← Κύπρος

ΤΕΡΕΖΑ ΑΝΝ ΧΕΙΜΩΝΙΔΗ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΧΕΙΜΩΝΙΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 4741/2009, 15.02.11

ΤΕΡΕΖΑ ΑΝΝ ΧΕΙΜΩΝΙΔΗ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΧΕΙΜΩΝΙΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 4741/2009, 15.02.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4741/2009 Μεταξύ: ΤΕΡΕΖΑ ΑΝΝ ΧΕΙΜΩΝΙΔΗ v. ΑΝΔΡΕΑ ΧΕΙΜΩΝΙΔΗ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15.02.11 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μελάς Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Γλυκύς μαζί με την κα Κ. Πετρίδου Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία κατηγορείται για επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 16.05.08 ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν έξω από το διαμέρισμα του κατηγορουμένου, πρώην συζύγου της, στην οδό Αντιστάσεως 25 στη Λεμεσό, από όπου πήγε να πάρει την κόρη της, ο κατηγορούμενος τη χτύπησε με τα χέρια του στην αριστερή μεριά του προσώπου, την άρπαξε και την τραβούσε προς το δρόμο και την έσπρωξε με δύναμη ρίχνοντας την στο έδαφος, προκαλώντας της εκδορές και μώλωπες σε διάφορα μέρη του σώματος και τραυματισμό στο αριστερό της μάτι. Οι κατηγορίες 2 και 3 αφορούν το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 16.05.08 ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν έξω από το διαμέρισμα του κατηγορουμένου από όπου πήγε να πάρει την κόρη της, ο κατηγορούμενος την αποκάλεσε 'bitch' στην παρουσία γειτόνων και περαστικών. Επίσης, κατηγορείται ότι το απόγευμα στις 16.05.08 ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο δρόμο έξω από το διαμέρισμα της παραπονούμενης στην οδό Καλλιθέας 3Α στη Λεμεσό και ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο μπαλκόνι του διαμερίσματος μαζί με τα δύο της παιδιά και δύο αστυνομικούς, ο κατηγορούμενος την αποκάλεσε πολλές φορές 'bitch' και 'πουτάνα' στην παρουσία γειτόνων και περαστικών. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, την παραπονούμενη και πρώην σύζυγο του κατηγορουμένου (Τερέζα Ανν Χειμωνίδη), ενώ κατατέθηκαν 7 τεκμήρια, μεταξύ των οποίων ιατρικές εκθέσεις των ιατρών Δρ. Μιλτιάδους, Ποταμίτη, Καπονίδη και Λίτσα με Παντζιαρά. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση, ως ήταν δικαίωμα του, χωρίς παράλληλα να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Όλη η προσαχθείσα μαρτυρία μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Δεν προτίθεμαι να αναφέρω περίληψη της μαρτυρίας τόσο της παραπονούμενης όσο και της χωρίς όρκου κατάθεσης του κατηγορουμένου αφού είναι ήδη καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, εκτός μόνο όπου και στο βαθμό που είναι αυτό αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι με κοινή δήλωση τους τα μέρη συμφώνησαν όπως το περιεχόμενο της μαρτυρίας της παραπονούμενης που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση της είναι αυτό της πιστής μετάφρασης, δηλαδή το Τεκμήριο 1Β. Τελικές αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεκτεί την εκδοχή της παραπονούμενης και να απορρίψει τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ως αναληθείς, παράλογους και εκ των υστέρων σκέψεις. Περαιτέρω, ο κύριος Μελάς, αφού πρώτα αναφέρθηκε ότι η σημασία που θα πρέπει να δοθεί στην ανώμοτη δήλωση στην οποίαν προέβηκε ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να είναι η ίδια με τη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούμενη η οποία υπέστηκε τη βάσανο της αντεξέτασης καθώς και το ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά θα πρέπει να αξιολογηθούν με βάση τον Περί Αποδείξεως Νόμο (Κεφ.9) όπως αυτός τροποποιήθηκε, επισήμανε πως με βάση τα γεγονότα που εξιστορήθηκαν από την παραπονούμενη αλλά και γενικότερα σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου για ποιο λόγο δεν προσήλθαν για να καταθέσουν οι ιατροί, των οποίων τα πιστοποιητικά έχουν κατατεθεί από την παραπονούμενη ως Τεκμήρια 2, 3, 4, 5 και 6, ο κύριος Μελάς απάντησε πως η κατηγορούσα αρχή δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Αντίθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο πως μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν επιβεβαιώθηκε πέραν πάσης λογική αμφιβολίας αλλά ούτε και εξακριβώθηκε με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος συνδέεται με τα αδικήματα. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο δεν αποδείχτηκε ότι έγινε επίθεση από τον κατηγορούμενο και κατ' επέκταση ότι προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη στην παραπονούμενη καθώς επίσης ότι δεν υπήρξε εξύβριση από τον κατηγορούμενο προς την παραπονούμενη. Ο κύριος Γλυκύς κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ως αναξιόπιστους και κατασκευάσματα τα οποία και απέδωσε σε προσπάθεια της να ασκήσει πίεση στον κατηγορούμενο και να εκμαιεύσει από αυτόν οικονομικά ανταλλάγματα στα πλαίσια των περιουσιακών διαφορών τους. Καταλήγοντας, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αφού αναφέρθηκε στο άρθρο 27 του Κεφ.9 κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει μηδενική βαρύτητα στα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και ως εκ τούτου να αθωώσει και απαλλάξει τον κατηγορούμενο από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή τόσο την παραπονούμενη όσο και τον κατηγορούμενο οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του, η μεν πρώτη από το ειδώλιο του μάρτυρα ο δε δεύτερος από το εδώλιο του κατηγορουμένου. Σε σχέση με την παραπονούμενη, με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά της κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Αναφορικά με τον κατηγορούμενο, αυτός προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή ανώμοτης κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης.[4] Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία της ΜΚ1 ήταν εμφανώς επηρεασμένη από προσωπικά συναισθήματα πίκρας και εμπάθειας προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου που υπήρξε πρώην σύζυγος της, τα οποία προφανώς είναι αποτέλεσμα των προβλημάτων και διαφορών που αντιμετωπίζουν μετά την ατυχή κατάληξη που είχε ο γάμος τους. Στην προσπάθεια της να κάνει πιστευτή τη δική της εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της υπερβολική και υπέρμετρα έντονη. Περαιτέρω, η παραπονούμενη υπέπεσε σε διάφορες ουσιώδεις αντιφάσεις με φυσική συνέπεια να πληγεί ανεπανόρθωτα η αξιοπιστία της εκδοχής της. Ειδικότερα, μέσα από τη μαρτυρία της δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το που ακριβώς διαδραματίστηκε το περιστατικό του πρωινού στις 16.05.08 αφού η ΜΚ1 προβάλλει ταυτόχρονα δύο διιστάμενες θέσεις με τις οποίες υποδεικνύονται δύο διαφορετικές σκηνές για το ίδιο επεισόδιο. Το ίδιο συμβαίνει με τον τρόπο που η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι την κτύπησε ο κατηγορούμενος στο ίδιο περιστατικό αφού και πάλι προτάσσει μέσα από τη μαρτυρία της δύο διαφορετικές θέσεις που ταυτόχρονα περιγράφουν δύο διαφορετικούς τρόπους επίθεσης. Συγκεκριμένα: (α) Μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι η οικία του κατηγορούμενου είναι ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων στη δεξιά πλευρά του κτιρίου το οποίο διαθέτει δικό του χώρο στάθμευσης. Ενώ στη γραπτή δήλωση της η παραπονούμενη ανάφερε, σε σχέση με το πρωινό περιστατικό της 16.05.08, πως ο κατηγορούμενος "κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και άνοιξε την πόρτα του σπιτιού φωνάζοντας και απειλώντας πως θα με σκοτώσει. Με έβρισε αποκαλώντας με πόρνη, και με κτύπησε στην αριστερή πλευρά του προσώπου και του κεφαλιού μου. Μετά βρίζοντας με, με έσπρωξε ρίχνοντας με στον δρόμο προκαλώντας μου διάφορους μώλωπες και γρατζουνιές" (βλέπε παράγραφο 3 του Τεκμηρίου 1Β), πράγμα που ουσιαστικά συνάδει με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης της διαφοροποιήθηκε υιοθετώντας ως σκηνή του εν λόγω περιστατικού το χώρο έξω από το διαμέρισμα του κατηγορουμένου χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε εξωτερική περιοχή του κτιρίου που στεγάζει το διαμέρισμα του κατηγορουμένου ή σε δρόμο ή ότι ο κατηγορούμενος κατέβηκε από σκάλες φθάνοντας στο ισόγειο του κτιρίου και στην εξωτερική είσοδο αυτού, συμφωνώντας έτσι με το περιεχόμενο των παραγράφων 2 και 3 του Τεκμηρίου 7 το οποίο αποτελεί τη δικογραφημένη έκθεση γεγονότων αναφορικά με το περιστατικό αυτό, στα πλαίσια καταχώρησης της πολιτικής αγωγής υπ' αριθμό 3993/2008 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με σκοπό τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για κατ' ισχυρισμό πρόκληση σωματικών βλαβών στην παραπονούμενη συνεπεία της κατ' ισχυρισμό επίθεσης που υπέστηκε από τον κατηγορούμενο με διαδίκους την παραπονούμενη ως ενάγουσα και τον κατηγορούμενο ως εναγόμενο. Χαρακτηριστικά οι παράγραφοι 2 και 3 του Τεκμηρίου 7 αναφέρουν επί λέξει τα εξής: "
  1. Κατά ή περί την 16.05.08 η Ενάγουσα μετάβηκε στο διαμέρισμα του Εναγόμενου στη Λεμεσό.Αφού χτύπησε το κουδούνι και εξέφρασε στον Εναγόμενο την πρόθεση της, αυτός της είπε να φύγει και ότι επεμβαίνει παράνομα στην περιουσία του.
  2. Ο Εναγόμενος τότε, βγήκε έξω από το διαμέρισμα και γεμάτος οργή και νεύρα, βρίζοντας και απειλώντας και/ή εκφοβίζοντας την ενάγουσα ότι θα την σκοτώσει και επιτέθηκε σε αυτή προκαλώντας της σωματικές βλάβες ζημιές και έξοδα." (β) Ενώ στις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη "με τα χέρια του στην αριστερή μεριά του προσώπου, την άρπαξε και την τραβούσε προς το δρόμο και την έσπρωξε με δύναμη ρίχνοντας την στο έδαφος, προκαλώντας της εκδορές και μώλωπες σε διάφορα μέρη του σώματος και τραυματισμό στο αριστερό της μάτι", κατά την αντεξέταση της δήλωσε πως ο κατηγορούμενος την κρατούσε με το ένα χέρι και με το άλλο την χτυπούσε στο αριστερό πρόσωπο υποδεικνύοντας στο Δικαστήριο την περιοχή πάνω από το αριστερό μάτι και την αριστερή πλευρά του μετώπου της, χωρίς ωστόσο να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τη διάσταση αυτή που παρατηρείται επί του σημείου αυτού μεταξύ των λεπτομερειών της πρώτης κατηγορίας και της δικής της μαρτυρίας. Όπως έχει προαναφερθεί, το Δικαστήριο πρόσεξε ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης σε κάποια σημεία της ήταν υπερβολική και υπέρμετρα έντονη, σε μια προσπάθεια της να πείσει για την εκδοχή της. Συγκεκριμένα: (α) Κατά την αντεξέταση της ενώ η παραπονούμενη ανάφερε ότι μετά το απογευματινό περιστατικό μετέβηκε σε αστυνομικό σταθμό και προέβηκε σε γραπτή κατάθεση για τα δύο περιστατικά αλλά δεν επιθυμούσε τη δημιουργία και προώθηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου από την αστυνομία έτσι ώστε να προστατέψει τη φήμη του πρώην συζύγου της και των τριών παιδιών της, εννέα σχεδόν μήνες αργότερα η παραπονούμενη καταχωρεί ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου για τα ίδια αδικήματα που προγενέστερα δεν επιθυμούσε να διερευνηθούν και να προωθηθούν από την αστυνομία την ημέρα που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της διαδραματίστηκαν. Η εκ των υστέρων ενέργεια της καταρρίπτει τον πιο πάνω ισχυρισμό της. Η δε θέση της ότι καταχώρησε την εν λόγω υπόθεση επειδή δεν νιώθει πλέον υποχρεωμένη να προστατεύσει τη φήμη του κατηγορουμένου με κίνδυνο τη ζωή της ένεκα του ότι υπήρξαν πολλές απειλές εναντίον της, προφανώς από τον κατηγορούμενο, στερείται λογικής και πειστικότητας καθότι εάν ίσχυε κάτι τέτοιο το λογικό θα ήταν να καταχωρηθεί ποινική υπόθεση με βάση τα μεταγενέστερα νέα κατ' ισχυρισμό περιστατικά απειλών και όχι να επαναφέρει στο προσκήνιο επεισόδια του παρελθόντος για τα οποία είχε ήδη αποφασίσει να μην προωθήσει. (β) Είναι άξιο απορίας ενώ ταυτόχρονα αντιστρατεύεται τη λογική ενός μέσου κοινού ατόμου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, στην παρουσία δύο αστυνομικών, αποκάλεσε την παραπονούμενη πολλές φορές με τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς που περιγράφονται στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας σε βαθμό που να γίνουν αντιληπτοί από γείτονες και περαστικούς, χωρίς η κατ' ισχυρισμό έξαλλη και επιθετική συμπεριφορά του κατηγορούμενου να μην προκαλέσει την άμεση αντίδραση και επέμβαση των παρόντων αστυνομικών, αν όχι με τη σύλληψη του κατηγορουμένου για το αυτόφωρο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, τουλάχιστο για να τερματιστεί το εν λόγω επεισόδιο αφού μετέβησαν στο χώρο μετά από κλήση της παραπονούμενης επειδή σύμφωνα με την ίδια φοβόταν μήπως ο κατηγορούμενος της επιτεθεί ξανά, όπως το πρωί της ίδιας ημέρας. (γ) Ενώ η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι συνεπεία της επίθεσης που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο το πρωί της 16.05.08 υπέστηκε μώλωπες στην κάτω αριστερή πλευρά του προσώπου της και κάτω από το μάτι της, γνωρίζει και παραδέχεται πως δεν υπάρχει ιατρικό πιστοποιητικό που να υποστηρίζει αυτόν τον ισχυρισμό της, δηλαδή να εντοπίζει μώλωπες, περιλαμβανομένων και των ιατρικών πιστοποιητικών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 2-6, μεταξύ των οποίων και του τεκμηρίου 2 που είναι ιατρικό πιστοποιητικό που εκδόθηκε μετά από εξονυχιστική ιατρική εξέταση που η παραπονούμενη έτυχε την ίδια ημέρα που συνέβησαν τα επίδικα περιστατικά. Η δικαιολογία που η ίδια έδωσε δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο καθότι μόνο ένας ιατρός-εμπειρογνώμονας θα μπορούσε να δώσει επιστημονική εξήγηση για το θέμα αυτό. Το ότι η ΜΚ1 είναι νοσοκόμα δεν σημαίνει ότι κατέχει την επιστημονική κατάρτιση ιατρού που θα της επέτρεπε να εκφράσει μια τέτοια ιατρική γνώμη βασισμένη σε επιστημονικά κριτήρια. (δ) Ομοίως είναι και ο ισχυρισμός της παραπονούμενης για το ότι το μάτι της ήταν πρησμένο και κόκκινο ως αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο το πρωί της 16.05.08, για τον οποίο όμως γνωρίζει και παραδέχεται ότι δεν υπάρχει ιατρικό πιστοποιητικό που να τον στηρίζει περιλαμβανομένων και των ιατρικών πιστοποιητικών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 2-6, μεταξύ των οποίων και του τεκμηρίου 2 που είναι ιατρικό πιστοποιητικό που εκδόθηκε μετά από ιατρική εξέταση που η παραπονούμενη έτυχε την ίδια ημέρα που συνέβησαν τα επίδικα περιστατικά. Υπό αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί τη μαρτυρία της παραπονούμενης ως αξιόπιστη για να μπορέσει να βασιστεί σε αυτή με σκοπό την ασφαλή εξαγωγή ευρημάτων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία της ΜΚ1 δεν εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων και ως εκ τούτου δεν την αποδέχεται. Αξιολόγηση όμως χρήζει να τύχουν και τα ιατρικά πιστοποιητικά που στην πορεία εκδίκασης της υπόθεσης κατατέθηκαν από την παραπονούμενη ως Τεκμήρια 2 μέχρι 6 προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι συνεπεία της επίθεσης που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο υπέστηκε πραγματική σωματική βλάβη. Ως μέρος της υπερασπιστικής γραμμής του, ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, αμφισβήτησε ότι επιτέθηκε στην παραπονούμενη και ότι της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Υπέβαλε ακόμη στην παραπονούμενη ότι εάν ισχύει το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών που η ίδια κατάθεσε στο Δικαστήριο είναι συνέχεια προηγούμενων δικών της προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και όχι ως αποτέλεσμα των κατ' ισχυρισμό κτυπημάτων από την επίθεση. Η μαρτυρία που περιέχεται στα πιο πάνω έγγραφα που κατατέθηκαν από την παραπονούμενη αποτελεί αποκλειστικά εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία προέρχεται από διάφορους εμπειρογνώμονες. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων.[5] Δυνάμει του τροποποιητικού νόμου 32(Ι)/2004 μαρτυρία που είναι εξ' ακοής είναι αποδεκτή σε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου [6], ωστόσο κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε τέτοιου είδους μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύκολα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας[7] αλλά και σε συγκεκριμένες παραμέτρους, οι οποίες περιγράφονται μέσα από το άρθρο 27
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Αξιολογώντας τα Τεκμήρια 2 μέχρι 6, το Δικαστήριο δεν προσδίδει καθόλου βαρύτητα στη μαρτυρία που αυτά περιέχουν για τους εξής λόγους: Η κατηγορούσα αρχή που προσήγαγε την εξ' ακοής μαρτυρία δεν έδωσε καμία ικανοποιητική εξήγηση ή δικαιολογία για τη μη κλήτευση οποιουδήποτε ιατρού που συνέταξε τα εν λόγω ιατρικά πιστοποιητικά ως μάρτυρα.[8] Το κατά πόσο ήταν ή όχι εύλογο και εφικτό να κλητευθούν οι ιατροί ως μάρτυρες είναι κάτι που θα έπρεπε να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή. Την ίδια στιγμή, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι όλοι ανεξαιρέτως οι ιατροί που συνέταξαν τα Τεκμήρια 2 μέχρι 6 εξετάζοντας την παραπονούμενη, όπως τουλάχιστο προκύπτει από τα επιστολόχαρτα των πιστοποιητικών, φαίνεται να εργάζονται στη Λεμεσό. Η θέση του κυρίου Μελά ότι με την τροποποίηση του νόμου και τη δυνατότητα αποδοχής εξ' ακοής μαρτυρίας η κατηγορούσα αρχή δεν είχε υποχρέωση να παρουσιάσει τους ιατρούς και να υποστούν τη βάσανο της αντεξέτασης καθότι κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει από την υπεράσπιση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η θέσπιση του Ν.32(Ι)/2004 με τον οποίον δεν αποκλείεται η αποδοχή εξ' ακοής μαρτυρίας έγινε απλά για σκοπούς διευκόλυνσης και επιτάχυνσης της δικαστικής διαδικασίας και όχι για να οδηγήσει σε κατάργηση της υποχρέωσης της κατηγορούσας αρχής για προσκόμιση πρωτογενούς μαρτυρίας στο Δικαστήριο. Τέτοια υποχρέωση για την κατηγορούσα αρχή παραμένει στα πλαίσια ορθής απονομής της δικαιοσύνης, παρά την ύπαρξη του άρθρου 26 του Κεφ.9 που επιτρέπει την κλήτευση ατόμου που προέβηκε στην αρχική δήλωση με σκοπό την αντεξέταση του από το συνήγορο υπεράσπισης. Από το λεκτικό του άρθρου αυτού προκύπτει πως η δυνατότητα κλήτευσης μάρτυρα για αντεξέταση αποτελεί δικαίωμα της υπεράσπισης και όχι υποχρέωση της. Με τον τρόπο όμως που ο κύριος Μελάς θέτει το ζήτημα αυτό μέσα από τη γραπτή τελική αγόρευση του μεταθέτει το δικαίωμα αυτό σε υποχρέωση για την υπεράσπιση στα πλαίσια θεμελίωσης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, πράγμα λανθασμένο και αντινομικό αλλά ούτε και πρόθεση του νομοθέτη. Η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει και να εξηγήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια μαρτυρία που να είναι πειστική, πλήρως κατανοητή και επαρκώς τεκμηριωμένη σε βαθμό που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και τον οποίον κατηγορεί και κατ' επέκταση να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου παραμένει αναλλοίωτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την μη παρουσίαση των ιατρών που εξέτασαν την παραπονούμενη και ετοίμασαν τα Τεκμήρια 2 μέχρι 6, το περιεχόμενο των εν λόγω ιατρικών πιστοποιητικών, που ας σημειωθεί ότι όλα είναι συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα, δεν εξηγήθηκε στο Δικαστήριο. Η μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και πολύ δε περισσότερο η επεξήγηση του περιεχομένων των εν λόγω ιατρικών πιστοποιητικών δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου αλλά υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής, ιδιαίτερα στη δική μας περίπτωση που υπάρχουν εξειδικευμένοι ιατρικοί όροι στην αγγλική γλώσσα που θα πρέπει να μεταφραστούν, ερμηνευθούν και επεξηγηθούν κατάλληλα από τους αρμόδιους επιστήμονες που δεν είναι άλλοι από τους συντάκτες τους οι οποίοι εξέτασαν την παραπονούμενη και κατέληξαν σε συγκεκριμένα ιατρικά ευρήματα σε σχέση με την κλινική κατάσταση της και τις τυχόν θεραπείες που απαιτούνται. Το καθήκον αυτό, όπως τονίστηκε πιο πάνω, ανήκει αποκλειστικά στην κατηγορούσα αρχή η οποία το διεκπεραιώνει με την κλήση κατάλληλων εμπειρογνωμόνων. Στη δική μας περίπτωση η κατηγορούσα αρχή όφειλε να κλητεύσει τους ιατρούς που ετοίμασαν τα Τεκμήρια 2 μέχρι 6 ή έστω κάποιους από αυτούς στα πλαίσια θεμελίωσης της εκδοχής της, οι οποίοι και θα κατέθεταν υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Πολύ δε περισσότερο όταν η υπεράσπιση αμφισβητούσε τη σύνδεση του κατηγορούμενου με το περιεχόμενο τους. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να μετατραπεί το ίδιο σε εμπειρογνώμονα και να αναλύσει και να ερμηνεύσει το εξειδικευμένο επιστημονικό περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 μέχρι 6.[9] Αυτό είναι έργο του εμπειρογνώμονα. Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία. Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή.[10] Στην παρούσα υπόθεση η μη κλήση των ιατρών από την κατηγορούσα αρχή οδήγησε σε μη ανάλυση και εξήγηση των ιατρικών ευρημάτων στα οποία κατέληξαν προς το Δικαστήριο για να μπορέσει αυτό να αξιολογήσει την ορθότητα τους και να αποφασίσει περαιτέρω έτσι, αφού πρώτα βέβαια υποστούν και τη δοκιμασία της αντεξέτασης, κατά πόσο ή όχι ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την όποια κλινική κατάσταση της παραπονούμενης. Η απουσία των ιατρών από το εδώλιο του μάρτυρα ουσιαστικά άφησε τα όποια ιατρικά ευρήματα τους μετέωρα και εκτεθειμένα ενώ παράλληλα οδηγεί σε αποτυχία σύνδεσης του κατηγορουμένου με το περιεχόμενο τους και κατ' επέκταση αποτυχίας σχέσης και ευθύνης του κατηγορουμένου με την πραγματικά ιατρική κατάσταση της παραπονούμενης και τις κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες. Όσον αφορά δε τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 το Δικαστήριο στην κατάληξη του να μην προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα έλαβε επιπροσθέτως υπόψη του το ότι τα εν λόγω έγγραφα σημειώνουν ως ημερομηνία ιατρικής εξέτασης της παραπονούμενης την 18ην Νοεμβρίου και 21ην Νοεμβρίου του έτους 2008 αντίστοιχα, δηλαδή πέραν των 6 μηνών αφότου η παραπονούμενη υπέστηκε τις κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες, χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε επαρκής εξήγηση. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια αντεξέτασης της η παραπονούμενη ερωτήθηκε για ένα ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Μιλτιάδους, άλλο από αυτό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Χωρίς να έχει αναγνωριστεί και κατατεθεί το εν λόγω έγγραφο και χωρίς καν να εξηγηθεί το περιεχόμενο του η ΜΚ1 κλήθηκε να απαντήσει ενώ της έγινε και υποβολή. Η μη κατάθεση του εγγράφου αυτού στο Δικαστήριο καθώς η απουσία παροχής εξηγήσεων ως προς το περιεχόμενο του και των ιατρικών-επιστημονικών ευρημάτων του από τον εμπειρογνώμονα συντάκτη του στερεί τη δυνατότητα από το Δικαστήριο από το να το αξιολογήσει κανονικά και ακριβοδίκαια. Κατά συνέπεια, η όποια μαρτυρία δόθηκε γύρω από το ζήτημα αυτό αγνοείται και έτσι ουδεμία βαρύτητα δίδεται σ' αυτήν. Όσον αφορά την ανώμοτη κατάθεση του κατηγορουμένου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ότι αυτή δεν υπέστηκε τη δοκιμασία της αντεξέτασης. Παρόλα αυτά αξιολογώντας την στο βαθμό που της αναλογεί το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα για τους εξής λόγους: (α) Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για κατ' επανάληψη επίδειξη προκλητικής συμπεριφοράς της παραπονούμενης καθώς και αδικαιολόγητη επίθεση από μέρους της στον κατηγορούμενο σε βαθμό μάλιστα να αναγκαστεί να αμυνθεί για να μην κτυπηθεί από τα αλλεπάλληλα κτυπήματα της τέθηκαν για πρώτη φορά στην ανώμοτη δήλωση του, χωρίς να τεθεί το κατάλληλο υπόβαθρο κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης έτσι ώστε η ίδια να τοποθετηθεί επ' αυτού. (β) Περιέχει κενά και ερωτηματικά όπως με ποιο τρόπο αμυνόταν για να αποφύγει τα κατ' ισχυρισμό αλλεπάλληλα κτυπήματα της παραπονούμενης, το πως κατάφερε να διαφύγει από την κατ' ισχυρισμό μαινόμενη συμπεριφορά της και να ανεβεί στην οικία του, γιατί όταν τηλεφώνησε στο υιό του Νικόλα του ζήτησε απλώς να μιλήσει στη μητέρα του και να την πείσει να μετακινήσει το αυτοκίνητο της και όχι πρωτίστως να την ηρεμήσει όπως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο και τι οικονομικά ανταλλάγματα η παραπονούμενη απέσπασε από τον κατηγορούμενο καθώς και τι πίεση προσπαθεί να εξασκήσει πάνω του η παραπονούμενη αλλά και τι άλλα ανταλλάγματα προσπαθεί αυτή να εκμαιεύσει από αυτόν. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά και αληθή γεγονότα που διαδραματίστηκαν και στα δύο επίδικα περιστατικά στις 16.05.08. Νομική πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης επί του οποίου εδράζονται η δεύτερη και τρίτη κατηγορίας διέπεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο έχει ως ακολούθως: "
  1. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχο πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος
  3. σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος
  4. με τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο
  5. εξυβρίζει πρόσωπο
  6. με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Αποτελεί ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος την εξύβρισε σε δύο περιστατικά, ήτοι το πρωί της 16ης Μαΐου του 2008 κοντά στο χώρο όπου ο κατηγορούμενος διαμένει αποκαλώντας 'bitch' στην παρουσία γειτόνων και περαστικών, καθώς επίσης και το απόγευμα της ίδιας ημέρας όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο δρόμο έξω από το διαμέρισμα της παραπονούμενης αποκαλώντας την πολλές φορές 'bitch' και 'πουτάνα' στην παρουσία γειτόνων και περαστικών. Σύμφωνα με το αγγλο-ελληνικό λεξικό ερμηνευτικό The Pocket Oxford Greek Dictionary αναθεωρημένης έκδοσης και ειδικότερα στη σελίδα 240 αυτού, η λέξη 'bitch' έχει την έννοια της 'σκύλας'. Ανατρέχοντας στο ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β' Έκδοσης, του Γ. Μπαμπινιώτη και συγκεκριμένα στη σελίδα 1616 διαπιστώνεται πως η λέξη 'σκύλα' όταν αναφέρεται σε γυναίκα αποκτά την έννοια της 'πόρνης' και αποτελεί έτσι εξύβριση για αυτήν. Ομοίως η λέξη 'πουτάνα', μέσα από τη σελίδα 1460 του ιδίου ελληνικού λεξικού, επίσης ερμηνεύεται όταν απευθύνεται σε μια γυναίκα ως 'πόρνη' και 'ανήθικη', αποτελώντας έτσι και αυτή η λέξη εξύβριση όταν ειπωθεί προς μία γυναίκα. Ωστόσο η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία που να τεκμηριώνει ότι ο κατηγορούμενος όντως εξύβρισε την παραπονούμενη το πρωί και το απόγευμα στις 16.05.08 με τις λέξεις που του καταλογίζονται μέσα από τις κατηγορίες 2 και 3 στην παρουσία γειτόνων, περαστικών, των παιδιών της και αστυνομικών, ως οι κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών. Το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη που αφορά την πρώτη κατηγορία διέπεται από το άρθρο 243 του Κεφ.
  7. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού αποτελεί η επίθεση που πραγματοποιεί ένα άτομο σε άλλο μέσα από την οποίαν προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Ο όρος 'επίθεση' περιλαμβάνει και καλύπτει τόσο το αδίκημα το γνωστό στο κοινοδίκαιο σαν 'assault' όσο και το αδίκημα το γνωστό σαν 'battery'. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072) ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Στην Κύπρο το αδίκημα της κοινής επίθεσης είναι θεσμοθετημένο και διέπεται από τον άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει οποιαδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στην πρώτη κατηγορία. Συγκεκριμένα, καμία αποδεκτή μαρτυρία υπάρχει που να στοιχειοθετεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στην παραπονούμενη καθώς επίσης καμία αξιόπιστη μαρτυρία ότι της προκάλεσε σωματικές βλάβες. Επίσης, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να προσκομίσει αποδεκτή μαρτυρία, η οποία να τεκμηριώνει σχέση και σύνδεση του κατηγορούμενου με το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον της κατηγορούσας αρχής. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Δημόσια Εξύβριση/Επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη/ Άρθρα 99 και 243 Κεφ.154/Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320, Κυπριανού v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816 [4] Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ..91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132 [5] Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113 [6] Άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 [7] Άρθρο 27
(1)Κεφ.9 [8] Άρθρο 27
(2)(α) Κεφ.9 [9] Σιακόλας v. Κωνσταντίνου
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1000 [10] Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.