνέχισε να εργάζεται μέχρι το
- Τώρα λαμβάνει σύνταξη εκ 1750 ευρώ μηνιαίως, και απασχολείται οικειοθελώς για να βοηθά τα 2 παιδιά του στην εργασία τους, που είναι ηλεκτρολόγοι. Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας περιγράφονται αρμονικές και ο ίδιος και η σύζυγος του είχαν πάντοτε ως προτεραιότητα τους τη φροντίδα και σωστή ανατροφή των παιδιών τους. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου τόνισε το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και κατέθεσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος Αλκιβιάδους, ημερ. 25.11.2010, Τεκμήριο Β, στο οποίο αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος φέρει σοβαρού βαθμού μετατραυματική αρθρίτιδα παχ/κας άρθρωσης και σοβαρού βαθμού μετατραυματική αρθρίτιδα ισχίου, και χρήζει φυσιοθεραπείας. Ο κ. Στυλιανού επεσήμανε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος εισήλθε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία και ο πρώτος κατηγορούμενος βρισκόταν με τη λανθασμένη εντύπωση ότι ήταν φοιτητής και δικαιούται να εργαστεί. Ήταν η εισήγηση του κ. Στυλιανού ότι αν το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο, τόσο οι συνθήκες του αδικήματος όσο και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, και ειδικότερα τα προβλήματα υγείας του, δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής. Αδικήματα της ίδιας φύσης με αυτά που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, παρουσιάζουν ανησυχητικά αυξητική τάση, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση του γεγονότος αυτού από τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται και παρουσιάζονται ενώπιον του, επί καθημερινής βάσης. Αυτός είναι ο λόγος που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν αυτά τα αδικήματα με την ανάλογη αυστηρότητα και την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η σχετική Νομοθεσία έχει τροποποιηθεί με αύξηση των προβλεπόμενων ποινών, ιδιαίτερα αναφορικά με τους εργοδότες για τους οποίους προνοείται μεγαλύτερη ποινή. Για το αδίκημα που παραδέχθηκε ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι £5.000 (το ισόποσο σε ευρώ) ή και τα δύο. Μια απλή θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ακριβώς τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, στην οποία το Εφετείο παραμέρισε τη χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο με ποινή άμεσης φυλάκισης: "H ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι αρκετός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Η ίδια ακριβώς προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, στην οποία αφού έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης, επεσήμανε το εξής: "Το μέγεθος της δημόσιας βλάβης που προκαλείται είναι τέτοιο που επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από την οποία να εκπέμπεται το καθαρό μήνυμα πως κάθε ένας πρέπει να έχει στο μυαλό του πρώτα τον Νόμο και πως η αντίληψη ότι ενδεχομένως ένας μπορεί να δει πρώτα το συμφέρον της δουλειάς του, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή.» Επίσης παραπέμπω στην απόφαση επί του θέματος στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, και στο πιο κάτω απόσπασμα: "Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών με όλες τις σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που επιφέρουν έχουν εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων. (ίδε Mohamed El Feky κ.ά. v. Aστυνομίας [1996] 2 ΑΑΔ 16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη, Ποινική Έφεση 6967 της 13/11/2000 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση 6979 της 2/2/2001). Στην υπόθεση Μιχαήλ (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης στον εργοδοτούμενο πρέπει κατά κανόνα να συνοδεύεται και με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μονιάτη (που υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ). «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάνουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Είναι πρόδηλο από τις νομικές αρχές που εκτίθενται πιο πάνω, ότι εκείνο το οποίο κατά κύριο λόγο βαρύνει στην τιμωρία τόσο στην περίπτωση του εργοδότη όσο και του αλλοδαπού είναι η ίδια η πράξη, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες όπως η διάρκεια της απασχόλησης, οι όροι αυτής και οι συνθήκες εργοδότησης. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γ. Γραμματικού (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στ. Αθανασίου (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Μιχαήλ,
(2001)2 Α.Α.Δ. 74. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου βέβαια ότι είναι με τη συμμετοχή και συνενοχή των εργοδοτών που οδηγήθηκε το φαινόμενο αυτό στα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Αν οι εργοδότες τηρούσαν το Νόμο και τους Κανονισμούς, αυτό το φαινόμενο δεν θα είχε την έξαρση που παρουσιάζει σήμερα - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Αθανασίου (ανωτέρω). Είναι καλά θεμελιωμένο από τη νομολογία ότι οι περιστάσεις του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όμως, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304, η σημασία των προσωπικών περιστάσεων και του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου αμβλύνεται όταν διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245, και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν με τη λανθασμένη εντύπωση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε δικαίωμα εργασίας, όμως αυτό δεν τον απαλλάσσει από τη δική του υποχρέωση να ελέγξει τα λεγόμενα του αλλοδαπού και να βεβαιωθεί ότι η εργοδότηση του ήταν καθόλα νόμιμη. Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αφυπηρέτησε πρόωρα και είναι ανίκανος για εργασία, κατόπιν του ατυχήματος που υπέστη, και όμως συνεχίζει να απασχολείται και μάλιστα με τη βοήθεια αλλοδαπού, στην προκειμένη περίπτωση, που βρισκόταν παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία και δεν είχε δικαίωμα εργασίας. Το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εισέλθει νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία και σε κατοπινό στάδιο κατέστη παράνομος εδώ, και κατ' εκείνο τον χρόνο εργοδοτήθηκε από τον κατηγορούμενο, δεν διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση από τις περιπτώσεις εργοδοτήσεις αλλοδαπών που εισέρχονται και παραμένουν εδώ παράνομα, όπως έχει αναγνωριστεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση αρ. 242/2009, ημερ. 11.5.
- Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή του στην αστυνομία και την συνεργασία του με αυτή, την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και το λευκό ποινικό μητρώο του. Ακόμα λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες, όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, και αναφέρονται αναλυτικά πιο πάνω. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη το πρόβλημα υγείας του κατηγορούμενου, για το οποίο χρήζει φυσιοθεραπείας. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438, όπου και πάλι ποινή προστίμου αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Το Ανώτατο Δικαστήριο επέκρινε την πρωτόδικη ποινή ως ανεξήγητη και αντινομική και ως μεγάλο σφάλμα αρχής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη την παραδοχή του κατηγορούμενου, το λευκό ποινικό μητρώο του, ότι ήταν πατέρας 3 παιδιών, γεγονότα τα οποία το Εφετείο θεώρησε ισχνής σημασίας. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος έπασχε από διαβήτη. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα τη σοβαρότητα του αδικήματος και έντονο το στοιχείο της αποτροπής, και χωρίς να παραγνωρίζω το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η ποινή στερητική της ελευθερίας. Ως εκ τούτου, στον 1ο κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου του 1ου κατηγορούμενου για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σε αυτόν. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Έχω λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης σε σχέση τόσο με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας όσο και τις προσωπικές συνθήκες του 1ου κατηγορούμενου και το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει, και δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αυτές είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. (Υπ.) ................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Παράνομη Εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο