Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστόφορου Αλεξάνδρου, Αρ. Υπόθεσης 430/10, 21.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 430/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστόφορουος Αλεξάνδρου, από τη Λεμεσό Κατηγορούμενου -------------------------------- Ημερομηνία: 21.2.2011....... Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν: κ. Η. Ηλία Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)(1ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας του καταλογίζεται ότι στις 11 Νοεμβρίου, 2008, στη Λεμεσό επιτέθηκε παράνομα κατά της εν διαστάσει συζύγου του, Έλενας Γεωργίου, από τη Λεμεσό. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε ως μάρτυρες την εξετάστρια της υπόθεσης, αστυφύλακα 4748. και εξεταστή της υπόθεσης Ο. Γρηγορίου (Μ.Κ. 1) καθώς και την παραπονούμενη Ε. Γεωργίου (Μ.Κ.2). Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του κατάθεσε ενόρκως. Η εκδοχή της παραπονούμενης, αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση απορρέει από τη γραπτή κατάθεσσήη της στην αστυνομία, ημερομηνίας 31.3.2009 (βλ. το τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ειδικότερα: Στον ουσιώδη χρόνο, ήταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο. με τον κατηγορούμενο σύζυγό της και απλά Ωστόσο μένανε μαζί στο ίδιο σπίτι. Ο κατηγορούμενος κοιμόταν στο υπνοδωμάτιό τους και η ίδια στον καναπέ τηςα κουζίνας. Στις 11.11.2008 γύρω στις 06:45, ενώ ήταν έτοιμη να φύγει από το σπίτι για τη δουλειά της και βρισκόταν στην κουζίνα ήρθε και ο κατηγορούμενος στην κουζίνα, ο οποίος απαιτούσε φωνάζοντας να τοη φιλήσει. Την ίδια στιγμή, την άρπαξε από τα μαλλιά και της δάγκωσε τα χείλη. Τότε έφυγε αμέσως από το σπίτι και πήγε στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι γιατρό. Ένιωσε έντονο πόνο, τόσο την ώρα που της τράβηξε τα μαλλιά ο κατηγορούμενος όσο και από το δάγκωμα στα χείλη. Η εκδοχή του κατηγορούμενου για ό,τι του καταμαρτυράεί η παραπονούμενη είναι η εξής (με αναφορά σε όσα έχει καταθέσει κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης): Το ισχυριζόμενο από αυτή περιστατικό είναι ψέματα και καθοδηγούμενο. Η παραπονούμενη - πρώην σύζυγός του, μαζί με τη συνήγορό της είχαν κατασκευάσει διάφορες μηχανορραφίες σε βάρος του, οι οποίες αποδείχθηκαν ως ψεύδψη και αναλήθειες στους διάφορους αστυνομικούς σταθμούς. Ως είθιστεαι, κάθε πρωί, πριν πάει δουλειά και ανεξάρτητα αν υπήρχαν κάποιες συζητήσεις τα βράδια (μεταξύ του και της παραπονούμενης, ήθελε να πει) συνήθιζε να φιλά την παραπονούμενη, το ίδιο έκανε κι αυτή και να το φιλά και φεύγανε για τις δουλειές τους. Το επίδικο πρωινό, ακριβώς την ώρα δε θυμάται τη φίλησε. Φεύγοντας η παραπονούμενη του είπε «εν να σε σάσω καλά». Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Ττο ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου (ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, με παρέάπεμψε απλώς στην ενώπιόν μου μαρτυρία). Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεονται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και Mohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 60/06, ημερομηνίας 27.2.2009, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, η πραγματική μαρτυρία, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 326,366: «..η πραγματική μαρτυρία συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας». Για εκτενέστερη ανάλυση του όρου πραγματική ή εμπράγματη μαρτυρία, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορά, γίνεται στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298. Σε σχέση με αξία της ιατρικής μαρτυρίας, παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439: «Η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, 1010, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51). Επισημαίνεται τέλος και η πάγια νομική αρχή, σύμφωνα με την οποία, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση της μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα, υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Η αστυφύλακας 47478 Ο. Γρηγορίου (Μ.Κ.1) είναι η εξετάστρια της υπόθεσης. Η ουσία της μαρτυρίας της απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσής τηης (βλ. το τεκμήριο 1) το οποίο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Προκύπτει από τη μαρτυρία τηςτης, ότι στις 31.3.2009 προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών η παραπονούμενη και της κατάγγειλε ότι στις 11.11.2008 της επιτέθηκε ο εν διαστάσει σύζυγός της και κατηγορούμενος, εντός της οικίας τους τραβώντας τηνς από τα μαλλιά και δαγκώνοντάας την στα χείλη. Στις 4.4.2009 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε να αναφέρει οτιδήποτε. Στη συνέχεια, την ίδια μέρα, τον κατηγόρησε γραπτώς και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «δεν παραδέχομαι». Η μαρτυρία της εξετάστριας σε σχέση με τα παραπάνω γίνεται αποδεκτή (και ως, ως αναντίλεκτη). Απ' εκεί και πέρα, σε σχέση με ό,τι έχει καταθέσει για τα όσα διαδραματίστηκαν στο σταθμό, στις 11.11.20098 είμαι διατεθειμένος να δεχθώ μέροςμέχρι της μαρτυρίας της εξετάστριας και συγκεκριμένα, εκείνο το μέρος που για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια συγκεντρώνει τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Κατά τα λοιπά, δε δέχομαι τη μαρτυρία τηςτης εξετάστριας. Ειδικότερα: Δέχομαι τη μαρτυρία τηςτης, στο βαθμό που φέρει την παραπονούμενη καθώς και τον κατηγορούμενο να μετέβησαν στον αστυνομικό σταθμό, στις 11.11.
- Δε δέχομαι όμως ότι προσήλθαν μαζί στο σταθμό, όπως ανάφερε, η μάρτυρας αφού, τουλάχιστον, επί τούτου υπάρχει κοινό έδαφος μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, συμφωνούν ότι μετέβη στο σταθμό πρώτα η παραπονούμενη και ακολούθως ο κατηγορούμενος. Ούτε ότι δεν έκανε οποιαδήποτε καταγγελία η παραπονούμενη εναντίον του κατηγορούμενου στο σταθμό, στις 11.11.2008 μπορώ να δεχθώ. Το γεγονός ότι δεν έκανε στην ίδια, καταγγελία ή παράπονο, δεν σημαίνει πως δεν έκανε και σε κανένα άλλο. Εξάλλου, ακόμη και από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου είναι σαφές, ότι, ο τότε υπεύθυνος του σταθμού, που αναμφίβολα συνάντησε στο σταθμό, στις 11.11.2008, τόσο τονυ κατηγορούμενου όσο και τηνς παραπονούμενης, σε κάθε περίπτωση κατέστη γνώστης όσων καταλογίζονται στον κατηγορούμενο από την παραπονούμενη, σε σχέση με το επεισόδιο του πρωινού της ίδιας μέρας. ΌμωςΌμως, η εξετάστρια, ούτε και μπορεί να δηλώνσει ότι βρήκε μια καταχώριση στις 11.11.2008, έπειτα, ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες τι ειπώθηκε μεταξύ παραπονούμενης, κατηγορούμενου και τότε υπεύθυνου του σταθμού την ημέρα αυτή στις 11.11.2008 και την ίδια στιγμή, να ισχυρίζεται ότι η παραπονούμενη δεν έκανε παράπονο για το επίδικο περιστατικό. Φυσικά, ανεξάρτητα του πως εκλαμβάνει η εξετάστρια τα όσα η παραπονούμενη ανάφερε στον υπεύθυνο του σταθμού, στις 11.11.2008, σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο, που σίγουρα του ανάφερε, προφανώς, η ουσία έγκειται αλλού. Εστιάζεται στο κατά πόσο το πρωί της 11ης 11.2008, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης, σύμφωνα με την εκδοχή της. Τέλος, δέχομαι ότι στις 11.11.2008, καθ' ον χρόνο η παραπονούμενη καθώς και ο κατηγορούμενος βρίσκονταν στο σταθμό, η μάρτυρας κλήθηκε από τον υπεύθυνο του σταθμού, να συνοδεύσει την παραπονούμενη στο νοσοκομείο, επειδή ένιωσε κάποια αδιαθεσία. Αντιπαραβάλλοντας - επί της ουσίας -την εκδοχή της παραπονούμενης με την αντίστοιχη του κατηγορούμενου, χωρίς ενδοιασμό δέχομαι την εκδοχή της παραπονούμενης, η οποία, συν τοις άλλοις είναι και πιο λογική από την εκδοχή του κατηγορούμενου. Δέχομαι τη μαρτυρία της παραπονούμενης, επί της ουσίας αφού αυτή συγκεντρώνει όλα τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Η παραπονούμενη κατάθεσε στο δικαστήριο με αμεσότητα, ειλικρίνεια και ευθύτητα για ό,τι έγινε, έπαθε και έκανε στον ουσιώδη χρόνο, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Μολονότι αντεξετάστηκε ικανά από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του κατηγορούμενου, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της. Σίγουρα εΕντοπίζω κάποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία της, ωστόσο αυτές αφορούν σε μικρολεπτομέρειες και είναι τόσο ασήμαντες, σε βαθμό, που, όχι μόνο δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τηςτης, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι η παραπονούμενη κατάθεσε στο δικαστήριο αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό. Ούτε και μου διαφεύγει ότι αρκετές από τις υποβολές που της έγιναν παρέμειναν έωλεςαίολες. Ωστόσο, οΟ κύριος λόγος για τον οποίο δέχομαι τη μαρτυρία της παραπονούμενης εστιάζεται στο γεγονός, ότι, η εκδοχή τηςτης, σε σχέση με την πιο ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης ενισχύεται ουσιωδώς με ιατρική μαρτυρία, το περιεχόμενο της οποίας, μάλιστα, αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Φυσικά, επειδή η μαρτυρία της παραπονούμενης καθώς και η εκδοχή τηςτης, κατά κύριο λόγο αντιπαραβάλλονεται με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου και κατ' επέκταση την δική του εκδοχή, του αντίστοιχα, απ' όσα ακολουθούν θα καταστεί απολύτως σαφές γιατί θεωρώ αξιόπιστη μάρτυρα την παραπονούμενη, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος ως μάρτυρας δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Υπήρξε αντιφατικός, προέβαλε ισχυρισμούς και θέσεις που στερούνταν λογικής είτε ακόμη που δεν υποβλήθηκαν στην παραπονούμενη, για να της δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει, περαιτέρω, υπήρξαν στιγμές που άλλα υπόβαλλε ο δικηγόρος του στην παραπονούμενη και διαφορετικά ανάφερε ο ίδιος, ενώ ήταν έκδηλη η προσπάθειά του να πλήξει την παραπονούμενη και ως μάρτυρας και ως χαρακτήρας, με αναφορές σε γεγονότα που όχι μόνο δεν τέθηκαν στην ίδια αλλά και που είναι άσχετα ή όχι άμεσα σχετικά με τον ουσιώδη χρόνο και τα επίδικα θέματα. Από τη συνολική του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα σχημάτισα την εικόνα ενός έξυπνου ανθρώπου καιμε δυναμικούό χαρακτήρα, ο οποίος, όμως, δυστυχώς επιστράτευσε το ψεύδος, προκειμένου να γίνει πιστευτός, ανεπιτυχώς, φυσικά, αφού η εκδοχή του -- στο βαθμό που μπορεί βάσιμα να γίνει λόγος για μια μόνο εκδοχή -- είναι διάτρητη από αντιφάσεις και προφανώς κατασκευασμένη. Ειδικότερα: Ισχυρίστηκε η παραπονούμενη χωρίς να έχει αμφισβητηθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, ότι κατά τον ίδιο χρόνο έμεναν και οι δυο στο ίδιο σπίτι, με τον κατηγορούμενο να κοιμάται στο υπνοδωμάτιο και την ίδια στον καναπέ της κουζίνας. Παρόλα αυτά, ο κατηγορούμενος, αντεξεταζόμενος επέμενε ότι το προηγούμενο βράδυ κοιμήθηκαν μαζί αγκαλιά, ενώ, δυο βράδια πριν είχαν και σεξουαλική επαφή. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, κατηγορούμενου αντεξετάζοντας την παραπονούμενη, της υπόβαλε και τις εξής, μεταξύ άλλων, θέσεις: Ότι δάγκωσε μόνη της τα χείλη τηςτης, για να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο. Ότι, ότι αυτά που καταλογίζει στον κατηγορούμενο είναι μέσα στα πλαίσια της εκδίκησήης τηςτης, επειδή της πήρε δυνάμει διατάγματος τη μια θυγατέρα και προχωρεί με αίτηση να της πάρει και τα άλλα παιδιά. Φυσικά, η απάντηση της παραπονούμενης, ότι ο κατηγορούμενος απλώς διεκδικεί και τα τέσσερα παιδιά, ο κατηγορούμενος χωρίς να βγει καμιά απόφαση διαφοροποίησε τη θέση του κατηγορούμενου, ο οποίος, μέσω του δικηγόρου του, της υπόβαλε αμέσως, ότι το ένα παιδί διαμένει μαζί του,. Τέλος, ότι κατάγγειλε τον κατηγορούμενο και για το λόγο ότι ζητά με αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο, τη συμβολή του για περιουσιακά στοιχεία, ιδιαίτερα στο σπίτι και κάποια άλλα. Πέραν από τις προφανείς διαφορές και/ή αντιφάσεις που υπήρχαν σε κάποιο βαθμό στις παραπάνω θέσεις και χωρίς να μου διαφεύγει ότι η υποβολή προς την παραπονούμενη, ότι πρώτα έμαθε για τις αιτήσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο και μετά κατάγγειλε τον κατηγορούμενο παρέμεινε ατεκμηρίωτη, έωλη, μολονότι, αν αποτελούσε γεγονός αυτό που της υποβλήθηκε, θα μπορούσε να αποδειχτεί και από ανεξάρτητη μαρτυρία είναι σημαντικό να καταγραφείεπισημανθεί και τι είπε προσωπικά ο ίδι ος κατηγορούμενος, σε σχέση με τα παραπάνω. Στην κυρίως εξέταση, καταρχήν ισχυρίστηκε ότι είναι ψέμα και καθοδηγούμενο το ισχυριζόμενο από την παραπονούμενη επίδικο περιστατικό. Επεξηγώντας τι εννοεί ανάφερε ότι η πρώην σύζυγός του μαζί με τη συνήγορό της είχαν κατασκευάσει διάφορες μηχανορραφίες σε βάρος του, οι οποίες πρόσθεσε αποδείχθηκαν ψεύδη και αναλήθειες στους διάφορους αστυνομικούς σταθμούς της πόλης μας. Απαντώντας σε κάποια ερώτηση του δικηγόρου του ισχυρίστηκε κατά λέξη τα εξής: «Το μόνο που έχω να πω είναι ότι ως είθισται κάθε πρωί, πριν να πάανω δουλειά και ανεξάρτητα αν υπήρχαν κάποιες συζητήσεις τα βράδια, συνήθιζα να τη φιλώ και να με φιλά και να φεύγουμε για τις δουλειές μας. Τη συγκεκριμένη μέρα, εγώ τη φίλησα το πρωί, ακριβώς την ώρα δε θυμάμαι και φεύγοντας μου είπε «εν να σε σάσω καλά»». Μια πρώτη παρατήρηση είναι η εξής: Εκτός του ότι τίποτα από τα παραπάνω υποβλήθηκε στην παραπονούμενη, ούτε και νομίζω να είναι το ίδιο, το να ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, ότι τη φίλησε την παραπονούμενη στον ουσιώδη χρόνο, ως επίσης και ότι αυτή του είπε «εν να σε σάσω καλά», με το να υποβάλλεται στην ίδια, ότι δάγκωσε μόνη της τα χείλη της για να τον ενοχοποιήσει. Η αδυναμία του κατηγορούμενου να δώσει εξήγηση για το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, που ενισχύει την εκδοχή της παραπονούμενης για όσα του καταμαρτυρεί είναι εμφανήςπρόδηλη. Λαμβάνοντας υπόψη και όσα ανάφερε αντεξεταζόμενος για το ίδιο θέμα είναι φανερό, ότι επιχείρησε, ανεπιτυχώς, με διαζευκτικές θέσεις είτε να αποδώσει σε αυτοτραυματισμό της παραπονούμενης, το τραύμα που έφερε αυτή έφερε στα χείλη είτε ακόμη, σε περίπτωση που δε γίνει δεκτή η θέση αυτή, και κριθεί να κριθεί ότι το συγκεκριμένο τραύμα το προκάλεσε ο ίδιος, ότι αυτό δεν οφείλεται σε επιθετική ενέργεια, αλλά, ότι ήταν το αποτέλεσμα του παθιασμένου φιλιού που της έδωσε. Καθώς έχει αναφέρει το φιλί που έδωσε στην παραπονούμενη στον ουσιώδη χρόνο, «ήταν φιλί παθιασμένο στα χείλη, όπως κάθε πρωί, κάθε νύχτα, κάθε μεσημέρι». Τώρα πως γίνεται ενώ ήταν σε διάσταση, με τον ένα να κοιμάται στο υπνοδωμάτιο και τον άλλο στην κουζίνα, να υπάρχει αυτή η παθιασμένη σχέση ανάμεσά τουςτους, δεν μπορώ να αντιληφθώ. Φυσικά, ότι η στάση του κατηγορούμενου σε σχέση με το πιο ουσιώδες γεγονός της υπόθεσης είναι .........επαμφοτερίζουσα καταφαίνεται και απ' όσα ακολουθούν.: Ισχυρίστηκε ηΗ παραπονούμενη, ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος την άρπαξε από τα μαλλιά και τραβώ ντας την προς τα πίσω τη δάγκωσε στα χείλη. Συνεπεία αυτού ένιωσε έντονο πόνο. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα εξετάστηκε από τη γιατρό Μ. Ευστρατίου, η οποία, σύμφωνα με τη σχετική έκθεσή της (βλ. το τεκμήριο 4, το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί παραδεκτό γεγονός) διαπίστωσε τα εξής: «Εξωτερικές κακώσεις: Οίδημα άνω χείλους αριστερά και δεξιά. Διάγνωση: Κάκωση άνω χείλους». Σύμφωνα πάντοτε με τη γιατρό Ευστρατίου εξέτασε την παραπονούμενη μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό, η οποία παραπονείτο για βία στην οικογένεια. Παρόλα αυτά, ο κατηγορούμενος προέβαλε και τις εξής θέσεις στην παραπονούμενη: Όταν στην ερώτηση του δικηγόρου τουης, τιί διαμείφθηκε μεταξύ της και του υπεύθυνου του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών, στις 11.11.2008 (όπου πήγε μετά το νοσοκομείο) αναφορικά με τον τραυματισμό της στα χείλη και συγκεκριμένα για το δάγκωμα, αυτήη παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι του είπε στον υπεύθυνο του σταθμού, πωςότι την τράβηξε από τα μαλλιά και τη δάγκωσε ο κατηγορούμενος, της έγινε η εξής υποβολή: «Να σου θυμίσω λίγο, ο κ. Ανδρέου, σας είπε: «Μα κυρία μου περιπαίζεις μας; Δε βλέπω κανένα πρόβλημα στα χείλη σου ή οτιδήποτε»».. Και λίγο παρακάτω, της υποβλήθηκε ότι «ο κ. Ανδρέου σου είπε ότι «δε βλέπω τίποτε στα χείλη σου» και απάντησες «με φίλησε» και ο κ. Ανδρέου απάντησε «αν σε φίλησε εν άντρας σου τί έπαθες;»». Προφανώς, η σύγχυση επιτείνεται ακόμη περισσότερο. Διερωτώμαι πώς γίνεται ο υπεύθυνος του σταθμού, να μην είδε τίποτε στα χείλη της παραπονούμενης, όταν, για να επαναλάβω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι, ενωρίτερα, την ίδια μέρα, σύμφωνα με τη γιατρό Ευστρατίου, η παραπονοπυύμενη έφερε οίδημα άνω χείλους αριστερά και δεξιά και υπέστη κάκωση άνω χείλους. Άξιος αναφοράς είναι ο ισχυρισμός του ίδιου του κατηγορούμενου, ο οποίος φέρει τον υπεύθυνο του αστυνομικού σταθμού, κ. Ανδρέου, μετά που η παραπονούμενη κυριεύθηκε από πανικό και πήγε νοσοκομείο, να του λέει τα εξής: «Χριστόφορε πρόσεχε, διότι θέλει να σε βάλει φυλακή. Ήρθε εδώ να σε καταγγείλει ότι τη χτύπησες, στο πρόσωπο και εγώ της είπα δεν έχεις τίποτε πάνω σου. .» Κατά' τ' άλλα, μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της παραπονούμενης αλλά και της εξετάστριας αναλώθηκε στην προσπάθεια τουαθώντας ο κατηγορούμενους να με πείσει ότι η παραπονούμενη δεν προέβηκε σε καταγγελία ή παράπονο εναντίον του στις 11.11.2008, για το επίδικο συμβάν της ίδιας μέρας. Όσα ακολουθούν αιτιολογούν, πλήρως, πιστεύω, τη διαπίστωσή μου, ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς για την παραπονούμενη που στερούνταιν λογικής, συν τοις άλλοις. Ανάμεσάα τους και οι ακόλουθοι: · Εχω απογοητευτεί πάρα πολύ από τη σύζυγοό μου. Δυστυχώς έχει κάνει τέτοιες ενέργειες σε βάρος μου και των παιδιών μου που είναι εγκληματικές για μένα. · Πριν τις 11.11.2008 δεν είμασταν σε διάσταση (για να επαναλάβω δεν αμφισβητήθηκε η παραπονούμενη η οποία ανάφερε το αντίθετο)ότι εκείνο το διάστημα είμαστε σε διάσταση). Το προηγούμενο βράδυ κοιμόμασταν μαζί αγκαλιά. Δυο βράδια πριν είχαμε και - σεξουαλική - επαφή. · ΗΟι σχέσηεις μαςτους μέχρι και τις 11.11.2008 το πρωί δεν ήταν σχέση ενός ερωτευμένου ζευγαριού που έμενε μαζί, αγαστές. Ήταν μια σχέση ανεκτική από το πρόσωποό μτου, ήταν ένας γάμος ετοιμοθάνατος, που όμως θεώρησαε σωστό να τον κρατήσωει ζωντανό, για χάριν των παιδιών μτου, γνωρίζοντας ότι η πρώην σύζυγός μτου ήθελε να κάνει μια καινούρια αρχή στη ζωή τηςτης, αλλά φοβόταν την οικονομική καταστροφή. · Ήταν σε γνώση μου ότι όταν είχε σεξουαλική επαφή μαζί μου ένιωθε ότι ήταν μια σκλάβα, μια πόρνη και απλά το έκανε για να μην τη σκοτώσω. Και δυστυχώς ανέχτηκα για χάρη των παιδιών μου να ζω μ' ένα ψέμα, την αχαριστία και την υποκρισία και να τραβήσω τα πάνδηνα στο βωμό του οικονομικού οφέλους. Δεν μετάνιωσα όμωςόμως, γιατί για μένα τα παιδιά μου είναι πάνω απ' όλα. Ομολογώ δεν αντιλαμβάνομαι τι ήθελε να πει ο κατηγορούμενος με τον παραπάνω μονόλογοό του. Διερωτώμαι ακόμη, πώς κατόρθωσε να συνδυάσει τη σεξουαλική ζωή που είχε με την παραπονούμενη, με τα οικονομικά της και το συμφέρον των παιδιών τους. · Ο έρωτάας μαςτους δεν ήταν εξαναγκαστικός, ούτε και υποκρινότανμουν ο ίδιος. Ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη, η οποία είχε τα σκαμπανεβάσματά της. Μια σχέση η οποία, η επαφή που υπήρχε από πλευράς της συζύγου μτου ήταν κατά το δοκούν, διότι ως γυναίκα είχε και εκείνη τις ανάγκες της, αλλά, κυρίως έπαιζξε σημαντικό ρόλο η κατάσταση της υγείας της. Αν βρισκόταν στηε φάση της κατάθλιψης ή στη φάση της υπερδιέγερσης, αλλά και μέρος των προσπαθειών μτου ήταν να περιμαζέψωει και περισώσωει ό,τι περισώζεται. · Η όλη αλήθεια είναι ότι μετά τις 16.11.2007 που περιήλθε στα χέρια μτου το γράμμα που είχε γράψει η παραπονούμενη στον πατέρα Επιφάνειο, με το οποίο του έγραφψε ότι ένοιωθε πόρνη, σκλάβα κ.λ.π., πλέον, για' αυτόνμένα, η σεξουαλική επαφή μαζί της ήταν τυπική για να αποφύγεωι άλλες δυσάρεστες καταστάσεις που έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή μτου, με την αρρωστημένη φαντασία και ζήλια της στο παρελθόν. · Ήταν άρρωστη παθολογικά, ζήλευε παθολογικά και υπάρχει σωρεία περιπτώσεων που η αίθουσα του δικαστηρίου είναι πολύ μικρή για να χωρέσει τους μάρτυρες. Στο σημείο αυτό, ομολογώ αισθάνομαι έντονα την ανάγκη να υποδείξω στον κατηγορούμενο το εξής: όσο μικρή κι αν είναι η αίθουσα του δικαστηρίου, που δεν είναι κάθε άλλο, είναι αρκετά ικανοποιητική, ώστε να χωρέσει τουλάχιστον, ένα, από τους τόσους πολλούς μάρτυρες που επικαλέστηκε γενικά και αόριστα ο κατηγορούμενος, για να καταρρακώσει την αξιοπρέπεια της πρώην συζύγου του και να την εξευτελίσει ως άνθρωπο αδιαφορώντας ότι απέκτησε μαζί της και παιδιά και γιατί όλα αυτά, επειδή, δεν είχε τη δύναμη και το θάρρος να ομολογήσει κάτι που έκανε σε βάρος της παραπονούμενης. Και μετά απ' όσλα τηςαυτά που καταμαρτυρεί της παραπονούμενης φθάνοντας στο σημείο να την αποκαλεί άρρωστη, αλλά και να προσπαθεί να την εκθέσει, αποκαλύπτοντας, ουσιαστικά, το περιεχόμενο όσων αυτήη παραπονούμενη εξομολογήθηκε στον πνευματικό της, θέλει να τον πιστέψω ότι το φιλί που της έδωσε στον ουσιώδη χρόνο, της έδωσε ήταν ένα φιλί παθιασμένο στα χείλη, όπως της δίνει κάθε πρωί, κάθε νύχτα, κάθε μεσημέρι. Και κάτι τελευταίο. Όταν ένας άνθρωπος φθάνει στο σημείο να αποκαλύπτει το περιεχόμενο όσων - υποτίθεται - εξομολογήθηκε κάποιος άλλος στον πνευματικό του, ακόμη κι αν πρόκειται για τη σύζυγό του και μάλιστα κομπάζει........ ότι έχει μαζί του και το γράμμα που έγραψε η σύζυγός του στον πνευματικό της και περιέχει την εξομολόγησή της, λυπάμαι να παρατηρήσω ότι παραβιάζει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα της συζύγου του και σε κάθε περίπτωση, δε νομιμοποιείται να της προσάπτει παθολογική ζήλια. Μολονότι θα μπορούσα να συνεχίσω, θεωρώ αρκετά όσα έχουν αναφερθεί προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα και να εξηγήσω γιατί θεωρώ ότι τα γεγονότα, στον ουσιώδη χρόνο διαδραματίστηκαν σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονούμενης. Προτού αναφερθώ σ' αυτά, θα ήθελα να προβώ και σε μερικά σχόλια, αναφορικά με την αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου του κατηγορούμενου. Η θέση ότι η όλη κατάσταση είναι της φαντασίας της παραπονούμενης, η οποία προέβηκε στην όλη κατάσταση και καταγγελία, απλά και μόνο για εκδικητικούς λόγους, για να επιτύχει διάταγμα αποκλειστικής χρήσης στέγης στο Οικογενειακό Δικαστήριο, καταρχήν, αποτελεί επιπλέον εκδοχή, ως προς το κίνητρο που αποδίδεται στην της παραπονούμενης να προβεί στην επίδικη καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου, εκδοχή, πουη οποία εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε υποβλήθηκε σ' αυτήν ευθέως. Έπειτα, διερωτώμαι πώς μπορεί να συνυπάρχει η θέση αυτή, με την άλλη θέση του κατηγορούμενου, σύμφωνα με την οποία, στις 11.11.2008, η παραπονούμενη, ούτε τον κατάγγειλε μα ούτε και έκανε παράπονο στην αστυνομία εναντίον του στην αστυνομία, παρά μόνο στις 31.3.2009, τη στιγμή που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ τουςων δυο, ότι η παραπονούμενη εξασφάλισε διάταγμα απομάκρυνσηής του από το συζυγικό οίκο, στις 28.11.
- Επειδή, τέλος, ο κ. Ηλία επιχείρησε να φέρει εκθέσει την παραπονούμενη, με βάθρο και τους ισχυρισμούς της με το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, η οποίαπου καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί παραδεκτό γεγονός, δηλώνω ευθέως πως δεν εντοπίζω καμιά αντίφαση ανάμεσα στους ισχυρισμούς της παραπονούμενης και στο περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης της γιατρού Ευστρατίου (τεκμήριο 4). Καταρχήν, η ουσία της εν λόγω έκθεσης έγκειται στα εξής: Η γιατρός Ευστρατίου εξέτασεη την παραπονούμενη στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, στις 11.11.2008 και ώρα 07:00, δηλαδή, 15 λεπτά μετά που της επιτέθηκε, όπως ισχυρίστηκε, ο κατηγορούμενος. Παραπονείτο για βία στην οικογένεια και ανάφερε, αναφέρει δάγκωμα στο άνω χείλος από το σύζυγό της. Κατά την εξέταση έφερε την εξής εξωτερική κάκωση: Οίδημα άνω χείλους αριστερά και δεξιά. Διάγνωση: Κάκωση άνω χείλους. Το γεγονός, ότι, ο κατηγορούμενος δάγκωσε μόνο μια φορά την παραπονούμενη στα χείλη, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια - έννοια - επιστημονική ή άλλη - συγκρούεται με την αναφορά στην ιατρική έκθεση, σε οίδημα άνω χείλους αριστερά και δεξιά. Το ίδιο ισχύει και για την άλλη θέση του κ. Ηλία, σύμφωνα με την οποία, δεν μπορεί να είναι αλήθεια, ότι ο κατηγορούμενος τράβηξε την παραπονούμενη από τα μαλλιά την παραπονούμενη και να μην υπάρχει κανένα σχετικό εύρημα στην έκθεση. Ειλικρινά, διερωτώμαι πώς τεκμηριώνεται η συγκεκριμένη θέση (ως θέμα κοινής λογικής πια και όχι κατ' ανάγκη εμπειρογνωμοσύνης) και συγκεκριμένα, γιατί σώνει και καλά, θα πρέπει να προκληθεί κοκκίνισμα πάνω σε κάποιον του οποίου κάποιος άλλος τραβά τα μαλλιά. Επί του προκειμένου, πού ανάμενε η υπεράσπιση το κοκκίνισμα; Μήπως στα μαλλιά της πραπονούμενης; Τέλος, ούτε και το γεγονός, ότι η γιατρός Ευστρατίου καταγράφει στη σχετική έκθεσή της, ότι εξέτασε την παραπονούμενη μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό καθιστά τη δεύτερη αναξιόπιστη, επειδή στην κατάθεσή της είπε ότι ο κατηγορούμενος την τράβηξε από τα μαλλιά και της δάγκωσε τα χείλη. Εάν ανατρέξει κανείς σ' οποιοδήποτε λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, θα διαπιστώσει ότι, ξυλοδαρμός, δε σημαίνει μόνο χτυπήματα αλλά και την άσκηση σωματικής βίας, η οποία, προφανώς μπορεί να πάρει διάφορες μορφές και να εκδηλωθεί με διάφορους τρόπους και/ή μέσα. Επομένως, όχι μόνο δεν εκθέτει σ' οποιοδήποτε σημείο την παραπονούμενη, το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, αλλά, λαμβανομένων υπόψη, του χρόνου που μεσολάβησε από την ώρα που της επιτέθηκε ο κατηγορούμενος μέχρι και την ώρα που μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και εξετάστηκε από τη γιατρό Ευστρατίου (μόλις 15 λεπτά), τι ανάφερε στη γιατρό καθώς και την ιδιότητα της τελευταίας, σε συνδυασμό ασφαλώς και με τα ευρήματά της κατά την εξέταση, όλα αυτά, καθιστούν το περιεχόμενο όσων ανάφερε η παραπονούμενη στη γιατρό, άμεσο παράπονο τη εννοία του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου και κατά συνέπεια ενισχυτική μαρτυρία για ό,τι αυτή βίωσε στο σπίτι ενωρίτερα. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος που ήταν ζευγάρι, στις 11.11.2008 ήταν σε διάσταση. Παρόλα αυτά διέμεναν στο ίδιο σπίτι μαζί με τα τέσσερα ανήλικά τους παιδιά. Ο κατηγορούμενος κοιμόταν στο υπνοδωμάτιο του ζεύγους και η παραπονούμενη σε καναπέ στην κουζίνα. Τη συγκεκριμένη μέρα (11.11.2008), γύρω στις 06:45, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στην κουζίνα και ήταν έτοιμη να φύγει για τη δουλειά της, μπήκε στην κουζίνα και ο κατηγορούμενος, ο οποίος απαιτούσε από αυτή φωνάζοντας να το φιλήσει. Την ίδια στιγμή, την άρπαξε από τα μαλλιά και τραβώντας το κεφάλι της προς τα πίσω τη δάγκωσε στα χείλη. Συνεπεία των ενεργειών του κατηγορούμενου, η παραπονούμενη ένιωσε έντονο πόνο. Ακολούθως έφυγε από το σπίτι και μετέβη αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου στις 07:00 εξετάστηκε από τη γιατρό Μ. Ευστρατίου, η οποία διαπίστωσε οίδημα άνω χείλους αριστερά και δεξιά και διάγνωσε κάκωση στο άνω χείλος της παραπονούμενης. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/00 και του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης δημιουργεί το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και στοιχειοθετείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα. Στην υπόθεση R. v. Vienna
(1975)3 All E.R. 788 τέθηκαν οι νομολογιακές αρχές και αποφασίστηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της επίθεσης, δε χρειάζεται η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει πρόθεση. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο [βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R. και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445]. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Archbold Pleading and Practice, 40η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1280. Όταν ως αποτέλεσμα της επίθεσης, υπό την έννοια όσων αναφέρονται πιο πάνω, προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη, τότε στοιχειοθετείται το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Στο σύγγραμμα Russel on Crime στη σελ. 629, αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56, αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Όταν το αδίκημα της επίθεσης διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου, θεωρείται κατά νόμο αυξημένης σοβαρότητας, αφού προσλαμβάνει τη μορφή βίας στην οικογένεια, η οποία χαρακτηρίζεται άκρως σοβαρή (βλ. το άρθρο 4
(1)του Νόμου 119
(1)/00, ανωτέρω). Οι εν διαστάσει σύζυγοι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου (119
(1)/00) θεωρούνται μέλη της οικογένειας, οπότε εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Κοντολογίς, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της κοινής επίθεσης και επιπλέον, ότι αυτή έγινε από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο. Αρχίζω με το τελευταίο. Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος στον ουσιώδη χρόνο ήταν εν διαστάσει σύζυγοι, επομένως θεωρούνται μέλη της οικογένειας τη εννοία του Νομου 119
(1)/00. Όταν ο κατηγορούμενος άρπαξε την παραπονούμενη από τα μαλλιά και τραβώντας της το κεφάλι προς τα πίσω τη δάγκωσε στα χείλη είναι φανερό, ότι άσκησε εναντίον της πραγματική βία, δηλαδή επίθεση, η οποία εκδηλώθηκε εκ μέρους του με πρόθεση, προφανώς παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης, η οποία, εξαιτίας όσων βίωσε ένιωσε έντονο πόνο. Κατά συνέπεια, η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος που του καταλογίζεται στοιχειοθετείται πλήρως, χωρίς να μου διαφεύγει, ότι, με δεδομένο ότι τραυματίστηκε η παραπονούμενη, εξαιτίας της επίθεσης που δέχτηκε από αυτόν, η κατηγορούσα αρχή, θα μπορούσε να του είχε προσάψει σοβαρότερη κατηγορία. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Κοινή Επίθεση - συστατικά στοιχεία -, μαρτυρία - ιατρική, ενισχυτική -, άμεσο παράπονο, παραδεκτά γεγονότα - σύγκρουσή τους με τη μαρτυρία - ). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο