Δημοκρατία ν. Διονύσιος Μπουντογιάννης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8265/10, 31 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2011:3 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8265/10 Μεταξύ: Δημοκρατία v.
- Διονύσιος Μπουντογιάννης
- Παναγιώτης Παπουτσής
- Πανίκος Ξυδάς Κατηγορουμένων ---- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ιωαννίδου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Παυλίδης Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χ΄΄ Λοίζου Κατηγορούμενοι: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ Αρ. 3) H προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής στην κυρίως δίκη να καταχωρίσει τη συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 1 στις 3.4.10 μέσω του Αστ. 3490 Γ. Γερολέμου, αντίκρισε την ένσταση της υπεράσπισης. Ο κ. Παυλίδης εισηγήθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11.4 του Συντάγματος καθότι, μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου 1 δυνάμει εντάλματος σύλληψης, αυτός δεν ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του. Επίσης υπήρξε παραβίαση των άρθρων 3, 5, 8, 9 και 11 του Ν. 163
(1)/
- Επιπλέον στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μετά τη λήψη της πρώτης ανακριτικής κατάθεσης που έχει καταχωρηθεί στο Δικαστήριο ως τεκμήριο μετά από δίκη εντός δίκης και τη λήψη της υπό κρίση κατάθεσης ο κατηγορούμενος ζήτησε νομική συμβουλή και η αστυνομία του αρνήθηκε αυτή τη δυνατότητα. Περαιτέρω η κατάθεση ήταν το αποτέλεσμα υποσχέσεων που δόθηκαν από την αστυνομία ότι δεν θα διώκετο ποινικά και θα διευθετείτο η επιστροφή του στην Ελλάδα. Μετά από αυτή την εξέλιξη διατάχθηκε η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης από το Δικαστήριο για να εξεταστούν οι συνθήκες λήψης της εν λόγω κατάθεσης. Σημειώνουμε ότι κατά το στάδιο της αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης και όταν ζητήθηκε από αυτόν να υποδείξει τη μαρτυρία η οποία υποστηρίζει τη θέση του περί υποσχέσεων πριν τη λήψη της κατάθεσης, αυτός απόσυρε το σχετικό λόγο ένστασης και έτσι η παρούσα απόφαση θα περιοριστεί στους υπόλοιπους λόγους όπως εκτίθενται πιο πάνω. Ο Αστ. 3490 Γερόλεμος Γερολέμου, (Μ1), υπήρξε ο μοναδικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ο οποίος υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 14.4.10 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του διευκρινίζοντας περαιτέρω συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία συνοψίζονται ως ακολούθως: Στις 30.3.10, όπως διευκρίνισε κατά την προφορική του μαρτυρία, ο μάρτυρας μαζί με άλλους αστυφύλακες προέβησαν σε έρευνα στην οικία που βρίσκεται στη οδό Πέτρου Ολυμπίου αριθμός 7 στην Αγία Φύλα Λεμεσού στην παρουσία, μεταξύ άλλων, του κατηγορούμενου 1 όπου ανευρέθησαν διάφορα τεκμήρια τα οποία περιελάμβαναν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, πλαστικές γλάστρες που περιελάμβαναν χώμα και φυτό καθώς και σπόρους. Κατά την έρευνα και περί ώρα 19.30 όταν ο Αστ. 193 βρήκε μέσα σε ερμαράκι πάνω από τον πάγκο της κουζίνας δύο κυλινδρικά κουτιά τα οποία περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, συνέλαβε τόσο τον κατηγορούμενο 1 όσο και τον κατηγορούμενο
- Ακολούθως μετά το πέρας της έρευνας ο μάρτυρας μαζί με άλλους αστυφύλακες μετέφεραν τους κατηγορούμενους 1 και 2 μαζί με τα ανευρεθέντα τεκμήρια στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 21:15 πληροφόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 για τα νομικά του δικαιώματα. Το έντυπο δικαιωμάτων επικοινωνίας κρατουμένων, το οποίο υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 1 στις 30.3.10 και περί ώρα 21:15 κατατέθηκε ως Τεκ.
