Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτης Αλεξάνδρου, Αρ. Υπόθεσης: 22732/08, 27 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22732/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Παναγιώτης Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Σωτηρίου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 26.2.2008 στον Ύψωνα στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ', ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΑΕ353, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Πέτρου Χαραλάμπους, 62 ετών. Η κατηγορούσα αρχή προς υποστήριξη της κατηγορίας παρουσίασε ένα μάρτυρα κατηγορίας και δη την Ιατροδικαστή Δρ. Ελένη Αντωνίου (ΜΚ1). Επιπρόσθετα οι δύο πλευρές εκ συμφώνου, κατέθεσαν γραπτή δήλωση παραδεκτών γεγονότων τα οποία αποτελούν συναφώς ευρήματα του Δικαστηρίου ως ακολούθως: « 1. Στις 26/02/08 και περί ώρα 1615 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΑΕ 353 στην οδό Μακαρίου Γ΄, στον Ύψωνα με νότια κατεύθυνση. 2. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πεζός Πέτρος Στυλιανού (θύμα), διασταύρωνε την πιο πάνω αναφερόμενη οδό από ανατολικά προς δυτικά πάνω σε διάβαση πεζών. 3. Σε κάποιο σημείο της διάβασης, πεζών, υπήρξε σύγκρουση μεταξύ του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΑΕ 353, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και του πεζού Πέτρου Στυλιανού ως το σημείο Χ επί του σχεδιαγραφήματος το οποίο κατατίθεται ως τεκμήριο
(1). 4. Από τη σύγκρουση το θύμα τραυματίστηκε, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάστηκε από τον Μ2 στο κατηγορητήριο Δρ. Ε. Ευθυμίου γιατρό των Α' Βοηθειών, ο οποίος εξέδωσε την ιατρική αναφορά που επισυνάπτεται ως τεκμήριο
(2)όπου καταγράφονται τα αποτελέσματα της εξέτασης του και έγινε εισαγωγή του στο Ορθοπεδικό Τμήμα.
- Το θύμα ενώ βρισκόταν στο νοσοκομείο απεβίωσε στις 08/03/
- Το θάνατο του πιστοποίησε ο Μ-3 στο κατηγορητήριο Δρ. Α. Τρύφωνος και εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο
(3). 7. Αναγνώριση επί της σορού του θύματος έκανε ο Μ-5 στο κατηγορητήριο Μάριος Χαραλάμπους γιος του θύματος. Κατά τη διενέργεια της νεκροψίας λήφθηκαν φωτογραφίες από τον Μ-7 στο κατηγορητήριο Αστ. 1239 Κ. Σάββα, οι οποίες επισυνάπτονται ως τεκμήριο
(4).
- Τη σκηνή του δυστυχήματος επισκέφθηκε στις 26/02/08 και ώρα 16.30 περίπου, ο Αστ. 4845 Χ. Μπέρος μαζί με τον Αστ. 549 Α. Βαρελλιτζιή που υπηρετούσαν και οι δύο στον Σταθμό Πολεμιδιών.
- Κατά την άφιξη τους στη σκηνή το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με αρ. εγγραφής ΕΑΕ 353 μάρκας MERCEDES βρισκόταν στην τελική του θέση και ο κατηγορούμενος ήταν παρών.
- Ο Αστ. 4845 Χ. Μπέρος αφού προέβη στις σχετικές μετρήσεις ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος που κατατίθεται ως τεκμήριο
(5), όπου σημείωσε την τελική θέση του οχήματος, το σημείο σύγκρουσης, όπου τούτο υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο με το σημείο Χ και την πορεία του θύματος με το σημείο Β.
- Το πρόχειρο σχέδιο υποδείχθηκε από τον Αστ. 4845 Χ. Μπέρο στον κατηγορούμενο ο οποίος συμφώνησε με αυτό και το υπόγραψε. Κατά την άφιξη του στη σκηνή το θύμα είχε ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου κρατήθηκε για περαιτέρω νοσηλεία.
- Κατά την εξέταση του οχήματος του κατηγορούμενου από τον Αστ. 4845 Χ. Μπέρο δεν διαπιστώθηκαν ζημιές παρά μόνο κάποια σημεία που φαίνεται ότι το θύμα ακούμπησε πάνω στο καπό του οχήματος.
- Την ίδια μέρα του δυστυχήματος ο Αστ. 4845 Χ. Μπέρος μεταξύ των ωρών 17.50-18.15 στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο που επισυνάπτεται ως τεκμήριο
(6).
- Στις 14/03/08 και ώρα 0900 ο Αστ. 4845 Χ. Μπέρος μαζί με τον Υπαστυνόμο Αιμίλιο Κκαφά και Αν. Λοχ. 3027 Α. Περικλέους επισκέφθηκαν εκ νέου τη σκηνή του δυστυχήματος.
- Ο Αν. Λοχ. 3027 Α. Περικλέους ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος που επισυνάπτεται ως τεκμήριο
(7), βασιζόμενος αφενός στο πρόχειρο σχέδιο του Αστ. 4845 Χ. Μπέρου και αφετέρου σε συμπληρωματικές μετρήσεις στις οποίες προέβη ο ίδιος.
- Το πρόχειρο σχέδιο του Αν. Λοχ. 3027 Α. Περικλέους μετατράπηκε σε σχέδιο επί κλίμακος 1:250, που επισυνάπτηκε ως τεκμήριο
- Ο Αν. Λοχ. 3027 Α. Περικλέους έλαβε 11 φωτογραφίες της σκηνής και του οχήματος του κατηγορούμενου, και επισυνάπτονται ως τεκμήρια
(8). 18. Στις 05/04/08 ο Αν. Λοχ. 3027 Α. Περικλέους έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο όπου στην ουσία επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που εμφαίνονται στο τεκμήριο
(6).
- Στο σχέδιο επί κλίμακας που ετοίμασε ο Αν. Λοχ. 3027 Α. Περικλέους, ο δρόμος Μακαρίου Γ', είναι κύριος δρόμος, διπλής κατεύθυνσης, που εναλλάσσεται ανατολικά και δυτικά με τις οδούς Τριών Ιεραρχών και Γρίβα Διγενή.
- Διαχωρίζεται στο μέσο με συνεχή άσπρη γραμμή - εκτός των σημείων των παρόδων που υπάρχει διακεκομμένη γραμμή.
- Το όριο ταχύτητας καθορίζεται στα 30 χιλιόμετρα λόγω της ύπαρξης διάβασης πεζών.
- Υπήρχε ορατότητα προς βόρεια όσο και νότια και ήταν πέραν των 300 μέτρων.
- Υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες, ύπαρξης διάβασης πεζών τόσο βόρεια όσο και νότια σε σχέση με τη διάβαση πεζών.
- Στο σχέδιο επί κλίμακας η διάβαση πεζών εμφαίνεται με κάθετες άσπρες και γκρίζες γραμμές.
- Οι διαστάσεις της διάβασης πεζών είναι 6.20 μέτρα μήκος από βόρεια προς νότια και 9.20 πλάτος από ανατολικά προς δυτικά. Κατά την ώρα του δυστυχήματος η κίνηση ήταν αραιή, ο δρόμος στεγνός και ο καιρός αίθριος.
- Η απόσταση του σημείου Χ από την ανατολική έναρξη του δρόμου είναι 1.10 μέτρα.
- Το όχημα του κατηγορούμενου τη στιγμή της σύγκρουσης είχε διανύσει απόσταση 6.20 εντός της διάβασης μέχρι το σημείο Χ, που υποδηλώνει την σύγκρουση, καθότι η σύγκρουση, επήλθε ακριβώς στο νοτιότερο σημείο της διάβασης.
- Αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν και δηλώνουν ότι η οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ισοδυναμεί με επικίνδυνη οδήγηση η οποία συνίστατο στο στιγμιαίο σφάλμα και δη στο ότι, όταν το θύμα δεν επιχείρησε να διασταυρώσει, παρά το ότι βρισκόταν ιστάμενος επί διαβάσεως πεζών και ο κατηγορούμενος εν αναμονή, κατέληξε λανθασμένα στο συμπέρασμα ότι το θύμα δεν θα επιχειρούσε την διασταύρωση και επομένως επανεκκίνησε με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του θύματος ως περιγράφεται στην ιατρική αναφορά του Δρ. Ε. Ευθυμίου η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 2.» Ο κατηγορούμενος, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση διά της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, τεκμήριο 6 ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα κάλεσε και ένα μάρτυρα και δη τον Δρ. Β. Λανίτη (ΜΥ1). Επιπρόσθετα, τα πιο κάτω γεγονότα είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία. Την 26.2.2008, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΑΕ353 στην οδό Μακαρίου Γ' με νότια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και πριν φθάσει στο ύψος της διάβασης πεζών ως αυτή εμφαίνεται στο τεκμήριο 1, αντιλήφθηκε την παρουσία του θύματος, ο οποίος βρισκόταν ιστάμενος στην ανατολική πλευρά του δρόμου παραπλεύρως της εν λόγω διάβασης. Αμέσως ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του πριν τη διάβαση πεζών, δίδοντας έτσι προτεραιότητα στο θύμα για να διασταυρώσει. Το θύμα παρέμεινε ακίνητο με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να θεωρήσει ότι δεν θα επιχειρούσε να διασταυρώσει. Έχοντας καταλήξει στο εν λόγω συμπέρασμα, ο κατηγορούμενος επανεκκίνησε το όχημα του και επιχείρησε τη συνέχιση της πορείας του, πλην όμως το θύμα ξεκίνησε να διασταυρώνει με αποτέλεσμα να συγκρουστούν στο σημείο Χ ως αυτό εμφαίνεται επί του τεκμηρίου
- Το θύμα συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη κάταγμα στο δεξιό πόδι και χειρουργήθηκε άμεσα στο Γεν. Νοσοκομείο Λεμεσού. Στα πλαίσια της εγχείρησης τοποθετήθηκε ειδική πλάκα στο σημείο του κατάγματος, καθώς επίσης και του τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας κνημοποδικού. Τρεις μέρες περίπου μετά την εισαγωγή του και χειρουργείο του, το θύμα, ενάντια στις ρητές οδηγίες που δόθηκαν από τους γιατρούς του, επιχείρησε να βαδίσει με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να στρεβλώσει την πλάκα που είχε τοποθετηθεί στο σημείο του κατάγματος, καθώς επίσης και να προκαλέσει εκ νέου θραύση υλικού, με αποτέλεσμα να κριθεί αναγκαία η εκ νέου εγχείρηση του. Λόγω δύσπνοιας που παρουσίασε το θύμα, η νέα χειρουργική επέμβαση προγραμματίστηκε για τις 8.3.
- Εκείνη την ημέρα οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου μετά από χορήγηση ραχιαίας αναισθησίας υπέστη καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια συνεπεία πνευμονικής εμβολής. Από την στιγμή της χειρουργικής επέμβασης του θύματος μέχρι και τον θάνατο του, στο θύμα χορηγείτο, στα πλαίσια και άλλης φαρμακευτικής αγωγής, αντιπηκτική φαρμακευτική αγωγή. Τα μόλις πιο πάνω γεγονότα επίσης αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι τα πιο κάτω ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και για την απάντηση των οποίων θα πρέπει να αξιολογηθεί η ενώπιόν μου μαρτυρία. Ερωτήματα: · Η οδηγική συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελεί είτε αλόγιστη είτε επικίνδυνη είτε απερίσκεπτη συμπεριφορά; · Αν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του θανάτου του θύματος, και δη θα ήταν ορθό να βρεθεί ότι με την συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος επέφερε τον θάνατο στο θύμα; και · Στην περίπτωση που η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι αρνητική, η όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ισοδυναμεί με αμέλεια; Αξιολόγηση μαρτυρίας Τόσο η ΜΚ1 όσο και ο ΜΥ1, μου έκαναν άριστη εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Εν πάση περιπτώσει, η παρουσία τους στο Δικαστήριο δεν επιδιώχθηκε με σκοπό να κλονιστεί η αξιοπιστία τους από οποιανδήποτε πλευρά αλλά παρά μόνο για να διαφωτίσουν το Δικαστήριο τόσο με την επιστημονική τους μαρτυρία ως εμπειρογνώμονες ιατροί όσο και για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από την στιγμή της εισαγωγής του θύματος στο νοσοκομείο μέχρι και τον θάνατό του. Η εμπειρογνωμοσύνη τους δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα στάδιο της αντεξέτασής τους, η δε μαρτυρία τους είναι τέτοιας μορφής που κρίνω ότι έχουν δοθεί όλα τα απαραίτητα εχέγγυα στο Δικαστήριο που ως τελικός ανεξάρτητος κριτής να μπορώ επί της μαρτυρίας τους, να προβώ σε δικά μου ανεξάρτητα ευρήματα και συμπεράσματα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ1, η αιτία θανάτου του θύματος ήταν η πνευμονική εμβολή. Πνευμονική εμβολή συμβαίνει όταν είτε συνεπεία ενός κατάγματος είτε μιας χειρουργικής επέμβασης είτε οποιασδήποτε ενέργειας διά της οποίας μπορεί να δημιουργηθεί θραύσμα και/ή πληγή σε αγγεία του ανθρώπινου σώματος, δημιουργηθεί έμβολο, το οποίο μεταφέρεται με την κυκλοφορία του αίματος στην περιοχή των πνευμόνων με αποτέλεσμα να φράξει την εν λόγω κυκλοφορία εντός της καρδιάς και να παρουσιαστεί καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια. Στην προκειμένη περίπτωση, το θύμα απεβίωσε συνεπεία μιας τέτοιας πνευμονικής εμβολής. Ερωτηθείς η μάρτυρας ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε η δημιουργία του εμβόλου να αποδοθεί στο κάταγμα που επέφερε η σύγκρουση του κατηγορουμένου με το θύμα, απάντησε ότι μια τέτοια γνώμη δεν μπορεί να εκφραστεί. Κατά τον ισχυρισμό της ΜΚ1, είναι αδύνατο να μπορέσει να εκφράσει γνώμη ως προς το κατά πόσο το έμβολο δημιουργήθηκε από το κάταγμα που προκλήθηκε από τη σύγκρουση του οχήματος του κατηγορουμένου με το θύμα, ή αν αυτό δημιουργήθηκε στα πλαίσια της χειρουργικής επέμβασης που έγινε στο θύμα όταν αυτό εισήχθη στο νοσοκομείο, ή αν ακομα η δημιουργία του εμβόλου ήταν αποτέλεσμα του νέου κατάγματος που προκλήθηκε από την πτώση του θύματος όταν αυτό επιχείρησε να βαδίσει τρεις μέρες μετά τη χειρουργική του επέμβαση. Αποτέλεσε επιπρόσθετα θέση της ΜΚ1 ότι η χορήγηση αντιπηκτικής φαρμακευτικής αγωγής στο χρονικό διάστημα από την εγχείρηση μέχρι και μετά την πτώση του θύματος, δυσχεραίνει πολύ περισσότερο τη δυνατότητα της να μπορεί έστω καν να εκφράσει αν μη τι άλλο και αβέβαιη γνώμη επί του θέματος. Η μαρτυρία του ΜΥ1 κινήθηκε περίπου στα ίδια μήκη κύματος με της ΜΚ1 με τη μόνη διαφορά ότι ο ΜΥ1 αν και εξέφραζε τη γνώμη του εντούτοις ζητούσε από το Δικαστήριο όπως δεχθεί τις θέσεις που τέθηκαν από την ΜΚ1 και αυτό γιατί θεωρεί την ειδικότητα της ΜΚ1 ως την άμεσα σχετική ειδικότητα για να εκφράσει γνώμη επί του θέματος. Χαρακτήρισε την πνευμονική εμβολή ως την «κατάρα της ιατρικής» κι' αυτό γιατί ποτέ δεν μπορείς να προβλέψεις πότε θα συμβεί μια τέτοια εμβολή αλλά ούτε και τα ακριβή αίτια της. Ο ΜΥ1 ήταν όμως πολύ βοηθητικός ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρισκόταν το θύμα καθόλη τη διάρκεια που ήταν στο Γεν. Νοσοκομείο Λεμεσού. Ειδικότερα ήταν σαφέστατος ότι η ενέργεια του θύματος να επιχειρήσει να κατεβεί από το κρεβάτι του και να βαδίσει ήταν ενέργεια αντίθετη από τις ρητές οδηγίες που ο ίδιος είχε δώσει στο θύμα. Ευρήματα Την 26.2.2008, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΑΕ353 στην οδό Μακαρίου Γ' με νότια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και πριν φθάσει στο ύψος της διάβασης πεζών ως αυτή εμφαίνεται στο τεκμήριο 1, αντιλήφθηκε την παρουσία του θύματος, ο οποίος βρισκόταν ιστάμενος στην ανατολική πλευρά του δρόμου παραπλεύρως της εν λόγω διάβασης. Αμέσως ο κατηγορούμενος σταμάτησε το όχημα του, πριν τη διάβαση πεζών, δίδοντας έτσι προτεραιότητα στο θύμα για να διασταυρώσει. Το θύμα παρέμεινε ακίνητο με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να θεωρήσει ότι δεν θα επιχειρούσε να διασταυρώσει. Έχοντας καταλήξει στο εν λόγω συμπέρασμα, ο κατηγορούμενος επανεκκίνησε το όχημα του και επιχείρησε τη συνέχιση της νότιας πορείας του, πλην όμως το θύμα ξεκίνησε να διασταυρώνει με αποτέλεσμα να συγκρουστούν στο σημείο Χ ως αυτό εμφαίνεται επί του τεκμηρίου
- Το θύμα συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη κάταγμα στο δεξιό πόδι και χειρουργήθηκε άμεσα στο Γεν. Νοσοκομείο Λεμεσού. Στα πλαίσια της εγχείρησης τοποθετήθηκε ειδική πλάκα στο σημείο του κατάγματος, καθώς επίσης και του τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας κνημοποδικού. Τρεις μέρες περίπου μετά την εισαγωγή του και χειρουργείο του, το θύμα, ενάντια στις ρητές οδηγίες που δόθηκαν από τους γιατρούς του, επιχείρησε να βαδίσει, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να στρεβλώσει την πλάκα που είχε τοποθετηθεί στο σημείο του κατάγματος, καθώς επίσης και να προκαλέσει εκ νέου θραύση υλικού, με αποτέλεσμα να κριθεί αναγκαία η διενέργειας νέας χειρουργικής επέμβασης. Λόγω δύσπνοιας που παρουσίασε το θύμα η νέα χειρουργική επέμβαση προγραμματίστηκε για τις 8.3.
- Εκείνη την ημέρα οδηγήθηκε το θύμα στο χειρουργείο όπου μετά από χορήγηση ραχιαίας αναισθησίας υπέστη καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια συνεπεία πνευμονικής εμβολής. Από την στιγμή της χειρουργικής επέμβασης του θύματος μέχρι και τον θάνατο του, στο θύμα χορηγείτο, στα πλαίσια και άλλης φαρμακευτικής αγωγής, αντιπηκτική φαρμακευτική αγωγή. Είναι αδύνατο να συσχετιστεί η δημιουργία του εμβόλου που προκάλεσε την πνευμονική εμβολή με μία και μόνο εκ των τριών περιπτώσεων που στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσαν να αποτελέσουν την πηγή της δημιουργίας του εν λόγω εμβόλου. Δηλαδή, χωρίς να αποκλείεται η οποιαδήποτε εξ αυτών των περιπτώσεων να αποτέλεσε την πηγή δημιουργίας του εμβόλου, είναι αδύνατο να αποδοθεί αυτή η δημιουργία αποκλειστικά είτε στο αρχικό κάταγμα που προκλήθηκε με την σύγκρουση του οχήματος του κατηγορουμένου με το θύμα, ή στην χειρουργική επέμβαση που έλαβε χώρα αυθημερόν στο Γεν. Νοσοκομείο Λεμεσού, ή στην εκ νέου πρόκληση κατάγματος συνεπεία της πτώσης του θύματος όταν το τελευταίο επιχείρησε να βαδίσει. Νομική Πτυχή Σχέδιο επί κλίμακας Όσον αφορά το σχέδιο επί κλίμακας που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, αυτό αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, το σχέδιο επί κλίμακας αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα. (Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ανώμοτη Δήλωση Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την νομολογία, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Δεν πρέπει, βεβαίως, να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής από την επιλογή αυτή. Όσον αφορά στη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου, την οποία υιοθέτησε κατά την ανώμοτη δήλωσή του, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Παραδεκτό Γεγονός Το περιεχόμενο της δήλωσης που κατατίθεται ως παραδεκτό γεγονός αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά ως δεδομένο, τέτοιας σημασίας που ακόμα και στην περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη κρίνεται ανάλογα. Το δε δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα αναθεώρησης αποδοχής κάποιου γεγονότος ως παραδεκτού. Όταν υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων υπερέχουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Ευριπίδης Ανδρέα Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, Ανδρέας Μ. Ανδρέα κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, ΚΟΤ ν. Πάμπου Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186, 603, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννης Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. Αμέλεια Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις χίλιας λίρας - τα €1.708,00 - ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάτε με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Τέλος αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Νικολαϊδη ν. Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Επιπρόσθετα αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στην σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασύνηθεις προφυλάξεις (βλ. Δημητράκης Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ σελ. 151, 158 και 159). Άρθρο 210 Κεφ. 154 Η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Στην περίπτωση της αμελούς οδήγησης εκείνο που ελέγχεται είναι κατά πόσο ο οδηγός επέδειξε χαμηλότερο επίπεδο προσοχής και φροντίδας από αυτό που αναμένεται να υποδειχθεί από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην περίπτωση της επικίνδυνης οδήγησης αυτό που ελέγχεται είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη η συμπεριφορά του οδηγού ήταν επικίνδυνη. Η απόδειξη από την Κατηγορούσα Αρχή μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει αυτή την επικίνδυνη κατάσταση να αποδειχθεί ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Αυτό δεν εξ' υπακούει ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο οδηγός ήταν απερίσκεπτος (reckless) ή ότι είχε πρόθεση να οδηγήσει με τρόπο ασυμβίβαστο με το αποδεχτό επίπεδο οδήγησης. Το σφάλμα θα πρέπει να εμπεριέχει την ύπαρξη αποτυχίας να επιδειχθεί η φροντίδα ή η δεξιότητα ενός ικανού και πεπειραμένου οδηγού πάντοτε σε συνδυασμό με τον τρόπο οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η γραμματική έννοια της λέξης ¨επικίνδυνη¨ σημαίνει την πράξη η οποία εγκυμονεί κίνδυνο ή προκαλεί φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλέπε R v Gosney
(1971)55 Cr. App.R.502, Μιχαλάκης Πέτρου ν Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ σελ.233, Στέλιος Σάββα ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ σελ 115 και Γεν. Εισαγγελέας ν Ανδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ σελ.118). Αλόγιστη είναι η μη λελογισμένη συμπεριφορά ή πράξη και δη κάθε ενέργεια ή παράλειψη η οποία διενεργείται η παραβλέπεται να διενεργηθεί με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική (βλ. Κώστας Ζυπίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220). Σε ότι δε αφορά την ερμηνεία του όρου ¨απερίσκεπτη¨ το κριτήριο δεν είναι μόνο αντικειμενικό αλλά και υποκειμενικό και θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την οδήγηση του Κατηγορουμένου. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με τέτοιο τρόπο που εγκυμονούσε εμφανή η σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιο άλλο ο οποίος τυχών θα χρησιμοποιούσε το οδικό δίκτυο ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημίας σε περιουσία. Επιπλέον θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε με αυτό τον τρόπο χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή ότι ενώ αντιλήφθηκε την ύπαρξη του, εντούτοις ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διακινδυνεύοντας (βλέπε R v Lawrence [1981] 1 ALL E. R. 974, R v Reid [1992] 3 ALL E. R. 673 και Γεν. Εισαγγελέας ν Αντώνη Χρυσοστόμου (αρ.1)
(2002)2 ΑΑΔ σελ.473). Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή τον θάνατο άλλου προσώπου. Λογική Αντίληψη Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Novus Actus Interveniens Αν μεταξύ του αρχικού τραυματισμού και του θανάτου του θύματος λάβει χώρα μια νέα δυνατή αιτία η οποία καθιστά το αρχικό τραύμα απλά μέρος του όλου ιστορικού του θύματος και από μόνη της επενεργεί σε βαθμό που να επιφέρει το θάνατο τότε ο κατηγορούμενος μπορεί να επικαλεστεί την αρχή του Novus Actus Interveniens και να ισχυριστεί ότι δεν ήταν η δική του πράξη και/ή συμπεριφορά που επέφερε το θάνατο αλλά μια άλλη ανεξάρτητη αιτία. Αν όμως το αρχικό τραύμα εξακολουθεί να υφίσταται και να αποτελεί έστω μέρος της αιτίας που εντέλει επιφέρει το θάνατο, τότε το γεγονός και μόνο ότι πέραν του αρχικού τραύματος, για να επέλθει ο θάνατος συνέβαλαν και άλλες αιτίες και/ή παράγοντες, δεν απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από την ευθύνη αναφορικά με το θάνατο. Εν ολίγοις, αν οι κρίκοι της αλυσίδας της αλληλουχίας των γεγονότων που συνδέουν την αρχική ενέργεια με το αποτέλεσμα δεν σπάσουν συνεπεία μιας άλλης ενδιάμεσης αιτίας έστω και αν μια τέτοια ενδιάμεση αιτία συμπληρώνει ή χειροτερεύει την κατάσταση που επέφερε η αρχική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο κατηγορούμενος θα ευθύνεται και για το θάνατο του θύματος και δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή του Novus Actus Interveniens. (Blackstones Criminal Practice
(2009)Παρ. Α.27, σελ. 11, Malcherek
(1981)1WLR 690, Smith
(1959)2QB 35, Cheshire
(1991)1WLR 844, Mellor
(1996)2 Cr. App. R. 245, Gowans
(2003)EWCA Cr. 3935 και Θεοφάνης Γ. Καζάκου ν. Δωρέττας Αβρααμίδου κ.α.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1626.) Κατάληξη Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, εκείνο που προκύπτει είναι ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου να επανεκκινήσει χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι το θύμα δε θα επιχειρούσε να διασταυρώσει - είτε χρησιμοποιώντας της σειρήνα του είτε επικοινωνώντας λεκτικά με το θύμα, είτε άλλως πως - αποτελεί επικίνδυνη οδήγηση. Και αυτό γιατί, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι το θύμα παρέμεινε ιστάμενο επί του πεζοδρομίου παραπλεύρως της διάβασης πεζών χωρίς να εκδηλώσει πρόθεση διασταύρωσης, η παρουσία και μόνον του θύματος υπό αυτές τις συνθήκες στο συγκεκριμένο χώρο καθιστούσαν τον κίνδυνο να αποφασίσει να διασταυρώσει το δρόμο υπαρκτό κίνδυνο. Ο κατηγορούμενος δεν ελέγχεται επί το ότι δεν έστρεψε τη προσοχή του σε αυτό τον κίνδυνο. Τουναντίον, η ευθύνη του κατηγορουμένου έγκειται στο σφάλμα του - στιγμιαίο - να καταλήξει στο συμπέρασμα, αφού πρώτα έστρεψε την προσοχή του στον εν λόγω υπαρκτό κίνδυνο, ότι δεν ελλοχεύει περαιτέρω κίνδυνος πιθανότητας διασταύρωσης του δρόμου από τον πεζό. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο συνεπεία της εν λόγω συμπεριφοράς του κατηγορουμένου επήλθε ο θάνατος του θύματος. Από τη στιγμή που η πιθανότητα, το έμβολο που προκάλεσε την πνευμονική εμβολή, να δημιουργήθηκε συνεπεία του νέου κατάγματος που προκλήθηκε από την πτώση του θύματος, όταν ο τελευταίος επιχείρησε να βαδίσει παρά τις αντίθετες ρητές οδηγίες των γιατρών του, αποτελεί μια λογική πιθανότητα, η οποία θα ήταν μια νέα δυνατή ενδιάμεση αιτία, που από μόνη της θα προκαλούσε το θάνατο και θα καθιστούσε το αρχικό τραύμα απλά μέρος του ιστορικού του θύματος, τότε θα ήταν σφάλμα να κριθεί ότι η αρχική συμπεριφορά του κατηγορούμενου επέφερε το θάνατο του θύματος. Στο Σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2007, Παρ. Α1 32, σελ.17, αναφέρεται ότι, «The Court or jury must of course be satisfied that D caused the event which is the subject of the charge against him. If possible innocent explanations cannot be disproved D must be acquitted»[1]. Έχοντας κατά νου ότι το πιο πάνω ενδεχόμενο, και δη η πνευμονική εμβολή να ήταν αποτέλεσμα εμβόλου που δημιουργήθηκε συνεπεία της πτώσης του θύματος και όχι του αρχικού τραύματος που προκάλεσε ο κατηγορούμενος ή έστω ακόμα και της χειρουργικής επέμβασης που έλαβε χώρα την ημέρα του ατυχήματος, τότε αποτελεί κρίση μου ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το συστατικό στοιχείο του αδικήματος και δη ότι η επικίνδυνη οδήγηση και/ή η συμπεριφορά του κατηγορουμένου επέφερε[2] τον θάνατο του θύματος. Συνεπεία τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τώρα θα εξετάσω το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος να είναι ένοχος του αδικήματος της αμέλειας. Η εξέταση από το Δικαστήριο της ενδεχόμενης στοιχειοθέτησης αμέλειας εκ μέρους του κατηγορουμένου, γίνεται στα πλαίσια της εξέτασης του κατά πόσο το Δικαστήριο θα πρέπει να τροποποιήσει το κατηγορητήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 85 του Κεφ. 155. Από τη στιγμή που έχω ήδη καταλήξει ότι ο κατηγορούμενος παρά το ότι έστρεψε την προσοχή του στον υπαρκτό κίνδυνο το θύμα να διασταύρωνε το δρόμο δια μέσου της διάβασης πεζών, κατέληξε λανθασμένα στο ότι ένας τέτοιος κίνδυνος δεν ήταν πλέον υπαρκτός, και έχοντας κατά νου ότι παράλειψη να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε αμελώς και ως εκ τούτου τροποποιώ το κατηγορητήριο συμφώνως των προνοιών του άρθρου 85.4 του Κεφ. 155, προσθέτοντας την πιο κάτω δεύτερη κατηγορία: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Αμελής οδήγηση, κατά παράβαση των Άρθρων 8, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87 και 80
(1)/2000. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος την 26η Φεβρουαρίου 2008, στη Λεμεσό και συγκεκριμένα στην οδό Μακαρίου Γ' οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΕ 353 χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή με αποτέλεσμα να προκαλέσει δυστύχημα. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου στη δεύτερη κατηγορία ως αυτή προστέθηκε από το Δικαστήριο. Δε θεωρώ ότι η ενέργεια του Δικαστηρίου να προσθέσει την εν λόγω κατηγορία επηρεάζει δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορουμένου σε βαθμό που να θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να την προσθέσω. Τουναντίον, θεωρώ ότι η φύση του αδικήματος που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος καθώς επίσης και ο τρόπος με τον οποίο η συνήγορος υπεράσπισης χειρίστηκε την όλη υπόθεση εκ μέρους του κατηγορουμένου άφηναν το ενδεχόμενο να εξεταστεί η ενδεχόμενη ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου κάτω από το πρίσμα της αμέλειας όχι μόνο υπαρκτό αλλά και λογικό ενδεχόμενο. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: thanatiforo) [1] Υπογράμμιση δική μου [2] Υπογράμμιση δική μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο