Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτη Συμεού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18779/2010, 2 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18779/2010 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Παναγιώτη Συμεού, από το Τραχώνι, Λεμεσός Ανδρέα Σερδάρη, από το Τραχώνι, Λεμεσός Μιχάλη Περικλέους, από το Τραχώνι, Λεμεσός Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2 Φεβρουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Μ. Νεοκλέους Κατηγορούμενος 3 παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 3, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος στις 4 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι δύο πρώτες κατηγορίες αφορούν τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(1)(α), 28
(1)και 51, Πρώτο Παράρτημα, του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου του 2004, Ν. 113(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε, και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Οι υπόλοιπες δύο κατηγορίες αφορούν τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση του άρθρου 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε, και του άρθρου 20 του Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, τα αδικήματα φέρεται να διαπράχθηκαν στις 24.2.2009, στη Λεμεσό, και ο κατηγορούμενος κατείχε και μετέφερε το ΔΟΚΟ με αρ. εγγραφής 103256 και 4 φυσίγγια διαμετρήματος 410΄. Τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως ακολούθως. Στις 24.2.2009 και ώρα 00.45, μέλη της ΥΚΑΝ βρίσκονταν σε περιπολία και ανέκοψαν το όχημα με αρ. εγγραφής VS 043 στην οδό Νίκαιας στα Πολεμίδια. Στο όχημα βρίσκονταν 3 άτομα, και ο 3ος κατηγορούμενος ήταν ο συνοδηγός. Όταν τα εν λόγω άτομα αποβιβάστηκαν από το όχημα, κατά την έρευνα που διεξήχθη εντοπίστηκε στο κάθισμα του συνοδηγού 1 αποσυναρμολογημένο κυνηγετικό όπλο, σε θήκη, το οποίο είναι το όπλο που περιγράφεται πιο πάνω στις λεπτομέρειες αδικήματος. Ο 3ος κατηγορούμενος ανέφερε ότι αυτό ανήκει στον πατέρα του. Σε σωματική έρευνα, ανευρέθηκε στο σακάκι που φορούσε ο 3ος κατηγορούμενος 4 φυσίγγια φλοπέρ, χρώματος κόκκινου. Αφού επιστήθηκε η προσοχή του 3ου κατηγορούμενου στο Νόμο, αυτός δεν έδωσε απάντηση. Ο 3ος κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού, όπου προέβη σε θεληματική κατάθεση, στην οποία ανέφερε ότι το όπλο ανήκει στον πατέρα του και το πήρε χωρίς την άδεια του, για να κυνηγήσει λαθραία. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Το όπλο και τα φυσίγγια στάληκαν για βαλλιστικό έλεγχο και διαπιστώθηκε ότι ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο 3ος κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του 3ου κατηγορούμενου επεσήμανε την άμεση παραδοχή του τόσο στην αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, που δείχνει την έμπρακτη μεταμέλεια του για τη διάπραξη τους, την απολογία του και την συνεργασία του με την αστυνομία. Ο κ. Νεοκλέους απέδωσε τη διάπραξη των αδικημάτων στη νεανική επιπολαιότητα του κατηγορούμενου, ο οποίος ήθελε να το χρησιμοποιήσει για να εκπαιδεύσει σκύλους. Το όπλο είναι εγγεγραμμένο στον πατέρα του, και μάλιστα ο κατηγορούμενος πήρε μαζί του φυσίγγια άλλου τύπου, που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο συγκεκριμένο όπλο. Ο κ. Νεοκλέους υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, με τη διαφοροποίηση ότι τώρα ο κατηγορούμενος εργάζεται σε μια εταιρεία ως κηπουρός με μηνιαίο εισόδημα 250 ευρώ. Σύμφωνα με την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 19 ετών, το μεγαλύτερο από τα 3 παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του εργάζεται ως μηχανικός στις Βρεττανικές Βάσεις εδώ και 11 χρόνια, ενώ η μητέρα του σταμάτησε να εργάζεται όταν παντρεύτηκε για να μεγαλώσει τα παιδιά της, και από τον Οκτώβριο 2010 εργάζεται 4 ώρες την ημέρα ως σχολική βοηθός και είναι υπεύθυνη για το φαγητό που προσφέρεται στα παιδιά. Οι σχέσεις της οικογένειας είναι αρμονικές με ουσιαστική επικοινωνία. Ο κατηγορούμενος αποφοίτησε από το Γυμνάσιο με χαμηλή επίδοση. Κατά τη φοίτηση του στην Α΄ Λυκείου παρέμεινε στην ίδια τάξη, λόγω μεγάλου αριθμού απουσιών, και συνέχισε την εκπαίδευση του στο σύστημα μαθητείας για 2 χρόνια, στον κλάδο μηχανολογίας. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες εργαζόταν ως μηχανικός, στο πλαίσιο του σχολείου και της πρακτικής του εκπαίδευσης. Όπως αναφέρουν οι γονείς του, ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόβλημα συμπεριφοράς πέραν της μη συμμόρφωσης του με τους κανόνες του σχολείου. Είναι συνεργάσιμο άτομο και αρκετά ευαίσθητο που αποδέχεται την συμβουλευτική καθοδήγηση των γονιών του. Ο κατηγορούμενος κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά, όπου υπηρέτησε για 4 μήνες. Πήρε 3 αναστολές και πρόσφατα απαλλαγή, αφού σύμφωνα με τον ίδιο και τους γονείς του αντιμετώπιζε προβλήματα στην προσαρμογή του. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου διαβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί πλήρως τις συνέπειες της αξιόποινης πράξης του, αυτή αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως δώσει στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά τέτοιας φύσης αδικήματα δείχνει την αυστηρή αντιμετώπιση αυτών εν όψει της ανάγκης αποτροπής που προέχει. Αυτό τονίστηκε στην υπόθεση Δημοκρατία v. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ. 300, στην οποία ποινή φυλάκισης με αναστολή για τα αδικήματα της κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών αντικαταστάθηκε με ποινή άμεσης φυλάκισης λόγω της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη αυτού του είδους αδικημάτων. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο βέβαια δίνει το στίγμα των εν λόγω αποφάσεων, που αφορούν κατοχή αλλά και χρήση εκρηκτικών υλών έτσι ώστε η συνήθης ποινή που επιβάλλεται να είναι αυτή της φυλάκισης: «Η σοβαρότητα αδικημάτων, όπως τα παρόντα, είναι πρόδηλη ενόψει της απειλής την οποία συνεπάγονται προς την έννομη τάξη. Αυτό υπογραμμίστηκε από το Εφετείο σε πολλές υποθέσεις. Η πάταξη τέτοιων αδικημάτων αποτελεί σε κάθε περίπτωση θέμα πρωταρχικής ανάγκης: βλ. Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 129, Gasteratos v. Republic (ανωτέρω) και Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Ενδεικτικές της τάσης είναι οι εξής παρατηρήσεις από την τελευταία απόφαση που αναφέραμε: "Αυτό το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα και επίμονα τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη και χωρίς εξουσιοδότηση κατοχή, μεταφορά και χρησιμοποίηση πυροβόλων όπλων. Οι οδυνηρές συνέπειες αυτών των αδικημάτων είναι γνωστές και πρέπει να αρχίσει μια γενική επαγρύπνηση∙ και εκτός αν εξαπολυθεί ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον κατηγορουμένων που εμπλέκονται σε αυτού του είδους τα αδικήματα, η προστασία των νομοταγών πολιτών και οι δημοκρατικές διαδικασίες σ' αυτή την πολιτεία θα βρίσκονται σε συνεχή κίνδυνο". Ο τόπος μας έχει καταβάλει βαρύ τίμημα από την παράνομη κατοχή οπλισμού. Τέτοια κρούσματα δε σταμάτησαν να εμφανίζονται. Τουναντίον παρατηρείται τα τελευταία λίγα χρόνια έξαρση που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία. Συνεπώς η πολιτική του δικαίου σε αυτό τον τομέα παραμένει αμετάβλητη. Λέχθηκε ότι ο εφεσίβλητος δε διαπνεόταν από οποιοδήποτε ύποπτο κίνητρο σε ό,τι αφορά την κατοχή των όσων ανευρέθηκαν και γι' αυτό, κατ' ουσία, δε συνέτρεχε ο κίνδυνος που με τις αυστηρές ποινές ηθέλησε ο νομοθέτης να αποτρέψει. Θα λέγαμε όμως ότι δυνητικά ενυπάρχει ο κίνδυνος σε κάθε περίπτωση κατοχής παράνομου οπλισμού γιατί ό,τι προκαλεί τις ενέργειες των ανθρώπων είναι συχνά απρόβλεπτο». Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Θεοδούλου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 206, Γρηγορίου v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 158, Ψωμάς v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 312, Καύκαρος κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, Σούτζιης v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 224, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 582, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646 και Κλεάνθους v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 281, οι οποίες βέβαια διαχωρίζονται από την παρούσα υπόθεση, καθότι εδώ το όπλο και τα φυσίγγια δεν χρησιμοποιηθήκαν ούτε και έγινε απόπειρα χρήσης τους για παράνομο σκοπό κακόβουλης ζημιάς ή καταστροφής περιουσίας. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνω σοβαρά υπόψη ότι το όπλο ανήκε στον πατέρα του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης αυτού, και ότι ο κατηγορούμενος το πήρε χωρίς την άδεια του με πρόθεση να κυνηγήσει και ταυτόχρονα να εκπαιδεύσει σκύλους. Πέραν της σοβαρότητας της πράξης και των πιθανών συνεπειών χρήσης του όπλου από τον κατηγορούμενο, διαφαίνεται ταυτόχρονα και η νεανική επιπολαιότητα που διακρίνει την συμπεριφορά του κατηγορούμενου, όπως πολύ ορθά επεσήμανε ο συνήγορος του, καθότι όχι μόνο ο κατηγορούμενος πήρε το όπλο του πατέρα του αλλά μάλιστα πήρε φυσίγγια τα οποία δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο εν λόγω όπλο, επομένως έστω και αν ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει το όπλο, θα αντιλαμβανόταν ότι δεν θα μπορούσε να το πράξει. Η αφέλεια και ανωριμότητα που αποδίδεται στο νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου χαρακτηρίζουν την όλη συμπεριφορά του. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο λαμβάνω υπόψη τον τρόπο απόκτησης του όπλου και των φυσιγγίων, τη μη δυνατότητα χρήσης του όπλου, την άμεση παραδοχή και συνεργασία του με την αστυνομία και την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του, κάτι που επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό, εφόσον μάλιστα από τη διάπραξη αυτών μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν διέπραξε άλλο αδίκημα. Λαμβάνω ακόμα υπόψη το νεαρό της ηλικίας του, τόσο κατά τη διάπραξη των αδικημάτων όσο και σήμερα, και το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη αυτών μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, σχεδόν 2 χρόνια αργότερα, και χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε αξιόποινη συμπεριφορά από τότε. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας v. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, τα διάφορα προβλήματα που αντιμετώπισε, το γεγονός ότι προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια η οποία τον στηρίζει και καθοδηγεί και κυρίως ότι βρίσκεται σε νέα αρχή στη ζωή του εφόσον έχει ξεκινήσει να εργάζεται. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων καταλήγω ότι η αρμόζουσα ποινή είναι η χρηματική ποινή. Τέλος, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το Δικαστήριο δεν θα επιβάλει ποινή στην πρώτη και την τρίτη κατηγορία, που αφορούν τα αδικήματα της κατοχής του όπλου και των εκρηκτικών υλών, εφόσον θα επιβάλει ποινή στις κατηγορίες 2 και 4 που αφορούν τα αδικήματα της μεταφοράς αυτών, καθότι η μεταφορά εμπεριέχει το στοιχείο της κατοχής. Τυχόν επιβολή ποινής στις κατηγορίες 1 και 3 θα συνιστούσε διπλή τιμωρία για τον κατηγορούμενο κατά παράβαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων - βλ. Ηρακλέους v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 174 και Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 276. Ως εκ τούτου στον 3ο κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή. Στη δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται ποινή 100 ευρώ. Στην τρίτη κατηγορία δεν επιβάλλεται ποινή. Στην τέταρτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή 100 ευρώ. (Υπ.) ............ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο