← Κύπρος

Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού ν. Δώρας Ανδρέου κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 22245/10, 31.1.11

Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού ν. Δώρας Ανδρέου κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 22245/10, 31.1.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 22245/10 Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού και

  1. Δώρας Ανδρέου
  2. Anula Pathmalatha Rankoth Delthalawe Gedara
  3. Στέγη Ηλικιωμένων «Το Πάνθεον» Λτδ Ημερομηνία: 31.1.11 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για την κατηγορούμενη 2: κα. Α. Ιωάννου Κατηγορούμενη 2 παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 2, η οποία από τώρα και στο εξής θα καλείται η κατηγορούμενη, αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, αυτές της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς άδεια (2η Κατηγ.) και της παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της (3η Κατηγ.). Η υπόθεση σε σχέση με τις κατηγορούμενες 1 και 3, διεκπεραιώθηκε σε προηγούμενο στάδιο, όταν μετά από παραδοχή τους στην κατηγορία που τις αφορούσε, τους επιβλήθηκε ποινή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, η κατηγορούμενη στις 23/8/2010 στο Τραχώνι της επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν αλλοδαπή, δηλαδή υπήκοος Σριλάνκας, διεξήγαγε επάγγελμα σαν υπάλληλος στις κατηγορούμενες 1 και 3, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Σύμφωνα δε με τις αντίστοιχες λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας, μεταξύ της 4ης Οκτωβρίου 2008 και της 23ης Αυγούστου 2010, στο Τραχώνι της επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν αλλοδαπή, δηλαδή υπήκοος Σριλάνκας και βρισκόταν στην Κύπρο με άδεια παραμονής και εργασίας στις κατηγορούμενες 1 και 3 μέχρι τις 3/10/2008, παρέμεινε στην Κύπρο μετά την λήξη της άδειας της, χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ότι η κατηγορούμενη, στις 23/8/10, διεξήγαγε επάγγελμα στις κατηγορούμενες 1 και 3, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ότι η μετάφραση της κατάθεσης που έδωσε η κατηγορούμενη από τη μητρική της γλώσσα, τα Σριλανκέζικα, στην Ελληνική γλώσσα, είναι πιστή μετάφραση (Τεκμήρια 1Α και 1Β). Ότι τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο 5Β, είναι τα όσα η κατηγορούμενη, ανέφερε στην Μ.Κ.3 και ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου αυτού, αποτελεί πιστή μετάφραση των όσων περιέχονται στο Τεκμήριο 5Α. Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ο αστυφ. 2313 Ν. Πρoκοπίου (Μ.Κ.1), η Χριστίνα Σταύρου (Μ.Κ.2) και η Γ/αστυφ. 4597 Κ. Δαμιανού (Μ.Κ3). Μετά δε τη κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία, αυτή επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Θα πρέπει πάντως στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι το μεγαλύτερο πλαίσιο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, δεν αμφισβητήθηκαν, αλλά βασικό άξονα γύρω από τον οποίο περιεστράφηκε η υπεράσπιση, αποτέλεσε η σύμφωνα με τη θέση της, άγνοια της κατηγορούμενης για την παράλειψη της εργοδότριας της να της ανανεώσει την άδεια παραμονής και εργασίας, κάτι το οποίο έχει σύμφωνα πάντα με την εισήγηση της ως αποτέλεσμα, τη μη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων, για τα οποία απαιτείται όπως υποστήριξε και η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου (mens rea). Αντίθετη ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη γνώριζε για την μη ανανέωση της άδειας της, αλλά εν πάση περιπτώσει τα αδικήματα που καταλογίζονται σε αυτήν, είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης και γι' αυτό η τελευταία, θα πρέπει να κριθεί ένοχη. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό δεν θα την επαναλάβω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Και οι τρείς μάρτυρες κατηγορίας, μου έκαμαν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Αυτοί μαρτύρησαν με άμεσο, σταθερό και θετικό τρόπο, τα όσα περιήλθαν σε γνώση τους για την υπόθεση μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους, χωρίς σε κανένα σημείο της μαρτυρίας τους, να διακρίνω οποιαδήποτε προσπάθεια τους να παραποιήσουν ή να αλοιώσουν την αλήθεια, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία τους. Προσήχθη από τους Μ.Κ. 1 και 3 και εξ' ακοής μαρτυρία η οποία σχετιζόταν με το τι η κατηγορούμενη τους είχε αναφέρει όταν προσήλθε στην αστυνομία για να καταγγείλει την εργοδότρια της. Μετά την τελευταία τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 η εξ΄ ακοής μαρτυρία αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία, η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, θα προσδοθεί πλήρης βαρύτητα, γιατί οι μάρτυρες κατέθεσαν με σταθερό και θετικό τρόπο και γιατί και όπως έχει προαναφερθεί το μεγαλύτερο πλαίσιο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Η κατηγορούμενη καταθέτοντας ενόρκως, εκτός των όσα προέβαλε προφορικά από το εδώλιο του μάρτυρα, υιοθέτησε και τα όσα ανέφερε στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 1Α και Β), ως μέρος της κύριας της εξέτασης. Παρά το ότι με προβλημάτισε το γεγονός ότι η ίδια η κατηγορούμενη ήταν αυτή που κατήγγειλε την μη ανανέωση της άδειας της στην αστυνομία, λαμβάνοντας υπόψη και αξιολογώντας την μαρτυρία της και παρακολουθώντας την να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα και να προβάλλει την εκδοχή ότι το γεγονός της μη ανανέωσης της άδειας παραμονής και εργασίας της από την εργοδότρια της, το έμαθε λίγο πριν καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία και ότι προηγουμένως ήταν με την πεποίθηση ότι η βίζα της είχε ανανεωθεί και δεν γνώριζε ότι η εργοδότρια της είχε παραλείψει να το πράξει, δεν με έπεισε ότι ήταν γνήσια και ειλικρινής. Η θέση της αυτή καταρρίπτεται, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5Β, το οποίο είναι παραδεκτό ότι περιέχει τα όσα η κατηγορούμενη, ανέφερε στην Μ.Κ.
  4. Στο έγγραφο αυτό, το οποίο φέρει ημερομηνία 12/8/10 και το οποίο η κατηγορούμενη παρουσίασε στην αστυνομία όταν πήγε να καταγγείλει την εργοδότρια της, αναφέρει (σε ελεύθερη μετάφραση) ότι, «...έχοντας μου πει ότι θα ανανέωνε την βίζα μου γι΄αυτόν το χρόνο. Δεν το έκαμε και έχουν περάσει 6 μήνες από τότε». Παρόλο που δεν συνάγεται σαφώς από τη σύνταξη του λεκτικού που χρησιμοποιείται αν οι 6 μήνες που παρήλθαν, είναι από τότε που έληξε η βίζα ή από τότε που η εργοδότρια της είπε ότι θα της την ανανεώσει, εν τούτοις όποιο και από τα δύο να ισχύει, δεικνύει την ανειλικρίνεια της, αφού παρά τα όσα εκτίθενται στην επιστολή αυτή, στην προφορική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, επέμενε ότι το γεγονός της μη ανανέωσης της βίζας το έμαθε μόνο κάποιες μέρες πριν την καταγγελία. Παρά την επιμονή της στον ισχυρισμό της αυτό, δεν κατάφερε να δικαιολογήσει το λόγο που από καιρό προηγουμένως, την ωθούσε να ρωτά και μάλιστα συνεχώς την εργοδότρια της για το θέμα, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του μεγάλου διαστήματος που μεσολάβησε από την λήξη της άδειας της και την καταγγελία που η ίδια έκαμε στην αστυνομία. Όταν κατά την αντεξέταση απαντούσε σε ερωτήσεις που της υποβάλλονταν από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής εάν γνώριζε πότε έληγε η βίζα που είχε εξασφαλίσει ως φροντίστρια στο Πάνθεον, απέφευγε να απαντά άμεσα και ευθέως, προβάλλοντας άσχετους με την ερώτηση ισχυρισμούς. Ποιο συγκεκριμένα και ενώ αρχικά απάντησε ότι δεν γνώριζε πότε ακριβώς έληγε, στη συνέχεια και όταν ερωτήθηκε εάν όταν η εργοδότρια της, της έδωσε την βίζα της για να στείλει χρήματα στη χώρα της, είδε πότε έληγε, αντί να απαντήσει ευθέως προέβαλε κατά λέξη, «η εργοδότρια μου πήρε τη φωτογραφία μου και μου είπε ότι θα μου ανανεώσει την βίζα, δεν θυμάμαι ημερομηνία ακριβώς, ήταν μία ημέρα του 2009». Σε ερώτηση δε που ακολούθησε ευθύς αμέσως μετά την πιο πάνω απάντηση της, ότι άρα, γνώριζε ότι έληξε η βίζα της, αποφεύγοντας και στη συγκεκριμένη ερώτηση να απαντήσει ευθέως, είπε κατά λέξη «αυτό που πίστευα ήταν ότι θα μου ανανέωνε την βίζα μου». Στην επόμενη δε ερώτηση εάν πίστευε ότι η βίζα της ήταν ληγμένη και γι' αυτό ρωτούσε, απάντησε ότι όπως πίστευε η βίζα της είχε ήδη ανανεωθεί. Για να δικαιολογήσει δε τις συνεχείς ερωτήσεις που υπέβαλλε στην εργοδότρια της για το θέμα, απάντησε ότι το έκανε για να είναι σίγουρη. Ενώ περί το τέλος της αντεξέτασης και σε υποβολή που της έγινε ότι ο λόγος που ρωτούσε την εργοδότρια της εάν της την είχε ανανεώσει, ήταν γιατί υποψιαζόταν ότι η βίζα δεν είχε ανανεωθεί, απάντησε ότι, «μόνο στις 3/8/10 άρχισα να υποψιάζομαι, όχι πριν». Η απάντηση της όμως αυτή εντείνει το ερώτημα, αφού τότε μόνο της δημιουργήθηκε η υποψία αυτή, τότε γιατί από πολύ καιρό μάλιστα προηγουμένως, ρωτούσε συνεχώς την εργοδότρια της εάν της είχε ανανεώσει την βίζα. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι η κατηγορούμενη, στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 1Α και 1Β) και το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε αναφέρει ότι από το 2009 άρχισε να ρωτά την εργοδότρια της για το θέμα και μάλιστα συνεχώς. Ανέφερε ακόμα στην κατάθεση της τον ισχυρισμό ότι στις 3/8/10 άκουσε την εργοδότρια της να αναφέρει σε άλλο πρόσωπο ότι η ίδια δεν έχει βίζα, ισχυρισμοί που μεταξύ τους δεν συνάδουν, αφού την συγκεκριμένη ημερομηνία, είτε έμαθε ότι δεν έχει βίζα, είτε άρχισε να υποψιάζεται. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι το σημείο αυτό της μαρτυρίας της ότι δηλαδή δεν γνώριζε ότι η άδεια παραμονής και εργασίας της στη στέγη ηλικιωμένων το Πάνθεον, δεν είχε ανανεωθεί και ότι αυτό το έμαθε περί τις 4/8/
  5. Δεν αποδέχομαι επίσης το μέρος εκείνο της κατάθεσης της στο οποίο αναφέρει ότι από τις 12/8/2010 εγκατέλειψε τη στέγη ηλικιωμένων στην οποία εργαζόταν. Και αυτό για το λόγο ότι και όπως δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, στις 23/8/10, διεξήγαγε επάγγελμα στις κατηγορούμενες 1 και 3, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, αφού και όπως είναι νομολογημένο κάθε γεγονός που δηλώνεται ως παραδεκτό, υπερισχύει οποιασδήποτε μαρτυρίας. Το λοιπό μέρος της μαρτυρίας της κατηγορούμενης, γίνεται αποδεκτό. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Η κατηγορούμενη η οποία είναι αλλοδαπή από τη Σριλάνκα, ήλθε στην Κύπρο στις 16/2/2007 για να εργασθεί ως οικιακή βοηθός στον Γεώργιο Τσουλλή από το χωριό Κελλάκι της επαρχίας Λεμεσού μέχρι τις 16/2/2011, περίοδο για την οποία εξασφάλισε άδεια παραμονής και εργασίας. Στις 10/9/2007, ο Γ. Τσουλλής αποδέσμευσε την κατηγορούμενη και ως εκ τούτου η άδεια παραμονής και εργασίας που της δόθηκε για να εργασθεί στο συγκεκριμένο εργοδότη μέχρι τις 16/2/2011, έπαυσε να ισχύει. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη εξασφάλισε νέα άδεια παραμονής και εργασίας για να εργασθεί ως φροντίστρια στη Στέγη Ηλικιωμένων Πάνθεον Λτδ μέχρι και τις 3/10/
  6. Για ανανέωση της άδειας αυτής δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από οποιοδήποτε πρόσωπο. Η κατηγορούμενη εργάσθηκε ως φροντίστρια στο Πάνθεον μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία έληξε η άδεια παραμονής και εργασίας της, μετά τη λήξη της οποίας συνέχισε να εργάζεται εκεί. Στις 23/8/10, η κατηγορούμενη, διεξήγαγε επάγγελμα στις κατηγορούμενες 1 και 3, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Από το 2009 η κατηγορούμενη ρωτούσε συνεχώς την εργοδότρια της Δώρα Ανδρέου, εάν είχε ανανεώσει την βίζα της και εκείνη επανειλημμένα της υποσχόταν ότι θα το έπραττε. Στις 12/8/2010 η εργοδότρια της κατηγορούμενης της ανάφερε ότι η άδεια της δεν μπορούσε να ανανεωθεί. Για την εργασία της κατηγορούμενης στη στέγη ηλικιωμένων, της καταβαλλόταν μηνιαίος μισθός. Στις 23/8/2010 η κατηγορούμενη επισκέφθηκε τα γραφεία της ΥΑΜ Λεμεσού για να υποβάλει παράπονο εναντίον της εργοδότριας της, προσκομίζοντας και σχετικό έγγραφο παραπόνου εναντίον της, με ημερομηνία 12/8/
  7. Μετά την επίσκεψη αυτή της κατηγορούμενης στην ΥΑΜ Λεμεσού και τη διαπίστωση ότι η άδεια παραμονής και εργασίας της δεν είχε ανανεωθεί, αυτή συνελήφθη και κατηγορήθηκε για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει . Τα αδικήματα που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, προκύπτουν από τον Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμο, Κεφ. 105 και συγκεκριμένα το αδίκημα της 2ης κατηγορίας από το άρθρο 19

(1)(κ) και το αδίκημα της 3ης κατηγορίας από το 19
(1)(λ). Το άρθρο 19
(1), προνοεί τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο, ...................................................................................................... (κ) αν και είναι κάτοχος άδειας που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή οιονδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προυπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοσδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή δυνάμει του Κανονισμού 11 των Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών, (λ) αφού έχει εισέλθει στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος για περιορισμένη περίοδο παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της περιόδου αυτής χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή ....................................................................................................... είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και εξαιρουμένης της περιπτώσεως που αναφέρεται στην παράγραφο (ζ) υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο τις ποινές της φυλάκισης και του προστίμου». Όπως προαναφέρεται, διαφωνία υπήρξε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους, εάν τα αδικήματα αυτά, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, ως αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης ή όχι. Υποστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούμενης ότι σε σχέση με τα αδικήματα αυτά, δεν έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη, γνώριζε ότι η εργοδότρια της, δεν της είχε ανανεώσει την άδεια παραμονής και εργασίας της, αλλά αντίθετα μέχρι και λίγες μέρες πριν την καταγγείλει, πίστευε ότι το είχε πράξει και γι' αυτό δεν μπορεί να στοιχειοθετηθούν οι κατηγορίες, αφού η απόδειξη σύμφωνα με τη θέση της ύπαρξης γνώσης, είναι απαραίτητη. Κρίνεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη, γνώριζε ότι η εργοδότρια της δεν της είχε ανανεώσει την άδεια, γι΄ αυτό και την ρωτούσε συνεχώς για το θέμα. Το γεγονός ότι από το 2009 την ρωτούσε συνεχώς, εάν το είχε πράξει, δεν μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα παρά μόνο ότι η κατηγορούμενη γνώριζε ότι πριν το χρονικό αυτό σημείο η άδεια της είχε λήξει, ανησυχούσε γι΄αυτό και για το λόγο τούτο ρωτούσε συνέχεια να μάθει εάν η εργοδότρια της, της την είχε ανανεώσει. Εκείνο που πιθανόν να συνέβη είναι ότι επειδή η εργοδότρια της, της υποσχόταν συνεχώς ότι θα της την ανανεώσει, η κατηγορούμενη δεν έπραττε οτιδήποτε. Τότε μόνο αποφάσισε να ενεργήσει και να πράξει όπως και έπραξε, όταν η πρώτη, της είπε πλέον ότι δεν θα προχωρούσε στην ανανέωση. Όμως και για την περίπτωση που κριθεί ότι λανθάνομαι επί του σημείου αυτού, θα προχωρήσω να εξετάσω εάν τα αδικήματα που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης ή όχι. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι δεν έχω εντοπίσει στην νομολογία οποιαδήποτε απόφαση επί του συγκεκριμένου θέματος, που να αποφασίζεται δηλαδή εάν τα υπό κρίση αδικήματα, είναι αυστηρής ευθύνης ή όχι. Εκείνο που έχει αποφασισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Sun Island v. KOT
(1995)2 AAΔ 196, είναι σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, το οποίο αναφέρεται ως παράδειγμα αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστάκη Πιρρική
(2001)2 ΑΑΔ 279, το άρθρο 14 Β
(1), αποτελεί ρυθμιστική διάταξη και το λεκτικό του υποδηλώνει ότι η εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των προνοιών του εν λόγω άρθρου, συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability) και κατά συνέπεια δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Βοηθητική για το ζήτημα που εξετάζεται, είναι η απόφαση Sea Island & Tours Ltd κ.α. v. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, 1995
(2)ΑΑΔ 196, στην οποία, αναλύθηκαν οι αρχές ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ερμηνευτικά μία ποινική διάταξη, προκειμένου να διαγνωσθεί κατά πόσο επιβάλλει ή όχι αυστηρή ευθύνη. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα׃ «Το πως προσεγγίζεται ερμηνευτικά μια ποινική διάταξη προκειμένου να διαγνωστεί το κατά πόσο επιβάλλει ή όχι αυστηρή ευθύνη, εξετάσθηκε από το Εφετείο, με αναφορά σε Αγγλική νομολογία, στην υπόθεση Hallis v. The Police
(1982)2 C.L.R. 99 όπου, τέθηκαν οι ακόλουθες γενικές κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες συνοψίζουμε, προσθέτοντας και κάποιες επεξηγήσεις. Το θέμα κρίνεται κατ' αρχήν από το λεκτικό της διάταξης και έπειτα, εν αμφιβολία, από τη φύση του νομοθετήματος - ρυθμιστικής ή αυστηρώς ποινικής - όπως και από το πρόβλημα προς το οποίο το νομοθέτημα απευθύνεται για επίλυση - αν π.χ. ανάγεται σε τομέα που αφορά, γενικά θα λέγαμε, την κοινή ευημερία׃ βλ. σχετικά την πολύ σημαντική απόφαση της Νομικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Alpacell Ltd v. Woodward
(1972)2 All E.R. 475, απόφαση που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην National Rivers Authority v. Yorkshire Water Services Ltd
(1995)1 All E.R. 225. Το ζήτημα εδώ δεν απαιτεί εκτενή συζήτηση δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μας, το λεκτικό της διάταξης, ερμηνευόμενο απο μόνο του χωρίς αναφορά προς οτιδήποτε άλλο, καταδείχνει τη δημιουργία αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Αναδύεται ευκρινώς πως με την εκδήλωση της προσδιορισθείσας ενέργειας, εφόσον προκύπτει η παράβαση, τελείται το αδίκημα. Στο αυτό κατατείνουν ενισχυτικά και οι λοιποί παράγοντες που αναφέραμε. Πρόκειται έκδηλα για ρυθμιστικής φύσης αδίκημα η δημιουργία του οποίου αποβλέπει στη διασφάλιση της απρόσκοπτης επικράτησης του Νόμου σε ένα ιδιαίτερο νευραλγικό τομέα, όπως είναι ο τουριστικός, με προεκτάσεις στα γενικότερα συμφέροντα του τόπου. Η συμπερίληψη υποκειμενικής υπόστασης ως προυπόθεσης για την ύπαρξη αδικήματος οριζομένου στο άρθρο 9 του Νόμου, θα καθιστούσε ασπίδα την αδιαφορία και την αδράνεια στη λήψη μέτρων προς «εκπλήρωση» τεθείσας υποχρέωσης και θα αποτελούσε αδικαιολόγητο περιορισμό στην εμβέλεια του Νόμου». Και στην παρούσα περίπτωση και σε σχέση με τα υπό κρίση αδικήματα, το λεκτικό των σχετικών άρθρων, καταδεικνύει από μόνο του, τη δημιουργία αδικημάτων αυστηρής ευθύνης. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 19
(1)(κ) το αδίκημα αυτό, συντελείται με την ανάληψη οποιουδήποτε είδους εργασίας χωρίς το πρόσωπο που αναλαμβάνει εργασία να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον Διευθυντή. Όπως δηλαδή προκύπτει από το λεκτικό αυτό του άρθρου, η υποχρέωση εξασφάλισης της άδειας του Διευθυντή, ανατίθεται στον ίδιο τον εργοδοτούμενο, ο οποίος σύμφωνα με το νόμο θα πρέπει να «έχει εξασφαλίσει» την σχετική άδεια. Η υποχρέωση δηλαδή της εξασφάλισης της άδειας αυτής, ανατίθεται απευθείας από το νόμο, στον ίδιο τον εργοδοτούμενο. Η άδεια αυτή σύμφωνα και πάλι με τις πρόνοιες του νόμου πρέπει να εξασφαλισθεί δυνάμει του Κανονισμού 11, των Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κανονισμών, από το λεκτικό του οποίου επιβεβαιώνεται ότι η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον αλλοδαπό. Το ίδιο ισχύει και για το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, αφού και πάλι το εδάφιο (λ) του νόμου που δημιουργεί το αδίκημα τούτο, αναθέτει και πάλι στον ίδιο τον αλλοδαπό την υποχρέωση να εξασφαλίσει την απαιτούμενη άδεια. Το αδίκημα δε που δημιουργεί το εδάφιο αυτό συντελείται με την παραμονή του αλλοδαπού στη Δημοκρατία μετά την περίοδο για την οποία είχε εξασφαλισθεί άδεια από τον Διευθυντή. Στο ότι πρόκειται για αδικήματα αυστηρής ευθύνης, κατατείνουν ενισχυτικά και οι λοιποί παράγοντες, όπως αναφέρθηκαν και στην απόφαση Sea Islands and Tours, πιο πάνω, οι οποίοι βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή και στην παρούσα περίπτωση. Όπως σε εκείνη έτσι και στην παρούσα, το αντικείμενο του συγκεκριμένου νόμου, αποτελεί θέμα κοινωνικού ενδιαφέροντος. Πρόκειται για αδικήματα ρυθμιστικής φύσης, που αποσκοπούν στην ρύθμιση ενός ιδιαίτερα ευαίσθητου τομέα στην εποχή μας, της παραμονής και απασχόλησης αλλοδαπών στον τόπο μας, με ευρύτερες προεκτάσεις τόσο στην οικονομική όσο και στην κοινωνική ζωή του τόπου. Κρίνεται συνεπώς για τους πιο πάνω λόγους ότι τα αδικήματα τόσο της 2ης, όσο της 3ης κατηγορίας, είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης. Εισηγήθηκε επίσης η κα Ιωάννου ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατηγορούμενη «ανέλαβε» οποιαδήποτε εργασία και επικαλέσθηκε προς ενίσχυση της θέσης της, την ερμηνεία του όρου που δίδεται στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή της ευπαίδευτης συνηγόρου. Κατ΄αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι η εισήγηση της αυτή, δεν συμβαδίζει με το γεγονός που δηλώθηκε ως παραδεκτό, ότι δηλαδή η κατηγορούμενη στις 23/8/10, διεξήγαγε επάγγελμα στις κατηγορούμενες 1 και 3, χωρίς την προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Από τη στιγμή που είναι παραδεκτό ότι «διεξήγαγε επάγγελμα», δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι δεν συντελέσθηκε ανάληψη εργασίας. Όπως εξάλλου προέκυψε από τα γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν, η κατηγορούμενη εξασφάλισε άδεια παραμονής και εργασίας ως φροντίστριας στη στέγη ηλικιωμένων, εργασία που διεξήγαγε μέχρι και πριν την καταγγελία στην αστυνομία. Αυτή εργαζόταν στη συγκεκριμένη στέγη, φροντίζοντας τους ηλικιωμένους που διέμεναν σε αυτό έναντι συγκεκριμένου ποσού αμοιβής και της καταβαλλόταν ως αντάλλαγμα μηνιαίος μισθός. Δεν είναι δυνατό ένα πρόσωπο το οποίο διεξάγει επάγγελμα και στο οποίο ανατίθεται και διεκπεραιώνει εργασία έναντι πληρωμής, να μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτό που πράττει, είναι οτιδήποτε άλλο παρά ως ανάληψη και διεξαγωγή συγκεκριμένης εργασίας έναντι μάλιστα αμοιβής. Με βάση όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω βρίσκω ότι, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε εναντίον της κατηγορούμενης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τόσο τη 2η, όσο και τη 3η κατηγορία. Συνακόλουθα η κατηγορούμενη, κρίνεται ένοχη στη 2η και 3η κατηγορία. (Υπ.) ................... Μ. Λάρμου - Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.