← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hasan Hamam Al Abouch κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15628/08, 31 Ιανουαρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hasan Hamam Al Abouch κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15628/08, 31 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B24 Αρ. Υπόθεσης: 15628/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Hasan Hamam Al Abouch, από την Συρία
  2. Ahmad Hamam Al Abouch, από την Συρία
  3. Mohamad Hasan Al Abouch, από την Συρία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2011 Για την αστυνομία: κος Αργυρού. Για κατηγορούμενους 2 & 3: κος Πούλλος. Κατηγορούμενοι 2 & 3: Παρόντες. Π Ο Ι Ν Η (για κατηγ. 2 & 3) Οι κατηγορούμενοι 2 & 3 βρέθηκαν ένοχοι με τα από ακροαματική διαδικασία σε δύο κατηγορίες που αφορούν αντίστοιχα τα αδικήματα του τραυματισμού και της εγκληματικής επέμβασης κατά παράβαση των άρθρων 234(α) και 280 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154). Τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρονται με λεπτομέρεια στην απόφαση μου με την όποια κρίθηκαν ένοχοι οι δύο κατηγορούμενοι. Δεν θεωρώ ως εκ τούτου σκόπιμο να τα επαναλάβω. Για σκοπούς επιβολής ποινής αναφέρω μόνο ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 στις 11 Αυγούστου 2008 στην Λεμεσό, εισήλθαν παράνομα στην οικία του συμπατριώτη τους Abdulghani Alissa και τον τραυμάτισαν με μαχαίρι. Από την επίθεση, ο παραπονούμενος τραυματίστηκε σοβαρά και χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο τμήμα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Αφορμή για το επεισόδιο απετέλεσε η πεποίθηση των κατηγορουμένων ότι ο παραπονούμενος που είναι συγγενής τους, διέδιδε σε ομοεθνείς τους ότι αυτοί ασχολούνται στην Κύπρο με παράνομες δραστηριότητες. Συγκεκριμένα ισχυρίζονταν ότι τους κατηγορεί ότι προωθούν σε άλλους Σύριους, κοπέλες για αγοραίο έρωτα. Ζήτησαν εξηγήσεις από τον παραπονούμενο και διευθετήθηκε να μεταβούν στην οικία του να συζητήσουν. Αυτοί πήγαν όμως στο μέρος με άγριες διαθέσεις. Όταν δε ο παραπονούμενος τους ζήτησε να φύγουν, οι κατηγορούμενοι 2 & 3 αντί να αποχωρήσουν από την οικία, του επιτέθηκαν και τον τραυμάτισαν με μαχαίρι. Στην συνέχεια, διέφυγαν τρέχοντας από την σκηνή για να συλληφθούν σε μεταγενέστερο στάδιο από την αστυνομία. Ο δημόσιος κατήγορος ανέφερε ότι οι δύο κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι τα έξοδα της διαδικασίας ανέρχονται σε €678,
  4. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε τις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες των πελατών του. Σύμφωνα με την έκθεση για τον κατηγορούμενο 2, αυτός είναι ηλικίας 29 ετών και κατάγεται από την Συρία. Είναι παντρεμένος με γυναίκα ιδίας καταγωγής, η οποία δεν εργάζεται. Διαμένει στην Συρία με τα ανήλικα παιδιά τους και συντηρείται οικονομικά από τον ίδιο. Ήρθε στην Κύπρο μέσω κατεχομένων το 2007 μαζί με τον ανιψιό του κατηγορούμενο 3 και υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου. Εγκαταστάθηκε στην επαρχία Λεμεσού και απασχολείτο ως εργάτης κυρίως στις οικοδομές. Στην έκθεση για τον 3ο κατηγορούμενο, αναφέρεται ότι είναι 20 ετών και κατάγεται από την Συρία. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής οικονομικής στάθμης. Συγκεκριμένα, είναι το πέμπτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας. Είναι απόφοιτος γυμνασίου και επιθυμεί να μεταβεί άμεσα στην πατρίδα του για να εκτελέσει την στρατιωτική του θητεία. Στην Κύπρο γνωρίστηκε με γυναίκα Ρωσικής καταγωγής την οποία παντρεύτηκε. Η σύζυγος του βρίσκεται στην Ρωσία και διατηρούν τηλεφωνική επικοινωνία. Στην συνέχεια, ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε ως ελαφρυντικούς παράγοντες, το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, το νεαρό της ηλικίας τους, ιδιαίτερα του κατηγορουμένου 3 αλλά και το ότι από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα δεν έχουν υποπέσει σε αδίκημα οιασδήποτε άλλης φύσης. Αναφέρθηκε επίσης στην ανελλιπή παρουσία τους στο Δικαστήριο παρότι κατά τον συνήγορο θα μπορούσαν να διαφύγουν στο εξωτερικό. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας, αυτή θα μπορούσε να ανασταλεί αφού ληφθούν υπόψη οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες των κατηγορουμένων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων. Τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι είναι πολύ σοβαρά. Αυτό προκύπτει πρώτιστα από τις υπό του νόμου προβλεπόμενες ποινές. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α

(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Το αδίκημα του τραυματισμού της 2ης κατηγορίας, τιμωρείται δυνάμει του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. Η φύση περαιτέρω του αδικήματος, το κατατάσσει στα εγκλήματα που στρέφονται κατά της σωματικής ακεραιότητας του θύματος. Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτής της κατηγορίας είναι εμφανής κατά την νομολογία αφού εκτός από την σωματική ακεραιότητα του θύματος, πλήττουν ταυτόχρονα και την αξιοπρέπεια του. Οποιοσδήποτε θεωρεί ότι έχουν πληγεί τα δικαιώματα του, πρέπει να απευθύνεται στα θεσμοθετημένα όργανα του κράτους για να δικαιωθεί. Δεν επιτρέπεται όμως σε κανένα να παίρνει το Νόμο στα χέρια του και μάλιστα να χρησιμοποιεί ωμή βία εναντίον των συνανθρώπων του. Σε ένα κράτος δικαίου όπου επικρατεί ο Νόμος και όχι η δύναμη του ισχυρού, οι συμπεριφορές αυτές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με την ανάλογη αυστηρότητα από τα Δικαστήρια. Σχετική είναι μεταξύ άλλων η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Σοβαρό είναι και το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης της 3ης κατηγορίας, το οποίο τιμωρείται δυνάμει του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. Η σοβαρότητα του εγκλήματος αυτού, προκύπτει επίσης από το γεγονός ότι πλήττει το δικαίωμα στην κατοχή και ανεπηρέαστη απόλαυση της ακίνητης περιουσίας του παραπονουμένου, δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Sentencing in Cyprus του Γ. Πική 2η έκδοση στην σελίδα 162: «By the criminalisation of such conduct the law aims to safeguard the inviolability of one's property and the sanctity of one's home. As far as may be gathered, the enactment derives from the corresponding provisions of the Indian and Ceylonese Criminal Codes. Its origin may be traced back to the early days of the common law that regarded one's home as one's castle. The rights of ownership and possession of immovable property are safeguarded by the provisions of Art. 23 of the Constitution.» Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η επίθεση, καταδεικνύει επίσης την πρόθεση των κατηγορουμένων να τραυματίσουν το θύμα. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι δύο κατηγορούμενοι για εντελώς ασήμαντη αφορμή εισήλθαν στην αυλή της οικίας του θύματος και ενώπιον συγγενών και φίλων που πήγαν για να δουν το μόλις 14 ημερών νεογέννητο παιδί του, του επιτέθηκαν χρησιμοποιώντας μαχαίρια. Οι συνέπειες δε αυτής της επίθεσης, ήταν ιδιαίτερα σοβαρές για την υγεία του θύματος, το οποίο χρειάστηκε να νοσηλευτεί αρκετές μέρες στο τμήμα εντατικής παρακολούθησης του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Πρόκειται για χρήση ωμής βίας που καταδεικνύει πλήρη ασέβεια προς την σωματική ακεραιότητα του θύματος και η οποία δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο με αυστηρές ποινές. Όχι μόνο για τους ιδίους τους κατηγορουμένους αλλά και για άλλους επίδοξους παραβάτες που θα σκέφτονταν να διαπράξουν τα ίδια ή παρόμοια αδικήματα. Ελαφρυντικοί παράγοντες Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιλέξει και να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής: · Το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, · το νεαρό της ηλικίας τους, ιδιαίτερα του κατηγορουμένου 3, · το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, · τις προσωπικές και οικογενειακές τους συνθήκες όπως αναφέρονται στις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας και όπως εκτέθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης στην αγόρευση του για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Πρέπει όμως να τονίσω ότι οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Η ποινή που θα επιβληθεί θα πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή κατά την κρίση μου όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου αλλά θα έστελλε επιπλέον λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, καταδικάζω τους κατηγορουμένους στις ακόλουθες ποινές: · Στην 2η κατηγορία για το αδίκημα του τραυματισμού κατά παράβαση του άρθρου 243(α) του Ποινικού Κώδικα:- Ποινή φυλάκισης 12 μηνών. · Στην 3η κατηγορία για το αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα :- ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν και να αρχίζουν από 19.1.11, ημερομηνία κατά την οποία οι δύο κατηγορούμενοι τέθηκαν υπό κράτηση για σκοπούς της παρούσας. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής των ποινών που επιβλήθηκαν αφού τέθηκε σχετικό αίτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του νόμου, δίδεται στο Δικαστήριο μεγάλη διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα ή όπου φαίνεται ότι δεν εκδηλώνεται εκ μέρους του κατηγορουμένου, άμεση και έμπρακτη μεταμέλεια (Βλ. μεταξύ άλλων Χαραλάμπους Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323). Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης για κανένα από τους δύο κατηγορουμένους. Τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων, λήφθηκαν υπόψη στην μείωση της ποινής φυλάκισης δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν την αναστολή της όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης. Επομένως, οι επιβληθείσες ποινές να εκτελεστούν άμεσα. Τα €678,00 έξοδα της διαδικασίας να πληρωθούν από την Δημοκρατία αφού δεν ενδείκνυται ως θέμα αρχής, η καταβολή εξόδων στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ποινή άμεσης φυλάκισης. Τα τεκμήρια της υπόθεσης να καταστραφούν. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.