Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Chwefung Philip, Αρ. Υπόθεσης: 15061/09, 28 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 15061/09 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή και Chwefung Philip Κατηγορούμενη ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Ιανουαρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για την κατηγορούμενη: κα Εοτζιουριάν. Για να ακούσει την απόφαση η κα Ασσιώτου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 24 Απριλίου, 2008, στην οδό Πάφου της επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής DAL954 αμελώς και δη χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/1972. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Α/Αστ. 1831 Χ. Παπαδόπουλο (ΜΚ1) και τον Γιαννάκη Δρουσιώτη (ΜΚ2). Η κατηγορούμενη αφού κλήθηκε σε απολογία και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια της σύνταξης της παρούσας απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κατά τη γνώμη μου κανένα πρακτικό σκοπό. Εκείνο που προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, είναι ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή, στα ουσιώδη, για σκοπούς κρίσης και/ή ελέγχου της ενοχής της κατηγορουμένης, σημεία της, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αλλά η τελευταία επ΄αυτής βασίζει και την θέση της, ότι η κατηγορούμενη θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα πιο κάτω γεγονότα είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Στις 24 Απριλίου 2008 και περί ώρα 11.00 π.μ. η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής DAL954 και με ταχύτητα 15 χ.α.ω. περίπου στην βορειότερη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Πάφου με ανατολική κατεύθυνση. Η οδός Πάφου ,στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, δύο με ανατολική κατεύθυνση και μία με δυτική. Η λωρίδα κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση, με τη νοτιότερη λωρίδα κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση, χωρίζεται με συνεχή άσπρη διαχωριστική γραμμή. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση χωρίζονται με διακεκομμένη άσπρη διαχωριστική γραμμή. Νοτιότερα της λωρίδας κυκλοφορίας για οχήματα που κινούνται με δυτική κατεύθυνση υπάρχει πεζοδρόμιο. Την ίδια μέρα και ώρα ο Νεόφυτος Θεοδότου επιχείρησε από το εν λόγω πεζοδρόμιο να διασταυρώσει το δρόμο από νότια προς βόρεια. Σε κάποιο σημείο του δρόμου περίπου 30 εκατοστά εντός της λωρίδας που οδηγούσε η κατηγορούμενη ο Νεόφυτος Θεοδότου συγκρούστηκε με τη δεξιά μπροστινή γωνία του οχήματος που οδηγούσε η κατηγορούμενη. Συνεπεία της σύγκρουσης ήταν ο τραυματισμός του κου Θεοδότου και δη υπέστη θλαστικό τραύμα και αιμάτωμα τόσο στην αριστερή μεριά της κεφαλής όσο και στο δεξί χέρι. Ο κος Θεοδότου όταν επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο, έπραξε τούτο περνώντας διαμέσου δύο οχημάτων που κινούντο στη νοτιότερη λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου με δυτική κατεύθυνση. Πρόκειται για ευθύ δρόμο μήκους περίπου ενός χιλιομέτρου με άπλετη ορατότητα. Τα πιο πάνω γεγονότα καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματά μου είναι ότι τα πιο κάτω ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και για την απάντηση των οποίων είναι αναγκαία η αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Ερωτήματα · Πόση απόσταση διένυσε ο πεζός από τη στιγμή που ξεπροβάλλει πίσω από το διερχόμενο όχημα που κινείται με δυτική κατεύθυνση μέχρι και τη σύγκρουση του με το όχημα της κατηγορούμενης; · Πρόσεξε η κατηγορούμενη την παρουσία του πεζού στο δρόμο πριν τη σύγκρουση, και αν ναι, υπήρχε η δυνατότητα να αντιδράσει; · Αν η κατηγορούμενη δεν πρόσεξε την παρουσία του πεζού στο δρόμο, ήταν δικαιολογημένο τούτο ή υπό τις περιστάσεις όφειλε να αντιληφθεί την παρουσία του; Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο ΜΚ1 μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Εν πάση περιπτώσει, τη μαρτυρία του και τα ευρήματά του, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε αλλά αποδέχτηκε και η υπεράσπιση. Εξήγησε με λεπτομερή τρόπο το οδικό δίκτυο εντός του οποίου επεσυνέβη το δυστύχημα και ήταν τόσο παραστατικός που κατάφερα να αποκομίσω εικόνα ως προς τον εν λόγω χώρο. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Όσον αφορά το συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ο ΜΚ1 ως Τεκμήριο 3, αυτό αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, το συμμετρικό σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα. (Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ο ΜΚ2 μου έκανε επίσης πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν ο οδηγός του οχήματος που οδηγείτο με δυτική κατεύθυνση, έμπροσθεν του οποίου πέρασε ο Θεοδότου στην προσπάθειά του να διασταυρώσει το δρόμο. Μπροστά από το όχημα του ΜΚ2 υπήρχε άλλο όχημα τύπου βαν. Με εξαίρεση τον ισχυρισμό του ότι από τη στιγμή που ξεπροβάλλει ο πεζός μεταξύ των δύο οχημάτων, μέχρι και τη στιγμή που αυτός συγκρούεται με το όχημα της κατηγορούμενης, ο πεζός διανύει το πολύ 80 εκατοστά «ένα με δύο βήματα», όπως είπε, τους υπόλοιπους ισχυρισμούς και θέσεις του, τους αποδέχομαι. Υπενθυμίζω ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε καν από την υπεράσπιση. Ακολουθεί το σκεπτικό του γιατί δεν αποδέχομαι τον πιο πάνω ισχυρισμό του. Σύμφωνα με την πραγματική ενώπιον μου μαρτυρία, το σημείο σύγκρουσης του πεζού με το όχημα της κατηγορούμενης, απέχει από το βορειότερο σημείο της λωρίδα κυκλοφορίας εντός της οποίας οδηγούσε ο ΜΚ2 , 3μ.80εκ. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου του ΜΚ2, αυτός οδηγεί το όχημά του σε μια απόσταση περίπου 30 εκατοστά νοτιότερα της άσπρης συνεχούς διαχωριστικής γραμμής που χωρίζει τη λωρίδα κυκλοφορίας του, από τη νοτιότερη λωρίδα κυκλοφορίας, με ανατολική κατεύθυνση. Αν αναλογιστεί κανείς ότι, και πάλι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου του ΜΚ2, τη συγκεκριμένη μέρα, στην εν λόγω οδό, τα οχήματα κινούντο ανά μία λωρίδα προς έκαστη κατεύθυνση, παρά της ύπαρξης δύο λωρίδων για ανατολική κατεύθυνση, τότε, εκείνο που με ασφάλεια προκύπτει είναι ότι ο πεζός τη στιγμή που περνά μπροστά από το όχημα του ΜΚ2 και πίσω από το βαν, βρίσκεται εντός της νοτιότερης λωρίδας κυκλοφορίας και δη της λωρίδας κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση. Ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι το όχημα βαν που κινείτο μπροστά του, κινείτο με ίδια κατεύθυνση και στο ίδιο ύψος με τον ίδιο, εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας. Με το που ξεπροβάλλει πίσω από το βαν ο πεζός, διανύει τα 30 εκατοστά που υπολείπονται στην εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας, καθώς επίσης και ολόκληρη τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας - πλάτους 3μ.50εκ. - και ακόμα 30 εκ. εντός της βορειότερης λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία οδηγούσε η κατηγορούμενη. Συνολικά ο πεζός διένυσε, από τη στιγμή που ξεπροβάλλει μεταξύ των δύο οχημάτων μέχρι και το σημείο σύγκρουσης του με την κατηγορούμενη, 4 και πλέον μέτρα. Υπενθυμίζω ότι η ορθότητα του σημείου συγκρούσεως, ως αυτό τέθηκε από το ΜΚ1 με σήμανση Χ επί του τεκμηρίου 3, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Η κατηγορούμενη δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει επιτηδευμένη μαρτυρία με σκοπό να εξυπηρετήσει δικά της συμφέροντα και να αποσείσει από τους ώμους της την οποιανδήποτε ευθύνη αναφορικά με το υπό εξέταση δυστύχημα. Ενδεικτικά και όχι καταλυτικά παρατηρώ τα ακόλουθα. Ενώ στην κατάθεση της Τεκμήριο 4Β αναφέρεται σε ύπαρξη πεζού που επιχειρεί να διασταυρώσει, που πράττει τούτο με συγκεκριμένο τρόπο, που βλέπει σε άλλη κατεύθυνση και δεν στρέφει την προσοχή του προς το όχημά της, και γενικά σε μια εικόνα που για κάποιο χρονικό διάστημα η ίδια είναι θεατής της, στη διά ζώσης μαρτυρία της, ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά αντιλαμβάνεται την παρουσία του πεζού τη στιγμή που αυτός συγκρούεται με το όχημά της. Όταν δε, στα πλαίσια της αντεξέτασής της, ερωτάται για το πώς ήταν σε θέση στην κατάθεσή της να αναφέρει ότι ο πεζός «έτρεχε - δεν περπατούσε» αφού τον είδε για πρώτη φορά τη στιγμή της σύγκρουσης, απάντησε ότι ο τρόπος με τον οποίο συγκρούστηκε ο πεζός με το όχημά της ήταν τέτοιος που την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο πεζός έτρεχε. Η Κατηγορούσα Αρχή με επίμονο τρόπο ζήτησε από την κατηγορούμενη να εξηγήσει τι ακριβώς εννοεί με τον ισχυρισμό της αυτό, και η τελευταία απλά επαναλάμβανε τον ίδιο ισχυρισμό. Δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να σχολιάσω καθ' οιονδήποτε τρόπο την απάντηση της κατηγορούμενης. Είναι προφανές ότι η κατηγορούμενη όταν αντιλήφθηκε ότι όφειλε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα αφού έβλεπε τον πεζό να επιχειρεί να διασταυρώσει και επειδή δεν έλαβε τούτα, ήλθε στο Δικαστήριο και ανασκεύασε την αρχική της θέση, και ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκε την παρουσία του πεζού, τη στιγμή που αυτός συγκρούεται με το όχημα της. Ένα άλλο σημείο της μαρτυρίας της το οποίο επιβεβαιώνει το ασφαλές της κρίσης μου ως προς την αξιοπιστίας της, είναι και ο ισχυρισμός της στην κατάθεσή της, ότι με το που συγκρούστηκε ο πεζός με το όχημά της, αυτός έγειρε εντός του δρόμου, στα δεξιά του οχήματος της και ότι κάποια πρόσωπα που μετέβηκαν στη σκηνή, μετέφεραν τούτον αριστερά του οχήματος της και πάλι εντός του δρόμου. Πρώτον, αδυνατώ να κατανοήσω τη λογική πίσω από μια τέτοια ενέργεια. Αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός αυτός, θα ήταν αναμενόμενο τα πρόσωπα που μετέφεραν τον πεζό να τον έθεταν σε χώρο εκτός του οδικού δικτύου, αν μη τι άλλο στο πεζοδρόμιο. Και όχι να εναποθέσουν τούτον εντός του δρόμου έμπροσθεν του οχήματος της κατηγορούμενης. Εν πάση περιπτώσει, ο εν λόγω ισχυρισμός της έρχεται και σε σύγκρουση με τον αντίθετο ισχυρισμό του ΜΚ2 και δη, ότι ο πεζός αρχικά χτυπά στη δεξιά μπροστινή γωνία του οχήματος της κατηγορουμένης, μετά το κορμί του πέφτει επί του μπροστινού καπό του οχήματος της κατηγορουμένης, και εν τέλει ο πεζός πέφτει στην αριστερή πλευρά του οχήματος. Επιπρόσθετα ο ΜΚ2 αναφέρει ότι όταν επισκέφθηκε τη σκηνή, είδε ότι το χτύπημα του πεζού στο κεφάλι του, προκλήθηκε από χτύπημα στη γωνία του βορείου πεζοδρομίου συνεπεία της πτώσης του από το καπό του οχήματος της κατηγορουμένης. Πέραν του γεγονότος ότι τη μαρτυρία αυτή του ΜΚ2 την έχω ήδη αποδεχθεί ως αξιόπιστη, υπενθυμίζω ότι ο ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση. Επιπρόσθετα και αναφορικά με την τροχαία κίνηση στην εν λόγω οδό τη συγκεκριμένη μέρα, ήταν η θέση της κατηγορουμένης ότι και οι τρεις λωρίδες κυκλοφορίας στην εν λόγω οδό είχαν πυκνή τροχαία κίνηση καθώς επίσης και ότι η κατεύθυνση που εξυπηρετείται με δύο λωρίδες είναι η δυτική κατεύθυνση και όχι η ανατολική. Οι πιο πάνω θέσεις της κατηγορουμένης έρχονται σε άμεση σύγκρουση τόσο με την πραγματική ενώπιον μου μαρτυρία όσο και με τη μαρτυρία του ΜΚ1 και του ΜΚ2. Επιπρόσθετα, και πάλι σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2, ήταν ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης ότι ο πεζός διασταύρωνε την εν λόγω οδό διαμέσου δύο οχημάτων που κινούντο στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας με αντίθετη από την ίδια κατεύθυνση. Νομική Πτυχή Το περιεχόμενο της δήλωσης που κατατίθεται ως παραδεκτό γεγονός αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά ως δεδομένο, τέτοιας σημασίας που ακόμα και στην περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό η μαρτυρία εκείνη κρίνεται ανάλογα. Το δε δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα αναθεώρησης αποδοχής κάποιου γεγονότος ως παραδεκτού. Όταν υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων υπερέχουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Ευριπίδης Ανδρέα Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, Ανδρέας Μ. Ανδρέα κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, ΚΟΤ ν. Πάμπου Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186, 603, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννης Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07 ημερ. 15.7.2008. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις χίλιας λίρας - τα €1.708,00 - ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάτε με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Τέλος αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Νικολαίδη ν. Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Επιπρόσθετα αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στην σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασύνηθεις προφυλάξεις (βλ. Δημητράκης Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ σελ. 151, 158 και 159). Στην υπόθεση Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 αναφέρθηκε ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο. Ευρήματα Στις 24 Απριλίου 2008 και περί ώρα 11.00 π.μ. η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής DAL954 και με ταχύτητα 15 χ.α.ω. περίπου, στην βορειότερη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Πάφου με ανατολική κατεύθυνση. Η οδός Πάφου ,στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, δύο με ανατολική κατεύθυνση και μία με δυτική. Η λωρίδα κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση, με τη νοτιότερη λωρίδα κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση, χωρίζεται με συνεχή άσπρη διαχωριστική γραμμή. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση, χωρίζονται με διακεκομμένη άσπρη διαχωριστική γραμμή. Νοτιότερα της λωρίδας κυκλοφορίας για οχήματα που κινούνται με δυτική κατεύθυνση υπάρχει πεζοδρόμιο. Την ίδια μέρα και ώρα ο Νεόφυτος Θεοδότου επιχείρησε από το εν λόγω πεζοδρόμιο να διασταυρώσει το δρόμο από νότια προς βόρεια. Σε κάποιο σημείο του δρόμου περίπου 30 εκατοστά εντός της λωρίδας που οδηγούσε η κατηγορούμενη, ο Νεόφυτος Θεοδότου συγκρούστηκε με τη δεξιά μπροστινή γωνία του οχήματος που οδηγούσε η κατηγορούμενη. Συνεπεία της σύγκρουσης ήταν ο τραυματισμός του Θεοδότου και δη υπέστη θλαστικό τραύμα και αιμάτωμα τόσο στην αριστερή μεριά της κεφαλής, όσο και στο δεξί χέρι. Ο Θεοδότου όταν επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο, έπραξε τούτο περνώντας διαμέσου δύο οχημάτων που κινούντο στη νοτιότερη λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου με δυτική κατεύθυνση. Η απόσταση που διένυσε ο Θεοδότου από τη στιγμή που ξεπροβάλλει διαμέσου των δύο οχημάτων μέχρι και τη στιγμή που συγκρούεται με το όχημα της κατηγορούμενης, είναι πέραν των 4 μ. Η κατηγορούμενη αντιλήφθηκε την παρουσία του Θεοδότου αρκετά πριν να επέλθει η μεταξύ τους σύγκρουση και δεν έλαβε κανένα απολύτως αποτρεπτικό μέτρο για να αποφύγει την μεταξύ τους σύγκρουση. Κατάληξη Εκείνο που με σαφήνεια προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα μου και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορουμένης στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η ταχύτητα της κατηγορούμενης - 15 χ.α.ω. περίπου - σε συνδυασμό με την απόσταση που διένυσε ο πεζός - από τη στιγμή που ξεπροβάλλει διαμέσου των διερχομένων οχημάτων μέχρι και το σημείο σύγκρουσης - είναι τέτοια που θα ήταν αναμενόμενο από ένα συνετό και ή λογικά σκεπτόμενο οδηγό, να λάβει αποτρεπτικά μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Ο πεζός τουλάχιστον από τη στιγμή που ξεπροβάλλει πίσω από το βαν, αποτελεί υπαρκτό κίνδυνο εντός του δρόμου. Κίνδυνο τον οποίο η κατηγορούμενη αντιλαμβάνεται και του οποίου τις ενέργειες περιγράφει στην κατάθεσή της. Παρά ταύτα, αντί να ακινητοποιήσει το όχημά της - ενέργεια σχετικά εύκολη αν αναλογιστεί κανείς την ταχύτητα της - ή να κορνάρει ή έστω να κινηθεί αριστερότερα της ή εν πάση περιπτώσει να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση, συνεχίζει την πορεία της με την ίδια ταχύτητα αδιαφορώντας προφανώς για τις συνέπειες της οδηγικής συμπεριφοράς της. Η πιο πάνω οδηγική συμπεριφορά της κατηγορουμένης κρίνω ότι αποτελεί αμέλεια. Ολοκληρώνοντας, σημειώνω ότι για την διάγνωση της ποινικής ευθύνης της κατηγορουμένης είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη έστω και μεγάλη του άλλου εμπλεκόμενου στο ατύχημα προσώπου, δηλαδή του Θεοδότου (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Σημασία για την παρούσα ποινική υπόθεση έχει το γεγονός ότι η κατηγορούμενη αντιλήφθηκε την παρουσία του πεζού στο δρόμο έγκαιρα, πλην όμως απέφυγε να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά, για ενδεχόμενη σύγκρουση, μέτρα με αποτέλεσμα η εν λόγω συμπεριφορά της να αποτελεί μέρος των λόγων που οδήγησαν στην σύγκρουσή της με τον πεζό. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για αμελή οδήγηση. (Υπ.) ................ Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: amelia) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο