← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. STELGE CO LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27489/2009, 04.02.11

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. STELGE CO LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27489/2009, 04.02.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27489/2009 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD v.

  1. STELGE CO LIMITED
  2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 04.02.11 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αγαθοκλέους Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Μυλωνάς Κατηγορούμενος 2: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής η οποία κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα για να πληρωθεί δεν εκπληρώθηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής χωρίς εύλογη αιτία από τον εκδότη της κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 30.09.09 στη Λεμεσό έκδωσε, δια της υπογραφής του διευθυντή της (κατηγορουμένου 2), σε διαταγή και προς όφελος της παραπονούμενης στην οποίαν της παρέδωσε την επιταγή της Marfin Laiki Bank Ltd με αριθμό 08030451 για το ποσό των €20.000,00 πληρωτέας στις 30.09.09, η οποία επιταγή όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα για να πληρωθεί μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα, δεν εκπληρώθηκε επειδή ο εκδότης της, ήτοι η κατηγορούμενη 1, ανακάλεσε την πληρωμή της χωρίς εύλογη αιτία παραμένοντας απλήρωτη μετά που παρήλθαν 15 ημέρες από την παρουσίαση της στην τράπεζα για να πληρωθεί. Ο δε κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για την παροχή συνδρομής και/ή παρακίνηση της κατηγορουμένης 1 στη διάπραξη του κατ' ισχυρισμό αδικήματος που περιγράφεται μέσα από τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον κύριο Νεόφυτο Παρέα, λειτουργό του παραπονούμενου (ΜΚ1) και την κυρία Στάλω Ιωσηφίδου, λειτουργό της Marfin Laiki Bank Ltd (ΜΚ2), ενώ κατατέθηκαν 5 τεκμήρια, μεταξύ των οποίων η επίδικη επιταγή. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι κατηγορούμενοι παρέθεσαν, δια της κατάθεσης του κατηγορουμένου 2 (ΜΥ1), ένορκη μαρτυρία. Πέραν του κατηγορουμένου 2, κανείς άλλος κλήθηκε ως μάρτυρας από μέρους της υπεράσπισης. Δεν προτίθεμαι να αναφέρω περίληψη της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αφού είναι ήδη καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, εκτός μόνο όπου και στο βαθμό που είναι αυτό αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Όλη η προσαχθείσα μαρτυρία μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Τελικές αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεκτεί την εκδοχή της παραπονούμενης και να απορρίψει τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων ως αναληθείς και παράλογους. Σχολιάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία η κυρία Αγαθοκλέους, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι κατηγορούμενοι έκδωσαν την επίδικη επιταγή με σκοπό να εκπληρωθεί υπάρχον χρέος άλλου προσώπου προς την παραπονούμενη με το οποίο η κατηγορούμενη 1 θα προέβαινε σε εμπορική συναλλαγή αλλά ήταν ήδη πτωχεύσας και χρειαζόταν έτσι η έγγραφη συγκατάθεση της παραπονούμενης για να προχωρήσει η διαδικασία αποκατάστασης του, γεγονός το οποίο σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή οι κατηγορούμενοι γνώριζαν από την αρχή. Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής επισήμανε πως πράγματι εις αντάλλαγμα της λήψης της επίδικης επιταγής με το ποσό της οποίας θα εξοφλείτο το χρέος του εν λόγω ατόμου στην παραπονούμενη, η τελευταία έδωσε γραπτώς τη συγκατάθεση της για αποκατάσταση του εν λόγω προσώπου, ήτοι του Ανδρέα Βασιλείου, με αποτέλεσμα στις 17.09.09 να καταχωρηθεί σχετική αίτηση αποκατάστασης στο Δικαστήριο και στις 21.09.09 να εκδοθεί διάταγμα αποκατάστασης. Ωστόσο κατέληξε η κυρία Αγαθοκλέους ενώ η παραπονούμενη έδωσε την έγγραφη συγκατάθεση της για την αποκατάσταση του εν λόγω προσώπου πράγμα που οδήγησε στην έκδοση δικαστικού διατάγματος αποκατάστασης του, η επιταγή ανακλήθηκε χωρίς κάτι τέτοιο να είναι εύλογο και δίκαιο. Αντίθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε από την αρχή πως ο Ανδρέας Βασιλείου ήταν πτωχεύσας αλλά το έμαθε μετά την έκδοση της επίδικης επιταγής. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι στις 29.09.09 ο κατηγορούμενος 2 πήγε στη Marfin Laiki Bank Ltd και ζήτησε όπως η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακληθεί επειδή ο Βασιλείου δεν του είχε προσκομίσει δικαιολογητικά που να έδειχναν ότι τα υπό πώληση ακίνητα θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, η εν λόγω επιταγή είχε δοθεί ως προκαταβολή ενώ ο κατηγορούμενος 2 θα έλεγχε κατά πόσο τα υπό πώληση ακίνητα ήταν ελεύθερα από οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη ή προβλήματα. Αποτελεί επίσης μέρος της γραμμής της υπεράσπισης ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε καλοπροαίρετα στο Βασιλείου χωρίς το όνομα του να είναι συμπληρωμένο ως δικαιούχου επειδή ο ίδιος (δηλαδή ο Βασιλείου) επικαλέστηκε την ύπαρξη χρεών πάνω στο γαμπρό του. Ο κύριος Μυλωνάς επίσης ισχυρίστηκε πως υπάρχει διάσταση γεγονότων μεταξύ των λεπτομερειών που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία και της προσκομισθείσας μαρτυρίας αφού οι εν λόγω λεπτομέρειες αναφέρουν ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε σε διαταγή και προς όφελος της παραπονούμενης, πράγμα που κατά την άποψη του ευπαιδεύτου συνηγόρου καταρρίπτεται μέσα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς, ισχυρίστηκε ο κύριος Μυλωνάς, αυτό θα πρέπει να έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την απαλλαγή των κατηγορουμένων. Περαιτέρω, είναι η θέση του κυρίου Μυλωνά ότι δεν γίνεται επίκληση του άρθρου 20 στη δεύτερη κατηγορία με αποτέλεσμα η κατηγορία αυτή να μην έχει τη σωστή νομική βάση και έτσι να μην μπορεί να αποδειχθεί. Καταλήγοντας, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίζεται πως οι κατηγορούμενοι είχαν δικαίωμα να ανακαλέσουν την πληρωμή της επίδικης επιταγής αφού τη θεωρούσαν ως μέρος του τιμήματος αγοράς ακινήτου το οποίο λόγω επιβαρύνσεων και άλλων υποχρεώσεων του Βασιλείου δεν θα μπορούσε να τους μεταβιβαστεί, όπως και τελικά έγινε. Με παραπομπή σε κυπριακή νομολογία, ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε πως εκπληρώνεται το αντικειμενικό κριτήριο του εύλογου της εντολής για μη πληρωμή της επίδικης επιταγής και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι έχουν αποσείσει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης και θα πρέπει έτσι να αθωωθούν και να απαλλαγούν από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ1 ανάφερε ότι στις 15.09.09 ο Βασιλείου τους επισκέφθηκε και τους παρέδωσε την επίδικη επιταγή ως πλήρη εξόφληση των οφειλών του απέναντι τους και την παροχή από μέρους του παραπονούμενου έγγραφης συγκατάθεσης με σκοπό την αποκατάσταση Βασιλείου από πτώχευση. Προς τούτο κατέθεσε την επίδικη επιταγή ως Τεκμήριο 1, η οποία ήταν κενή στο όνομα του δικαιούχου και συμπληρώθηκε με την επωνυμία του παραπονούμενου. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο Βασιλείου ήθελε να αποκατασταθεί από την πτώχευση επειδή επιθυμούσε να πωλήσει ακίνητα. Προς απόδειξη της θέσης του αυτής κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή συμφωνία πώλησης ακινήτων ως Τεκμήριο 2 την οποίαν του έδωσε πρόσφατα ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ακόμη στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 την έγγραφη συγκατάθεση που ο παραπονούμενος απέστειλε στον Επίσημο Παραλήπτη ημερομηνίας 16.09.09 στα πλαίσια διαδικασίας που κίνησε ο Βασιλείου για αποκατάσταση από πτώχευση καθώς επίσης ως Τεκμήριο 4 το δικαστικό διάταγμα ακύρωσης του διατάγματος παραλαβής του Βασιλείου ημερομηνίας 21.09.
  1. Ωστόσο, όπως είπε ο μάρτυρας, ο παραπονούμενος δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό για την επίδικη επιταγή. Στις 30.09.09 ο παραπονούμενος κατάθεσε την επίδικη επιταγή και μέσω του συστήματος συμψηφισμού της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου η εν λόγω επιταγή προωθήθηκε στη Marfin Laiki Bank Ltd για εξαργύρωση, πλην όμως αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη 'η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της' στην τράπεζα που κατατέθηκε πάλι μέσω του συστήματος συμψηφισμού. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανάφερε πως προγενέστερα της επίσκεψης του Βασιλείου στα γραφεία του παραπονούμενου όπου τους παρέδωσε την επίδικη επιταγή, ο Βασιλείου επικοινώνησε με τον παραπονούμενο για να ενημερωθεί το ακριβές ποσό εξόφλησης το οποίο, κατόπιν έκπτωσης, ανήλθε στα €20.000,
  2. Περαιτέρω, δήλωσε πως ο παραπονούμενος προχώρησε αμέσως στην αποστολή της έγγραφης συγκατάθεσης (Τεκμήριο 3) επειδή θεώρησε ότι η επίδικη επιταγή θα πληρωνόταν. Ο ΜΚ1 έκαμε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλός και ειλικρινής στις δηλώσεις του. Η εκδοχή του είναι λογικοφανής και υποστηρίζεται από τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Χωρίς ίχνος προσχεδιασμού ο μάρτυρας αυτός απάντησε στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν με ευθύτητα και αμεσότητα. Η δε αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε στάδιο της αντεξέτασης του και ως εκ τούτου δέχομαι τη μαρτυρία του ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Η ΜΚ2 επιβεβαίωσε πως το Τεκμήριο 1 είναι επιταγή της πληρώτριας τράπεζας Marfin Laiki Bank Ltd από το λογαριασμό της κατηγορουμένης
  3. Δήλωσε ακόμη πως στις 29.09.09 η κατηγορούμενη 1, δια του διευθυντή της και κατηγορουμένου 2, ήλθε στα γραφεία της Marfin Laiki Bank Ltd και ζήτησε να ανακληθεί η πληρωμή της επίδικης επιταγής. Προς τούτο ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε σχετικό έντυπο της τράπεζας επικαλούμενος ως λόγο ανάκλησης πληρωμής 'παράβαση συμφωνίας' αναφέροντας το όνομα και το λογαριασμό της κατηγορουμένης 1, τον αριθμό, το ποσό και την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης επιταγής καθώς και το όνομα του δικαιούχου. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 από την εν λόγω μάρτυρα. Όπως είπε η μάρτυρας, επειδή προηγήθηκε η οδηγία για ανάκληση της επιταγής όταν το Τεκμήριο 1 παρουσιάστηκε στο σύστημα επιστράφηκε πίσω με την δικαιολογία ότι η επιταγή ανακλήθηκε από τον εκδότη της. Καταλήγοντας, η ΜΚ2 ανάφερε ότι η Marfin Laiki Bank Ltd δεν μπορεί να πληρώσει το ποσό της επίδικης επιταγής καθότι της δόθηκαν οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της, πράγμα που έπραξε στην παρούσα περίπτωση. Η μάρτυρας αυτή έκαμε επίσης πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση αυτή, ήλθε και κατέθεσε τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εντός της σφαίρας της γνώσης της με πάσα ειλικρίνεια. Η μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη αφού δεν υπήρξε αντεξέταση προς το πρόσωπο της από μέρους των κατηγορουμένων, αποδεχόμενοι έτσι και οι ίδιοι την αλήθεια της μαρτυρίας της. Κατ' επέκταση αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αληθή. Ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης, κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1), στη δική του κατάθεση παραδέκτηκε ότι υπέγραψε την επίδικη επιταγή συμπληρώνοντας σ' αυτή το ποσό των €20.000,00 τόσο αριθμητικώς όσο και ολογράφως καθώς και την ημερομηνία 30.09.
  4. Άφησε όμως κενό το όνομα του δικαιούχου όπως του ζήτησε ο Βασιλείου γνωρίζοντας ότι το Τεκμήριο 1 θα κατέληγε στα χέρια προσώπου στο οποίο ο Βασιλείου είχε οφειλή. Η μαρτυρία του αυτή συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Ωστόσο ο ισχυρισμός που έδωσε στην κυρίως εξέταση του ότι δεν γνώριζε σε ποιον συγκεκριμένα προοριζόταν το Τεκμήριο 1 δεν γίνεται αποδεκτός επειδή καταρρίφθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 2 όταν στην αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε και δήλωσε ότι έδωσε την επίδικη επιταγή στο Βασιλείου για να πληρωθούν οφειλές του τελευταίου στον παραπονούμενο και στην Εθνική Τράπεζα, γεγονός που όπως ο ίδιος παραδέκτηκε γνώριζε από τις 07.09.
  5. Η παραδοχή αυτή του κατηγορουμένου 2 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Γίνεται επίσης αποδεκτή η θέση του κατηγορουμένου 2 ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε ως προκαταβολή στα πλαίσια αγοράς ακινήτων αφού αυτή υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 2, το οποίο δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά. Ήταν η θέση του κατηγορουμένου 2 ότι στις 14.09.09 που υπογράφηκε το Τεκμήριο 2 και έδωσε το Τεκμήριο 1 στο Βασιλείου συμπλήρωσε ως ημερομηνία που η επίδικη επιταγή θα καθίστατο πληρωτέα την 29η Σεπτεμβρίου του έτους 2009 για να μπορέσει στο μεσοδιάστημα να ελέγξει εάν τα υπό πώληση ακίνητα, που ήταν το αντικείμενο του συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 14.09.09 (Τεκμήριο 2), ήταν ελεύθερα από εμπράγματα βάρη. Ο ισχυρισμός όμως αυτός εγείρει σοβαρά ερωτηματικά ως προς την αλήθεια του καθότι: (α) Ως επαγγελματίες σύμβουλοι επενδύσεων με πείρα σε συναλλαγές ακινήτων που οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονταν ότι ήταν, αναμενόταν να προέβαιναν σε έλεγχο της κατάστασης των ακινήτων προτού δεσμευτούν νομικά με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 έχοντας υπόψη ότι το κτηματολόγιο είναι υποχρεωμένο να δίδει τέτοιου είδους πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 51Α του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224 μετά των συναφών τροποποιήσεων. (β) Ο όρος 1 του Τεκμηρίου 2 προνοεί ρητά την πληρωμή από τον πωλητή του ποσού των €20.000,00 ως προκαταβολή με την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας και τον αγοραστή να αναγνωρίζει την είσπραξη του εν λόγω ποσού δια της επιταγής της Λαϊκής Τράπεζας υπ' αριθμό 08030451 που είναι το Τεκμήριο
  6. (γ) Ο όρος 7 του Τεκμηρίου 2 δίδει σαφές δικαίωμα στον αγοραστή με την υπογραφή του συμφωνητικού εγγράφου να λάβει κατοχή και να εκμεταλλεύεται τα υπό πώληση ακίνητα χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση από τον αγοραστή. (δ) Ο όρος 4 του Τεκμηρίου 2 παρέχει δικαίωμα κατάθεσης της εν λόγω συμφωνίας στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Λεμεσού για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Πως είναι επομένως δυνατό κάποιος να ισχυρίζεται κάτι όταν αυτό έρχεται σε αντίθεση με το τι συμφωνήθηκε γραπτώς με κάποιο άλλο πρόσωπο και να αναμένει ότι θα γίνει πιστευτό. Παράλληλα, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος 2 σε ερώτηση του συνηγόρου του κατά πόσο στις 30.09.09, ημερομηνία που ήταν πληρωτέα η επίδικη επιταγή, υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 που ήταν ότι θα γινόταν έμβασμα για να καλυφθεί το ποσό του Τεκμηρίου 1, εκδοχή η οποία φαντάζει περισσότερο λογική και πειστική ως προς το λόγο που η επίδικη επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη. Ακολούθως, στις 29.09.09 ο κατηγορούμενος 2 δήλωσε ότι προέβηκε σε ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής συμπληρώνοντας σχετικό τραπεζικό έγγραφο στη Marfin Laiki Bank Ltd στην οποία η κατηγορούμενη 1 διατηρεί λογαριασμό με τον οποίον σχετίζεται το Τεκμήριο 1 σημειώνοντας ως λόγο μη πληρωμής 'παράβαση συμφωνίας', μαρτυρία η οποία συνάδει με το Τεκμήριο 5, το οποίο δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά. Είναι η θέση των κατηγορουμένων ότι προέβηκαν σε ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής επειδή ο Βασιλείου δεν τους προσκόμισε δικαιολογητικά που να έδειχναν ότι τα υπό πώληση ακίνητα μπορούσαν να μεταβιβαστούν σύμφωνα με τον όρο 5 του Τεκμηρίου
  7. Ωστόσο το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση αυτή ως αληθή αφού στερείται λογικής και πειστικότητας καθότι ο όρος 5 του Τεκμηρίου 2, του οποίου ο κατηγορούμενος 2 στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου επικαλείται παράβαση, τον διαψεύδει. Συγκεκριμένα, ο όρος αυτός αναφέρει την ευθύνη του πωλητή να καταβάλει όλους τους φόρους, τέλη και επιβαρύνσεις που σχετίζονται με τα υπό πώληση ακίνητα μέχρι την μεταβίβαση τους στον αγοραστή ενώ ταυτόχρονα δηλώνεται η ευθύνη του αγοραστή για πληρωμή των σχετικών μεταβιβαστικών τελών. Περαιτέρω, καταγράφεται η υποχρέωση του αγοραστή να μεταβιβάσει τα υπό πώληση ακίνητα ελεύθερα και απαλλαγμένα από εμπράγματα βάρη και υποθήκες, χωρίς ωστόσο να πηγάζει συμβατικό καθήκον ή δέσμευση του Βασιλείου να προμηθεύσει τους κατηγορουμένους με οποιοδήποτε δικαιολογητικό που να αποδεικνύει τη δυνατότητα μεταβίβασης των υπό πώληση ακινήτων. Με συμφωνημένη θέση για πραγματοποίηση της μεταβίβασης μέχρι τις 30.10.09 σύμφωνα με τον όρο 7 του Τεκμηρίου, ειλικρινά διερωτώμαι από πού πηγάζει η υποχρέωση του Βασιλείου για προσκόμιση τέτοιων δικαιολογητικών μέχρι τις 29.09.09 έτσι που να του παρέχει δικαίωμα και κάλυψη στην ενέργεια του για ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής κάτω από το μανδύα της παράβασης συμφωνίας. Βέβαια κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ο κατηγορούμενος 2 ελίχθηκε και διαφοροποιήθηκε για ακόμη μία φορά προβάλλοντας ως επιπλέον λόγο που ανακάλεσε την πληρωμή του Τεκμηρίου 1 το ότι ο Βασιλείου δεν του έδωσε επισήμως έγγραφα με το τι ακριβώς οφείλει στις τράπεζες. Ο ισχυρισμός του αυτός όμως αυτοαναιρείται και καταρρίπτεται από την επίσης θέση του κατηγορουμένου 2, όπως αυτή εκφράστηκε στη συνέχεια της αντεξέτασης του, που ήταν ότι καλοπροαίρετα έδωσε στο Βασιλείου την επίδικη επιταγή για να πληρωθεί το χρέος του τελευταίου στην παραπονούμενη και στην Εθνική Τράπεζα. Όπως προκύπτει πρόκειται για αναξιόπιστη εκδοχή των κατηγορουμένων σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια τους να δικαιολογήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου την ενέργεια τους να προκαλέσουν την μη εξόφληση της επίδικης επιταγής. Συνεχίζοντας την προσπάθεια του ο κατηγορούμενος 2 να δικαιολογήσει ενώπιον του Δικαστηρίου την ενέργεια του να ανακαλέσει την πληρωμή του Τεκμηρίου 1 δεν δίστασε να επιρρίψει ευθύνες σε όλους πλην του εαυτού του. Ειδικότερα, επέρριψε ευθύνες στο Βασιλείου αλλά και στην παραπονούμενη την οποίαν κατηγόρησε ότι αποδέκτηκε μία, κατά την άποψη του, άκυρη επιταγή στην προσπάθεια της να οικειοποιηθεί χρήματα προβάλλοντας διάφορους νομοτεχνικούς ισχυρισμούς, τους οποίους όμως παρέλειψε να αποδείξει. Ο κατηγορούμενος 2 απέφυγε να προσκομίσει τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν τις κατ' ισχυρισμό θέσεις του σχετικά με το θέμα αυτό. Ο δε ευπαίδευτος συνήγορος του παρέλειψε να αναφερθεί κατά πόσο οι κατ' ισχυρισμό θέσεις του αναφορικά με το Τεκμήριο 1 εδράζονται πάνω σε οποιαδήποτε νομοθεσία ή κανονισμό ή κατά πόσο υπάρχει νομολογία ή ευρωπαϊκό ή άλλο κανονισμό ή οδηγίες από την Κεντρική Τράπεζα ή στηρίζονται σε πρακτική των τραπεζών. Ούτε ακόμη παρουσιάστηκε το καταστατικό έγγραφο της παραπονούμενης για να δικαιολογήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση την δυνατότητα λήψης και εξαργύρωσης της επίδικης επιταγής από μέρους της παραπονούμενης σύμφωνα με τις συνθήκες που περίβαλλαν την υπόθεση αυτή. Η απλή, γενική και αόριστη επίκληση της εμπειρίας του κατηγορουμένου 2 σε τραπεζική θέση δεν αποδεικνύει οτιδήποτε με αποτέλεσμα να μην περισώζει την κατάσταση. Κατά συνέπεια και στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, οι εν λόγω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου 2 στερούνται πειστικότητας και τεκμηρίωσης και ως εκ τούτου δεν γίνονται αποδεκτοί. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: · Ο παραπονούμενος είναι πιστωτικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος στην Κύπρο σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, ο οποίος, μεταξύ άλλων, διεξάγει τραπεζιτικές εργασίες, παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις καθώς και δάνεια σε άτομα. · Ο κατηγορούμενος 2 είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της κατηγορουμένης 1, η οποία είναι συμβουλευτική εταιρεία επενδύσεων επίσης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία. · Στις 14.09.09 η κατηγορούμενη 1, δια του διευθυντή της κατηγορουμένου 2, υπέγραψε την επίδικη μεταχρονολογημένη επιταγή (Τεκμήριο 1) συμπληρώνοντας σ' αυτή το ποσό των €20.000,00 τόσο αριθμητικώς όσο και ολογράφως καθώς και την ημερομηνία 30.09.
  8. Άφησε όμως κενό το όνομα του δικαιούχου στην εν λόγω επιταγή την οποία και παρέδωσε έτσι όπως του ζήτησε ο Ανδρέας Βασιλείου. · Το Τεκμήριο 1 ήταν πληρωμή προκαταβολής στα πλαίσια υπογραφής συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 14.09.09 για πώληση συγκεκριμένων ακινήτων ιδιοκτησίας της Ανδρούλλας Παναγή Μιχαήλ στον κατηγορούμενο 2 υπό την προσωπική ιδιότητα του (Τεκμήριο 2). · Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν από τις 07.09.09 για χρέη του Βασιλείου σε τράπεζες και έδωσαν το Τεκμήριο 1 για να πληρωθούν οφειλές του Βασιλείου στον παραπονούμενο και στην Εθνική Τράπεζα. · Στις 15.09.09 ο Βασιλείου επισκέφθηκε τα γραφεία του παραπονούμενου και του παρέδωσε την επίδικη επιταγή ως πλήρη εξόφληση των οφειλών του απέναντι του και παράλληλα την παροχή από μέρους του παραπονούμενου έγγραφης συγκατάθεσης με σκοπό την αποκατάσταση Βασιλείου από πτώχευση. · Προγενέστερα της επίσκεψης του Βασιλείου στα γραφεία του παραπονούμενου όπου του παρέδωσε την επίδικη επιταγή, ο Βασιλείου επικοινώνησε με τον παραπονούμενο για να ενημερωθεί το ακριβές ποσό εξόφλησης το οποίο, κατόπιν έκπτωσης, ανήλθε στα €20.000,00 · Στη βάση των προαναφερόμενων, ο παραπονούμενος παρέλαβε το Τεκμήριο 1 και στον κενό χώρο του δικαιούχου του Τεκμηρίου 1 προστέθηκε η επωνυμία του. · Στις 16.09.09 ο παραπονούμενος απέστειλε στον Επίσημο Παραλήπτη επιστολή με την οποίαν διαβίβαζε γραπτώς τη μη ένσταση του για αποκατάσταση του Βασιλείου από πτώχευση (Τεκμήριο 3). · Στις 21.09.09 και κατόπιν σχετικής αίτησης του Βασιλείου, εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα το οποίο ακύρωνε το διάταγμα παραλαβής του Βασιλείου (Τεκμήριο 4). · Στις 29.09.09 ο κατηγορούμενος 2 μετέβηκε στα γραφεία της Marfin Laiki Bank Ltd και αφού συμπλήρωσε σχετικό τραπεζικό έντυπο ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής επικαλούμενος ως λόγο 'παράβαση συμφωνίας' από μέρους του Βασιλείου (Τεκμήριο 5). · Στις 30.09.09 ο παραπονούμενος κατάθεσε την επίδικη επιταγή και μέσω του συστήματος συμψηφισμού της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου η εν λόγω επιταγή προωθήθηκε στη Marfin Laiki Bank Ltd για εξαργύρωση, πλην όμως αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη 'η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της' στην τράπεζα που κατατέθηκε πάλι μέσω του συστήματος συμψηφισμού. · Η επίδικη επιταγή παρέμεινε και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλες οι θέσεις των μερών αλλά και γεγονότα που μέσω της μαρτυρίας αναδείχθηκαν ως κοινά καθώς επίσης και όλα όσα θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Όπως έχει προαναφερθεί η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της ανάκλησης πληρωμής επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό πλαίσιο του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο όρος 'επιταγή' σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή. Το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης εκδοθείσας επιταγής χωρίς εύλογη αιτία εντοπίζεται στο άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο προνοεί τα εξής: "Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της." Επίσης το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τ' ακόλουθα: "Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του." Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2), όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Η έκδοση επιταγής (β) Η πρόκληση μη εξόφληση της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του (γ) Η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Το πρώτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 αφορά την έκδοση επιταγής. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι, εμμέσως πλην σαφώς, θεωρούν ότι δεν δικαιολογείται κάτι τέτοιο επειδή το Τεκμήριο 1 ήταν ασυμπλήρωτο ως προς το όνομα του δικαιούχου όταν το παρέδιδαν στο Βασιλείου. Ωστόσο οι κατηγορούμενοι παραδέχονται ότι όταν παρέδωσαν το Τεκμήριο 1 στο Βασιλείου είχαν συμπληρώσει το ποσό τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικώς καθώς και την ημερομηνία που το έγγραφο αυτό θα καθίστατο πληρωτέο. Ακόμη ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 παραδέχεται πως υπέγραψε το Τεκμήριο 1 ως διευθυντής της κατηγορουμένης 1.[5] Είναι ταυτόχρονα κοινή η θέση των μερών ότι όταν το Τεκμήριο 1 περιήλθε στην κατοχή του Βασιλείου ήταν ασυμπλήρωτο ως προς το όνομα του δικαιούχου με την επωνυμία του παραπονούμενου να προστίθεται στον κενό εκείνο χώρο με την παραλαβή του εν λόγω τεκμηρίου από τον παραπονούμενο. Είναι επίσης παραδεκτό από τους κατηγορουμένους ότι γνώριζαν πως ο Βασιλείου χρωστούσε σε διάφορους πιστωτικούς οργανισμούς, μεταξύ των οποίων και στον παραπονούμενο. Ο δε κατηγορούμενος 2 δήλωσε κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος συμπλήρωσε (με εξαίρεση το όνομα του δικαιούχου) υπέγραψε και παρέδωσε το Τεκμήριο 1 στο Βασιλείου για να πληρωθούν οφειλές του τελευταίου στον παραπονούμενο και στην Εθνική Τράπεζα. Όλα αυτά εξάλλου αποτελούν και ευρήματα Δικαστηρίου. Στο ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 ο όρος 'επιταγή' σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή. Εξετάζοντας το Τεκμήριο 1 παρατηρώ ότι αυτό αποτελεί γραπτή εντολή της κατηγορουμένης 1 προς την Marfin Laiki Bank Ltd που έγινε στις 14.09.09 όταν συμπληρώθηκε το εν λόγω έγγραφο (με εξαίρεση βέβαια το όνομα του δικαιούχου) για πληρωμή του ποσού των €20.000,00 στις 29.09.09 από συγκεκριμένο λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 που διατηρεί στην εν λόγω τράπεζα. Το Τεκμήριο 1 συγκεντρώνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθότι υπάρχει σ' αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, ο κωδικός αριθμός της Marfin Laiki Bank Ltd επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμός της κατηγορουμένης 1 καθώς και το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί από την κατηγορουμένη 1 δια του διευθυντή της και κατηγορουμένου 2. Πρόκειται παράλληλα για επιταγή εν τη έννοια του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 έστω και αν αυτή θεωρείται μεταχρονολογημένη αφού ο ορισμός της επιταγής, ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν.164(Ι)/2003, καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές.[6] Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η επιταγή δεν περιείχε το όνομα του δικαιούχου αλλά ήταν συμπληρωμένη ως προς το ποσό τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικώς, ως προς την ημερομηνία που θα καθίστατο πληρωτέα καθώς και υπογραμμένη από τον κατηγορούμενο 2 εκ μέρους και για λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 δεν εμποδίζει από το να θεωρείται εκδομένη εντός της έννοιας του νόμου. Ούτε και την καθιστά άκυρη καθ' οιονδήποτε τρόπο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο κρίνει και αποδέχεται ότι η κατηγορούμενη 1 έκδωσε μία καθ' όλα έγκυρη επιταγή. Επομένως, το πρώτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 πληρείται. Παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου 2 περί ακυρότητας της επιταγής για τους λόγους που επικαλέστηκε μέσα από τη μαρτυρική κατάθεση του ως αποτέλεσμα απουσίας προσκόμισης τέτοιων στοιχείων και λεπτομερειών που θα τους τεκμηρίωναν, εντούτοις το Δικαστήριο προχώρησε και αφού τους εξέτασε νομικά κρίνει πως οι θέσεις αυτές στερούνται νομικού ερείσματος και ως εκ τούτου δεν γίνονται αποδεκτές. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, έχω την ταπεινή άποψη πως, προκειμένου να διασφαλιστούν οι εμπορικές συναλλαγές και γενικότερα να αποτραπεί η υπονόμευση της εμπορικής πίστης στη χώρα μας η οποία μέχρι στιγμής επιτυγχάνεται καθημερινώς και σε μεγάλο βαθμό με τη μέθοδο της επιταγής ως μορφή συναλλαγματικής, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου παρατηρείται παγκόσμια οικονομική κρίση που επιφέρει αλυσιδωτές καταστροφικές συνέπειες, καθώς επίσης να προστατευθούν ανυποψίαστοι πωλητές αγαθών αλλά και αυτοί που παρέχουν υπηρεσίες σε επιτήδειους οι οποίοι συνειδητά φροντίζουν να οχυρώνονται επιλεκτικά και καταχρηστικά πίσω από στενές ερμηνείες εννοιών σε νομοθετήματα με σκοπό να επωφεληθούν εις βάρος άλλων προσώπων, η έννοια της συμπλήρωσης και κατ' επέκταση έκδοσης επιταγής δεν θα πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται στενά και περιοριστικά αλλά σφαιρικά και σύμφωνα με τα περιστατικά κάθε περίπτωσης χωρίς να αγνοούνται και οι παράμετροι που εφαρμόζονται ή σύνηθες πρακτικές που ακολουθούνται στην κυπριακή εμπορική αγορά από τους διάφορους παίκτες. Ούτε και πιστεύω ότι μέσα από τα συναφή με τις επιταγές νομοθετήματα απαγορεύεται ή αποκλείεται μία πιο ελεύθερη προσέγγιση εκεί όμως που τα περιστατικά της υπόθεσης επιτρέπουν κάτι τέτοιο στα πλαίσια απονομής της δικαιοσύνης. Είμαι πεπεισμένος ότι κύριος σκοπός του νομοθέτη κατά τη σύνταξη των εν λόγω νομοθεσιών ήταν η εξυπηρέτηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Το δεύτερο συστατικό του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 αφορά την πρόκληση μη εξόφληση της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του. Μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατηγορούμενη 1, δια του διευθυντή της και κατηγορουμένου 2, ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής δίδοντας σχετικές γραπτές οδηγίες στην πληρώτρια τράπεζα της, ήτοι την Marfin Laiki Bank Ltd, μέσω της συμπλήρωσης σχετικού εγγράφου της τράπεζας (Τεκμήριο 5), το περιεχόμενο του οποίου έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους. Πέραν αυτού το Τεκμήριο 1 διαθέτει σφραγίδα κατάθεσης του σε υποκατάστημα του παραπονούμενου στη Λεμεσό στις 30.09.09, ημερομηνία όπου η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα, καθώς επίσης έχει σφραγίδα και υπογραφή αρμόδιου λειτουργού της πληρώτρια τράπεζας της κατηγορουμένης 1 (Marfin Laiki Bank Ltd) ημερομηνίας 05.10.09 μέσα από την οποίαν παρουσιάζεται σημείωση ότι η πληρωμή του Τεκμηρίου 1 έχει ανακληθεί από τον εκδότη της, ήτοι την κατηγορουμένη 1, ως προνοεί το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ.154. Με δεδομένο ότι οι προαναφερόμενες σφραγίδες των τραπεζών μαζί με το περιεχόμενο και τα στοιχεία τους δεν αμφισβητήθηκαν από τους κατηγορουμένους και λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω εδάφιο ρητά υποδεικνύει ότι οι σφραγίδες και σημειώσεις των τραπεζών, ο λόγος επιστροφής της επιταγής καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία καθώς και μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους, κρίνω ότι πληρείται και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154. Το τρίτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 είναι η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Είναι εξίσου αδιαμφισβήτητο γεγονός αλλά και εύρημα του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη 1, δια του διευθυντή της και κατηγορουμένου 2, ως εκδότρια της επίδικης επιταγής ανακάλεσε την πληρωμή του Τεκμηρίου 1 στις 29.09.09, μία ημέρα πριν που η επίδικη επιταγή θα καθίστατο πληρωτέα αφού είναι κοινά παραδεκτό ότι όταν αυτή εκδόθηκε έφερε ως ημερομηνία πληρωμής της 30ην Σεπτεμβρίου του έτους 2009 (βλέπε Τεκμήριο 1). Συνεπώς, πληρείται και το τρίτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154. Προκύπτει επομένως από τα πιο πάνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.
  1. Η δεύτερη κατηγορία αφορά τον κατηγορούμενο
  2. Ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ουσιαστικά για παροχή συνδρομής στη διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος. Στην υπόθεση Παυλόπουλος v. Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 τονίστηκε πως οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχτούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ.154. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες δηλαδή γνώση των ουσιωδών περιστάσεων της διάπραξης του αδικήματος από τον αυτουργό και πρόθεση ή γνώση για παροχή βοήθειας στη διάπραξη του αδικήματος αυτού. Το νοητικό στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού ακόμη και στις περιπτώσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης δηλαδή για τα οποία δεν απαιτείται η απόδειξη ένοχης διάνοιας για τους αυτουργούς. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος 2 γνωρίζοντας τον σκοπό και προορισμό που θα είχε το Τεκμήριο 1 υπέγραψε και παρέδωσε στο Βασιλείου την επίδικη επιταγή. Ακολούθως και συγκεκριμένα μία ημέρα προτού η επίδικη επιταγή καταστεί πληρωτέα, ο κατηγορούμενος 2 μετέβηκε στα γραφεία της Marfin Laiki Bank Ltd και αφού συμπλήρωσε και υπέγραψε σχετικό τραπεζικό έντυπο ανακάλεσε την πληρωμή του Τεκμηρίου επιταγής προφασιζόμενος ως λόγο μη πληρωμής 'παράβαση συμφωνίας' από μέρους του Βασιλείου (Τεκμήριο 5). Πρόκειται για γεγονότα που αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου τα οποία προέκυψαν μέσα από αποδεκτή μαρτυρία και επιβεβαιώθηκαν μέσα από τα Τεκμήρια 1 και 5 που επίσης έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Κάτω από αυτά τα περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος 2, ως διευθυντής της κατηγορουμένης 1, όντως παρείχε βοήθεια και συνδρομή στην κατηγορούμενη 1, η οποία ήταν ο εκδότης της επίδικης επιταγής, στη λήψη ενεργειών που προκάλεσαν την μη εξόφληση του Τεκμηρίου 1.[7] Συνεπώς, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος 2 παρείχε βοήθεια και συνδρομή στην κατηγορούμενη 1 στη λήψη ενεργειών που προκάλεσαν την μη εξόφληση της επίδικης επιταγής. Στην τελική αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων πρόβαλε τη θέση ότι δεν γίνεται επίκληση του άρθρου 20 του Κεφ.154 στη δεύτερη κατηγορία με αποτέλεσμα η κατηγορία αυτή να μην έχει την ορθή νομική βάση και έτσι να μην μπορεί να αποδειχθεί. Ο εν λόγω ισχυρισμός του κυρίου Μυλωνά δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9 τονίστηκε πως η μη αναφορά του άρθρου 20 στο κατηγορητήριο δεν συνιστά παρατυπία που έχει επιπτώσεις στο κύρος της κατηγορίας. Υποδείκτηκε ακόμη ότι το εν λόγω άρθρο δεν δημιουργεί αφευατού αδίκημα αλλά απλώς καθορίζει τους τρόπους πραγμάτωσης του. Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κοιλιάρη v. Δήμου Αγίου Δομετίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 350 όπου επαναβεβαιώθηκε ότι η μη αναφορά του άρθρου 20 στο κατηγορητήριο δεν συνιστά παρατυπία που έχει επιπτώσεις στο κύρος της κατηγορίας. Σχετική επίσης επί του ζητήματος αυτού είναι και η υπόθεση Ajini και άλλη v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319. Εφαρμόζοντας την πιο πάνω νομική αρχή σε συνδυασμό με το ότι οι κατηγορούμενοι δεν εισηγήθηκαν ότι το γεγονός αυτό τους ζημίωσε ή ότι από αυτή την παράλειψη επηρεάστηκαν δυσμενώς τα συμφέροντα τους, κρίνω ότι η πιο πάνω θέση των κατηγορουμένων θα πρέπει να απορριφθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ. Από τη στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης εκδοθείσας επιταγής χωρίς εύλογη αιτία πληρούνται τότε το βάρος ύπαρξης της υπεράσπισης της 'εύλογης αιτίας', όπως αυτή παρέχεται μέσα από το άρθρο 305Α
(2), πέφτει στους ώμους του κατηγορουμένου, ο οποίος καλείται να την αποδείξει με την προσκόμιση μαρτυρίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[8] Το τι συνιστά 'εύλογη αιτία' στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honesty" (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδάφιο 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Στην παρούσα υπόθεση είναι θέση της υπεράσπισης ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ενέργεια του κατηγορουμένου 2 να ανακαλέσει, εκ μέρους και για λογαριασμό της κατηγορουμένης 1, την πληρωμή της επίδικης επιταγής για το λόγο που επικαλείται μέσα από την τελική αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, κάτι που θεωρώ ότι είναι αχρείαστο να επαναλάβω. Εξετάζοντας τον προβαλλόμενο λόγο κάτω από το μανδύα των περιστατικών και γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση κρίνω ότι αυτός δεν αποτελεί εύλογη αιτία πρόκλησης της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής. Τα όσα ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος 2 ως λόγο ανάκλησης πληρωμής του Τεκμηρίου 1 αποτελούν προφάσεις και εκ των υστέρων σκέψεις, οι οποίες δεν έγιναν αποδεκτές από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Η επιλογή των κατηγορουμένων να μην παρουσιάσουν τον Βασιλείου ως μάρτυρα στο Δικαστήριο για να ενισχύσει τους ισχυρισμούς τους αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο που συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος αυτού του Δικαστηρίου. Το νομικό ερώτημα που στη συνέχεια εγείρεται είναι κατά πόσο ο παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής. Εμμέσως πλην σαφώς οι κατηγορούμενοι αρνούνται κάτι τέτοιο. Στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ., 296 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής υπό την έννοια του άρθρου 29
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, είναι το πρόσωπο στου οποίου την κατοχή νομίμως περιήλθε η συναλλαγματική, επειδή δόθηκε αξία γι' αυτήν. Ο κάτοχος, για αξία, μιας επιταγής έχει εκ του νόμου (άρθρο 38 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262) δικαιώματα ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του, εναντίον του εκδότη της επιταγής. Στην υπόθεση Τρικωμίτης ν. Ανδρέου (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 597 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής μιας επιταγής είναι εκείνος που έχει αγώγιμο δικαίωμα επ' αυτής. Ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος επί επιταγής εξετάστηκαν και στην υπόθεση Λούτσιου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343. Στην υπόθεση εκείνη επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, ότι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, μέσα στην έννοια του νόμου, δηλαδή το πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102 το Δικαστήριο επισήμανε πως η φράση 'αγώγιμο δικαίωμα' δεν πρέπει να συγχύζεται με την πιθανή αιτία αγωγής, που μπορεί να εγερθεί με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής από την οποίαν να προκύπτει διαφορά αστικής ευθύνης των μερών. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη 1 έκδωσε την επίδικη επιταγή ως προκαταβολή για την πώληση συγκεκριμένων ακινήτων ιδιοκτησίας της Ανδρούλλας Παναγή (Τεκμήριο 2) στον κατηγορούμενο 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα. Περαιτέρω, αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι πωλητής στο Τεκμήριο 2 είναι ο Βασιλείου, ο οποίος και υπογράφει το σχετικό συμφωνητικό έγγραφο, ως διαχειριστής περιουσίας της αποβιώσασας συζύγου του, παρά το γεγονός ότι εξ' όψεως στο προοίμιο του Τεκμηρίου 2 εμφανίζεται το όνομα 'Ανδρέας Παναγή Μιχαήλ'. Η ενέργεια του κατηγορουμένου 2, ως διευθυντής της κατηγορουμένης 1, να συμπληρώσει κατά τύπο και να υπογράψει την επίδικη επιταγή αφήνοντας κενό το χώρο όπου αναγράφεται το όνομα του δικαιούχου και ταυτόχρονα να την παραδώσει στο Βασιλείου με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή οφειλών του Βασιλείου προς τον παραπονούμενο και την Εθνική Τράπεζα με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 1 έκδωσε το Τεκμήριο 1 δίδοντας εν λευκώ εξουσιοδότηση στο Βασιλείου να συμπληρώσει ο ίδιος το όνομα του δικαιούχου γνωρίζοντας έτσι ότι θα ήταν είτε ο παραπονούμενος είτε η Εθνική Τράπεζα με την επιλογή όμως να αποτελεί δικαίωμα του Βασιλείου. Διαφορετικά εάν η κατηγορούμενη 1 επιθυμούσε τον Βασιλείου ως δικαιούχο της επίδικης επιταγής θα φρόντιζε είτε να συμπληρώσει το κενό με το όνομα του, όπως συμπλήρωσε τα υπόλοιπα μέρη της επιταγής, είτε να μετατρέψει την επιταγή μη μεταβιβάσιμη καθιστώντας την δίγραμμη.[9] Πράττοντας εντός της σφαίρας εξουσιοδότησης που είχε από την κατηγορούμενη 1, ο Βασιλείου παρέδωσε την κατοχή του Τεκμηρίου 1 στον παραπονούμενο μεριμνώντας για τη συμπλήρωση της επωνυμίας του παραπονούμενου ως δικαιούχου της επίδικης επιταγής. Το Δικαστήριο επίσης βρίσκει και αποδέχεται ότι ο παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής εντός της έννοιας του άρθρου 29
(1)(β) του Κεφ.262 αφού εις αντάλλαγμα εξόφλησης οφειλών που ο Βασιλείου είχε απέναντι του με την παραλαβή της επιταγής δήλωσε γραπτώς ότι δεν έχει ένσταση στην αποκατάσταση του Βασιλείου από πτώχευση (Τεκμήριο 3), πράγμα που οδήγησε στην αποκατάσταση του Βασιλείου από πτώχευση (Τεκμήριο 4) ανοίγοντας έτσι την οδό για υλοποίηση της συμφωνίας στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Παράλληλα, με την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου καταρρίπτεται και ο ισχυρισμός του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων περί διάστασης γεγονότων μεταξύ των λεπτομερειών της πρώτης κατηγορίας και της προσκομισθείσας μαρτυρίας και συνεπώς οποιαδήποτε άλλη αναφορά είναι εκ του περισσού. Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενοι απέτυχαν να παρουσιάσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να οδηγεί σε επιτυχή επίκληση της υπεράσπισης του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.
  1. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον των κατηγορούμενων 1 και
  2. Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Ανάκληση πληρωμής επιταγής/Άρθρο 305Α
(2)και
(3)Κεφ.154/ Συνέργεια/ Άρθρο20 Κεφ.154/Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 8.2.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Βούρας v. Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 135, Μάρω Χ' Ιωάννου v. Δημήτρη Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62 [6] Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 [7] Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600 [8] Ζαβός v. Αστυνομίας
(1963)2 C.L.R. 57, Ταραπουλούζης v. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)2 C.L.R. 91, Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας
(1980)2 C.L.R. 10, Λοΐζου v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108, Εταιρεία GP Ergatides Motors Ltd και άλλος v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και Γεώργιος Εργατίδης v. Αστυνομία Ποιν. Εφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα ημερ. 19.06.97, N.C. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763 [9] Άρθρο 82
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.