Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργου Δημακόπουλου, Αρ. Υπόθεσης: 20617/10, 4 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B29 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20617/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργου Δημακόπουλου, από την Ελλάδα Κατηγορούμενου - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 4 Φεβρουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Α. Γλυκής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, καθώς επίσης της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ποινικού Κώδικα. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, και συγκεκριμένα στην έναρξη της μαρτυρίας του Μ.Κ. 3 Ηλία Ζώρζου, ο οποίος επιχείρησε να καταθέσει την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, την οποία αναγνώρισε και υιοθέτησε, ως μέρος της κύριας εξέτασης του, ο συνήγορος υπεράσπισης πρόβαλε ένσταση στην κατάθεση αυτής για τον λόγο ότι περιέχει δηλώσεις του αποβιώσαντος, θύματος, Απόστολου Σωκράτους, προς τον μάρτυρα. Ο κ. Γλυκής εισηγήθηκε ότι οι δηλώσεις που επιχειρεί η Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μέσω του Μ.Κ.3 προέρχονται από μάρτυρα που απεβίωσε και ο οποίος δεν είναι πλέον στη διάθεση της υπεράσπισης για να τον αντεξετάσει ούτε και μπορεί η υπεράσπιση να αντικρούσει τέτοια μαρτυρία, έτσι ώστε αυτή η εξ ακοής μαρτυρία να μην είναι αποδεκτή. Ο κ. Γλυκής επικαλέστηκε το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, για να υποστηρίξει τη θέση ότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και ότι επηρεάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι αυτή η μαρτυρία πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, ως εξ ακοής μαρτυρία από μάρτυρα που εξ αντικειμένου δεν μπορεί πλέον να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δώσει μαρτυρία, την οποία η Κατηγορούσα Αρχή επιθυμεί να προσκομίσει και να στηριχθεί σε αυτή. Ο κ. Αργυρού διαχώρισε το θέμα της αξιολόγησης και βαρύτητας που θα αποδοθεί στην εν λόγω μαρτυρία και κάλεσε το Δικαστήριο να την αποδεχθεί. Το θέμα της αποδοχής της εν λόγω μαρτυρίας ρυθμίζεται από το άρθρο 24 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 32
(1)/2004, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «24.
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής: Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.» Αναμφίβολα οι δηλώσεις του αποβιώσαντος, οι οποίες σκοπούνται να παρουσιαστούν ως μαρτυρία μέσω του Μ.Κ. 3, αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία η οποία, για τον λόγο αυτό και μόνο, είναι αποδεκτή με βάση το άρθρο 24. Η μόνη επιφύλαξη που θέτει το ίδιο το άρθρο 24 για την αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας είναι κατά πόσο η μη αποδοχή της εξυπηρετεί τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, κάτι το οποίο το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει στο στάδιο προσκόμισης της εν λόγω μαρτυρίας. Ο όρος «ορθή απονομή της δικαιοσύνης» στο παρόν στάδιο διαχωρίζεται σαφώς από το στάδιο αξιολόγησης της βαρύτητας που θα δοθεί σε αυτή τη μαρτυρία, νοουμένου ότι γίνει αποδεκτή, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 27 του Κεφ. 9, και ακόμα από την τελική κρίση του Δικαστηρίου κατά πόσο ο κατηγορούμενος έτυχε μιας δίκαιης δίκης. Το θέμα που εγείρεται στην προκειμένη περίπτωση είναι η αδυναμία της υπεράσπισης να αντεξετάσει τον μάρτυρα, δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 6
(3)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Επισημαίνω ότι το Δικαστήριο περιορίζεται στο να αποφασίσει επί της δεκτότητας της εν λόγω μαρτυρίας στο στάδιο αυτό. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2009, στις σελ. 1425-6, παρ. 11-18a, όπου γίνεται συζήτηση του θέματος αποδοχής μαρτυρίας από μάρτυρα που έχει αποβιώσει σε συνάρτηση με τη διασφάλιση δίκαιης δίκης, με παραπομπή τόσο σε Αγγλική νομολογία όσο και σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Αγγλική υπόθεση R v. Al-Khawaja
(2006)1 Cr. App. Rep. 9, C.A., αφορά ακριβώς το ίδιο θέμα αποδοχής μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή μάρτυρα ο οποίος απεβίωσε πριν τη δίκη, και μάλιστα ήταν ο μοναδικός μάρτυρας του εγκλήματος. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Where a witness who is the sole witness of a crime has made a statement to be used in its prosecution and has since died, there may be a strong public interest in the admission of the statement in evidence so that the prosecution may proceed. That was the case here. That public interest must not be allowed to override the requirement that the defendant have a fair trial. Like the court in Sellick we do not consider that the case law of the European Court of Human Rights requires the conclusion that in such circumstances the trial will be unfair. The provision in Art.6
(3)(d) that a person charged shall be able to have the witnesses against him examined is one specific aspect of a fair trial: but if the opportunity is not provided, the question is "whether the proceedings as a whole, including the way the evidence was taken, were fair - Doorson, [19]". This was not a case where the witness had absented himself, whether through fear or otherwise, or had required anonymity, or had exercised a right to keep silent. The reason was death, which has a finality which brings in considerations of its own, as has been indicated at the start of this paragraph.» Όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, η μαρτυρία ενός μάρτυρα που απεβίωσε πριν τη δίκη είναι αποδεκτή στο πλαίσιο της δίκης, και η βαρύτητα που θα αποδοθεί σε αυτή στο γενικότερο πλαίσιο αξιολόγησης αυτής θα απασχολήσει το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης όταν θα κληθεί να αποφασίσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε μια δίκαιη δίκη. Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2007, στις σελ. 133-4, παρ. Α.7.76, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "Illness and Death. Hearsay Evidence of witnesses who are too ill to attend court or who have died can be relied upon so long as there are counterbalancing factors to protect the defendant. Before resorting to such hearsay evidence, the court must conduct a careful inquiry to ensure that the trial will be fair despite the admission of hearsay evidence (Ferrantelli and Santangelo v Italy
(1996)23 EHRR 288; Bricmont v Belgium
(1989)12 EHRR 217; Trivedi v UK
(1997)EHRR 521; MK v Austria
(1997)24 EHRR CD 59)." Με παραπομπή επίσης στις υποθέσεις Kostovski v. The Netherlands
(1990)12 E.H.R.R. 434 και Doorson v. The Netherlands
(1996)22 E.H.R.R. 330, καταλήγω ότι στο παρόν στάδιο η εν λόγω μαρτυρία γίνεται αποδεκτή. (Υπ.) ............... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: ποινική/ενδιάμεση απόφαση/εκ πρώτης όψεως υπόθεση Αναφορά: Πρόκληση θανάτου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο