← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Άγγελου Δράκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34430/10, 26 Ιανουαρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Άγγελου Δράκου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 34430/10, 26 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34430/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. Άγγελου Δράκου, εκ Ακτής Κυβερνήτη
  2. Duong Thi Tinh, από το Βιετνάμ
  3. Ho Thi Loan, από το Βιετνάμ
  4. Salas Rosie Miel, από τις Φιλιππίνες Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενος 1 παρών, γι' αυτόν ο κ. Γ. Κονναρής Κατηγορουμένη 2 παρούσα, γι' αυτήν η κα Α. Ιωάννου Π Ο Ι Ν Η Ο πρώτος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την πρώτη και την έκτη κατηγορία, που αφορούν το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14 Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Η πρώτη κατηγορία αναφέρεται στην εργοδότηση της δεύτερης κατηγορουμένης, ενώ η έκτη κατηγορία στην εργοδότηση των κατηγορουμένων 3 και
  5. Η δεύτερη κατηγορουμένη αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2 και
  6. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου, Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση του άρθρου 19 (κ) του Κεφ. 105 και του Κανονισμού 14

(1)
(3)
(4)των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972, Κ.Δ.Π. 242/
  1. Η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19(λ) του Κεφ.
  2. Οι κατηγορούμενες 3 και 4 παραδέχθηκαν εξ αρχής ενοχή στις κατηγορίες 4 και 5 που αντιμετώπιζαν αντίστοιχα και τους έχει ήδη επιβληθεί ποινή, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχθηκε εξ αρχής ενοχή στην έκτη κατηγορία. Αφού ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 2 και 3, και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου και άλλαξαν απάντηση σε παραδοχή, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος στην πρώτη κατηγορία και η δεύτερη κατηγορούμενη στις κατηγορίες 2 και
  3. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 19.12.2010, κατόπιν πληροφορίας, μέλη της ΥΑΜ Λεμεσού επισκέφθηκαν το εστιατόριο «ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΑΡΟΣ» στην Ακτή του Κυβερνήτη όπου εντόπισαν τη δεύτερη κατηγορουμένη και τις κατηγορούμενες 3 και 4 να εργάζονται στην κουζίνα του εστιατορίου. Οι αστυνομικοί υπέδειξαν την αστυνομική τους ταυτότητα και διαπίστωσαν ότι η δεύτερη κατηγορουμένη, Βιετναμέζα υπήκοος, εντοπίζεται ως αναζητούμενο πρόσωπο στο ΣΤΟΠ-ΛΙΣΤ με ημερ. 5.10.2009, καθότι στις 27.7.2009 της δόθηκε αποδεσμευτική επιστολή για να εξεύρει νέο εργοδότη, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει και έκτοτε συνέχιζε να παραμένει παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία σε άγνωστη διεύθυνση. Η τρίτη κατηγορουμένη βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο με άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός στην οικία της Έλλης Μιχαήλ στο Πεντακωμο μέχρι τις 16.9.2011, ενώ η τέταρτη κατηγορουμένη βρίσκεται επίσης νόμιμα στην Κύπρο με άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός στην οικία του πρώτου κατηγορούμενου στο Πεντάκωμο μέχρι τις 31.7.
  4. Η δεύτερη κατηγορουμένη υπέδειξε τον πρώτο κατηγορούμενο ως τον εργοδότη της, και αφού συνελήφθη δεν έδωσε απάντηση. Όταν προσήλθε εκεί ο πρώτος κατηγορούμενος και του αναφέρθηκε ότι αν δεν έχει άδεια για να εργοδοτεί αλλοδαπούς διαπράττει αδίκημα, αυτός είπε ότι «Δεν έχουν συμβόλαια αλλά τις φέρνω τις Κυριακές για να με βοηθούν». Ακολούθως συνελήφθη και, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε « Έχω αίτηση στο Γραφείο Εργασίας για υπαλλήλους όμως δεν μου βρίσκουν». Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, παραδέχθηκε ότι εργοδοτούσε τις αλλοδαπές, κατηγορούμενες 3 και 4, ενώ δεν παραδέχθηκε την κατηγορία που αφορούσε τη δεύτερη κατηγορουμένη. Η δεύτερη κατηγορουμένη, στην κατάθεση της στην αστυνομία, αναφέρει ότι μετέβη στον επίδικο χώρο εκείνη τη μέρα και ο πρώτος κατηγορούμενος της ζήτησε να τον βοηθήσει λόγω της ημέρας και επειδή υπήρχε αρκετός κόσμος στο εστιατόριο. Ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε να δει τα χαρτιά της για να βεβαιωθεί ότι ήταν νόμιμη, όμως επειδή ο ίδιος είχε άλλη εργασία, δεν πρόλαβε να τα κοιτάξει και είχε πρόθεση να το κάνει αργότερα. Τέλος, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του πρώτου κατηγορούμενου εξήγησε αρχικά την απάντηση του πρώτου κατηγορούμενου προς την αστυνομία, καθότι αναφερόταν στις άλλες 2 αλλοδαπές που εργοδοτούσε και μάλιστα η μία εκ των οποίων είναι η οικιακή βοηθός τους, για τον λόγο ότι η σύζυγος του αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας με τα άκρα των χεριών της. Ο κ. Κονναρής αναφέρθηκε τόσο στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και στις προσωπικές συνθήκες του πρώτου κατηγορούμενου. Ειδικότερα, ο κ. Κονναρής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα, σε οικογενειακό και προσωπικό επίπεδο, λόγω του ότι έχασε ένα αδελφό του στην εισβολή, και ο ίδιος διατηρεί το εν λόγω εστιατόριο. Λόγω της τοποθεσίας του, η εξεύρεση προσωπικού είναι δύσκολη, και ο κατηγορούμενος υπέβαλε Αίτηση στο Γραφείο Εργασίας, και δυστυχώς δεν κατέστη δυνατή η εξεύρεση προσωπικού, όχι εξ υπαιτιότητας του κατηγορούμενου. Σχετικό είναι το Τεκμήριο Α. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας, για το οποίο ο κ. Κονναρής κατέθεσε ιατρικά πιστοποιητικά ως Τεκμήρια Β και Γ. Το Τεκμήριο Β είναι Ιατρική Βεβαίωση του Δρος Προκόπη Σπύρου, ειδικού καρδιολόγου, ημερ. 22.12.2010, στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από υπέρταση και αρρυθμία από το 2005, και βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή. Νοσηλεύτηκε 2 φορές στην εντατική το 2005 και το 2009 με αρρυθμία. Συστήνεται αποφυγή από συναισθηματική φόρτιση και στρες. Το Τεκμήριο Γ είναι Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρος Ηλία Νικολαίδη, νευρολόγου - ψυχίατρου, ημερ. 19.1.2011, στο οποίο αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι άτομο που εμφανίζει γενικευμένη αγχώδη διαταραχή (CDA) με κρίσεις πανικού. Συνυπάρχουν καρδιολογικά προβλήματα και υπέρταση που επηρεάζονται τα μέγιστα από την ψυχική του κατάσταση. Επίσης εμφανίζει κλειστοφοβία. Σύμφωνα πάντα με τον Δρα Νικολαίδη, πιθανή φυλάκιση του θα αυξήσει τις συναισθηματικές του φορτίσεις με σημαντικές συνέπειες, και τα τελευταία γεγονότα επιδείνωσαν την ψυχική του κατάσταση και άρχισε θεραπεία στην οποία δεσμεύτηκε. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου κατέθεσε επίσης 2 Βεβαιώσεις από τις οποίες διαφαίνεται ότι τα δύο παιδιά του σπουδάζουν στην Ελλάδα - Τεκμήριο Δ, και ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι ο μόνος που συντηρεί οικονομικά την οικογένεια του. Στην επιχείρηση του ο κατηγορούμενος απασχολεί 10 άτομα 3 φορές τη βδομάδα, ενώ τις υπόλοιπες 5 απασχολεί μόνο
  5. Η σύζυγος του είναι υπό την επίβλεψη του Γραφείου Ευημερίας, εν όψει του προβλήματος υγείας της. Λόγω της ημέρας, και επειδή η σύζυγος του κατηγορούμενου δεν μπορεί να βοηθήσει στο εστιατόριο, και των δυσκολιών εξεύρεσης προσωπικού, ο κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να ζητήσει από τις κατηγορούμενες 2,3, και 4 να τον βοηθήσουν. Τέλος, ο κ. Κονναρής μετέφερε την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορούμενου για τη διάπραξη των αδικημάτων, την υπόσχεση του ότι θα είναι νομοταγής στο μέλλον, και εισηγήθηκε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που δικαιολογούν την αναστολή τυχόν ποινής φυλάκισης ήθελε επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η συνήγορος της δεύτερης κατηγορουμένης αρχικά δικαιολόγησε τη μη παραδοχή της για την κατηγορία της παράνομης απασχόλησης της, καθότι η ίδια πίστευε ότι δεν διέπραττε αδίκημα, επειδή δεν είχε ακόμα δείξει τα χαρτιά της και δεν είχαν συμφωνήσει πληρωμή. Η κα Ιωάννου υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, στην οποία αναφέρεται ότι η δεύτερη κατηγορουμένη είναι ηλικίας 42 ετών, από το Βιετνάμ, και προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας της απεβίωσε από καρδιακό επεισόδιο πριν πολλά χρόνια, ενώ η μητέρα της, 74 ετών, διαμένει μόνη στο Βιετνάμ. Η αδελφή της απεβίωσε από ασθένεια πριν 4 χρόνια. Φοίτησε για 8 χρόνια σε σχολείο της χώρας της και εργαζόταν στον τομέα της γεωργοκτηνοτροφίας. Τέλεσε γάμο με άντρα της ίδιας καταγωγής με τον οποίον χώρισαν. Στην Κύπρο διατηρεί δεσμό με άντρα Ρουμανικής καταγωγής, με τον οποίον προτίθεται να παντρευτεί. Ο συμβίος της εργάζεται περιστασιακά με ημερήσιες απολαβές 50 ευρώ. Ήρθε στην Κύπρο το 2007 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός, και αρχικά ανέλαβε εργασία φροντίζοντας ηλικιωμένη γυναίκα και μετά προσλήφθηκε από άλλο εργοδότη όπου εργάστηκε για 2 μήνες και μετά διαμένει και εργάζεται παράνομα στην Κύπρο. Η ίδια επιθυμεί όπως παραμείνει στην Κύπρο και παντρευτεί με τον συμβίο της. Η κα Ιωάννου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη την ταλαιπωρία της κατηγορουμένης η οποία, με την ολοκλήρωση της παρούσας υπόθεσης και την επιβολή ποινής, θα απελαθεί και έτσι δεν θα μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή της με τον άντρα που επιθυμεί να παντρευτεί. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει την αυστηρότητα αντιμετώπισης τέτοιας φύσης αδικημάτων, εν όψει της συχνότητας διάπραξης τους, και ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αυτές τις υποθέσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, στην οποία το Εφετείο παραμέρισε τη χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο με ποινή άμεσης φυλάκισης: "H ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι αρκετός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Η ίδια ακριβώς προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, στην οποία αφού έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης, επεσήμανε το εξής: "Το μέγεθος της δημόσιας βλάβης που προκαλείται είναι τέτοιο που επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από την οποία να εκπέμπεται το καθαρό μήνυμα πως κάθε ένας πρέπει να έχει στο μυαλό του πρώτα τον Νόμο και πως η αντίληψη ότι ενδεχομένως ένας μπορεί να δει πρώτα το συμφέρον της δουλειάς του, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή.» Επίσης παραπέμπω στην απόφαση επί του θέματος στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, και στο πιο κάτω απόσπασμα: "Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών με όλες τις σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που επιφέρουν έχουν εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων. (ίδε Mohamed El Feky κ.ά. v. Aστυνομίας [1996] 2 ΑΑΔ 16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη, Ποινική Έφεση 6967 της 13/11/2000 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση 6979 της 2/2/2001). Στην υπόθεση Μιχαήλ (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης στον εργοδοτούμενο πρέπει κατά κανόνα να συνοδεύεται και με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μονιάτη (που υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ). «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάνουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Είναι πρόδηλο από τις νομικές αρχές που εκτίθενται πιο πάνω, ότι εκείνο το οποίο κατά κύριο λόγο βαρύνει στην τιμωρία τόσο στην περίπτωση του εργοδότη όσο και του αλλοδαπού είναι η ίδια η πράξη, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες όπως η διάρκεια της απασχόλησης, οι όροι αυτής και οι συνθήκες εργοδότησης. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γ. Γραμματικού (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στ. Αθανασίου (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Μιχαήλ,
(2001)2 Α.Α.Δ. 74. Για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, και πάλι η νομολογία δεικνύει την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, όπως άλλωστε έχει επανειλημμένα τονιστεί μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Μοhamed El Feky κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166, Nazari v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, Μohamet v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 295 και Al Jibouri κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 143. Ειδικότερα παραπέμπω στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Nazari v. Aστυνομίας (ανωτέρω), η οποία αφορούσε το αδίκημα της παράνομης παραμονής αλλοδαπού μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας παραμονής: «Η Κύπρος πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι μια μικρή χώρα, με τεράστια προβλήματα. Η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Δεν υποτιμούμε την αγωνία των όπου γης ανθρώπων για την εξασφάλιση εργασίας και, γενικά τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Όμως, στην περίπτωση της Κύπρου, πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η συχνότητα, με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτής της φύσης, και οι αρνητικές επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο συνοψίζονται περιεκτικά στο απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Μοhamed El Feky και άλλοι ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 166 που δόθηκε από το Νικήτα Δ.: "Δυστυχώς το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκαν οι εφεσείοντες διαπράττεται τελευταία με εντεινόμενη συχνότητα. Ο πρωτόδικος δικαστής, εκφράζοντας τη βαθιά ανησυχία του για το φαινόμενο, το χαρακτήρισε ως επιδημία. Δεν θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι από την άποψη αυτή η Κύπρος βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις, κοινωνικές, οικονομικές και άλλες ήδη εκδηλώθηκαν και επηρεάζουν τη ζωή του τόπου. Η Κύπρος είναι χώρα φιλόξενη και ανεκτική. Ιστορικά υπήρξε και εξακολουθεί να είναι κόμβος συγκοινωνιακός, οικονομικός και πολιτιστικός. Όμως κάθε κράτος διατηρεί το δικαίωμα μη αποδοχής αλλοδαπών (βλέπε ανάπτυξη του καθηγητή J.G. Starke 'Introduction to International Law', 10η έκδοση στη σελ. 748 και επ.), το οποίο παραβιάζεται με διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων.» Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου βέβαια ότι είναι με τη συμμετοχή και συνενοχή των εργοδοτών που οδηγήθηκε το φαινόμενο αυτό στα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Αν οι εργοδότες τηρούσαν το Νόμο και τους Κανονισμούς, αυτό το φαινόμενο δεν θα είχε την έξαρση που παρουσιάζει σήμερα - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Αθανασίου (ανωτέρω). Από την άλλη όμως αποτελεί πρώτιστο καθήκον των αλλοδαπών να αντιληφθούν ότι πρέπει να τηρούν τους όρους υπό τους οποίους γίνονται αποδεκτοί στην Κύπρο και να ενεργούν καθόλα νομότυπα. Εκείνο που ουσιαστικά τιμωρείται είναι η αξιόποινη πράξη τους. Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Wilesinge v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 560 και Tabrizi v. Aστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421, από τις οποίες διαφαίνεται η αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων με την επιβολή ποινών φυλάκισης. Έχοντας τονίσει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, κρίνω ότι η διάρκεια της απασχόλησης της 2ης κατηγορουμένης είναι δευτερευούσης σημασίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα συνεκτιμηθεί ανάλογα - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ (ανωτέρω). Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες 1 και 6 και ειδικότερα τις προσπάθειες που κατέβαλε ο 1ος κατηγορούμενος προς εξεύρεση προσωπικού για το εστιατόριο του, ειδικά μέρες όπως την επίδικη όταν η πελατεία του είναι αυξημένη, με την καταχώρηση σχετικής Αίτησης (Τεκμήριο Α), και δυστυχώς την απογοητευτική κατάληξη αδυναμία ανεύρεσης υπαλλήλων. Αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος που ώθησε τον 1ο κατηγορούμενο στο να ζητήσει τις υπηρεσίες των αλλοδαπών. Το γεγονός ότι δεν πρόλαβε να ελέγξει τα χαρτιά της 2ης κατηγορουμένης δεν αποτελεί δικαιολογία για την αξιόποινη ενέργεια του να δεχθεί να την εργοδοτήσει. Ο 1ος κατηγορούμενος όφειλε να βεβαιωθεί ότι πράγματι η 2η κατηγορουμένη είχε δικαίωμα παραμονής και εργασίας στην Κύπρο. Από την άλλη, το καθεστώς των 2 άλλων αλλοδαπών, κατηγορουμένων 3 και 4, οι οποίες βρίσκονται νόμιμα στη Δημοκρατία με άδεια εργασίας και μάλιστα η 4η στην οικία του 1ου κατηγορούμενου, δικαιολογεί τον διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης του εργοδότη, καθότι σε τέτοιες περιπτώσεις η κατάλληλη ποινή είναι η χρηματική ποινή. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Quinlong v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ.
  1. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον πρώτο κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή του στην αστυνομία για την εργοδότηση των κατηγορουμένων 3 και 4, την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, τη μεταμέλεια για τη διάπραξη των αδικημάτων και την υπόσχεση του ότι θα είναι νομοταγής στο μέλλον. Επίσης, λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του. Ακόμα, λαμβάνω σοβαρά υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες, όπως εκτίθενται πιο πάνω, και ειδικότερα το πρόβλημα υγείας της συζύγου του και τα προβλήματα υγείας του ιδίου. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορουμένη, λαμβάνω υπόψη τις συνθήκες που κατέστησαν την παραμονή της εδώ παράνομη, το λευκό ποινικό μητρώο της, την απολογία της για τα αδικήματα που διάπραξε και τις προσωπικές της συνθήκες, που αναφέρονται αναλυτικά στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, καταλήγω ότι η κατάλληλη ποινή στον 1ο κατηγορούμενο αναφορικά με την πρώτη κατηγορία είναι αυτή της φυλάκισης ενώ με την έκτη κατηγορία η χρηματική ποινή. Για την 2η κατηγορουμένη η μόνη κατάλληλη ποινή και στις 2 κατηγορίες είναι η ποινή φυλάκισης. Ως εκ τούτου, στην 1η κατηγορία στον 1ο κατηγορούμενο επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην έκτη κατηγορία στον 1ο κατηγορούμενο επιβάλλεται χρηματική ποινή €
  2. Στη 2η κατηγορουμένη στην 2η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 45 ημερών. Στη 2η κατηγορουμένη στην 3η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης για την 2η κατηγορουμένη να συντρέχουν. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Έχω λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης σε σχέση τόσο με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας όσο και τις προσωπικές συνθήκες του 1ου κατηγορούμενου. Κρίνω ότι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του έχει επιβληθεί. Αυτές συνίστανται στην ηλικία του σε συνάρτηση με το λευκό ποινικό μητρώο του και κυρίως την κατάσταση της υγείας του. Ειδικότερα, διαφαίνεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων Β και Γ ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από υπέρταση και αρρυθμία, βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή και μάλιστα νοσηλεύτηκε 2 φορές στην εντατική, το 2005 και πιο πρόσφατα το 2009. Επίσης ο 1ος κατηγορούμενος εμφανίζει γενικευμένη αγχώδη διαταραχή με κρίσεις πανικού και αυτό επιβαρύνει σημαντικά τα καρδιολογικά προβλήματα και την υπέρταση που έχει η δε κατάσταση του έχει επιδεινωθεί και βρίσκεται υπό θεραπεία. Θεωρώ ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με την υγεία του, το οποίο κατέστη εντονότερο τον τελευταίο καιρό, είναι αρκετά σοβαρό και κρίνεται ικανοποιητικό για να δικαιολογήσει την άσκηση της ευχέρειας του Δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί σε αυτόν. Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον 1ο κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Η έκτιση της ποινής φυλάκισης της 2ης κατηγορουμένης αρχίζει από τις 19.12.2010 που τελεί υπό κράτηση. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής, €40, να καταβληθούν από τον 1ο κατηγορούμενο. (Υπ.) ................ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Παράνομη Εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.