← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νεόφυτου Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 12895/09, 25 Φεβρουαρίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νεόφυτου Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 12895/09, 25 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B41 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12895/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νεόφυτου Παναγή, εκ Λεμεσού Κατηγορούμενου --------------------- Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Κατηγορούμενος παρών, γι' αυτόν ο κ. Ε. Αναστασίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος, στις 9.2.2009, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Μ. Γειτονιά, εξύβρισε τον Ανώτερο Υπαστυνόμο Δημήτρη Δημητριάδη από τη Λεμεσό με τη φράση «μαλακισμένε» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Ο πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Λοχίας 4364 Χαράλαμπος Ποιητάρης της Τροχαίας Λεμεσού. Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 13.2.2009, ως μέρος της κύριας εξέτασης του, στην οποίαν αναφέρει τα ακόλουθα. Στις 13.2.2009 παρέλαβε αλληλογραφία από το Αρχηγείο Αστυνομίας στην οποία υπήρχε καταγγελία από τον Ανώτερο Υπαστυνόμο Δημήτρη Δημητριάδη, που υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας, εναντίον του οδηγού του οχήματος ταξί με αριθμούς εγγραφής TKLA 377, Νεόφυτου Παναγή, για τροχαία αδικήματα, ήτοι επαναστροφή και παρακώλυση κυκλοφορίας, καθώς επίσης για δημόσια εξύβριση, που διαπράχθηκαν στις 9.2.2009 και περί ώρα 15.45 στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Μέσα Γειτονιά, και ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Την ίδια μέρα ο Μ.Κ. 1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 1, και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για τα τροχαία αδικήματα. Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι ότι έκαμα επαναστροφή ενώ για την παρακώλυση πιθανό να παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα χωρίς να το θέλω και απολογούμαι». Στην συνέχεια ο Μ.Κ. 1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι με τίποτε ότι εξύβρισα τον κ. Δημητριάδη γιατί δεν είναι του χαρακτήρα μου και ούτε υπήρχε λόγος να το πράξω» - Τεκμήριο

  1. Ο Μ.Κ. 1 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ. 1 αρνήθηκε επίμονα τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης περί μη αμερόληπτης και αντικειμενικής διερεύνησης της υπόθεσης εν όψει της ιδιότητας του παραπονούμενου, και ανέφερε ότι ο λόγος που δεν έκρινε αναγκαία τη λήψη κατάθεσης από τα άτομα που κατονόμασε ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ότι βρίσκονταν μέσα στο ταξί την ώρα του επεισοδίου ήταν ότι δεν ανέμενε να αναφέρουν οτιδήποτε εναντίον του κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος, Αστυνόμος Δημήτρης Δημητριάδης, που υπηρετεί στο Γραφείο Ανάληψης Εγκλημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας, ήταν ο επόμενος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής. Ο Μ.Κ.2 με την σειρά του υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ.10.2.2009 ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης, στις 9.2.2009 και μεταξύ των ωρών 15.40-15.45, κατά την επιστροφή του στη Λεμεσό από το καθήκον του στη Λευκωσία, οδηγούσε το όχημα του με κατεύθυνση νότια επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αρχ. Μακαρίου Γ΄, στη Μέσα Γειτονιά, με σκοπό να εισέλθει στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου όταν θα έφθανε στην συμβολή των 2 αυτών δρόμων. Ενώ βρισκόταν λίγα μέτρα πριν την συμβολή και μπροστά του υπήρχαν 2 άλλα οχήματα και στη δεξιά λωρίδα πυκνή κυκλοφορία, είδε το όχημα ταξί με αρ. εγγραφής TKLA 377, το οποίο βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω Λεωφόρου με βόρεια κατεύθυνση να πραγματοποιεί επαναστροφή και να εισέρχεται από την συμβολή των 2 δρόμων στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεωθούν οι οδηγοί των οχημάτων, περιλαμβανομένου του ιδίου, που προχωρούσαν στις 2 λωρίδες της νότιας κατεύθυνσης σε ελιγμούς ώστε να αποφύγουν την σύγκρουση. Το εν λόγω όχημα προχώρησε με νότια κατεύθυνση και λίγα μέτρα πριν την στροφή που ενώνει τις οδούς Γρηγόρη Αυξεντίου και Κηφισίας, έκανε στάση εντός της λωρίδας κυκλοφορίας για να κατεβούν οι επιβάτες που μετέφερε με αποτέλεσμα να προκαλέσει εκ νέου παρακώλυση της κυκλοφορίας και την αντίδραση των οδηγών των 2 οχημάτων που βρίσκονταν μπροστά του. Στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης των οδών Γρηγόρη Αυξεντίου και Λεωφόρου Μακεδονίας που βρισκόταν λίγο πιο κάτω, ήταν αναμμένο το πράσινο φως. Στα κορναρίσματα των 2 προπορευομένων οχημάτων του, ο οδηγός ταξί βγάζοντας το δεξί χέρι από το παράθυρο του οδηγού έγνεψε να τον προσπεράσουν, πράγμα το οποίο και έπραξαν με δυσκολία καθότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας υπήρχαν διερχόμενα αυτοκίνητα. Όταν με την σειρά του ο Μ.Κ. 2 κατάφερε να παρακάμψει το εν λόγω όχημα και να έρθει σε παράλληλη ευθεία με αυτό, άνοιξε το παράθυρο του συνοδηγού του οχήματος του με σκοπό να τον πληροφορήσει ότι θα τον καταγγείλει και να του ζητήσει να σταθμεύσει το όχημα του ώστε να μην εμποδίζει την κυκλοφορία. Μόλις ο Μ.Κ. 2 του ανέφερε ότι έχει παρανομήσει, και πριν προλάβει να τον πληροφορήσει ότι θα τον καταγγείλει, ο οδηγός του ταξί πρόταξε το δεξί του χέρι προς το μέρος του και του φώναξε με απειλητικό ύφος «Τράβα που δαμέ ρε μαλακισμένε που εν να μου κάμεις παρατήρηση». Τότε ο Μ.Κ. 2 είδε τον συνοδηγό του ταξί να γελά και τον οδηγό του να κατευθύνει το όχημα του εντός της οδού Κηφισίας και να απομακρύνεται με ταχύτητα. Στις 15.45 ο Μ.Κ. 2 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με το Τμήμα Τροχαίας Λεμεσού, κατά την οποία ενημέρωσε τον Υπαστυνόμο Ρένο Δωράτη, ο οποίος του εισηγήθηκε όπως τα γεγονότα του υποβληθούν γραπτώς μέσω της εν λόγω κατάθεσης του. Ο Μ.Κ.2 συμπλήρωσε ότι πρώτη φορά είδε τον κατηγορούμενο την επίδικη ημερομηνία, ο ίδιος ήταν με πολιτικά ρούχα και το όλο επεισόδιο διήρκησε 2-3 λεπτά, λόγω και της κυκλοφορίας. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ. 2 επανέλαβε τις συνθήκες του επεισοδίου, λέγοντας ότι το ταξί σταμάτησε παρακωλύοντας τα οχήματα που ήταν πίσω του, ο ίδιος ήταν το τρίτο όχημα που ακολουθούσε τον κατηγορούμενο, και όταν παράκαμψε το ταξί, άνοιξε το παράθυρο του συνοδηγού και ενώ βρισκόταν σε παράλληλη ευθεία με αυτό και το παράθυρο του οδηγού του ταξί ήταν ανοικτό, μόλις πρόλαβε να του πει «Κύριε έχεις παρανομήσει». Ο Μ.Κ.2 επέμενε ότι ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε και αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι η καταγγελία για το αδίκημα της εξύβρισης έγινε εκδικητικά. Στην σκηνή υπήρχε κόσμος, αλλά δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο άκουσαν την συνομιλία του με τον κατηγορούμενο, ενώ απεκάλυψε στην κατάθεση του την ύπαρξη του συνοδηγού του ταξί. Τέλος, επεξήγησε ότι η αναφορά του στο έντονο ύφος του κατηγορούμενου όταν τον ύβρισε σημαίνει προτάσσοντας το χέρι με έντονο, απειλητικό και νευρικό ύφος. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, κάλεσε αυτόν να προβάλει την υπεράσπιση του και του εξήγησε τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ανέφερε ότι είναι 62 ετών, ιδιοκτήτης ταξί και ήταν ξενοδοχειακός υπάλληλος για 33 χρόνια. Υιοθέτησε την κατάθεση του, Τεκμήριο
  2. Σε αυτήν αναφέρει ότι δεν παραδέχεται για τα εν λόγω αδικήματα τροχαίας και δημόσιας εξύβρισης και αφηγήθηκε τα γεγονότα ως ακολούθως. Στις 9.2.2009 και ώρα 15.45 οδηγούσε το ταξί του με αριθμούς εγγραφής TKLA 377 με επιβάτες τους Σάββα Μαούδη και Ζαχαρία Κωνσταντίνου, δίνοντας και τον αριθμό τηλεφώνων τους. Ο ίδιος θα τους παρουσιάσει στο Δικαστήριο για να επιβεβαιώσουν αυτά που θα πει στην κατάθεση του. Οδηγούσε στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου με νότια κατεύθυνση και η κίνηση ήταν αρκετή. Σε καμία περίπτωση δεν έκανε επαναστροφή και ούτε πήγαινε προς βόρεια. Το μόνο που έκανε ήταν να σταματήσει στην αριστερή πλευρά του δρόμου έξω από το κατάστημα υλικών οικοδομής του Πανίκου Λεωνίδου. Πράγματι μπορεί να προκάλεσε παρακώλυση της κυκλοφορίας. Αφού πέρασαν από δίπλα του δεξιά 2 ή 3 οχήματα, σταμάτησε ένα όχημα ακριβώς δίπλα του στο οποίο επέβαινε ένας κύριος, τον οποίο δεν πρόσεξε, και αφού άνοιξε το γυαλί του οχήματος του, του φώναζε να προχωρήσει. Ο κατηγορούμενος του φώναξε «Προχώρα», ενώ δεν τον ύβρισε γιατί δεν συνηθίζει να βρίζει κανένα και δεν είναι του χαρακτήρα του. Μόλις απομακρύνθηκε, για να μην εμποδίζει και άλλα οχήματα, αμέσως ξεκίνησε, εισήλθε στην οδό Κηφισίας, έκανε γύρο του τετραγώνου και επέστρεψε στο ίδιο σημείο και στάθμευσε εκτός του δρόμου για να αγοράσει τα πράγματα που ήθελε. Οι επιβάτες του μπορούν να επιβεβαιώσουν όλα αυτά, ενώ άκουσε τις φωνές του και ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, Πανίκος Λεωνίδου, ο οποίος τον ρώτησε τι έχει αυτός και φωνάζει. Ο κατηγορούμενος δεν απάντησε επειδή δεν κατάλαβε γιατί φώναζε και μάλιστα θεώρησε ότι το θέμα έληξε εκεί. Δεν αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για αστυνομικό ή ότι θα τον κατάγγελλε γραπτώς. Η εκδοχή του παραπονούμενου είναι αναληθής και θα στείλει επιστολή στον Αρχηγό Αστυνομίας αναφέροντας τα πραγματικά γεγονότα και θα διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματα του. Στο πλαίσιο της κύριας εξέτασης του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι έκανε επαναστροφή και γι΄αυτό καταγγέλθηκε, παραδέχθηκε και του επιβλήθηκε πρόστιμο. Ο ίδιος αναγνώρισε ότι σταμάτησε έξω από το μαγαζί και εμπόδιζε την κυκλοφορία, και ότι είπε στον παραπονούμενο «Προχώρα ρε κουμπάρε» αλλά σε καμία περίπτωση δεν τον ύβρισε επειδή έφταιγε. Ο κατηγορούμενος είπε ότι ο αστυνομικός που του έλαβε κατάθεση του είπε ότι θα λάμβανε κατάθεση και από τους 2 επιβάτες του ταξί. Ακόμα είπε ότι δεν υπήρχε κόσμος, τα αυτοκίνητα του είχαν κάποια απόσταση και τα τζάμια ήταν κλειστά γιατί ήταν χειμώνας. Κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος είπε ότι παραδέχθηκε ότι έκανε επαναστροφή όταν κατηγορήθηκε στο Δικαστήριο, επομένως άλλαξε τη θέση που εξέφρασε επί τούτου στην κατάθεση του τότε που κατάλαβε ότι έκανε λάθος και αναγνώρισε ότι έκανε λάθος. Το μόνο που είπε στον παραπονούμενο ήταν «Προχώρα» ή «Τράβα» «ρε κουμπάρε» και μάλιστα σε κανονικό ύφος, δείχνοντας και με το χέρι του. Επέμενε ότι τα τζάμια και των 2 οχημάτων ήταν κλειστά. Είπε ότι τα οχήματα περνούσαν άνετα από τον δρόμο, για να αναφέρει αμέσως μετά ότι περνούσαν με αρκετή δυσκολία. Αρνήθηκε ότι ύβρισε τον παραπονούμενο, λέγοντας ότι αυτός είχε δίκαιο, και επομένως δεν είχε λόγο να τον βρίσει. Ο Σάββας Μαούδης κατέθεσε επίσης για την υπεράσπιση. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο εδώ και 12 χρόνια και ήταν επιβάτης, συνοδηγός του κατηγορούμενου στο ταξί την επίδικη μέρα. Σταμάτησαν απέναντι από το κατάστημα υλικών οικοδομής και στο πλάι σταμάτησε ο οδηγός, κάτι είπε στον κατηγορούμενο και ο τελευταίος του είπε «Προχώρα». Επειδή αυτός θα συζητούσε, ο Μ.Υ. 1 είπε στον κατηγορούμενο να προχωρήσει να πάνε πίσω και έτσι έγινε. Οι 2 οδηγοί ήταν μέσα στα αυτοκίνητα κατά την ώρα του επεισοδίου. Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ. 1 είπε ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος δημιούργησε την συμφόρηση και πρόβλημα, επειδή σταμάτησε στη 2η γραμμή στο μέσο του δρόμου, και όχι ο κατηγορούμενος, και χωρούσε να περάσει κανονικά αυτοκίνητο. Ο ίδιος είπε στον κατηγορούμενο να φύγει επειδή κάτι φώναζε ο κύριος, όμως δεν άκουσε τι έλεγε επειδή τα παράθυρα και των 2 οχημάτων ήταν κλειστά. Ο κατηγορούμενος δεν έβγαλε το χέρι του έξω, και ήταν ο παραπονούμενος που παρεμπόδιζε την κυκλοφορία και ήθελε να κάνει φασαρία. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα κριθεί με βάση την αξιοπιστία των μαρτύρων. Ο κ. Αναστασίου ισχυρίστηκε ότι η διερεύνηση της υπόθεσης πάσχει και είναι ελλιπής, εφόσον η αστυνομία δεν έλαβε καταθέσεις από τους επιβάτες του ταξί. Ήταν επίσης η θέση του κ. Αναστασίου ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά του αδικήματος, και ειδικότερα ότι η εξύβριση έγινε σε δημόσιο χώρο, καθότι η συνομιλία έγινε ενώ οι 2 βρίσκονταν εντός των οχημάτων τους και κανείς δεν τους άκουσε. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και να απορρίψει αυτή του κατηγορούμενου και του Μ.Υ. 1, επισημαίνοντας τις αντιφάσεις στις οποίες περιέπεσαν τόσο ο καθένας ξεχωριστά όσο και μεταξύ τους. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και αρχικά αναφέρω ότι ο Μ.Κ. 1 έκανε καλή εντύπωση ως ειλικρινής μάρτυρας. Ο Μ.Κ. 1 αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη αναφορικά με την εξέταση της καταγγελίας του παραπονούμενου, χωρίς να διακρίνεται με οποιονδήποτε τρόπο μεροληψία ή προκατάληψη εκ μέρους του. Το γεγονός ότι η καταγγελία του παραπονούμενου διαβιβάστηκε στον ίδιο μέσω αλληλογραφίας, λόγω της ιδιότητας του παραπονούμενου, δεν ενέχει σημασία ούτε και φάνηκε να προσδίδει διαφορετική μεταχείριση του παραπονούμενου ή διαφορετική αντιμετώπιση της υπόθεσης από τον εξεταστή. Μάλιστα, οι ενέργειες του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, και το θέμα της παράλειψης λήψης καταθέσεων από τα πρόσωπα που κατονόμασε ο ίδιος ο κατηγορούμενος δικαιολογήθηκε επαρκώς από τον μάρτυρα καθότι ο κατηγορούμενος ανέφερε ρητά στην κατάθεση του ότι αυτοί θα κληθούν ως μάρτυρες από τον ίδιο για να επιβεβαιώσουν μάλιστα τα όσα ο ίδιος λέγει στην κατάθεση του. Άλλωστε, η υπεράσπιση δεν έθεσε στον μάρτυρα τη θέση που εξέφρασε ο κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του ότι ο αστυνομικός του είπε ότι θα λάμβανε καταθέσεις από τους επιβάτες του ταξί, κάτι που οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι εκ των υστέρων σκέψεις του κατηγορούμενου. Επομένως, ικανοποιούμαι για την ειλικρίνεια του Μ.Κ. 1 και τον αντικειμενικό τρόπο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ.2 με την σειρά του δημιούργησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και γενικά φάνηκε ότι κατέθεσε για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με ειλικρίνεια. Ο Μ.Κ.2 αφηγήθηκε τα γεγονότα με αμεσότητα, ευθύτητα και συνοχή, δεν φάνηκε να διακατείχετο από κίνητρα εκδίκησης έναντι στον κατηγορούμενο, και η αναφορά του μάλιστα σε σημαντικά σημεία για τα γεγονότα της υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, παρά μόνο ο ίδιος ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει διαφορετική εκδοχή στο Δικαστήριο κατά τη δική του μαρτυρία. Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά του Μ.Κ.2 ότι το παράθυρο του οδηγού του ταξί ήταν ανοικτό και ο κατηγορούμενος έκανε νόημα με το χέρι του στην τροχαία κίνηση που τον ακολουθούσε, και ότι ο ίδιος άνοιξε το παράθυρο του συνοδηγού του δικού του οχήματος και μίλησε με τον κατηγορούμενο. Αυτή η εκδοχή του Μ.Κ.2 ουδόλως αντικρούστηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του, και γενικά η όλη συμπεριφορά του μάρτυρα στο εδώλιο και η ολοκληρωμένη και συνεπής εκδοχή του των γεγονότων έπεισαν το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος δεν κατάφερε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Όπως ήδη επισημαίνεται πιο πάνω, ο κατηγορούμενος ανέφερε τη δική του εκδοχή των γεγονότων μόνο στο στάδιο της δικής του μαρτυρίας, χωρίς αυτή η εκδοχή να έχει τεθεί στους μάρτυρες κατηγορίας, για να φανεί το αληθές των ισχυρισμών του αλλά και να δοθεί η ευκαιρία στους μάρτυρες κατηγορίας να εκφράσουν τις θέσεις τους επί τούτων και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Θεωρώ ότι αυτή η τακτική πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Ακόμα, σημαντική είναι η διαφοροποίηση στη θέση του για την επαναστροφή κατά την προφορική του μαρτυρία, ενώ αυτό το αρνείται κατηγορηματικά στην κατάθεση του προς την αστυνομία. Διαφαίνεται η προσπάθεια του κατηγορούμενου να δείξει ότι τελικά δεν δίστασε να παραδεχθεί το λάθος του για να ενισχύσει τη θέση ότι δεν είχε λόγο να βρίσει τον παραπονούμενο. Εντύπωση προκάλεσε επίσης η θέση του ότι έκανε σήμα με το χέρι του, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο τελικά να είχε ανοικτό το παράθυρο του οδηγού, και έκπληξη προκάλεσε η αντιφατική του αναφορά ότι τα οχήματα περνούσαν «άνετα» από τον δρόμο για να πει αμέσως μετά «με αρκετή δυσκολία». Ακόμα και η φράση που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είπε στον παραπονούμενο παρουσιάζει μια διαφοροποίηση από την κατάθεση του και μια αβεβαιότητα κατά τη μαρτυρία του. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, δεν ικανοποιούμαι ότι ο κατηγορούμενος είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, το οποίο αδυνατεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Ο Μ.Υ. 1 επίσης δεν δημιούργησε καλή εικόνα στο Δικαστήριο, και ήταν εμφανής η προσπάθεια του να βοηθήσει την υπεράσπιση. Αρχικά έκπληξη προκάλεσε η θέση του ότι άκουσε μόνο ό,τι είπε ο κατηγορούμενος στον παραπονούμενο, ενώ δεν άκουσε τι είπε ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στη λογική των πραγμάτων και τη θέση του εντός του ταξί. Ιδιαίτερα το Δικαστήριο αντιλήφθηκε ότι ο Μ.Υ. 1 δεν ήταν ειλικρινής γιατί παρουσίασε μιαν εκδοχή των γεγονότων και ειδικότερα της συμπεριφοράς του παραπονούμενου που ουδόλως συνάδει με την περιγραφή των γεγονότων από τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Υ. 1 παρουσίασε την όλη κατάσταση τεταμένη και την στάση του παραπονούμενου προκλητική, σε σημείο μάλιστα ο μάρτυρας να πει στον κατηγορούμενο να απομακρυνθεί για να αποφευχθεί φασαρία και συμπλοκή, κάτι το οποίο δεν επιβεβαίωσε ο κατηγορούμενος ο οποίος περιέγραψε μια ήρεμη σκηνή για το επίδικο επεισόδιο. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη και απορρίπτεται από το Δικαστήριο. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, και αποδεχόμενη και στηριζόμενη στη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, καταλήγω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τα ακόλουθα. Στις 9.2.2009 και μεταξύ των ωρών 15.40-15.45, κατά την επιστροφή του Μ.Κ. 2 στη Λεμεσό από το καθήκον του στη Λευκωσία, οδηγούσε το όχημα του με κατεύθυνση νότια επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αρχ. Μακαρίου Γ΄, στη Μέσα Γειτονιά, με σκοπό να εισέλθει στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου όταν θα έφθανε στην συμβολή των 2 αυτών δρόμων. Ενώ βρισκόταν λίγα μέτρα πριν την συμβολή και μπροστά του υπήρχαν 2 άλλα οχήματα και στη δεξιά λωρίδα πυκνή κυκλοφορία, είδε το όχημα ταξί με αρ. εγγραφής TKLA 377, το οποίο βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω Λεωφόρου με βόρεια κατεύθυνση να πραγματοποιεί επαναστροφή και να εισέρχεται από την συμβολή των 2 δρόμων στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεωθούν οι οδηγοί των οχημάτων, περιλαμβανομένου του ιδίου, που προχωρούσαν στις 2 λωρίδες της νότιας κατεύθυνσης σε ελιγμούς ώστε να αποφύγουν την σύγκρουση. Ο οδηγός του ταξί ήταν ο κατηγορούμενος και είχε συνοδηγό τον Μ.Υ.
  3. Το εν λόγω όχημα προχώρησε με νότια κατεύθυνση και λίγα μέτρα πριν την στροφή που ενώνει τις οδούς Γρηγόρη Αυξεντίου και Κηφισίας, έκανε στάση εντός της λωρίδας κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να προκαλέσει εκ νέου παρακώλυση της κυκλοφορίας και την αντίδραση των οδηγών των 2 οχημάτων που βρίσκονταν μπροστά του. Στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης των οδών Γρηγόρη Αυξεντίου και Λεωφόρου Μακεδονίας που βρισκόταν λίγο πιο κάτω, ήταν αναμμένο το πράσινο φως. Στα κορναρίσματα των 2 προπορευομένων οχημάτων του, ο κατηγορούμενος, βγάζοντας το δεξί χέρι από το παράθυρο του οδηγού, έγνεψε να τον προσπεράσουν, πράγμα το οποίο και έπραξαν με δυσκολία καθότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας υπήρχαν διερχόμενα αυτοκίνητα. Όταν με την σειρά του ο Μ.Κ. 2 κατάφερε να παρακάμψει το εν λόγω όχημα και να έρθει σε παράλληλη ευθεία με αυτό, άνοιξε το παράθυρο του συνοδηγού του οχήματος του με σκοπό να τον πληροφορήσει ότι θα τον καταγγείλει και να του ζητήσει να σταθμεύσει το όχημα του ώστε να μην εμποδίζει την κυκλοφορία. Μόλις ο Μ.Κ. 2 του ανέφερε ότι έχει παρανομήσει, και πριν προλάβει να τον πληροφορήσει ότι θα τον καταγγείλει, ο κατηγορούμενος πρόταξε το δεξί του χέρι προς το μέρος του και του φώναξε με απειλητικό και έντονο ύφος «Τράβα που δαμέ ρε μαλακισμένε που εν να μου κάμεις παρατήρηση». Τότε ο Μ.Κ. 2 είδε τον συνοδηγό του ταξί να γελά και τον οδηγό του να κατευθύνει το όχημα του εντός της οδού Κηφισίας και να απομακρύνεται με ταχύτητα. Στις 15.45 ο Μ.Κ. 2 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με το Τμήμα Τροχαίας Λεμεσού, κατά την οποία ενημέρωσε τον Υπαστυνόμο Ρένο Δωράτη, ο οποίος του εισηγήθηκε όπως τα γεγονότα του υποβληθούν γραπτώς μέσω της εν λόγω κατάθεσης του. Στις 13.2.2009 ο Μ.Κ. 1 έλαβε αλληλογραφία από το Αρχηγείο Αστυνομίας στην οποία γινόταν μεταξύ άλλων η καταγγελία του Μ.Κ. 2 για την εξύβριση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Την ίδια μέρα ο Μ.Κ. 1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 1, και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για τα τροχαία αδικήματα. Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι ότι έκαμα επαναστροφή ενώ για την παρακώλυση πιθανό να παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα χωρίς να το θέλω και απολογούμαι». Στην συνέχεια ο Μ.Κ. 1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι με τίποτε ότι εξύβρισα τον κ. Δημητριάδη γιατί δεν είναι του χαρακτήρα μου και ούτε υπήρχε λόγος να το πράξω» - Τεκμήριο
  4. Το αδίκημα της εξύβρισης προνοείται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  5. Αποτελεί θέμα πραγματικό κατά πόσο η συγκεκριμένη επίδικη συμπεριφορά είναι υβριστική. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Brutus v. Cozens

(1972)2 All E.R. 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." Επίσης στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (βλ. Γ.Ε. ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ 503 και Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η λέξη που εκστόμισε ο κατηγορούμενος προς τον παραπονούμενο «Μαλακισμένε» είναι υβριστικού περιεχομένου καθότι θίγει την ηθική, και υποβιβάζει και μειώνει την υπόσταση και αξιοπρέπεια του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται, και αναμφίβολα όποιο πρόσωπο την ακούσει και προς το οποίο απευθύνεται ενδέχεται να αντιδράσει επιθετικά. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι πράγματι το εν λόγω πρόσωπο επιτέθηκε προς τον κατηγορούμενο που εκστόμισε την υβριστική λέξη, αλλά αρκεί να αποδειχθεί το ενδεχόμενο τέτοιας αντίδρασης του. Ο κατηγορούμενος είπε την εν λόγω υβριστική λέξη προς τον παραπονούμενο ενώ και οι 2 βρίσκονταν εντός των οχημάτων που οδηγούσαν, και τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν ακινητοποιημένα εντός του δρόμου, και συγκεκριμένα στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Μέσα Γειτονιά, ενώ υπήρχε τροχαία κίνηση και μάλιστα οχήματα περνούσαν από δίπλα των 2 οχημάτων. Υπό αυτές τις συνθήκες θεωρώ ότι η λέξη που εκστόμισε ο κατηγορούμενος στον Μ.Κ. 2 έγινε σε δημόσιο χώρο, και δη σε δημόσιο δρόμο, και υπήρχε η δυνατότητα αυτή να ακουστεί από πρόσωπα που βρίσκονταν στον δημόσιο δρόμο, όπως οι οδηγοί των άλλων οχημάτων, πεζοί, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος και ο συνοδηγός και ο επιβάτης του ταξί. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι πράγματι άλλα άτομα άκουσαν την εν λόγω λέξη, και είναι αρκετό να διαπιστωθεί ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα, όπως ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Δεν υιοθετώ τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε το αδίκημα της εξύβρισης στην παρούσα υπόθεση επειδή η λέξη εκστομίστηκε από ένα αυτοκίνητο σε άλλο και δεν αποτελεί δημόσιο χώρο. Τα εν λόγω οχήματα δεν ήταν απομονωμένα ούτε και αιωρούμενα αλλά ήταν εντός του δημόσιου δρόμου και μάλιστα ενώ υπήρχαν άτομα στον δρόμο, επομένως ικανοποιούμαι ότι η εξύβριση έγινε σε δημόσιο χώρο. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου στον απαιτούμενο βαθμό. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final Αναφορά: Δημόσια εξύβριση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.