← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Xρυστάλλας Thyne, Αρ. Υπόθεσης 12098/09, 4.2.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Xρυστάλλας Thyne, Αρ. Υπόθεσης 12098/09, 4.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B28 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 12098/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Xρυστάλλας Thyne Κατηγορούμενης ------------------------------- Ημερομηνία: 4.2.2011 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Κατηγορούμενη παρούσα, εμφανίζεται προσωπικά Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο πανομοιότυπες κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών, της καταλογίζεται ότι στις 28 Φεβρουαρίου, 2009 (στην πρώτη περίπτωση) και την 1η Μαρτίου, 2009 (στη δεύτερη περίπτωση): «.στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, σε μη δημόσιο χώρο, δηλαδή, εντός της οικίας της κατά τρόπο ή υπό συνθήκας ώστε να ήταν ενδεχόμενο να ακουσθεί από οιονδήποτε πρόσωπο που εβρίσκετο σε δημόσιο χώρο, δηλαδή, στην οδό Αθανασίου Διάκου εξύβρισε την Στέλλα Ματθαίου από τη Λεμεσό με τη φράση «φάουσα, παλαβή, φκάλε ζιληκουρτη», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση». Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε στο δικαστήριο, ως μάρτυρες, την παραπονούμενη Στέλλα Ματθαίου (Μ.Κ.1) και το σύζυγό της Βάγκαλη Γεώργιο (Μ.Κ.2). Η κατηγορούμενη, που ας σημειωθεί, χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεσή της, αφού κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, ενώ, προς υπεράσπισή της παρουσίασε ως μάρτυρα το γιο της Γεώργιο Κυριάκου (Μ.Υ.1). Η εκδοχή της παραπονούμενης σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα είναι η εξής: Στις 28.2.2009 και περί ώρα 20:00 ήταν στην οδό Αθανασίου Διάκου στη Λεμεσό, μαζί με το σύζυγό της και τα δύο τους παιδιά και πήγαιναν να πάρουν το αυτοκίνητό τους. Επέστρεφαν από τα καρναβάλια. Επειδή τα παιδιά είναι μικρής ηλικίας και κουράστηκαν είπε στο σύζυγό της να προχωρήσει να φέρει το αυτοκίνητο. Η ίδια και τα παιδιά στάθηκαν μπροστά από το σπίτι της κατηγορούμενης, η οποία, δε δέχεται να περάσει κάποιος από εκεί, μπροστά από το πεζοδρόμιο. Εδώ και πολλά χρόνια, όποιος περάσει θα το βρίσει. Ενώ στεκόταν κάτω από το πεζοδρόμιο, εκεί στην πόρτα της κατηγορούμενης, με την πλάτη γυρισμένη προς αυτή κρατώντας τα παιδιά από το χέρι και κοίταζε προς τα κάτω να δει αν έρχεται ο σύζυγός της, η κατηγορούμενη πήρε μια κόρνα (πουρού, όπως είπε), από αυτές που παίρνουν στο ποδόσφαιρο και κόρναρε. Επειδή ο ήχος ήταν έντονος αλλά και σκοτεινά στο μέρος, φοβηθήκανε και τα παιδιά άρχισαν να κλαίνε. Ακολούθως ήρθε ο σύζυγός της μπήκαν στο αυτοκίνητο και έφυγαν. Στην οδό Αθανασίου Διάκου αρ.52 είναι το σπίτι των γονιών της, τους οποίους επισκέφθηκε με το σύζυγό της και το βράδυ της επόμενης μέρας. Την ώρα που φεύγανε, η κατηγορούμενη βγήκε έξω και άρχισε να τους βρίζει. Ωστόσο, επειδή πέρασε πολύς καιρός, δε θυμόταν τις φράσεις. Όταν την έβρισε και της έπαιξε την πουρού (στις 28.2.2009) ένιωσε πολύ άσχημα, γιατί είχε τα παιδιά μαζί της τα οποία φοβήθηκαν και έκλαιγαν. Αντεξεταζόμενη από την κατηγορούμενη ανάφερε τα εξής: Στην υποβολή ότι τη νύχτα του καρναβαλιού την εξύβρισε «πουτάνα», γεγονός το οποίο παραδέχθηκε την περασμένη βδομάδα στο δικαστήριο, έστω έμμεσα, δέχθηκε τη σχετική υποβολή, με την προσθήκη ότι αυτό ήταν φυσιολογική αντίδραση, για ό,τι της έκανε η κατηγορούμενη. Βασικά, η παραπάνω υποβολή καθώς και η άλλη, σύμφωνα με την οποία, η κατηγορούμενη δεν της είπε τίποτε, αποτελούν και την ουσία της σύντομης αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε από την κατηγορούμενη. Η ουσία της μαρτυρίας του συζύγου της παραπονούμενης απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 1), το οποίο υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Χωρίς να χρειάζεται να το επαναλάβω, περιορίζομαι να πω τούτο: Επί της ουσίας, αυτό, επιβεβαιώνει πλήρως τη σύζυγο του μάρτυρα, για ό,τι διαδραματίστηκε στον ουσιώδη χρόνο. Επισημαίνεται ότι η αντεξέταση του μάρτυρα από την κατηγορούμενη περιορίζεται στις ακόλουθες δύο υποβολές που του έκανε: «Ψέματα, χίλια τοις εκατόν ψέματα», η πρώτη και η δεύτερη «αυτή η υπόθεση είναι σκηνοθετημένη και ένα μεγάλο φιάσκο. Αυτοί οι κύριοι είναι βαλτοί και πληρωμένοι να με συκοφαντούν και να σπιλώνουν το καθαρό μου όνομα και τον καλό μου χαρακτήρα.» Ο μάρτυρας απέρριψε και τις δύο υποβολές. Ο γιος της κατηγορούμενης, που παρεμπιπτόντως, καθ' ομολογία του, βρισκόταν στην αίθουσα του δικαστηρίου καθ' όλη τη διάρκεια που κατάθεταν οι μάρτυρες κατηγορίας, μεταξύ άλλων, ανάφερε τα εξής, σε σχέση με το επίδικο βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου, 2009: Διαμένει με τη μητέρα του και στον ουσιώδη χρόνο ηλεκτροκολλούσε το κάγκελο που βρίσκεται μπροστά από την πόρτα του σπιτιού της μητέρας του και τούτο, για να απαλλαγούν από τις επιθέσεις των ανθρώπων που κατηγορούν τη μητέρα του. Την ίδια ώρα, η μητέρα του παρακολουθούσε τηλεόραση στο καθιστικό του σπιτιού έχοντας δίπλα της το προσωπικό της σκυλί, το οποίο διασκέδαζε παίζοντάς του μια φυσούνα από αυτές που κρατούν τα παιδιά, η οποία δε βγάζει μεγάλο ήχο. Είναι μικρού μεγέθους, αυτή, βασικά πρόκειται για κατσαμπούνα στα Κυπριακά. Αντιλήφθηκε την παραπονούμενη να περνά μπροστά από το σπίτι τους, να κοντοστέκεται και να λέει στα παιδιά της «άτε προχωράτε τζιαι έσιει ένα σσύλλο δαμέ». Η μητέρα του φυσούσε τη μικρή κατσαμπούνα και η παραπονούμενη ξιπάστηκε φωνάζοντας με φωνή μεγάλη, απευθυνόμενη προς το σπίτι τους «πουτάνα, σσυλλοπουτάνα». Η μητέρα του άκουσε τη βρισιά και επειδή αυτή απευθυνόταν σε θηλυκό μετακινήθηκε από τη θέση της, στάθηκε στην πόρτα δίπλα του και ρώτησε την παραπονούμενη αν αυτή λέει «σσυλλοπουτάνα». Η παραπονούμενη στο μεταξύ έτρεξε με τα παιδιά της, είχε φθάσει και ο σύζυγός της και αφού μπήκαν στο αυτοκίνητό του, έφυγαν. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, εν πολλοίς, επανέλαβε τις ίδιες περίπου θέσεις όπως και κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης. Ωστόσο αρνήθηκε ότι η παραπονούμενη τρόμαξε (ξιπάστηκε) όταν άκουσε την κατσαμπούνα (εννοείται που φυσούσε η κατηγορούμενη μητέρα του). Καθώς έχει αναφέρει «η κα Ματθαίου δεν ξιπάστηκε, εξύβρισε αβίαστα και χωρίς πολλή σκέψη». Όταν στη συνέχεια του τέθηκε, ότι προηγουμένως είπε ότι ξιπάστηκε απάντησε ως εξής: «έκαμε ότι ξιπάστηκε». Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας στο σύνολό του. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της αγόρευσης του ευπαίδευτου εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής (η κατηγορούμενη, βασικά, δεν αγόρευσε, μολονότι της δόθηκε η ευκαιρία για τον σκοπό αυτό). Ο,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Η παραπονούμενη ως μάρτυρας μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση. Ήταν άμεση και σταθερή, ενώ απαντούσε με απόλυτη ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Ότι ήταν ειλικρινής, αλλά και ότι κατάθεσε αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό αποδεικνύεται περίτρανα από τα ακόλουθα στοιχεία: Μολονότι επέμενε ότι την εξύβρισε η κατηγορούμενη και στις δύο περιπτώσεις, εντούτοις, όταν κλήθηκε από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής να προσδιορίσει τις φράσεις με τις οποίες εξυβρίστηκε ανάφερε πως δε θυμόταν. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, ερωτηθείσα από την κατηγορούμενη, εάν το βράδυ του καρναβαλιού, δηλαδή, στις 28.2.2009 την εξύβρισε «πουτάνα», κάτι που παραδέχθηκε στο δικαστήριο την περασμένη βδομάδα, ουσιαστικά, απάντησε καταφατικά, με την προσθήκη, όμως, ότι αυτό που είπε στην κατηγορούμενη ήταν φυσιολογική αντίδραση γι' αυτό που της έκανε εκείνη. Ακολούθως, η εκδοχή της παραπονούμενης είναι και πιο λογική από την αντίστοιχη της κατηγορούμενης, αφού, με δεδομένο ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ τους, ότι το επίδικο βράδυ κάτι συνέβη ανάμεσά τους, διερωτώμαι πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό αναίτια, τη στιγμή που προηγουμένως, η μια βρισκόταν μέσα στο σπίτι και η άλλη έξω από αυτό στο δρόμο, μαζί με τα παιδιά της. Επιπλέον είναι και το γεγονός, ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης, σε ουσιώδεις πτυχές ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται τόσο από τη μαρτυρία του συζύγου της (ΜΚ2) όσο και από τη μαρτυρία του γιού της παραπονούμενης (ΜΥ1). Τέλος, ούτε και μου διαφεύγει ότι η κατηγορούμενη, στο βαθμό που αντεξέτασε την παραπονούμενη, ό,τι τη ρώτησε ή της υπόβαλε ήταν αποκλειστικά σε σχέση με το επεισόδιο της 28ης 2.

  1. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης γίνεται αποδεκτή. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του συζύγου της παραπονούμενης είναι εξαιρετική. Εξάλλου, ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Η υποβολή της κατηγορούμενης προς το μάρτυρα, «ψέματα, χίλια τοις εκατόν ψέματα» δεν αναιρεί την παραπάνω διαπίστωσή μου. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για την επόμενη υποβολή της κατηγορούμενης (που μαζί με την πρώτη συνθέτουν την όλη αντεξέταση στην οποία υπόβαλε το μάρτυρα), σύμφωνα με την οποία, «αυτή η υπόθεση είναι σκηνοθετημένη και ένα μεγάλο φιάσκο. Αυτοί οι κύριοι είναι βαλτοί και πληρωμένοι να με συκοφαντούν και να σπιλώνουν το καθαρό μου όνομα και τον καλό μου χαρακτήρα». Αν ληφθεί υπόψη ότι η κατηγορούμενη, αφού κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, ενώ ο γιός της που κατάθεσε γι' αυτήν ενόρκως, ουδέν έχει αναφέρει συναφώς με το περιεχόμενο της παραπάνω υποβολής είναι σαφές, πόση βαρύτητα μπορώ να προσδώσω στη συγκεκριμένη υποβολή και ποια η αποδεικτική της αξία. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία της μαρτυρίας του συζύγου της παραπονούμενης έγκειται στα εξής: Καταρχήν, την επιβεβαιώνει πλήρως για όσα προηγήθηκαν του πρώτου - επίδικου - επεισοδίου, στις 28.2.
  2. Το ίδιο ισχύει και για όσα διαδραματίστηκαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, όταν ο μάρτυρας, καθ' οδόν για να πάρει το αυτοκίνητό του άκουσε μια γυναικεία φωνή να λέει «φάουσα», ενώ, όταν επέστρεψε είδε τα παιδιά του να κλαίνε και τη γυναίκα του ταραγμένη. Προφανής ο λόγος. Δεν είναι άλλος, από το γεγονός, ότι η κατηγορούμενη, καθ' ον χρόνο η παραπονούμενη μαζί με τα παιδιά της ανάμενε το σύζυγό της να επιστρέψει με το αυτοκίνητό του για να φύγουν, η κατηγορούμενη φύσηξε με την κόρνα (κατσαμπούνα). Η παραπονούμενη μπορεί να μη θυμόταν με ποια φράση ή φράσεις την εξύβρισε η κατηγορούμενη, πλην όμως, την ίδια μέρα στο σπίτι ανάφερε στο σύζυγό της ότι της είπε «φάουσα», «φκάλε ζήλικουρτιν» και τούτο, επειδή της υπέδειξε πως δεν ήταν σωστό να παίζει την κόρνα, επειδή φόβισε τα παιδιά. Δέχομαι τη μαρτυρία του συζύγου της παραπονούμενης και επί του προκειμένου, μολονότι εξ ακοής και τούτο γιατί, εκτός του ότι δε μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα, από τη στιγμή που η κατηγορούμενη εκστόμισε την παραπάνω λέξη και φράση, αντίστοιχα, εναντίον της παραπονούμενης, μέχρι και την ώρα που η τελευταία τις επανέλαβε στο σύζυγό της, η παραπονούμενη προέβαλε σταθερά τη θέση, ότι την εξύβρισε η κατηγορούμενη, ενώ τη λέξη «φάουσα», την άκουσε και ο σύζυγός της. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι η κατηγορούμενη εξύβρισε τη σύζυγό του με την ίδια λέξη και φράση, στο ίδιο μέρος, δηλαδή στην οδό Αθανασίου Διάκου και το επόμενο βράδυ, στην παρουσία του παρέμεινε αναντίλεκτος. Δέχομαι και το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του γιού της κατηγορούμενης (Μ.Υ.1), στο βαθμό που αυτό συνάδει με τη μαρτυρία της παραπονούμενης καθώς και του συζύγου της. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, αφού είναι φανερό, ότι αυτός παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, όχι για να πει την αλήθεια (ορθότερα, όλη την αλήθεια) αλλά, για να βοηθήσει τη μητέρα του να αθωωθεί στις σχετικές κατηγορίες. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο γιός της κατηγορούμενης, που βρισκόταν στην αίθουσα του δικαστηρίου καθ' όλη τη διάρκεια που έδιναν μαρτυρία οι δύο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής, ήταν τόσο προκατειλημμένος, σε βαθμό που υπήρξαν περιπτώσεις, που άλλα το ρωτούσε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής και άλλα αυτός απαντούσε. Είπε όμως και ένα μεγάλο ψέμα ο συγκεκριμένος μάρτυρας, που άπτεται ενός γεγονότος, το οποίο, κατά την κρίση μου, αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία για ό,τι έγινε ανάμεσα στην παραπονούμενη και την κατηγορούμενη μητέρα του το βράδυ της 28ης 2.
  3. Ενώ στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε ότι όταν η μητέρα του φυσούσε τη μικρή κατσαμπούνα, η παραπονούμενη ξιπάστηκε, οπότε, απευθυνόμενη προς το σπίτι τους φώναζε με φωνή μεγάλη «πουτάνα», «σσυλλοπουτάνα», αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν ξιπάστηκε η παραπονούμενη, αλλά, εξύβρισε αβίαστα και χωρίς πολλή σκέψη. Και στη συνέχεια, ότι έκαμε ότι ξιπάστηκε. Κι όμως, η αλήθεια είναι ότι το συγκεκριμένο βράδυ, όταν η κατηγορούμενη φύσηξε με το συγκεκριμένο όργανο (κατσαμπούνα), τόσο η παραπονούμενη όσο και τα παιδιά της που βρίσκονταν στο δρόμο, στην οδό Αθανασίου Διάκου στη Λεμεσό, έξω από το σπίτι της κατηγορούμενης, φοβήθηκαν, ενώ τα παιδιά άρχισαν να κλαίνε. Επειδή η παραπονούμενη διαμαρτυρήθηκε προς την κατηγορούμενη, λέγοντάς της πως δεν ήταν σωστό να παίζει την κόρνα, επειδή φόβισε τα παιδιά, η κατηγορούμενη απευθυνόμενη προς αυτή της είπε τα εξής: «φάουσα», «φκάλε ζήλικουρτι». Κατά τον ίδιο χρόνο, η παραπονούμενη εξύβρισε την κατηγορούμενη, πιθανότατα με τη λέξη «πουτάνα», για την οποία παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ως κατηγορούμενη και πρόσφατα παραδέχθηκε ενοχή σε σχετική κατηγορία που της προσάφθηκε. Την ίδια ακριβώς λέξη και φράση, αντίστοιχα, η κατηγορούμενη εκστόμισε εναντίον της παραπονούμενης και την επομένη μέρα (1.3.2009) στο ίδιο μέρος, κατά την αναχώρησή της μαζί με το σύζυγό της από το σπίτι των γονιών της, όπου πήγαν επίσκεψη γύρω στις 17:
  4. Σύμφωνα με το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης στοιχειοθετείται όταν κάποιος: Πρώτο, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, Δεύτερο, εξυβρίζει άλλο, και Τρίτο, με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. «Δημόσιος χώρος» σύμφωνα με τη σχετική ερμηνεία του όρου, δυνάμει του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ άλλων περιλαμβάνει και δημόσια διάβαση, ενώ, «δημόσια διάβαση» μεταξύ άλλων περιλαμβάνει κάθε κύρια οδό, οδό ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Παρατηρώ τα εξής: Η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο σπίτι της. Όταν εκστόμισε εναντίον της παραπονούμενης την επίδικη λέξη και φράση, («φάουσα», «φκάλε ζήλικουρτι») η παραπονούμενη μαζί με τα παιδιά της βρίσκονταν στην οδό Αθανασίου Διάκου στη Λεμεσό, δηλαδή, σε οδό που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό και που επομένως αποτελεί δημόσια διάβαση και κατ' επέκταση, δημόσιο χώρο τη εννοία του Νόμου. Έχοντας υπόψη, ότι η παραπάνω λέξη και φράση, αντίστοιχα, ακούστηκαν τόσο από την παραπονούμενη όσο και από το σύζυγό της (η λέξη «φάουσα», στις 28.2.2009 και η φράση «φκάλε ζήλικουρτι» και στις δύο περιπτώσεις) το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο η λέξη «φάουσα» καθώς και η φράση «φκάλε ζήλικουρτι» αποτελούν εξύβριση. Στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας

(1996)2 Α.Α.Δ. 98, η εφεσείουσα, η οποία κρίθηκε ένοχη και στην κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης, με αναφορά στη φράση «είσαι καραγκιόζης» ισχυρίστηκε ότι εσφαλμένα κλήθηκε σε απολογία και κατ' επέκταση καταδικάστηκε στη σχετική κατηγορία και τούτο γιατί δεν είχε αποδειχθεί ούτε εκ πρώτης όψεως, βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Συγκεκριμένα, ότι η λέξη «καραγκιόζης» έχει υβριστικό χαρακτήρα. Προβλήθηκε η θέση, ότι η υπό αναφορά λέξη σημαίνει το λαϊκό θέατρο σκιών ή τον πρωταγωνιστή του μόνο. Το εφετείο απέρριψε τη θέση αυτή, με το αιτιολογικό, ότι η συγκεκριμένη λέξη παρότι διατηρεί την αρχική σημασία της που αφορά το θέατρο σκιών κατάντησε να σημαίνει το γελοίο, αστείο, πειναλέο, τεμπέλη, ή κακοφτιαγμένο άνθρωπο. Με αναφορά στην υπόθεση Brutus v. Cozens [1972] 2 Αll E.R. 1297 υποδεικνύεται από το εφετείο, ότι στις λέξεις πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Περαιτέρω, ότι το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Σύμφωνα με το Μεγάλο Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας του Α. Γεωργοπαπαδάκου «φάουσα» ή «φάγουσα» είναι η «φαγέδαινα», που αποτελεί διαβρωτική των σαρκών αρρώστια με έλκη, καθώς και τα έλκη τέτοιου είδους (καρκινωτικά, αφροδίσια κλπ). Κατά τον Μπαμπινιώτη και το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β΄ Έκδοση,
(2002), «φαγέδαινα» είναι η εξέλκωση που απλώνεται στο σώμα καταστρέφοντας το καλυπτήριο σύστημα ή και βαθύτερα τις σάρκες. Σύμφωνα τώρα με το Μέγα Κυπρο-ελληνο-αγγλικό (και με λατινική ορολογία) Λεξικό «Το Κυπριακό Ιδίωμα» του Ρόη Παπαγγέλου «φάουσα» σημαίνει φάγουσα, φαγέδαινα, διαβρωτική ασθένεια (έλκος). Σε συνδυασμό με τη λέξη «φκάλε» σημαίνει νάχεις σκασμό, σκάσε. Σύμφωνα με το ίδιο λεξικό «ζήλικουρτιν» είναι το πρήξιμο κοιλιάς ζώων, τυμπανισμός, απόφραξη λάρυγγα, καρβούνι «ανίατη ασθένεια» (βλ. «βλαγκάρα», «φάουσα»). Η φράση «που να φκάλεις ζήλικουρτιν» σημαίνει να τουμπανιάσεις, που είναι κατάρα, ενώ η φράση «φκάλε ζήλικουρτιν» σημαίνει βούλωσέ το, πνίξου. Απ' όσα προηγήθηκαν είναι φανερό, ότι οποιαδήποτε ερμηνεία κι αν αποδοθεί στη λέξη «φάουσα» και στη φράση «φκάλε ζήλικουρτιν» που εκστόμισε η κατηγορούμενη εναντίον της παραπονούμενης, ενταγμένες αυτές, μέσα στο ευρύτερο πλέγμα γεγονότων που τις εκστόμισε αλλά, και αυτών που προηγήθηκαν, το νόημά τους είναι υβριστικό, υπό την εξής έννοια. Η κατηγορούμενη εκστόμισε τη συγκεκριμένη λέξη και φράση, αντίστοιχα, για πρώτη φορά, στις 28.2.2009, όταν η παραπονούμενη της είπε πως δεν είναι σωστό να παίζει την κόρνα (κατσαμπούνα) επειδή φόβισε τα παιδιά της. Η λέξη «φάουσα» και η φράση «φκάλε ζήλικουρτιν» ήταν η απάντηση καθώς και η άμεση αντίδρασή της έναντι της παραπονούμενης, για τη σχετική παρατήρηση που της έκανε. Με τη λέξη «φάουσα» είτε της απέδωσε τη συγκεκριμένη ασθένεια είτε το πιθανότερο και πιο λογικό, της ζήτησε να σκάσει. Λέγοντας της δε να «φκάλει ζήλικουρτιν» και πάλι, είτε της είπε να σκάσει είτε την καταράστηκε να πληγεί από ανίατη ασθένεια. Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι η κατηγορούμενη εκστομίζοντας τη λέξη «φάουσα» και τη φράση «φκάλε ζήλικουρτιν» στόχευε στο να προσβάλει την τιμή και υπόληψη της παραπονούμενης καθώς επίσης το σεβασμό και την εκτίμηση που αυτή έχαιρε από τους άλλους. Επομένως, η συγκεκριμένη λέξη και φράση, αντίστοιχα, αναμφίβολα αποτελούν εξύβριση. Ακολουθεί ότι και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες η κατηγορούμενη εξύβρισε την παραπονούμενη, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της εξύβρισης, εξ αντικειμένου ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσουν παριστάμενο πρόσωπο να αντιδράσει επιθετικά. Έπεται ότι και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος έχει αποδειχθεί, οπότε, η ευθύνη της κατηγορούμενης για τη διάπραξη του αδικήματος, τόσο στις 28.2.2009 όσο και την 1η 3.2009 στοιχειοθετείται πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους (νομικούς και πραγματικούς) ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή της κατηγορούμενης και στις δύο κατηγορίες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη, τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη κατηγορία. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ: Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ/ΚΠ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά): Δημόσια εξύβριση - συστατικά στοιχεία αδικήματος -) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.