- Αργότερα, στις 01.00 της 31.3.2010, συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 με δικαστικό ένταλμα και αφού του εξήγησε το λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Τα ναρκωτικά είναι του Πανίκου του Ξυδά» (το ένταλμα σύλληψης και ο όρκος κατατέθηκαν ως Τεκ. 2
(1)και 2
(2)αντίστοιχα). Όπως διευκρίνισε ο μάρτυρας οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνελήφθηκαν αρχικά ως ύποπτοι και μεταφέρθηκαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Μετά από τη σύλληψη του κατηγορουμένου 1, όταν αφίχθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ αυτός πληροφορήθηκε γραπτώς για τα νομικά του δικαιώματα και ακολούθως η αστυνομία προχώρησε στις σφραγίσεις των τεκμηρίων. Ακολούθως επανασυνελήφθηκε με δικαστικό ένταλμα και μεταξύ των ωρών 01:25-02:30 του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση. Την επόμενη ημέρα οδηγήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού όπου εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα οκταήμερης προσωποκράτησης (το διάταγμα προσωποκράτησης του καταχωρήθηκε ως Τεκ. 3). Στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος 1 παρουσιάστηκε χωρίς δικηγόρο και δεν υπέβαλε ένσταση στην κράτηση, ούτε έθεσε στο Δικαστήριο οτιδήποτε που αφορά ισχυριζόμενη στέρηση του δικαιώματος του να διορίσει δικηγόρο από τις ανακριτικές αρχές. Ακολούθως ο Αστ. 3490 στις 3.4.2010 και μεταξύ των ωρών 1600-1650 στα γραφεία της ΥΚΑΝ έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (έγγραφο «Ψ»), αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για τα υπό διερεύνηση αδικήματα εναντίον του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος 1 υπόγραψε την κατάθεση σε όλες τις σελίδες και κατέγραψε στο τέλος ιδιοχείρως το σχετικό λεκτικό. Η ανάγκη λήψης της δεύτερης αυτής κατάθεσης, είπε ο Μ1, προέκυψε λόγω αντιφάσεων που υπήρχαν στις καταθέσεις των κατηγορουμένων και απαιτούντο διευκρινίσεις ως προς τις σχέσεις των κατηγορουμένων μεταξύ τους. Οι λόγοι αυτοί τέθηκαν στον κατηγορούμενο 1 κατά τη λήψη της κατάθεσης. Περαιτέρω, όπως ανέφερε ο Αστ. 3490, καμία υπόσχεση δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο, κάτι που άλλωστε ο ίδιος δεν είχε εξουσία να κάμει. Επίσης διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος σε κανένα στάδιο δεν ζήτησε να συμβουλευτεί δικηγόρο. Ακολούθησε και δεύτερη αίτηση προσωποκράτησης στις 8.4.10 (το δεύτερο διάταγμα προσωποκράτησης κατατέθηκε ως Τεκ. 4.) Και πάλι ο κατηγορούμενος δεν είχε δικηγόρο, δεν ζήτησε να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο και δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είχε ζητήσει δικηγόρο από οποιοδήποτε αστυνομικό όργανο και του αρνήθηκε. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το έντυπο δικαιωμάτων κρατουμένων (Τεκ. 1) δόθηκε στον κατηγορούμενο πριν τη σύλληψη του με δικαστικό ένταλμα σύλληψης και ότι κανένα άλλο πανομοιότυπο έντυπο δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο μετά την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος σύλληψης. Αναφορικά με τη διαδικασία της πρώτης αίτησης προσωποκράτησης του κατηγορουμένου ο μάρτυρας ανέφερε ότι η σχετική αίτηση υπογράφηκε από τον υπαστυνόμο Μαρίνο Δημητρίου και παρουσιάστηκε από τον Αστ. 360 και πως ο ίδιος βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου χωρίς όμως να θυμάται κατά πόσο συνόδευσε τον κατηγορούμενο από τον αστυνομικό σταθμό στο Δικαστήριο. Κατά τη διαδικασία της δεύτερης προσωποκράτησης του κατηγορούμενου παρουσιάστηκε ο Λοχ. 1450 ενώ ο ίδιος βρισκόταν και πάλι στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Μεταξύ των δύο διαδικασιών προσωποκράτησης ο ίδιος συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο μια φορά, κατά τη λήψη της επίδικης κατάθεσης η οποία έγινε στο γραφείο του χωρίς να του δώσει οποιοδήποτε έντυπο δικαιωμάτων. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος πριν τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης ζήτησε να δει δικηγόρο και αυτός του αρνήθηκε. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι ο ίδιος έγραψε την κατάθεση και απλά ο κατηγορούμενος την υπέγραψε. Ρωτήθηκε κατά πόσο σημείωσε πουθενά στο φάκελο της υπόθεσης ότι ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε να ασκήσει τα δικαιώματα του πριν τη λήψη της δεύτερης κατάθεσης και ο μάρτυρας απάντησε ότι σημειώνεται μέσα στο φάκελο της υπόθεσης με το έντυπο το οποίο είχε υπογράψει ότι δεν επιθυμούσε δικηγόρο και δεν συμπληρώθηκε οποιοδήποτε άλλο έντυπο. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος ζητούσε δικηγόρο τότε θα συμπληρωνόταν ημερολόγιο ενεργείας με την ώρα που το ζήτησε, ποιο δικηγόρο κλπ. Αναφορικά με το ισχυριζόμενο αίτημα του κατηγορούμενου για δικηγόρο κατά τη μεταφορά του στο Δικαστήριο ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι σε περίπτωση που γινόταν αυτό τότε ο ίδιος θα πρέπει να ενημερωνόταν από τους αστυνομικούς. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου κατέθεσε ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος αρχικά ανέφερε ότι δεν συνελήφθη νόμιμα και πως μετά που μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό το πρώτο πράγμα που ζήτησε από τους αστυνομικούς που τον μετέφεραν στο σταθμό και τον ανακριτή ήταν δικηγόρο και άτομο της πρεσβείας. Η απάντηση που πήρε ήταν «άμαν το ζητούσα θα με εξυπηρετούσε». Την επόμενη μέρα όταν πήγαν στο Δικαστήριο ζήτησε κατ΄ επανάληψη δικηγόρο από τους αστυνομικούς που τον συνόδευσαν και η απάντηση ήταν «θα βρούμε στο Δικαστήριο» χωρίς όμως αποτέλεσμα. Πριν γίνει η λήψη της δεύτερης κατάθεσης ζήτησε και πάλι δικηγόρο από τον ανακριτή και αυτός απάντησε «δεν έχει τώρα πρόβλημα, στο Δικαστήριο θα βρεις». Ο κατηγορούμενος περιέγραψε τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης ως ακολούθως: Ο ανακριτής κατέβηκε στα κρατητήρια, τον πήρε και τον ανέβασε στο γραφείο κάποιου άλλου προσώπου, νομίζει ήταν διευθυντής του ανακριτή, κάθισαν για λίγο εκεί και του είπε «δεν μας είπες την αλήθεια, μας είπες αρκετά ψέματα και εμείς θέλουμε την αλήθεια γιατί ξέρουμε πώς είναι τα πράγματα». Το άλλο πρόσωπο που βρισκόταν εκεί δεν μίλησε καθόλου και ο ανακριτής τον πήρε στο γραφείο του όπου του ζητούσε παράλογα πράγματα τα οποία ο ίδιος δεν δεχόταν. Του ζητούσε επίμονα τον 3ον κατηγορούμενο. Απ΄ ό,τι αντιλαμβανόταν ο ίδιος, ο ανακριτής «σκηνοθετούσε κατηγορουμένους». Όταν τέλειωσε η κατάθεση τον κατέβασε πίσω στα κρατητήρια και τον ξαναείδε την ημέρα που πήγε Δικαστήριο για το δεύτερο διάταγμα προσωποκράτησης. Και σε εκείνη την περίπτωση ζήτησε δικηγόρο από την ομάδα των αστυνομικών που τον συνόδευσε. Αντεξεταζόμενος, ο κατηγορούμενος 1 επανέλαβε τη θέση του ότι μόλις πήγε στα γραφεία της ΥΚΑΝ ζήτησε από όλη την ομάδα των αστυνομικών που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση να ενημερωθεί η πρεσβεία του και να τύχει των υπηρεσιών δικηγόρου γιατί όπως είπε ήξερε τι του συνέβαινε. Όταν επιδείχθηκε στον κατηγορούμενο το έντυπο δικαιωμάτων κρατουμένων (Τεκ. 1) ανέφερε ότι αυτό το έγγραφο έγινε εκ των υστέρων μετά που δόθηκαν και οι δύο καταθέσεις, προσδιορίζοντας το χρόνο στις 4.4.10. Αρνήθηκε ότι στις 31.3.10 και περί ώρα 01:00 συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και ότι ανέφερε στον αστυνομικό που τον συνέλαβε «τα ναρκωτικά είναι του Πανίκου του Ξυδά» αποδίδοντας αυτή την αναφορά σε ψέμα του ανακριτή. Όταν μετέβη στο Δικαστήριο για τη διαδικασία προσωποκράτησης του, τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη φορά, ερωτήθηκε, είπε, από το Δικαστήριο κατά πόσο έχει δικηγόρο και ο ίδιος απλά απάντησε ότι δεν είχε, χωρίς όμως να υποβάλει παράπονο ότι η αστυνομία δεν του επέτρεψε να έρθει σε επαφή με δικηγόρο. Αναφορικά με τις συνθήκες λήψης της επίδικης κατάθεσης επανέλαβε τη θέση του ότι ο ανακριτής ζητούσε δεύτερο συνεργάτη και πως το μόνο στοιχείο που ο ίδιος ανέφερε ήταν ότι ο ίδιος επιβαρύνεται για τα όσα βρέθηκαν εντός της οικίας της Πέτρου Ολυμπίου ενώ τα υπόλοιπα καταγράφηκαν από τον ανακριτή και δεν είναι αποδεκτά από τον ίδιο. Αγορεύοντας ο κ. Παυλίδης υπέβαλε τη θέση της υπεράσπισης ότι η αστυνομία όφειλε μετά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης (Τεκ. 2
(1)) να δώσει εκ νέου τα δικαιώματα επικοινωνίας στον κατηγορούμενο ιδιαίτερα προτού προχωρήσει στη δεύτερη επίδικη κατάθεση. Παράλειψη της αστυνομίας να το πράξει αυτό αποτελεί παραβίαση των άρθρων 9 και 11 του Ν. 163
(1)/2005. Περαιτέρω, η θέση του κατηγορούμενου ότι επανειλημμένα ζήτησε να του δοθεί το δικαίωμα να επικοινωνήσει με δικηγόρο και δεν του επετράπη από την αστυνομία αποτελεί κατάφωρη παραβίαση τόσο του άρθρου 11.4 του Συντάγματος όσο και των σχετικών άρθρων του Ν. 163
(1)/2005, ανέφερε ο συνήγορος. Εξέταση των λόγων ένστασης απαιτεί αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας. Σημειώνεται η νομική αρχή όπως καθιερώθηκε από τη νομολογία, ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν πρέπει το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα για την αξιοπιστία των μαρτύρων, ιδιαίτερα αν αυτά είναι τέτοια που δυνατό να επηρεάσουν την υπεράσπιση του κατηγορούμενου στην κυρίως δίκη. Θα προχωρήσουμε στην εξέταση της μαρτυρίας με πλήρη επίγνωση των αρχών που διέπουν την αντίκριση αυτής στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το Δικαστήριο πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην αντιμετώπιση της μαρτυρίας και τα ευρήματα αξιοπιστίας στην δίκη εντός δίκης. Δεν πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να προδικάζουν τα ευρήματα της κυρίως δίκης, ιδιαίτερα σε σχέση με τον κατηγορούμενο (βλ. Petri v Police
(1968)2 CLR 40). Έχουμε συνεπώς εξετάσει με προσοχή τη σχετική μαρτυρία και έχουμε προβεί σε μια πλατιά θεώρηση των γεγονότων και περιστατικών λήψης της επίδικης κατάθεσης, έχοντας υπόψη και τις εισηγήσεις και θέσεις που οι συνήγοροι έχουν προωθήσει στις αγορεύσεις τους χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε επιχείρημα (βλ. Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Ο Αστ. 3490 εξήγησε με σαφήνεια τα διαδραματισθέντα, ενώ αντίθετα η μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 παρουσιάζει αοριστία και ασάφεια. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία στο μυαλό μας ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα ανέφερε ο Αστ.
- Δεν μας διαφεύγει και η ανακολουθία στη θέση που προέβαλε ο συνήγορος υπεράσπισης τόσο κατά την υποβολή της ένστασης όσο και στην αγόρευση του σε σχέση με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου
- Ο κ. Παυλίδης ανέπτυξε επιχειρηματολογία ότι η αστυνομία μετά την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, Τεκ. 2
(1), έπρεπε να δώσει εκ νέου πληροφόρηση για τα δικαιώματα επικοινωνίας του κατηγορουμένου και κατά την αντεξέταση του Αστ. 3490 θεώρησε ως δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε το έντυπο Τεκ. 1, στο στάδιο που η αστυνομία αναφέρει, δηλαδή μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου για αυτόφωρο αδίκημα και τη μεταφορά του στον αστυνομικό σταθμό. Από την άλλη ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι το εν λόγω έντυπο υπογράφηκε εκ των υστέρων, μετά τη λήψη και της δεύτερης επίδικης κατάθεσης και επίσης πως δεν εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης, Τεκ. 2
(1). Αποδεχόμαστε τη θέση του Αστ. 3490 ότι ο κατηγορούμενος 1 υπέγραψε το έντυπο, Τεκ. 1, πριν την εκτέλεση του δικαστικού εντάλματος σύλληψης, Τεκ. 2
(1), και πως τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για επικοινωνία με δικηγόρο και την πρεσβεία του δεν επαναλήφθηκαν σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο. Είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με το θέμα του κατά πόσο η αστυνομία είχε υποχρέωση να αναφέρει εκ νέου στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του κατά το στάδιο της προηγούμενης δίκης εντός δίκης. Υιοθετούμε και επαναλαμβάνουμε την απόφαση μας ημερομηνίας 14.1.2011 στη διαδικασία εκείνη παραθέτοντας σχετικό απόσπασμα από αυτή: «Το δικαίωμα ενός συλληφθέντα να τύχει των υπηρεσιών συνηγόρου της εκλογής του αναγνωρίζεται από το άρθρο 11.4 του Συντάγματος. Ο δε περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμος του 2005 (Ν. 163(Ι)/2005)προβλέπει για τα δικαιώματα προσώπων που συλλαμβάνονται και τελούν υπό κράτηση. Το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο και πληροφόρησης για το δικαίωμα προνοείται στο άρθρο
- Σε περιπτώσεις σύλληψης αλλοδαπών αυτοί έχουν το επιπρόσθετο δικαίωμα επικοινωνίας με την πρεσβεία της χώρας τους σύμφωνα με το άρθρο
- Τα μέλη της Αστυνομίας που διενεργούν τη σύλληψη υποχρεούνται να ενημερώσουν το συλληφθέντα για τα δικαιώματα του αμέσως μετά τη σύλληψη και εν πάση περιπτώσει προτού αρχίσει η ανάκριση του συλληφθέντα όπως προνοείται από το άρθρο
- Το άρθρο 9 του Νόμου αναφέρει ότι «αποτελεί υποχρέωση κάθε ανακριτή ή υπευθύνου ανακρίσεων σε σχέση με τις οποίες διενεργήθηκε σύλληψη να μεριμνά, ώστε να μην αρχίζει η ανάκριση του συλληφθέντος πριν από την πληροφόρηση ή και ενημέρωση που αναφέρονται στο άρθρο 7 και προτού ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα επικοινωνίας το οποίο έχει ζητήσει να ασκήσει.» ». Το άρθρο 11 του Νόμου προνοεί για τις καταγραφές στους ανακριτικούς φακέλους . Με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος μέσω του εντύπου (Τεκ. 1) είχε πληροφορηθεί για τα δικαιώματα επικοινωνίας αυτού, κρίνουμε ότι οι αστυνομικές αρχές έχουν συμμορφωθεί με την υποχρέωση τους για τέτοια πληροφόρηση του κατηγορούμενου. Η δε ύπαρξη ως μέρους του φακέλου της αστυνομίας του πιο πάνω εντύπου, Τεκ. 1 στη μορφή που αυτό έχει, το οποίο παρουσιάστηκε από τον ανακριτή στο Δικαστήριο, ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 11 του ίδιου νόμου. Αναφορικά με το κατά πόσο απαιτείτο εκ νέου πληροφόρηση του κατηγορούμενου, πριν τη λήψη της δεύτερης επίδικης κατάθεσης και μετά την εκτέλεση του δικαστικού εντάλματος σύλληψης, κρίνουμε ότι τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται με βάση το νόμο. Επισημαίνουμε και πάλι στην παρούσα απόφαση μας την παραδοξότητα να επεξηγούνται κατ΄ επανάληψη τα ίδια δικαιώματα για αχρείαστο λόγο. Αυτό που επιδιώκεται να διασφαλιστεί με τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες είναι η πληροφόρηση του κατηγορουμένου για το δικαίωμα του να επικοινωνήσει με δικηγόρο της επιλογής του και, στην παρούσα περίπτωση, με την πρεσβεία της χώρας του. Αφήνουμε κατά μέρος το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, στη παρούσα περίπτωση, ισχυρίζεται ότι από την αρχή αντιλαμβανόταν τη θέση στην οποία βρισκόταν και γι΄ αυτό απαιτούσε, όπως είπε, δικηγόρο και άτομο της πρεσβείας της χώρας του. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες και έχοντας υπόψη ότι πριν τη λήψη της επίδικης κατάθεσης o κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης, όπου ερωτήθηκε αν έχει δικηγόρο, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πως δεν διαμαρτυρήθηκε στο Δικαστήριο για την ισχυριζόμενη παράλειψη της αστυνομίας να του παρέχει νομική συνδρομή. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρουμε ότι δεν αποδεχόμαστε ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε καθ΄ οιονδήποτε στάδιο την παροχή νομικής βοήθειας. Ούτε αποδεχόμαστε ότι έχοντας ζητήσει κάτι τέτοιο οι ανακριτικές αρχές του αρνήθηκαν. Παρά το ότι ο λόγος ένστασης που εγέρθηκε αρχικά και αφορούσε υποσχέσεις εκ μέρους της αστυνομίας προς τον κατηγορούμενο αποσύρθηκε, εν τούτοις έχουμε στρέψει την προσοχή μας και σ΄ αυτή την πτυχή του θέματος. Έχουμε αναλύσει στην προηγούμενη μας ενδιάμεση απόφαση τις αρχές που διέπουν το θέμα της θεληματικότητας μίας κατάθεσης και τη νομολογία και δεν θεωρούμε σκόπιμο να τις επαναλάβουμε. Αποτελεί συμπέρασμα μας ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση στον κατηγορούμενο, ούτε του δόθηκαν οποιεσδήποτε υποσχέσεις, είτε από τον Αστ. 3490, είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, ώστε να επηρεαστεί η ελεύθερη βούληση του και να καταστεί η λήψη της επίδικης κατάθεσης επιλήψιμη καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω κρίνουμε ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη θεληματικότητα και το νομότυπο της λήψης της επίδικης ανακριτικής κατάθεσης. Περαιτέρω κρίνουμε ότι στην παρούσα υπόθεση δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε περίσταση ώστε να ασκήσουμε την εξουσία μας για αποκλεισμό της κατάθεσης και νιώθουμε απόλυτα ασφαλείς ότι η αποδοχή της δεν οδηγεί σε οποιαδήποτε αδικία για τον κατηγορούμενο. Η ένσταση απορρίπτεται. Η κατάθεση, έγγραφο «Ψ», κατατίθεται ως κανονικό τεκμήριο. Υπ.) ............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Criminal/Assize/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση-Δίκη εντός Δίκης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο