← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρυσιήδα Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 14684/2009, 31 Ιανουαρίου, 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρυσιήδα Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 14684/2009, 31 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14684/2009 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Χρυσιήδα Χαραλάμπους Κατηγορούμενη ------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για την Κατηγορούμενη: κ. Σέργη Κατηγορούμενη: Παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 14 Αυγούστου, 2008, στην οδό Ηλία Καννάουρου, της επαρχίας Λεμεσού, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖΥ925 αμελώς και δη χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/

  1. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Α/Αστ. 1872 Π.Χριστοδούλου (Μ.Κ.1), και τον Γιώργο Σκεμπετζή (Μ.Κ. 2). Μετά το πέρας της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε την Κατηγορούμενη εκ πρώτης όψεως ένοχη και αφού επεξήγησε σ' αυτή τα δικαιώματα της, η τελευταία επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται σοβαρότατα υπόψη από το Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της στα πλαίσια της σύνταξης της παρούσας απόφασης. Κάτι τέτοιο δεν θα εξυπηρετούσε κατά τη γνώμη μου κανένα πρακτικό σκοπό. Τα πιο κάτω γεγονότα είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Στις 14 Αυγούστου 2008 και περί ώρα 17:50, η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αρθμούς εγγραφής ΗΖΥ925 στην οδό Ηλία Καννάουρου, με ανατολική κατεύθυνση, με πρόθεση να κατευθυνθεί νότια, στη οδό Υμμητού. Την ίδια μέρα και ώρα, στην ίδια οδό και με αντίθετη κατεύθυνση, ο Μ.Κ.2 οδηγούσε την μοτοσυκλέττα με αριθμούς εγγραφής ΚΤΗ
  2. Όταν η κατηγορούμενη οδήγησε το όχημα της νοτίως, για να εισέλθει στην οδό Υμμητού, ανέκοψε την πορεία του ΜΚ2 με αποτέλεσμα τα 2 οχήματα να συγκρουστούν στο σημείο χ ως αυτό εμφαίνεται στο τεκμήριο
  3. Συνεπεία της σύγκρουσης, ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του ΜΚ2, και η πρόκληση σοβαρών ζημιών σε αμφότερα τα ενεχόμενα οχήματα. Τα πιο πάνω γεγονότα καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματά μου, ειναι ότι τα πιο κάτω ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα και για την απάντηση των οποίων είναι αναγκαία η αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Ερωτήματα · Ποια ήταν η ορατότητα της κατηγορούμενης προς την κατεύθυνση από όπου κινείτο ο ΜΚ2 ακριβώς πριν εισέλθει στην λωρίδα κυκλοφορίας του τελευταίου; · Όταν η κατηγορούμενη εισέρχεται στην λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ2, ο τελευταίος βρίσκεται εντός του πεδίου ορατότητας της; · Αν η απάντηση στη αμέσως πιο πάνω ερώτηση είναι καταφατική, έλεγξε η κατηγορούμενη την εξ αντιθέτου της κινούμενη τροχαία κίνηση και/ή αντιλήφθηκε την παρουσία του ΜΚ2 στο δρομο; Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο ΜΚ.1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και θεωρώ ότι είπε στο δικαστήριο την αλήθεια. Με τα ευρήματα του και κυρίως ως προς το σημείο σύγκρουσης, τελικές θέσεις των οχημάτων, πλάτος του δρόμου και περιγραφή του οδικού δικτύου, συμφώνησαν και οι δύο πλευρές. Η αντεξέταση του στη ουσία ήταν διευκρινιστικού περισσότερο χαρακτήρα αντι αντιπαραθετικού. Ήταν σαφής στις θέσεις που προέβαλε και σε καμία περίπτωση δεν κλωνίστηκε η αξιοπιστία του. Το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 (πρόχειρο σχέδιο και αποκλειστική βάση για την ετοιμασία του τεκμηρίου 3) υπέγραψαν ως ορθό και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί. Όσο αφορά στη εκτίμηση του ως προς την ορατότητα της κατηγορούμενης προς την κατεύθυνση του ΜΚ2, ακριβώς πριν εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας του τελευταίου, σε 100 μέτρα περίπου, παρατηρώ ότι αν και παραδέχθηκε ότι δεν προέβη σε ακριβή μέτρηση της, ανάφερε με κάθε πειστικότητα ότι από την πείρα του τόσα χρόνια στην τροχαία και συγκεκριμένα στη διερεύνηση δυστυχημάτων, έχει προβεί σε πάρα πολλές μετρήσεις και δεν έχει καμία αμφιβολία ως προς την ορθότητα της εκτίμησης του. Εν πάση περιπτώσει το ίδιο μήκος ορατότητας υποστηρίζει και άλλη αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία η οποία μάλιστα τέθηκε από την υπεράσπιση. Είμαι ικανοποιημένος ότι ο ΜΚ.1, κατά την άφιξη του στη σκηνή του δυστυχήματος, πήρε τα αναγκαία μέτρα και γενικά εκτέλεσε τα καθήκοντα του, ως εξεταστής της υπόθεσης με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Την μαρτυρία του την αποδέχομαι στη ολότητα της. Όσον αφορά το συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ο ΜΚ.1 ως Τεκμήριο 3, αυτό αποτελεί πραγματική μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, το συμμετρικό σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα. (Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,

(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ. ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Ερχόμενος τώρα στον ΜΚ2 παρατηρώ ότι πρόκειται για τον ένα εκ των δύο μαρτύρων που κατέθεσαν άμεση και σχετική, με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα, μαρτυρία. Η άλλη μαρτυρία προέρχεται από την ΜΥ
  1. Μεταξύ των δύο αυτών μαρτύρων παρατηρούνται κάποιες αντιφάσεις. Για λόγους που θα εξηγήσω τόσο στα πλαίσια της παρούσας αξιολόγησης όσο και στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΥ1, κρίνω ότι ο ΜΚ2 σε κάποιο χρονικό σημείο λίγο πριν τη σύγκρουση οδήγησε τη μοτοσικλέτα στο πισινό και μόνο τροχό δηλαδή ως περιέγραψε η ΜΥ1 και δεν αποδέχομαι την αντίθετη θέση του ΜΚ
  2. Αναφορικά με το αν της μοτοσικλέτας του ΜΚ2 προπορευόταν άλλο όχημα καθώς επίσης και κατά πόσο η ταχύτητα του ΜΚ2 ήταν μεταξύ 40-50 χ.α.ω., δέχομαι τη θέση του ΜΚ2 έναντι αυτής της ΜΥ
  3. Η ΜΥ1 δεν έδωσε στο Δικαστήριο εκείνα τα εχέγγυα για να μπορώ να ελέγξω την ορθότητα της εκτίμησης της και δη ότι η ταχύτητα του ΜΚ2 ήταν μεγαλύτερη των 40-50 χ.α.ω. Ούτε ισχυρίστηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας της ότι είναι σε θέση, λόγω πείρας ή άλλως πώς, να προβαίνει σε εκτίμηση ταχύτητας. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΥ1 η αντίληψη της ως προς την παρουσία του ΜΚ2 στο δρόμο είναι στιγμιαία και λαμβάνει χώρα, όταν βλέπει τον τελευταίο δίπλα της, να ανασηκώνει τον μπροστινό τροχό της μοτοσικλέτας και να οδηγεί τούτη στον πισινό και μόνο τροχό και σε δευτερόλεπτα να επέρχεται η σύγκρουση. Όπως η ίδια το έθεσε, «Δεν μπορείς να δεις πολλά πράγματα από το καθρεφτάκι. Ένα δευτερόλεπτο είναι όλο και όλο». Από την άλλη η θέση του ΜΚ2 ως προς την ταχύτητα με την οποία κινείτο συνάδει, τόσο και με την πραγματική ενώπιον μου μαρτυρία όσο και με άλλη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία. Και επεξηγώ. Σύμφωνα με το ΜΚ1 (ανακριτής - εξεταστής δυστυχημάτων με πολύχρονη πείρα) οι ζημιές που προκλήθηκαν στα οχήματα συνάδουν με το να κινείτο η μοτοσικλέτα με ταχύτητα 40-50 χ.α.ω. Σύμφωνα με την κατάθεση της ίδιας της κατηγορούμενης, ακριβώς πριν τη σύγκρουση βρισκόταν εν αναμονή στη λωρίδα κυκλοφορίας της, αναμένοντας προπορευόμενο, του ΜΚ2, όχημα να συνεχίσει την πορεία του δυτικά και ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά για υπερβολική και ή μεγάλη ταχύτητα του εν λόγω οχήματος το οποίο αποδέχομαι ότι το ακολουθούσε ο ΜΚ2 πριν τη σύγκρουση με σταθερή από αυτό απόσταση. Αν η έκφραση της ΜΥ1 για υπερβολική και ή ιλιγγιώδη ταχύτητα ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί και ή να της προσδοθεί η έννοια - που δεν είναι - του ότι έτρεχε πάρα πολύ περισσότερο από το επιτρεπόμενο όριο, τότε θα ήταν αναμενόμενο με τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, και έχοντας κατά νου και το βάρος της μοτοσικλέτας, να παρατηρήτο κάποια μετακίνηση του οχήματος της κατηγορουμένης προς τα πίσω. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος εμπειρογνώμονας για να αντιληφθεί ότι μια τέτοια μετακίνηση θα αποτελούσε και τη λογική συνέπεια ενός ατυχήματος υπό τέτοιες συνθήκες. Τουναντίον ως φαίνεται από την πραγματική ενώπιον μου μαρτυρία, το όχημα της κατηγορουμένης όχι μόνο δεν μετακινείται προς τα πίσω αλλά συνεχίζει, μετά τη σύγκρουση, την νοτιοανατολική κατεύθυνση του (δηλαδή προς τα εμπρός). Το ίδιο θα έλεγα ισχύει και για τις τελικές θέσεις της μοτοσικλέτας αλλά και του ίδιου του ΜΚ2, δηλαδή παραπλεύρως του οχήματος της κατηγορουμένης. Τελικές θέσεις, οι οποίες δεν συνάδουν με υπερβολική και ή ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η στιγμιαία αντίληψη των γεγονότων από την ΜΥ1 σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ίδια αρχίζει να παρατηρεί με προσοχή τα διαδραματιζόμενα από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται τον ΜΚ2 να οδηγεί τη μοτοσικλέτα στον ένα τροχό, είναι και οι λόγοι που δεν δέχομαι τη θέση της ως προς το ότι, της μοτοσικλέτας του ΜΚ2 δεν προπορευόταν άλλο όχημα. Εν πάση περιπτώσει δεν θα ήταν καν αναμενόμενο από την ΜΥ1 να στρέψει την προσοχή της για να ελέγξει αν κάποιο όχημα προπορεύετο μιας μοτοσικλέτας, την οποία αντιλήφθηκε για πρώτη φορά όταν αυτή οδηγείτο ακριβώς δίπλα της και δη σε χρονικό στάδιο μεταγενέστερο του σταδίου που ένα τέτοιο προπορευόμενο όχημα διήλθε παραπλεύρως της. Με εξαίρεση λοιπόν τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι ουδέποτε ανασήκωσε τη μοτοσικλέτα στον ένα τροχό, την υπόλοιπη μαρτυρία του την αποδέχομαι. Η πιο πάνω αντίφαση του με τη ΜΥ2 είναι αν όχι άσχετη τουλάχιστον επουσιώδης σε σχέση με τον έλεγχο του κατά πόσο η κατηγορούμενη είναι ένοχη ή μη της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Οι ευθύνες ενός οδηγού που σκοπεί να κάνει χρήση λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινούνται οχήματα με προτεραιότητα δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με το σε πόσους τροχούς οδηγούνται τα εν λόγω οχήματα. Ούτε θεωρώ ότι η εν λόγω αντίφαση είναι τέτοια που να κλονίζει την αξιοπιστία του. Η αποδοχή μέρους της μαρτυρίας μάρτυρα δεν αποτελεί μεμπτή προσέγγιση (βλ. Agapiou v. Panagiotou
(1988)1 C.L.R. 257, Kades v. Nicolaou and another
(1989)1 C.L.R. 212, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207, Ομήρου Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 152/09 ημερ. 3.6.2010). Η ΜΥ1 ως γίνεται αντιληπτό και από τα όσα αναφέρονται στο στάδιο της αξιολόγησης του ΜΚ2 θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια ως αυτή την αντιλήφθηκε. Πρόκειται εξάλλου για ανεξάρτητη αυτόπτη μάρτυρα που δεν έχει να εξυπηρετήσει κανένα δικό της και ή γνωστού της προσώπου συμφέρον. Για τους λόγους που επεξήγησα πιο πάνω αλλά και γιατί οι θέσεις της, α) ως προς την ταχύτητα του ΜΚ2 και β) κατά πόσο, του τελευταίου προπορεύετο άλλο όχημα, τέθηκαν με εντελώς αόριστο τρόπο και χωρίς να δοθεί καμιά απολύτως εξήγηση για το πώς υποστηρίζονται, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί της επί των δύο αυτών θεμάτων δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα όσα η ίδια αντιλήφθηκε εκείνη την ημέρα αφορούσαν σε στιγμιαίες εικόνες και υπό το καθεστώς φόβου που της δημιούργησε ο τρόπος που ο ΜΚ2 οδήγησε τη μοτοσικλέτα του. Ως έχω ήδη αποδεχθεί, του ΜΚ2 προπορεύετο όχημα, το οποίο ο τελευταίος ακολουθούσε από τα προηγούμενα φώτα τροχαίας σε συγκεκριμένη απόσταση, και με συγκεκριμένη ταχύτητα (40 - 50 χ.α.ω.). Επομένως ο ισχυρισμός της ΜΥ1 περί υπερβολικής ταχύτητας του κατηγορουμένου, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία. Η μαρτυρία της ως προς τον τρόπο που οδήγησε ο ΜΚ2 ενώ βρισκόταν δίπλα της - ανεξαρτήτως της ταχύτητας που τηρούσε - και ως προς το ότι από το καθρεφτάκι της είδε τη σύγκρουση, γίνεται δεκτή. Ο ΜΥ2, πέραν του ότι θεωρώ τη μαρτυρία του εντελώς άσχετη και μη προσφέρουσα οποιαδήποτε βοήθεια στα πλαίσια εξέτασης της ποινικής ευθύνης ή μη της κατηγορουμένης, δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του βρίθει αντιφάσεων τόσο μεταξύ δικών του ισχυρισμών όσο και ισχυρισμών του με άλλη ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία. Ενδεικτικά και όχι καταλυτικά παρατηρώ τα ακόλουθα: στην κατάθεση του, την οποία να σημειωθεί υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρει ότι ενώ οδηγεί το όχημα του και κινείται με χαμηλή ταχύτητα, ερχόμενος από το νοσοκομείο προς τη συμβολή που βρίσκεται 200 περίπου μέτρα πριν το σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα, αντιλαμβάνεται την παρουσία του ΜΚ2 και δη να οδηγεί τη μοτοσικλέτα του και να διασχίζει τη συμβολή ενώ τα φώτα τροχαίας στην πορεία του ΜΥ2 ήταν στο κόκκινο, με μεγάλη ταχύτητα. Στη δια ζώσης μαρτυρία του, αλλάζει εντελώς θέση, και ισχυρίζεται ότι τη στιγμή που βλέπει τον ΜΚ2, το όχημα του είναι σταθμευμένο εν αναμονή και τα φώτα στην πορεία του ΜΚ2 είναι αναμμένα στο πορτοκαλί. Όταν δε ερωτάται γιατί δεν ανάφερε τούτα στην κατάθεση του, απαντά «είχα πολλά μες το νου μου και δεν τα είπα στην κατάθεση μου». Όταν ακριβώς ένεκα της εν λόγω απάντησης του, ερωτάται για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την κατάθεση του, αναφέρει ότι όταν επεσυνέβηκε το δυστύχημα έμεινε για 5 - 10 λεπτά στη σκηνή και αποχώρησε προτού φθάσει η αστυνομία. Ερωτηθείς για το αν έδωσε το τηλέφωνο του σε οποιοδήποτε πρόσωπο για να επικοινωνήσει μαζί του, απάντησε αρνητικά. Όταν δε ερωτάται εκ νέου πώς τότε έδωσε κατάθεση, αναφέρει ότι πέρασαν 2 χρόνια και δεν θυμάται για το πώς βρέθηκε στην αστυνομία να δίνει κατάθεση. Στην ακριβώς επόμενη ερώτηση, και χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση και χωρίς να επεξηγεί το λόγο της αλλαγής της θέσης του απαντά, «επήγα μόνος μου εκεί στην τροχαία». Μετά ερωτάται ως προς το ποιος ήταν ο λόγος που αποφάσισε να μεταβεί οικιοθελώς, χωρίς να του ζητηθεί από κανένα, στην τροχαία, τη στιγμή που δεν είδε καν τη σύγκρουση και δεν μπορούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο να βοηθήσει την αστυνομία να διερευνήσει το δυστύχημα. Η απάντηση του ήταν ότι, ένεκα του διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος δεν θυμόταν γιατί πήγε στην αστυνομία. Δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να σχολιάσω καθ' οιονδήποτε τρόπο τους εν λόγω ισχυρισμούς και ή απαντήσεις του ΜΥ
  1. Επιπρόσθετα και σχετικά με την ταχύτητα του κατηγορούμενου παρατηρώ ότι ενώ στην κατάθεση του ισχυρίζεται ότι η ταχύτητα του ΜΚ2 ήταν μεγάλη, θέση την οποία υποστήριξε και κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, στην αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι δεν αποκλείεται η ταχύτητα του ΜΚ2 να ήταν 40 - 50 χ.α.ω.. Οι εν λόγω τελευταίες θέσεις του ΜΥ2 αναφέρονται για να φανεί το ανασφαλές του να στηριχτεί ο οποιοσδήποτε στη μαρτυρία του και να βασίσει επ' αυτής ευρήματα. Τη μαρτυρία του την απορρίπτω στην ολότητα της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αναφερόμενη αξιολόγηση μου προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 14 Αυγούστου 2008 και περί ώρα 17:50, η κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΖΥ925 στην οδό Ηλία Καννάουρου, με ανατολική κατεύθυνση, με πρόθεση να κατευθυνθεί νότια, στη οδό Υμμητού. Την ίδια μέρα και ώρα, στην ίδια οδό και με αντίθετη κατεύθυνση, ο Μ.Κ.2 οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚΤΗ
  2. Όταν η κατηγορούμενη οδήγησε το όχημα της νοτίως, για να εισέλθει στην οδό Υμμητού, ο ΜΚ2 βρισκόταν σε μια απόσταση από την ίδια περίπου 30 μ. - δηλαδή εντός της ορατότητας της - και ανέκοψε την πορεία του ΜΚ2 με αποτέλεσμα τα 2 οχήματα να συγκρουστούν στο σημείο χ ως αυτό εμφαίνεται στο τεκμήριο
  3. Η κατηγορούμενη δεν έλεγξε επαρκώς την τροχαία κίνηση με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα την παρουσία του ΜΚ2 στο δρόμο. Αυτό εξάλλου εξάγεται και από τα ίδια τα λεγόμενα της κατηγορούμενης στην κατάθεση της η οποία αναφέρει ότι τη στιγμή που αντιλαμβάνεται για πρώτη φορά την παρουσία του ΜΚ2, αυτός βρίσκεται σε πολύ κοντινή από την ίδια απόσταση «και αμέσως μετά συγκρούστηκε στο αυτοκίνητο μου». Συνεπεία της σύγκρουσης, ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του ΜΚ2, και η πρόκληση σοβαρών ζημιών σε αμφότερα τα ενεχόμενα οχήματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν.86/72¨Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις χίλιας λίρας - τα €1.708,00 - ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.¨ Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι κατά την οδήγηση κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και ή ενέργειες του οδηγού. Σε ότι δε αφορά τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας, αυτά είναι τα ίδια που ισχύουν και στο αστικό δίκαιο. Το μόνο που διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού συναρτάτε με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης αποτελούν αμέλεια. Τέλος αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Νικολαίδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση της κατηγορουμένης, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας,
(1982)2 Α.Α.Δ. 109, και στην αγγλική απόφαση Findlay Duncan, 73 Cr. App. Re. 359, σχετικά με την αξιολόγηση της κατάθεσης ενός κατηγορούμενου, αναφέρθηκε ότι κάθε μέρος αυτής που γίνεται δεκτό αποτελεί μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται, και όχι μόνο στο μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Κάθε μέρος όμως μιας τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη, και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί όμως να δώσει όπως αυτό κρίνει ότι επιβάλλεται διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης ή και μικρότερη σημασία ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής. Είναι με άλλα λόγια η εκτίμηση κατάθεσης, θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια του κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Κατάληξη Εκείνο που με σαφήνεια προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα μου και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της κατηγορουμένης στο αδίκημα της αμέλειας. Αν αναλογιστεί κανείς ότι η κατηγορούμενη είχε ορατότητα 100 μ. περίπου προς την κατεύθυνση από την οποία κινείτο ο ΜΚ2, σε συνδυασμό με το ότι αντιλήφθηκε την παρουσία του όταν αυτός ήταν πολύ κοντά της, και το ότι η ίδια επιχειρεί τη δεξιόστροφη κατεύθυνση όταν διήλθε από δίπλα της το προπορεύομενο του ΜΚ2 όχημα - το οποίο ο ΜΚ2 ακολουθούσε από απόσταση περίπου 30μ. - δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η κατηγορούμενη απέτυχε να ελέγξει επαρκώς την εξ αντιθέτου της τροχαία κίνηση με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την παρουσία του ΜΚ2 στο δρόμο και να του ανακόψει την ελεύθερη πορεία του. Η κατηγορούμενη παρέλειψε να ασκήσει το καθήκον της προσοχής και δέουσας παρατηρητικότητας που βαρύνει πάντοτε όλους τους οδηγούς κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Ολοκληρώνοντας, σημειώνω ότι για την διάγνωση της ποινικής ευθύνης της κατηγορουμένης είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη του άλλου εμπλεκόμενου οδηγού, δηλαδή του ΜΚ.2 (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Σημασία για την παρούσα ποινική υπόθεση έχει το γεγονός ότι, όταν η κατηγορούμενη επιχείρησε να στρίψει δεξιά, το έπραξε αμελώς αποφράσσοντας την πορεία του ΜΚ.2., καθιστώντας την απόφραξη, μέρος των γενεσιουργών αιτών που προκάλεσαν το δυστύχημα. Δεδομένων όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για αμελή οδήγηση. (Υπ.)....................................... Δ. Θεοδώρου, Πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΜΠ/Γ.Ι. Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.