← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννη Φλουρή κ.α., Αρ. Υπόθεσης 14418/09, 28.2.2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννη Φλουρή κ.α., Αρ. Υπόθεσης 14418/09, 28.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B42 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 14418/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. Ιωάννη Φλουρή
  2. Δήμου Φλουρή
  3. Άριστου Αριστείδου
  4. Βασίλιου Συκινιώτη
  5. Αναξαγόρα Ιωάννου
  6. Γιαννάκη Αντωνίου Κατηγορούμενων ------------------------------ 28.2.2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Για τους κατηγορούμενους 1, 2, 3 και 5: κ. Χ"Λοϊζου Για τον 6ον κατηγορούμενο: κ. Καλλής Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 5 και 6: παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 5 και 6 αντιμετωπίζουν το ακόλουθο κατηγορητήριο: « ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87

(1)/07. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι μεταξύ του μηνός Φεβρουαρίου 2007 και της 27ης Ιουνίου 2008 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή, σεξουαλική εκμετάλλευση ενηλίκων. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Σεξουαλική εκμετάλλευση ενηλίκων προσώπων, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87
(1)/
  1. Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι μεταξύ του μηνός Φεβρουαρίου 2007 και της 27ης Ιουνίου 2008 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εκμεταλλεύτηκαν σεξουαλικά ενήλικο πρόσωπο, δηλαδή, την Francia Merleni Medina Almanzar από τη Δομινικανή Δημοκρατία, μέσω απειλών. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 3 Σεξουαλική εκμετάλλευση ενηλίκων προσώπων, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 9(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87
(1)/
  1. Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι μεταξύ του μηνός Φεβρουαρίου 2007 και της 27ης Ιουνίου 2008 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εκμεταλλεύτηκαν σεξουαλικά ενήλικο πρόσωπο, δηλαδή, την Reys Reys Iveldry Ruthmery από τη Δομινικανή Δημοκρατία, μέσω απειλών. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 4 Συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 372, 157(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι μεταξύ του μηνός Φεβρουαρίου 2007 και της 27ης Ιουνίου 2008 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, συνωμότησαν μεταξύ τους στη διάπραξη πλημμελήματος, δηλαδή, μαστροπεία. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 5 Μαστροπεία, κατά παράβαση των άρθρων 157(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 99
(1)/96. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι μεταξύ του μηνός Φεβρουαρίου 2007 και της 27ης Ιουνίου 2008 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, προήγαγαν θήλυ, δηλαδή, την Reys Reys Iveldry Ruthmery από τη Δομινικανή Δημοκρατία προς κοινή πορνεία. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 6 Μαστροπεία, κατά παράβαση των άρθρων 157(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 99
(1)/96. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι μεταξύ του μηνός Φεβρουαρίου 2007 και της 27ης Ιουνίου 2008 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, προήγαγαν θήλυ, δηλαδή, την Francia Merleni Medina Almanzar από τη Δομινικανή Δημοκρατία προς κοινή πορνεία. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 7 Aποζείν εκ των κερδών πορνείας, κατά παράβαση των άρθρων 164
(1)(α), 35 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 99
(1)/96 και 145
(1)/02 ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι μεταξύ του μηνός Φεβρουαρίου 2007 και της 27ης Ιουνίου 2008 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, γνώριζαν ότι ζούσαν εξ' ολοκλήρου ή μερικώς από κέρδη πορνείας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 8 Εμπορία ενηλίκων προσώπων, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87
(1)/
  1. Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 6 μεταξύ του μηνός Φεβρουαρίου 2007 και της 27ης Ιουνίου 2008 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, στο νυχτερινό κέντρο «FELIX» μεταβίβασαν τον έλεγχο της Francia Merleni Medina Almazar από τη Δομινικανή Δημοκρατία, με σκοπό την εκμετάλλευση της μέσω απειλών, δηλαδή, την ανάγκαζαν να πηγαίνει με πελάτες του κέντρου και να έρχεται σε συνουσία παρά τη θέληση της. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 9 Εμπορία ενηλίκων προσώπων, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5(α) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87
(1)/
  1. Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 6 μεταξύ του μηνός Φεβρουαρίου 2007 και της 27ης Ιουνίου 2008 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, στο νυχτερινό κέντρο «FELIX» μεταβίβασαν τον έλεγχο της Reys eys Iveldry Ruthmery από τη Δομινικανή Δημοκρατία, με σκοπό την εκμετάλλευση της μέσω απειλών, δηλαδή, την ανάγκαζαν να πηγαίνει με πελάτες του κέντρου και να έρχεται σε συνουσία παρά τη θέληση της.» Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορίας υποβλήθηκε εισήγηση εκ μέρους όλων των κατηγορουμένων, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Με τη σχετική - ενδιάμεση απόφασή μου, ημερομηνίας 10.11.2010, η εισήγηση έγινε αποδεκτή εν μέρει. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τους κατηγορούμενους 3 και 6, σε σχέση με τις κατηγορίες 3, 5 και 9, ενώ για τον 5ο κατηγορούμενο, σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και
  3. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κλήθηκαν σε απολογία σ' όλες τις κατηγορίες. Η παρούσα απόφαση αφορά και τους πέντε κατηγορούμενους, ως ακολούθως: τους κατηγορούμενους 1 και 2, σε σχέση με όλες τις κατηγορίες, τους κατηγορούμενους 3 και 6, σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 2, 4, 6, 7 και 8 και τέλος, τον 5ο κατηγορούμενο, σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 3, 4, 5 και
  4. Επισημαίνεται ότι τις κατηγορίες 1 μέχρι 7 αντιμετώπιζε και ο 4ος κατηγορούμενος, ο οποίος, στις 5.1.2010 απαλλάχθηκε λόγω μη επίδοσης σ' αυτό της σχετικής κλήσης. Κατά τη δίκη, εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής κατάθεσαν ως μάρτυρες οι ακόλουθοι: Ο εξεταστής της υπόθεσης, αστυφύλακας 3430 Ε. Παπαελισσαίου (Μ.Κ.1), η εκ των παραπονουμένων, Francia Marleni Medina (Μ.Κ.2), ο αστυφύλακας 266 Α. Περικλέους (Μ.Κ.3), η επίσης παραπονούμενη, Reys Reys Ruthmery (Μ.Κ.4) καθώς και οι αστυφύλακες 3273 Μ. Μιχαήλ (Μ.Κ.5), 3904 Σ. Ερμογενίδης (Μ.Κ.6) και 1891 Μ. Αττεσλή (Μ.Κ.7). Οι κατηγορούμενοι, αφού κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματά τους, ο 1ος κατάθεσε ενόρκως, ενώ οι άλλοι τέσσερεις, προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση. Επιπλέον, οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 5, προς υπεράσπισή τους παρουσίασαν ως μάρτυρες τους: Χριστίνα Σταύρου (Μ.Υ.1), λοχία 1282 Ν. Σπανό (Μ.Υ.2) και Α. Χ"Βαρνάβα (Μ.Υ.3). Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης, βασικά, απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης των δυο παραπονούμενων στην Αστυνομία (βλ. τα τεκμήρια 19Α για Μ.Κ.2 και 28 για Μ.Κ.4, αντίστοιχα, - πιστή μετάφραση στα ελληνικά -) που και οι δυο υιοθέτησαν για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Οι βασικές θέσεις που προέβαλε η Francia Marleni Medina (Μ.Κ.2), στο εξής «Francia», είναι οι εξής: Κατάγεται από τη Δομινικανή Δημοκρατία. Το Σεπτέμβρη του 2006 γνώρισε μια γυναίκα τη Jagcline, η οποία, όταν την είδε της είπε ότι είναι πολύ όμορφη και λεπτή και τη ρώτησε αν ήθελε να δουλέψει στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Παρίσι. Της απάντησε αμέσως καταφατικά γιατί ήθελε μια καλύτερη ζωή για τις κόρες της. Η Jagcline της είπε ότι στο Παρίσι θα μπορούσε να δουλέψει σε μια επιχείρηση, ως σερβιτόρα και να κάθεται με τους πελάτες. Αν ήθελε, θα μπορούσε και να χορεύει. Για λόγους που αναφέρει η παραπονούμενη, εξηγεί πώς κατέληξε στην Κύπρο στις 19.2.2007, μέσω Παρισιού, αντί στο Παρίσι. Εν πάση περιπτώσει, η συγκεκριμένη, ήταν και η πρώτη φορά που ταξίδευε στο εξωτερικό. Στο αεροδρόμιο Λάρνακας την παρέλαβε ο Μιχάλης, οδηγός ταξί μάλλον, ο οποίος την πήρε στο γραφείο του 6ου κατηγορούμενου στη Λεμεσό. Εκεί συνάντησε ακόμη δυο κοπέλες, τη Μarianna από τη Μολδαβία, και τη συμπατριώτισσά της, Karen. Έμεινε 10 μέρες στο γραφείο του 6ου κατηγορούμενου. Τη δεύτερη μέρα την πήρε κάποιο ταξί στο νοσοκομείο Λευκωσίας για ιατρικές εξετάσεις. Όταν επέστρεψε γνώρισε τον 6ο κατηγορούμενο, τον οποίο είδε για πρώτη φορά, ο οποίος της είπε ότι είναι ο ιμπρεσάριός της και ότι θα δουλεύει σε ένα night club. Συγκεκριμένα, της είπε ότι έπρεπε να κάθεται με πελάτες για να την κερνούν ποτά, να χορεύει στην πίστα φορώντας sexy ρούχα, να είναι ευγενική με τους πελάτες και όταν κλείνει το night club, να βγαίνει μαζί τους να κάνει σεξ. Της είπε ακόμη, ότι θα δουλεύει στο καμπαρέ "Felix" στη Λεμεσό. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο γραφείο του 6ου κατηγορούμενου και για τρεις νύχτες, ο 1ος κατηγορούμενος, που είναι αδελφός του ιδιοκτήτη του καμπαρέ "Felix" - 2ου κατηγορούμενου, - την πήρε στο καμπαρέ για να δει που θα δουλεύει. Εν τω μεταξύ, όταν ο 6ος κατηγορούμενος της είπε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει στο καμπαρέ άρχισε να κλαίει και του είπε ότι «εγώ δεν είμαι πόρνη και δεν μπορώ να κάνω σεξ με άγνωστους άνδρες». Τότε αυτός, της φώναζε, λέγοντάς της ότι αν πήγαινε στην Υ.Α.Μ., δε θα την πίστευαν και ότι έχει φίλους εκεί, οι οποίοι θα την έστελλαν πίσω στη χώρα της, επειδή θα ήταν ψεύτης, οπότε θα επέστρεφε με πολύ περισσότερα προβλήματα. Στο καμπαρέ γνώρισε τους Αυγουστίνο και Ανδρέα ως γκαρσόνια καθώς και τον 5ο κατηγορούμενο, ως ταμία. Ιδιοκτήτης του καμπαρέ είναι ο 2ος κατηγορούμενος, ενώ, ο αδελφός του - 1ος κατηγορούμενος - ήταν υπεύθυνος για τις κοπέλες. Αυτός τις πρόσεχε και δεν τους επέτρεπε να βγαίνουν από το διαμέρισμα όπου μένανε, το οποίο βρίσκεται πάνω από το καμπαρέ. Μπορούσαν να βγουν από το διαμέρισμα, μόνο για να πάνε περίπτερο και φαρμακείο. Αν ήθελαν να βγουν για διαφορετικό λόγο έπρεπε να ζητήσουν άδεια από τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος, τις περισσότερες φορές, δεν τους επέτρεπε να βγουν. Οι 1ος, 2ος και 3ος κατηγορούμενοι καθώς και οι Αυγουστίνος και Ανδρέας, σχεδόν κάθε νύχτα, της έλεγαν ότι πρέπει να βγαίνει έξω με τους πελάτες και να κάνει σεξ μαζί τους, υπό την απειλή, ότι, αν δεν το έκανε θα την έστελλαν πίσω στη χώρα της. Την απειλούσαν ακόμη, ότι, αν πήγαινε στην Υ.Α.Μ. και έλεγε τι συνέβαινε στο καμπαρέ, θα τη σκότωναν. Όταν έμενε στο γραφείο του 6ου κατηγορούμενου, της είπε ότι το βράδυ πρέπει να κλειδώνει την πόρτα από μέσα και να τοποθετεί το κλειδί έξω, κοντά στο παράθυρο και μετά να κλείνει το παράθυρο. Ποτέ δεν της είπε γιατί έπρεπε να το κάνει αυτό. Ένα βράδυ, μεταξύ 02:00 και 03:00, ενώ κοιμόταν στο γραφείο, δυο άτομα πήραν το κλειδί, άνοιξαν την πόρτα, μπήκαν στο γραφείο και έκλεισαν την πόρτα. Ακολούθως, αφού της έκλεισαν το στόμα με το χέρι τους και μετά της έβαλαν ένα κομμάτι ρούχο μέσα στο στόμα, της έσχισαν τα ρούχα και τη βίασαν. Θυμάται ότι και οι δυο έκαναν σεξ μαζί της ταυτόχρονα, από πίσω και από μπροστά και ότι δε φορούσαν προφυλακτικά. Δε γνωρίζει αν είναι Κύπριοι αυτοί ή αλλοδαποί ούτε και θυμάται τίποτε από το πρόσωπό τους. Κατά τη διάρκεια του υπό αναφορά επεισοδίου έκλαιγε και ήθελε να φωνάξει, αλλά δεν μπορούσε. Ήθελε να πεθάνει μετά από αυτό. Ακολούθως πήγε στο μπάνιο και έκανε ντους για 3 ώρες. Φοβόταν τόσο πολύ τον 6ο κατηγορούμενο, που δεν μπορούσε να του μιλήσει γι' αυτό που έγινε. Το ανάφερε μόνο στην Karen. Όταν έφυγαν οι δυο βιαστές έκλεισαν την πόρτα και τοποθέτησαν το κλειδί, στο ίδιο μέρος όπου το βρήκαν. Το συγκεκριμένο βράδυ ήταν μόνη στο γραφείο. Η Μarianna και η Karen είχαν ήδη φύγει. Αρχές Μαρτίου, 2007 άρχισε να δουλεύει στο καμπαρέ "Felix". Μετά απ' όλες τις απειλές και την πίεση που δέχθηκε, αναγκαστικά, έβγαινε έξω με πελάτες του καμπαρέ για σεξ, όπως όλες οι κοπέλες του καμπαρέ. Η παραπονούμενη, ακολούθως, παραθέτει λεπτομερώς την ακολουθητέα διαδικασία καθώς και την αμοιβή, τόσο του καμπαρέ όσο και τη δική της, προκειμένου να βγει έξω με πελάτη του καμπαρέ για σεξ. Συνεχίζοντας αναφέρει τα εξής: Οι πελάτες την έπαιρναν για σεξ στα σπίτια τους ή στα ξενοδοχεία Le Village, Mistral και Pefkos. Στο καμπαρέ δούλευε για τρεις μήνες, από τις 9 το βράδυ μέχρι και τις 3 το πρωί. Οι πελάτες μπορούσαν να κάνουν σεξ και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Για το σκοπό αυτό, ο 1ος κατηγορούμενος έπαιρνε την κοπέλα στο ξενοδοχείο ή ερχόταν ο πελάτης στο χώρο στάθμευσης του διαμερίσματος και τις έπαιρνε απ' εκεί. Εννοείται, ότι, ο πελάτης, το προηγούμενο βράδυ, θα πρεπε να κεράσει στην κοπέλα τρία ποτά, για να μπορέσει να διευθετήσει την έξοδο μαζί της την επομένη μέρα, ενώ, θα πρεπε να πληρώσει και στην κοπέλα το ποσό των ₤30,00, από το οποίο έδιναν ₤10,00 στον 1ο κατηγορούμενο. Στο καμπαρέ και συγκεκριμένα στο μπαρ, ο 3ος κατηγορούμενος είχε ένα τετράδιο όπου σημείωνε τα ονόματα των κοπέλων και δίπλα από το όνομα κάθε κοπέλας, την ώρα εξόδου και το ποσό που πλήρωνε - ο πελάτης, υποθέτω εννοούσε -. Δε θυμάται ονόματα πελατών και ούτε έχει αριθμούς τηλεφώνων τους. Το αποκορύφωμα της κατάστασης που περνούσε στο καμπαρέ ήταν ένα βράδυ, στις 9.6.2007, νομίζει, που βγήκε έξω μ' ένα πελάτη για σεξ. Ο πελάτης αυτός, που ήταν αραβικής καταγωγής, ηλικίας περίπου 30 ετών, μεγαλόσωμος, κανονικού αναστήματος, μετά τις 3 το πρωί, την πήρε μ' ένα αυτοκίνητο σ' ένα διώροφο σπίτι. Όταν έφθασαν είδε ότι εκεί βρίσκονταν ακόμη εννέα άνδρες, οι οποίοι γελούσαν, κάπνιζαν και έπιναν αλκοόλ. Είχαν πάρτυ. Τότε αντελήφθηκε ότι ήταν το δώρο τους. Και οι δέκα, όλοι άραβες, τη βίασαν. Πρώτος τη βίασε αυτός που την αγόρασε από το καμπαρέ, ενώ οι υπόλοιποι κρατούσαν τα χέρια της, τα πόδια της και το κεφάλι της. Γελούσαν και το διασκέδαζαν. Μετά, ένας ένας, τη βίασαν όλοι. Μάλιστα, μια φορά τη βίασαν ταυτόχρονα δυο άτομα. Αυτοί το διασκέδαζαν και εκείνη ζούσε ένα εφιάλτη, ο οποίος δεν τέλειωνε. Δεν είχε τη δύναμη να αμυνθεί. Αυτό που της έτυχε διήρκησε μέχρι τις 9 το πρωί. Κανένας από τους δέκα άραβες φορούσε προφυλακτικό, ενώ τη βίασαν και από τον πρωκτό, όπου και της έβαλαν μια μπουκάλα της μπύρας. Όταν γύρω στις 9 το πρωί κοιμήθηκαν όλοι οι βιαστές της, δραπέτευσε από το παράθυρο. Περπατούσε σαν τρελή, ήταν χαμένη. Βρήκε ένα ταξί και είπε στον ταξιτζή να την πάρει στο "Felix". Όταν έφθασε πλήρωσε το ταξί η συναδέλφισσα και συμπατριώτισσά της Nina. Αυτό που βίωσε το είπε στη Nina και στην Κaren. To ανάφερε και στον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος δεν την πίστευε. Πονούσε πάρα πολύ και σχεδόν δεν μπορούσε να περπατήσει. Το επόμενο βράδυ πήγε στο καμπαρέ, αλλά, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Καθόταν μόνο. Δεν άντεχε άλλο στο καμπαρέ και έτσι αποφάσισε να δραπετεύσει. Την επομένη μέρα, 11.6.2007 είχε ένα ραντεβού μ' ένα πελάτη. Πήγε στο ραντεβού, αλλά ουδέποτε επέστρεψε στο καμπαρέ. Είχε ένα φίλο Ιταλό, το Walter, ο οποίος τη βοήθησε για 6 μήνες. Της έδινε φαγητό και λίγα λεφτά για τις κόρες της. Μετά το βιασμό, ο Walter την πήρε στο γιατρό, επειδή της προέκυψαν γυναικολογικά προβλήματα. Δε θυμάται το όνομα του γιατρού. Εν τω μεταξύ γνώρισε και τον Κυριάκο, ο οποίος, τους τελευταίους 5 με 6 μήνες τη βοήθησε προς το ζην. Ο λόγος που δεν πήγε προηγουμένως στην Αστυνομία (πήγε στις 12.6.2008) ήταν επειδή φοβόταν πάρα πολύ. Ντρεπόταν γι' αυτό που της συνέβηκε και δεν ήξερε αν μπορούσε να εμπιστευθεί την Αστυνομία. Όλοι, δηλαδή, ο 6ος κατηγορούμενος και οι πρώην εργοδότες της, της έλεγαν ότι αν πήγαινε στην Αστυνομία, δε θα την πίστευαν και θα την έστελλαν πίσω στη χώρα της. Ωστόσο, στην Κύπρο έχει μερικές φίλες, συμπατριώτισσές της και της έλεγαν ότι η Αστυνομία θα την πίστευε και θα τη βοηθούσε. Στο "Felix" ήταν συνεχώς θλιμμένη, ουδέποτε απολάμβανε αυτό που έκανε και δε γνώριζε ότι θα ερχόταν για να δουλέψει στην Κύπρο. Με τη σειρά της, η Reys Reys Ruthmery (Μ.Κ.4) στο εξής «Reys» αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων, στη γραπτή κατάθεσή της στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 28): Κι αυτή κατάγεται από τη Δομινικανή Δημοκρατία. Ήρθε στην Κύπρο στις 13.1.2008 και από τότε εργάζεται στο καμπαρέ "Felix", παρότι ήρθε με προοπτική να εργάζεται ως σερβιτόρα σε μεγάλο εστιατόριο. Όταν έφθασε στο αεροδρόμιο Λάρνακας, δεν την άφηναν να φύγει χωρίς συμβόλαιο, οπότε έμεινε στο αεροδρόμιο το βράδυ μέχρι και την επομένη που ήρθε ο εργοδότης της - 2ος κατηγορούμενος, με συμβόλαιο, οπότε και την άφησαν να φύγει. Όταν έφθασε στη Λεμεσό, τις πρώτες 5 μέρες της έκαναν διάφορες ιατρικές εξετάσεις. Μετά πήγε για δουλειά στο "Felix". Στο καμπαρέ, της είπαν οι άλλες κοπέλες που εργάζονταν εκεί, ποια θα ήταν η δουλειά της, ότι δηλαδή, θα έκανε παρέα με άνδρες, οι οποίοι θα έπιναν τα ποτά τους και αν πλήρωναν θα πήγαινε μαζί τους για σεξ. Δε το ήθελε αυτό, έκλαιγε, μίλησε στη Sandra, η οποία της είπε πως δεν ήξερε τίποτε, οπότε κατάλαβε ότι δεν είχε άλλη επιλογή, παρά να δεχθεί γιατί όλες οι κοπέλες στο καμπαρέ έκαναν το ίδιο. Δεν μπορούσε να φύγει γιατί φοβόταν και γιατί χρειαζόταν τα λεφτά να τα στείλει στη μητέρα της, η οποία έκανε δάνειο για να τη βοηθήσει να έρθει στην Κύπρο να εργαστεί. Στο καμπαρέ εργάζονταν δέκα κοπέλες περίπου. Όταν ερχόταν κάποιος πελάτης, ο 5ος κατηγορούμενος, το γκαρσόνι, της έλεγε: «πήγαινε στον πελάτη». Υπάκουε και πήγαινε γιατί αν δεν το έκανε θα θύμωναν μαζί της. Καθόταν δίπλα στον πελάτη, του έλεγε το όνομά της και τον έπιανε στην κουβέντα. Αν ο πελάτης έπινε τρία μικρά ποτά, €20,00 το καθένα και ένα μεγάλο €30,00, θα μπορούσε στις 03:30 που σχόλαζε να την πάρει μαζί του για σεξ. Τα λεφτά από τον πελάτη τα έπαιρνε ο 5ος κατηγορούμενος και ο Βασίλης. Η ίδια δεν έπαιρνε προμήθεια για τα ποτά. Στη συνέχεια έβαζαν τα λεφτά στο ταμείο και μετά τα έδιναν στον 1ο κατηγορούμενο. Ήξεραν όλοι ότι θα έφευγε με πελάτες για σεξ. Αν ο πελάτης ήθελε να κάνει μαζί της σεξ και την επόμενη (ή άλλη) μέρα έπρεπε να πληρώσει €70,00 στο Βασίλη ή στον 5ο κατηγορούμενο και €50,00 στην ίδια. Από το ποσό αυτό έπρεπε να δώσει €17,00 ή €20,00 στον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος, συνήθως κανόνιζε τα ραντεβού για την επόμενη μέρα ή τις Κυριακές. Τις καθημερινές, απογεύματα, οι πελάτες πλήρωναν €50,00 στον 1ο κατηγορούμενο, ενώ του έδιναν άλλα €50,00 για να δώσει στην ίδια. Ο 1ος κατηγορούμενος, συνήθως την έπαιρνε με το αυτοκίνητό του στο ξενοδοχείο Le Village, τα απογεύματα. Εκεί συναντούσε τους πελάτες. Όταν τέλειωνε (μετά από 2 - 3 ώρες) ο 1ος κατηγορούμενος ερχόταν και την έπιανε για να την πάρει πίσω στο σπίτι (πάνω από το καμπαρέ) ή επέστρεφε περπατητή. Ο μισθός της είναι €400,00 μηνιαίως, πλέον αυτά που κερδίζει από τους πελάτες. Στο καμπαρέ υπάρχουν δυο βιβλία. Στο ένα γράφονται τα ποτά που πίνουν οι πελάτες. Στο δεύτερο, τι ώρα βγαίνει ραντεβού κάθε κοπέλα. Στο πρώτο βιβλίο (των ποτών) υπόγραφε η κοπέλα τι ώρα σχολνάει. Δεν ήθελε να κάνει σεξ με τους πελάτες, αλλά, φοβόταν να το πει στο αφεντικό. Έπρεπε να εργαστεί όπως ήταν το σύστημα. Ούτε και μπορούσε να πάει πουθενά, αν δεν έπαιρνε άδεια από τον 1ο κατηγορούμενο. Ήταν σα φυλακισμένη. Αν δεν είχαν να πάνε με πελάτες, δεν μπορούσαν να βγουν έξω. Τις είχαν κλειδωμένες. Μόνο ο 1ος κατηγορούμενος κατάθεσε ενόρκως αφού κλήθηκε σε απολογία. Οι υπόλοιποι προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση. Ειδικότερα: Ο 1ος κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 8) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σ' αυτή αναφέρει και τα εξής, μεταξύ άλλων: Εργάζεται ως γκαρσόνι στο εστιατόριο του αδελφού του Ανδρέα Φλουρή, στο χωριό Κοιλάνι. Ο αδελφός του είναι και ο ιδιοκτήτης του καμπαρέ "Felix" στη Λεμεσό. Χθες (26.6.2008) του τηλεφώνησε ο διευθυντής του καμπαρέ - 3ος κατηγορούμενος - και του ζήτησε να τον αντικαταστήσει μέχρι και τις πρωινές ώρες της επομένης (27.6.2008). Πήγε στο καμπαρέ στις 9 το βράδυ και έπιασε δουλειά. Εκεί δουλεύουν δέκα κοπέλες και ο 5ος κατηγορούμενος το γκαρσόνι. Η δουλειά ήταν να γράφει πάνω σε κόλλα τα ποτά που πίνουν οι γυναίκες και οι πελάτες. Γύρω στις 10 με 11 το βράδυ ήρθαν τρεις ξένοι ήπιαν κανένα ποτό και πλήρωσαν το γκαρσόνι €15,
  5. Τα λεφτά τα εισέπραξε ο 5ος κατηγορούμενος και του τα έδωσε. Κατά τα μεσάνυχτα ήρθαν χωριστά δυο άτομα - ξένοι, οι οποίοι κάθισαν με γυναίκες και μιλούσαν. Ο ένας έβαλε σε δυο γυναίκες πέντε ποτά και το ίδιο έκανε και ο άλλος με δυο άλλες γυναίκες. Και οι δυο τους ήπιαν από 5 έως 6 ποτά. Μόλις κλείσανε κατά τις 3 το πρωί είδε τους δυο αυτούς πελάτες να φεύγουν από το μαγαζί, αφού πλήρωσαν συνολικά στον 5ο κατηγορούμενο, το ποσό των €450,00, το οποίο του έδωσε ο 5ος κατηγορούμενος και έβαλε στην τσέπη του, μαζί με δικά του χρήματα. Όλες οι κοπέλες έφυγαν και ανέβηκαν στα δωμάτιά τους, πάνω από το καμπαρέ. Μετά ήρθε η Αστυνομία. Δε γνωρίζει αν οι γυναίκες του καμπαρέ πήγαν με πελάτες μετά που έκλεισε. Δεν του είπε κάτι τέτοιο ο 5ος κατηγορούμενος και ούτε λένε στις γυναίκες να πηγαίνουν με πελάτες να κάνουν σεξ, έναντι αμοιβής. Ποτέ του δε δούλεψε στο καμπαρέ του αδελφού του. Απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις του δικηγόρου του ανάφερε και τα εξής: Είναι ψέματα ότι εκβίαζε και απειλούσε τις δυο παραπονούμενες να πηγαίνουν για σεξ με πελάτες. Στο καμπαρέ δεν εργαζόταν, εκτός αν είχε κανένα γκαρσόνι άρρωστο, οπότε πήγαινε τη μέρα που του τηλεφωνούσαν. Δεν απαγόρευε στις παραπονούμενες, οι οποίες είπαν ότι έμεναν πάνω από το καμπαρέ, να πάνε όπου θέλουν. Ο 2ος κατηγορούμενος προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Υιοθετώ τη γραπτή κατάθεση που έδωσα στην αστυνομία την 1η Ιουλίου,
  6. Ουδέποτε είσπραξα χρήματα που προέρχονται από πορνεία. Καμιά κοπέλα που εργαζόταν στο καμπαρέ, πριν την υπόθεση που δικάζουμε έκαμε παράπονο εναντίον μου». Η ανώμοτη δήλωση του 3ου κατηγορούμενου έχει ως ακολούθως: «Υιοθετώ τη γραπτή μου κατάθεση που έδωσα στην αστυνομία για την υπόθεση αυτή. Ταχτικά και σχεδόν κάθε βδομάδα ερχόταν η αστυνομία στο καμπαρέ και ρωτούσε ξεχωριστά την κάθε κοπέλα που εργαζόταν εκεί, αν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα και ουδέποτε παραπονέθηκε. Ποτέ καμιά κοπέλα δεν έκαμε και ειδικά αυτές οι δυο, κανένα παράπονο ότι τις πίεζαν ο Γιαννάκης ο Φλουρής ή ο Αναξαγόρας ή οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος του καμπαρέ, να πάνε με πελάτη για σεξ. Ουδέποτε είσπραξα χρήματα από πορνεία και τέλος, η κάθε κοπέλα είχε κλειδί του σπιτιού και ήταν ελεύθερη μετά την εργασία της να πάει όπου ήθελε.» Ακολουθεί η ανώμοτη δήλωση του 5ου κατηγορούμενου: «Κύριε δικαστά, δεν ξέρω να διαβάζω, με ξέρω να γράφω και ούτε ξένες γλώσσες μιλώ, ό,τι είχα να πω, το είπα στην κατάθεσή μου. Είμαι αθώος.» Ο 6ος κατηγορούμενος, με την ανώμοτη του δήλωση ανάφερε τηλεγραφικά τα εξής: «Εντιμότατε, δηλώνω ότι δεν έχω καμιά σχέση με την υπόθεση και δηλώνω αθώος.» Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί, καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες καθώς και τον 1ο κατηγορούμενο, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα,
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και Mohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 60/06, ημερομηνίας 27.2.2009, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Σε σχέση με την ανώμοτη δήλωση των κατηγορούμενων 2, 3, 5 και 6 και την αποδεικτική της αξία, σύμφωνα με τη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 22: «..Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973 2 C.L.R. 139, 188 - 191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σε. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245 - 288, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195).» Ούτε και μου διαφεύγει το ανεπίτρεπτο σχολιασμού, ως σχετικού προς την ενοχή, το γεγονός ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι επέλεξαν να ασκήσουν το συγκεκριμένο δικαίωμα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 κ.ο.α). Επισημαίνεται και η πάγια νομική αρχή, σύμφωνα με την οποία, εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση της μαρτυρίας με τα παραδεκτά γεγονότα, υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους
(2000)2 Α.Α.Δ. 186). Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης των κατηγορούμενων, λαμβάνω υπόψη, ότι, το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της, επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Τέλος, παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα, από τη Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Βλ. και την Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3430 Ε. Παπαελισσαίου (Μ.Κ.1) είναι εξαιρετική. Ο μάρτυρας κατάθεσε με αμεσότητα, εντιμότητα και ειλικρίνεια για ό,τι γνωρίζει ή έκανε σε σχέση με την υπόθεση κατά τον ουσιώδη χρόνο, χωρίς να υποπέσει σε καμιά αντίφαση. Το σύνολο των βασικών του ενεργειών καταγράφεται στη γραπτή του κατάθεση (βλ. το τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Μολονότι σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, εντούτοις, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει. Ούτε και μου διαφεύγει ότι, μερικές από τις θέσεις που του υποβλήθηκαν παρέμειναν αίολες. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του εξεταστή γίνεται αποδεκτή. Ο αστυφύλακας 266 Α. Περικλέους (Μ.Κ.3), στον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον κλάδο δακτυλοσκοπίας και φωτογραφίας του ΤΑΕ, στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Προέβη στη λήψη φωτογραφιών αριθμού τεκμηρίων στο ξενοδοχείο Le Village, (βλ. το τεκμήριο 21) καθ' υπόδειξη της Μ.Κ.
  1. Για το σύνολο των ενεργειών του παραπέμπω στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 20), το οποίο υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Ο μάρτυρας, ουσιαστικά, δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των κατηγορούμενων. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του αστυφύλακα 3273 Μ. Μιχαήλ (Μ.Κ.5), ο οποίος αν και αντεξετάστηκε σε κάποιο βαθμό, εντούτοις, δεν αμφισβητήθηκε σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει. Επισημαίνεται ότι, ο μάρτυρας, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης υιοθέτησε κι αυτός, ως μέρος της, το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (βλ. το τεκμήριο 23). Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στα εξής: Στις 27.6.2008, στα πλαίσια εξετάσεων σε διερευνόμενη υπόθεση πορνείας, μεταξύ των ωρών 03:45 και 03:50 διενήργησε έρευνα στο χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου Le Village, κατά τη διάρκεια της οποίας εντόπισε σε συρτάρι, το χαρτονόμισμα των €50,00, με αριθμό S26194810093 (βλ. το τεκμήριο 4) το οποίο, δέκα λεπτά αργότερα παρέδωσε στον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.1). Η μαρτυρία του αστυφύλακα 3904 Σ. Ερμογενίδη (Μ.Κ.6) είναι ουσιαστικής φύσης, οπότε, θεωρώ αναγκαίο, όπως, προτού την αξιολογήσω αναφερθώ συνοπτικά σ' αυτή. Αυτή δε, κατά κύριο λόγο, απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του μάρτυρα στην Αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 26) που κι αυτός υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ειδικότερα: Στον ουσιώδη χρόνο, ο μάρτυρας υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και ήταν αποσπασμένος στον ΟΠΕ. Περί τα μέσα Ιουνίου, 2008, έμπιστό του πρόσωπο, του ανάφερε ότι οι καλλιτέχνιδες που εργάζονται στο καμπαρέ "Felix" στη Λεμεσό εξωθούνται στην πορνεία από τον ιδιοκτήτη και τους εργαζόμενους ως γκαρσόνια. Στις 15 και 19 Ιουνίου, 2008 παρακολούθησε το συγκεκριμένο καμπαρέ και διαπίστωσε ότι κάποιες από τις καλλιτέχνιδες αναχώρησαν συνοδευόμενες από άγνωστους άνδρες. Αφού ενημέρωσε σχετικά τον υπεύθυνο του τμήματός του πήρε οδηγίες να οργανώσει επιχείρηση, για να εξακριβώσει το βάσιμο ή μη της παραπάνω πληροφορίας. Προς τούτο, στις 20.6.2008 ζήτησε από το συνεργάτη της Aστυνομίας, ονόματι Sergei Voitenko να μεταβεί στο υπό αναφορά καμπαρέ. Στις 25.
  2. το μεσημέρι, ο Voitenko, τον ενημέρωσε ότι επισκέφθηκε το καμπαρέ «στις 20 - 22 και 24.6.08». Στις δυο πρώτες ημερομηνίες κέρασε αριθμό ποτών στις καλλιτέχνιδες, ενώ στις 24.6.2008 βγήκε εκτός καμπαρέ με καλλιτέχνιδα και έκανε έρωτα. Ο Voitenko, πάντοτε, του ανάφερε ότι κάποιος από τους εκεί εργαζόμενους, του είχε επεξηγήσει την ακολουθητέα διαδικασία στο καμπαρέ, για να κάνει κάποιος έρωτα με κοπέλα. Συγκεκριμένα, του είπε ότι θα πρεπε να της κεράσει έξη ποτά, συνολικής αξίας €120,00 και ακολούθως να καταβάλει στην κοπέλα το ποσό των €50,
  3. Αυτό έκανε ο Voitenko το βράδυ της 24ης προς 25η Ιουνίου, 2008, οπότε μετέβη μαζί με τη Rita σε ξενοδοχείο και έκαναν έρωτα. Η Rita του είπε ότι από το ποσό των €50,00 που της έδωσε θα κρατούσε τα €35,00 η ίδια, ενώ τα υπόλοιπα €15,00 θα τα έδινε στον εργοδότη της. Συνεπεία των παραπάνω αποφασίστηκε η διοργάνωση επιχείρησης, για το βράδυ της 26ης προς 27η Ιουνίου,
  4. Σ' αυτά τα πλαίσια, στις 13:00 της 26ης 6.2008 παρέδωσε στο Voitenko το ποσό των €270,00 σε χαρτονομίσματα, ως εξής: ένα των €100,00 (βλ. το τεκμήριο 3), τρία των €50,00 (βλ. τα τεκμήρια 3Α, 4 και 5) και ένα των €20,
  5. Όλα τα χαρτονομίσματα, προηγουμένως, φωτοτυπήθηκαν από το μάρτυρα (βλ. το τεκμήριο 2), ο οποίος συμφώνησε με το Voitenko, όπως το βράδυ μεταβεί στο καμπαρέ "Felix" και ζητήσει να έχει αγοραίο έρωτα ξοδεύοντας τα λεφτά που του είχε δώσει. Στις 27.6.2008 και ώρα 03:05, ο Voitenko τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς, ότι είχε πάρει μια καλλιτέχνιδα από το καμπαρέ και ήδη βρισκόταν στο δωμάτιο με αριθμό 44 του ξενοδοχείου Le Village, για αγοραίο έρωτα. Το ίδιο βράδυ, στις 03:30, ο μάρτυρας, μαζί με τους υπαστυνόμο Νικολάου και αστυφύλακες 4410 και 2615 μετέβησαν στο καμπαρέ "Felix". Εκεί αναζήτησαν τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος παρουσιάστηκε ως υπεύθυνος του μέρους, μόνο για εκείνο το βράδυ. Εκεί ήταν και οι 4ος και 5ος κατηγορούμενοι. Κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας στην οποία ο μάρτυρας υπόβαλε τον 1ο κατηγορούμενο βρήκε στην τσέπη του παντελονιού του, το χρηματικό ποσό των €625,
  6. Ανάμεσα στο ποσό αυτό βρήκε και το χαρτονόμισμα των €100,00 καθώς και το ένα από τα τρία χαρτονομίσματα των €50,00 που είχε δώσει στο Voitenko (βλ. τα τεκμήρια 3 και 3Α). Όταν επέστησε την προσοχή του 1ου κατηγορούμενου στο Νόμο, έλαβε από αυτόν την ακόλουθη απάντηση: «εν ριάλια του μαγαζιού τζιαι δικά μου». Εν τω μεταξύ, άλλα μέλη του ΤΑΕ, ταυτόχρονα μετέβησαν στο ξενοδοχείο Le Village, όπου εντόπισαν το Voitenko μαζί με μια καλλιτέχνιδα (τη Μ.Κ.4, όπως προκύπτει από άλλη μαρτυρία) ενώ βρήκαν και τα άλλα δυο χαρτονομίσματα των €50,00 που ο μάρτυρας είχε δώσει στο Voitenko. Το ένα στην κατοχή της Μ.Κ.4 και το άλλο στο τμήμα υποδοχής του ξενοδοχείου. Η ουσία της αντεξέτασης του μάρτυρα έγκειται σε αυτά που είπε απαντώντας στην τελευταία ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των κατηγορούμενων. Ακολουθεί αυτούσιο το περιεχόμενο, τόσο της ερώτησης όσο και της απάντησης: «Ε. Εσύ δεν ξέρεις αν αυτά που σου είπε ο Sergei (Voitenko) είναι αλήθεια. Α. Δεν ήμουν μαζί του κατά την ώρα που έκαμνε έρωτα». Δέχομαι τη μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα, στο βαθμό που αναφέρθηκε σε ενέργειες στις οποίες προέβηκε ο ίδιος ή άλλοι, συνάδελφοί του καθώς και σε γεγονότα που αποδεικνύονται από άλλη μαρτυρία. Στο βαθμό που η μαρτυρία του είναι εξ ακοής, με βάθρο, δηλώσεις που προέβη σ' αυτόν ο Voitenko, ενώ δέχομαι ότι ο Voitenko προέβηκε στις συγκεκριμένες δηλώσεις προς το μάρτυρα, δε δέχομαι τις δηλώσεις αυτές, προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους, με εξαίρεση, για να επαναλάβω, εκείνο το μέρος που αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη - μαρτυρία. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας που κατάθεσε στο δικαστήριο με αμεσότητα και ευθύτητα ήταν ειλικρινής, αφού, όχι μόνο δε διέγνωσα ίχνος πρόθεσης εκ μέρους του, είτε να ψευσθεί είτε να παραποιήσει τα γεγονότα ή κάποιο κίνητρο είτε για το ένα είτε για το άλλο, αλλά, σε σημαντικό βαθμό, η μαρτυρία του, επί της ουσίας, είτε επιβεβαιώνεται είτε συμπληρώνεται από άλλη - αξιόπιστη δια ζώσης και πραγματική μαρτυρία είτε παρέμεινε αναντίλεκτη. Σε σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνεται ακόμη και από τους 1ο και 5ο κατηγορούμενους. Μολονότι ακόμη κι αν αποδεχόμουν τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, στο βαθμό που είναι εξ ακοής, με βάθρο το περιεχόμενο δηλώσεων που προέβη σ' αυτόν ο Voitenko και πάλιν, αυτή δε βοηθά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, υπό την έννοια, ότι, για ό,τι ανάφερε στο μάρτυρα ο Voitenko, δε φαίνεται να ενοχοποιείται κατά συγκεκριμένο τρόπο, οποιοσδήποτε κατηγορούμενος, εντούτοις, επειδή ο Voitenko, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της μαρτυρίας του και το ρόλο που φέρεται ή ορθότερα, φέρει τον εαυτό του να διαδραμάτισε στον ουσιώδη χρόνο, προφανώς και είναι ουσιώδης μάρτυρας, εξίσου σημαντικός με τις δυο παραπονούμενες και παρόλα αυτά, για άγνωστο λόγο, δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για να καταθέσει θεωρώ πως δε νομιμοποιούμαι να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε όσα ανάφερε στο μάρτυρα. Για να επαναλάβω είναι ουσιώδης μάρτυρας και η υπεράσπιση είχε κάθε δικαίωμα να θέλει να τον αντεξετάσει, είτε για να τον αμφισβητήσει είτε ακόμη για να του θέσει την εκδοχή της. Ούτε το ένα έγινε μα ούτε και το άλλο, αφού ο εν λόγω μάρτυρας, για λόγους που δεν αφορούν προφανώς την υπεράσπιση, δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για να καταθέσει μα ούτε και υπάρχει μαρτυρία ότι υπήρχε δυνατότητα κλήτευσής του εκ μέρους της υπεράσπισης, για σκοπούς αντεξέτασής του και δεν έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας που διασφαλίζει το άρθρο 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, σε κάθε διάδικο, σε βάρος του οποίου προσάγεται εξ ακοής μαρτυρία. Και κάτι ακόμη, εις επίρρωση των παραπάνω. Όταν ο Μ.Κ.6 ανάφερε ειλικρινά ότι δεν μπορεί να ξέρει αν αυτά που του είπε ο Voitenko είναι αλήθεια, διερωτώμαι πώς μπορώ να καταλήξω σε διαφορετικό συμπέρασμα, έχοντας υπόψη και τα εξής: Αναμφίβολα, το ένα χαρτονόμισμα των €100,00 καθώς και αυτό των €50,00 που βρέθηκαν στην τσέπη του 1ου κατηγορούμενου, κατά τη διάρκεια της σωματικής έρευνας που του έκανε ο μάρτυρας (τεκμήρια 3 και 3Α) είναι από τα χαρτονομίσματα που έδωσε ο μάρτυρας στο Voitenko, με οδηγίες, να πάει στο καμπαρέ "Felix" και να ζητήσει να έχει αγοραίο έρωτα, ξοδεύοντάς τα. Τίθεται το ακόλουθο ερώτημα: Έστω κι αν αυτά τα χαρτονομίσματα βρέθηκαν στην κατοχή του 1ου κατηγορούμενου υπάρχει ίχνος μαρτυρίας, πρώτο, σε ποιο τα έδωσε ο Voitenko; Δεύτερο, για ποιο σκοπό τα έδωσε και τρίτο, πώς κατέληξαν στην κατοχή του 1ου κατηγορούμενου; Η απάντηση είναι αρνητική και μόνο με υποθέσεις μπορεί να συμπληρωθεί αυτό το σοβαρό κενό στην υπόθεση της κατηγορίας. Το ίδιο ισχύει και για όσα την ίδια ώρα διαδραματίζονταν στο ξενοδοχείο Le Village, στο δωμάτιο αρ.44, όπου, ο Voitenko, καταλήφθηκε από την Αστυνομία στο ίδιο κρεβάτι με την παραπονούμενη (Μ.Κ.4). Ανεξάρτητα από την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της παραπονούμενης Reys (Μ.Κ.4), ο ισχυρισμός της, γενικά και αόριστα, ότι ο Voitenko, τον οποίο αναγνώρισε μέσα από τη φωτογραφία αρ.2 του τεκμηρίου 21 πλήρωσε στο καμπαρέ σαν πελάτης για να κάνουν σεξ, δεν προσθέτει οτιδήποτε το ουσιαστικό στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και τούτο γιατί εξακολουθούν να προβάλλουν βασανιστικά τα εξής ερωτήματα: Πώς το ξέρει η παραπονούμενη, ότι ο Voitenko πλήρωσε στο καμπαρέ για να κάνουν σεξ; Τον είδε ή υπέθεσε; Εάν ισχύει το πρώτο γιατί δεν ανάφερε σε ποιόν έδωσε τα λεφτά και πόσα έδωσε ο Voitenko; Ούτε και υπάρχει μαρτυρία πρωτογενής, είτε ακόμη, εξ ακοής, ποιοι από τους κατηγορούμενους ήσαν στο καμπαρέ, όταν ο Voitenko πήγε εκεί στον ουσιώδη χρόνο, για να πάρει έναντι αμοιβής κοπέλα για σεξ. Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να εξηγήσω γιατί δε δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ.6, στο βαθμό που κάτι τέτοιο συμβαίνει. Φυσικά, η απόφασή μου να μη δεχθώ εξ ακοής μαρτυρία, με το Voitenko να αποτελεί το πρόσωπο που προέβηκε στην αρχική δήλωση, ασφαλώς είναι σχετική και με την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δυο παραπονούμενων, ως μαρτύρων, ιδιαίτερα της Reys (Μ.Κ.4), της οποίας η μαρτυρία είναι άμεσα σχετική με τη μαρτυρία του Voitenko. Η ουσία της μαρτυρίας της αστυφύλακα 1891 Γ. Αττεσλή έγκειται στο γεγονός, ότι στις 27.6.2008 και μεταξύ των ωρών 03:50 - 04:00 διεξήγαγε έρευνα στο δωμάτιο αρ.44 του ξενοδοχείου Le Village, στην παρουσία του Voitenko, κατά τη διάρκεια της οποίας βρήκε τα διάφορα τεκμήρια που αναφέρει στην κατάθεσή της (βλ. το τεκμήριο 27), ανάμεσά τους και το χαρτονόμισμα των €50,00 (τεκμήριο 5) για το οποίο, σχετική αναφορά έχει προηγηθεί. Έχω αφήσει τελευταίες τις δυο παραπονούμενες λόγω της φύσης και σπουδαιότητας της μαρτυρίας τους. Δηλώνω ευθέως, ότι δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τα όσα οι παραπονούμενες αποδίδουν στους κατηγορούμενους, με αναφορά στον ουσιώδη χρόνο και σε συνάφεια, ασφαλώς, με τις διάφορες κατηγορίες, που, κατά περίπτωση αυτοί αντιμετωπίζουν. Και τούτο, χωρίς ασφαλώς να σημαίνει πως δέχομαι την εκδοχή των κατηγορούμενων, αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Και οι δυο παραπονούμενες προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής εξήγησης, υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις και θα έλεγα απότυχαν, ακόμη και στην περίπτωση που ήμουν διατεθειμένος να δεχθώ τη μαρτυρία τους και κατ' επέκταση την εκδοχή τους, να συνδέσουν οποιοδήποτε κατηγορούμενο είτε περισσότερους, κατά συγκεκριμένο τρόπο, με οποιοδήποτε από τα διάφορα αδικήματα καταλογίζεται σ' αυτούς ότι διέπραξαν. Ούτε και έχω πειστεί από την εξήγηση που έδωσαν για το γεγονός, ότι, παρότι όπως και οι δυο έχουν αναφέρει τα όσα "βίωναν" κατά τη διάρκεια που εργάζονταν στο καμπαρέ "Felix", δεν ήταν δική τους επιλογή, αλλά, το αποτέλεσμα του εξαναγκασμού και των απειλών που δέχονταν από τους κατηγορούμενους, η μια (Μ.Κ.2) αποφάσισε να προβεί σε σχετική καταγγελία, ένα χρόνο μετά που εγκατέλειψε το καμπαρέ και η άλλη (Μ.Κ.4), μετά από 5 και πλέον μήνες δουλειάς, στο ίδιο καμπαρέ και συγκεκριμένα, στις 27.6.2008, μετά που καταλήφθηκε επ' αυτοφώρω από την Αστυνομία, μαζί με το Voitenko, σε δωμάτιο του ξενοδοχείου Le Village. Ειδικότερα: Η Francia (Μ.Κ.2) ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια του πρώτου δεκαημέρου που διέμενε στο γραφείο του 6ου κατηγορούμενου, αφότου ήρθε στην Κύπρο, υπήρξε θύμα βιασμού, ενώ κοιμόταν, από τους δυο άγνωστους άνδρες. Καθώς έχει αναφέρει κατά τη διάρκεια αυτού του επεισοδίου έκλαιγε, ήθελε να φωνάξει, αλλά και να πεθάνει. Παρόλα αυτά, δεν είπε τίποτα στον 6ο κατηγορούμενο, γιατί το φοβόταν πάρα πολύ και δεν μπορούσε να του μιλήσει γι' αυτό που της έτυχε. Κι όμως, μόνο και μόνο που ήθελε να πεθάνει εξαιτίας αυτού που της έτυχε, αν πράγματι της έτυχε κάτι τέτοιο, όφειλε να ξεπεράσει το φόβο της και να επιδιώξει να μιλήσει αμέσως στον 6ο κατηγορούμενο. Υπάρχει όμως ακόμη ένα στοιχείο σε σχέση με το ίδιο περιστατικό, που ειλικρινά με προβληματίζει έντονα. Έστω ότι δέχομαι ότι αποτελεί γεγονός το συγκεκριμένο περιστατικό, με την παραπονούμενη να βιάζεται από τους δυο άγνωστους, οι οποίοι, ενώ κοιμόταν η ίδια, πήραν το κλειδί από το σημείο που ο 6ος κατηγορούμενος της είχε πει να τοποθετεί - έξω από το γραφείο κοντά στο παράθυρο -, άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν στο γραφείο. Μετά που έφυγαν οι δυο βιαστές δικαιολογείται αυτή να παραμένει στο γραφείο και μάλιστα, με το κλειδί της πόρτας να βρίσκεται στο ίδιο μέρος που το είχε βάλει η ίδια, από το οποίο το πήραν οι βιαστές και αφού άνοιξαν την πόρτα μπήκαν στο γραφείο; Η απάντηση είναι αρνητική. Η λογική λέει ότι, εάν αποτελούσε γεγονός το συγκεκριμένο περιστατικό, η παραπονούμενη, θα πρεπε να είχε εγκαταλείψει αμέσως το γραφείο του 6ου κατηγορούμενου και να ζητήσει βοήθεια γι' αυτό που της έτυχε, είτε από τον κατηγορούμενο είτε από την Αστυνομία είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο συναντούσε μπροστά της. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν για οποιοδήποτε λόγο αποφάσισε να παραμείνει μόνη στο γραφείο, εκείνο που σίγουρα έπρεπε να κάνει ήταν να πάρει το κλειδί και να κλειδώσει την πόρτα από μέσα στο γραφείο. Ούτε το ένα έκανε ούτε το άλλο και το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Ήταν τόσο σίγουρη ότι δε θα επέστρεφαν οι δυο βιαστές ή ότι δε θα της συνέβαινε οποιοδήποτε άλλο κακό - ίσως και μεγαλύτερο εκείνο το βράδυ - και άφησε το κλειδί της πόρτας του γραφείου, σε σημείο έξω από αυτό; Φυσικά και πάλιν, ακόμη κι αν αποτελεί γεγονός, το συγκεκριμένο περιστατικό, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποιο τρόπο συνδέεται με αυτό, είτε ο 6ος κατηγορούμενος είτε οποιοσδήποτε από τους άλλους τέσσερεις. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το άλλο περιστατικό βιασμού του οποίου «υπήρξε» θύμα η εν λόγω παραπονούμενη, που ήταν και το αποκορύφωμα της κατάστασης που πέρασε στο καμπαρέ, για να χρησιμοποιήσω δική της φράση. Αναφέρομαι ασφαλώς, στο περιστατικό της 9ης Ιουνίου, 2007, που έφυγε από το καμπαρέ, όπως ισχυρίστηκε, με κάποιο άραβα, ο οποίος την πήρε σε κάποιο σπίτι στο οποίο βρίσκονταν ακόμη εννέα άραβες, όπου και βιάστηκε από όλους ατομικά και σε μια περίπτωση από δυο ταυτόχρονα. Κατά τη διάρκεια αυτού του εφιάλτη που έζησε καθώς έχει αναφέρει που διήρκεσε από τις 3 περίπου μέχρι και τις 9 το πρωί, οι δέκα άραβες τη βίασαν και από τον πρωκτό, όπου και της έβαλαν μια μπουκάλα της μπύρας. Το μαρτύριο της τέλειωσε, μόνο όταν όλοι οι βιαστές της κοιμήθηκαν οπότε και δραπέτευσε από το παράθυρο. Περπατούσε σαν τρελή, πρόσθεσε, βρήκε ένα ταξί και του είπε να την πάρει στο "Felix". Μετά και από αυτό το επεισόδιο, δεν άντεχε άλλο στο καμπαρέ, αποφάσισε να δραπετεύσει. Όπως και έκανε. Δυο μέρες μετά, στις 11.6.2007 είχε ένα ραντεβού με πελάτη, πήγε στο ραντεβού, αλλά ουδέποτε επέστρεψε στο καμπαρέ. Το παράδοξο είναι ότι, ούτε και αυτό το περιστατικό βιασμού της κατάγγειλε είτε στην Αστυνομία είτε σε άτομα του άμεσου και φιλικού της περιβάλλοντος, τα οποία κατονόμασε, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, ένα από αυτά τα άτομα, ο Walter την πήρε και στο γιατρό, επειδή μετά το επεισόδιο με τους δέκα άραβες είχε γυναικολογικά προβλήματα. Μολονότι ακόμη κι αν δεχόμουν ότι αποτελούσε γεγονός το συγκεκριμένο περιστατικό, που, πολύ αμφιβάλλω, δε φαίνεται να συνδέεται με αυτό οποιοσδήποτε από τους κατηγορούμενους θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω τα εξής, που ενισχύουν τις αμφιβολίες μου ότι αυτό το περιστατικό αποτελεί γεγονός ή για να το πω διαφορετικά, ενισχύουν τις υποψίες μου ότι δεν αποτελεί γεγονός. Μετά το περιστατικό βρήκε ένα ταξί και του είπε να την πάρει στο "Felix", ανάφερε στην κυρίως εξέταση η παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενη, όμως, ισχυρίστηκε ότι, όταν σταμάτησε τον ταξιτζή, δεν του είπε τίποτε, «δε του μίλησα τίποτε» όπως είπε κατά λέξη. Η αμέσως επόμενη ερώτηση ήταν η εξής: «Και ο ταξιτζής από μόνος του σε έφερε στο διαμέρισμα που έμενες»; Και η απάντηση της: «Μάλιστα». Πέραν από την προφανή αντίφαση τίθεται το ερώτημα πώς βρήκε ο ταξιτζής το διαμέρισμα στο οποίο διέμενε και την πήρε χωρίς να του πει που βρίσκεται. Αυτό που της συνέβηκε ανάφερε το είπε στην Karen και στη Nina, που δεν είναι τώρα στην Κύπρο καθώς και στον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος δεν την πίστευε. Δεν το είπε όμως, ούτε στον Walter τον Ιταλό, που ήταν φίλος της, ο οποίος την πήρε και στο γιατρό και τη βοήθησε για 6 μήνες δίνοντας της φαγητό και λίγα λεφτά για τις κόρες της μα ούτε και στον Κυριάκο, που κι αυτός τη βοήθησε προς το ζην, τους τελευταίους 5 με 6 μήνες. Αντεξεταζόμενη ανάφερε τα εξής: Το Walter τον Ιταλό, το γνώρισε στο καμπαρέ και διέμενε μαζί του σε διαμέρισμα. Μετά που έφυγε γνώρισε ένα μεγάλο άνθρωπο, τον Τώνιο, που είχε προβλήματα με την καρδία του, του οποίου καθάριζε το σπίτι. Έμενε μαζί του για 6 περίπου μήνες. Ο Τώνιο έχει ήδη πεθάνει. Ο Κυριάκος ήταν φίλος της, τη βοήθησε πάρα πολύ και τον εμπιστευόταν. Ωστόσο, δε του ζήτησε ποτέ να την πάρει Aστυνομία για να κάνει παράπονο. Καθώς έχει αναφέρει δεν του είπε για το καμπαρέ και τα σχετικά. Δεν ήθελε να του πει τι πέρασε στο καμπαρέ. Με όλο το σεβασμό προς την παραπονούμενη, το θεωρώ άκρως παράλογο για να το πιστέψω, ότι βίωσε τόσα κακά, ανάμεσά τους και δύο βιασμούς και δεν αποκάλυψε τις εμπειρίες της, τουλάχιστον στους Walter και Κυριάκο που ήταν φίλοι της, τη βοήθησαν οικονομικά και/ή άλλως, με το Walter, να την παίρνει και στο γιατρό, για να αντιμετωπίσει τα διάφορα γυναικολογικά προβλήματα που προέκυψαν, εξαιτίας του βιασμού της από τους δέκα άραβες. Ούτε την απάντηση που έδωσε αναφορικά με το λόγο που δεν πήγε στην Αστυνομία ενωρίτερα, για να κάνει παράπονο εναντίον οποιουδήποτε κατηγορούμενου μπορώ να δεχθώ αφού δε τη θεωρώ καθόλου πειστική. Καθώς έχει αναφέρει: «Δεν πήγα γιατί σκέφθηκα ότι αν το έκαμνα . ο λόγος ήταν γιατί δεν εμπιστευόμουν την Αστυνομία. Εφοβόμουν». Παρόλα αυτά, ουδέποτε εξήγησε γιατί δεν εμπιστευόταν την Αστυνομία και γιατί φοβόταν. Και ποιους φοβόταν; Τους κατηγορούμενους ή την αστυνομία; Και τι το χειρότερο θα της συνέβαινε από τους δύο βιασμούς, για να μην εμπιστεύεται και να φοβάται να καταγγείλει τους κατηγορούμενους για ό,τι τους καταμαρτυρεί ένα χρόνο μετά που έφυγε από το καμπαρέ; Και κάτι ακόμη. Ισχυρίστηκε η παραπονούμενη, ότι στο καμπαρέ, ο 3ος κατηγορούμενος είχε στο ταμείο ένα τετράδιο, όπου τα σημείωνε όλα. Καθώς έχει αναφέρει (βλ. τη γραπτή της κατάθεση - τεκμήριο 19Α). «Σ' αυτό το τετράδιο ήταν γραμμένα τα ονόματα των κοπέλων και δίπλα από το όνομα της κάθε κοπέλας σημείωνε την ώρα της εξόδου και το ποσό που πλήρωνε». Εκτός του ότι η άλλη παραπονούμενη, η Reys (ΜΚ4) αναφέρθηκε σε δύο βιβλία, να υπενθυμίσω ότι κατά την επιχείρηση της 27ης Ιουνίου, 2008 στο καμπαρέ "Felix", όπου έγινε και αστυνομική έρευνα, δε φαίνεται να εντοπίστηκε οποιοδήποτε τετράδιο, ανάλογο με αυτό που ανάφερε η παραπονούμενη Francia. Δε νομίζω ότι χρειάζεται να επεκταθώ, παρότι θα μπορούσα να το κάνω προκειμένου να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους αδυνατώ να δεχθώ την εκδοχή της παραπονούμενης, επί της ουσίας, όσων ανάφερε χωρίς να μου διαφεύγει ότι είναι σεξουαλικά τα διάφορα αδικήματα που καταλογίζονται στους κατηγορούμενους, οπότε, η μαρτυρία και των δυο παραπονούμενων χρειάζεται ενίσχυση, είτε ως θέμα πρακτικής είτε ως θέμα νόμου (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2. Α.Α.Δ. 129, Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71 κ.ο.κ). Αυτονόητο πως, θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας τίθεται προς ενίσχυση αξιόπιστης μαρτυρίας (βλ. Παπαδήμας ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 251 κ.ο.κ). Υπεισέρχομαι τώρα στην άλλη παραπονούμενη, τη Reys (M.K.4). Αρκετές από τις παρατηρήσεις και διαπιστώσεις μου, αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της παραπονούμενης Francia ισχύουν και για τη Reys. Κι αυτή προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής και πειστικότητας, υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και γενικά απέτυχε να τεκμηριώσει κατά συγκεκριμένο τρόπο, έστω και μια περίπτωση όπου εξωθήθηκε σε πορνεία, παρά τη θέλησή της, από οποιοδήποτε κατηγορούμενο, τη στιγμή, μάλιστα, που καταλογίζεται σ' αυτούς, ότι, στον ουσιώδη χρόνο συνομώτησαν μεταξύ τους για το σκοπό αυτό. Παρότι και αυτή εξαναγκάστηκε, όπως ισχυρίστηκε, να κάνει σεξ με πελάτες του καμπαρέ, ερωτηθείσα από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, γιατί όταν της είπαν οι άλλες κοπέλες του καμπαρέ, ποια θα ήταν η δουλειά της σ' αυτό, δεν έφυγε από το χώρο όπου διέμενε και να πάει να καταγγείλει αυτά που της είπαν ότι θα κάνει, «Σε ποιόν θα έκαμνα καταγγελία;» ήταν η απάντηση της. Δε νομίζω πως θα έπρεπε να δώσει τη συγκεκριμένη απάντηση η παραπονούμενη, για την παράλειψή της να κάνει το αυτονόητο, που ήταν να καταγγείλει την υπόθεση και όποιο κατηγορούμενο εμπλέκεται σ' αυτήν, στην Αστυνομία. Μολονότι επιχείρησε να εμπλέξει τους 1ο και 5ο κατηγορούμενους, με τα διάφορα αδικήματα που "διαπράττονταν" σε βάρος της, κατά τη διάρκεια που εργαζόταν στο καμπαρέ "Felix", ιδιαίτερα τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος την έπαιρνε και στο ξενοδοχείο όπου έκανε σεξ με τους πελάτες του καμπαρέ, όπως ισχυρίστηκε, εντούτοις, ακόμη και για το βράδυ που καταλήφθηκε από την Aστυνομία μαζί με το Voitenko σε δωμάτιο του ξενοδοχείου Le Village, δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της, ότι, ο Voitenko πλήρωσε στο καμπαρέ σαν πελάτης για να κάνουν σέξ. Ούτε καν ποιoν πλήρωσε ανάφερε. Οι λόγοι για τους οποίους δε θεωρώ ότι προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, το γεγονός, ότι, ο Voitenko, όταν μετέβη στο καμπαρέ, μεταξύ 26ης και 27ης Ιουνίου, 2008 πλήρωσε τουλάχιστον τα δύο χαρτονομίσματα των €100,00 και €50.00, αντίστοιχα, τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή του 1ου κατηγορούμενου, κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας που του έκανε ο Μ.Κ.6 έχουν ήδη αναφερθεί. Κατά συνέπεια, δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω. Ούτε και μου διαφεύγει ότι η παραπονούμενη, παρότι εργαζόταν πέντε περίπου μήνες στο καμπαρέ αποφάσισε να μιλήσει στην Aστυνομία πρώτη φορά γι' αυτά που "βίωνε", όλη αυτή την περίοδο, παρά τη θέλησή της, αφότου εντοπίστηκε μαζί με το Voitenko στο ξενοδοχείο Le Village, στις 27.6.
  1. Και το παράδοξο είναι ότι, ενώ επιχείρησε να εξιστορήσει τα βιώματα και τις εμπειρίες της στο καμπαρέ, στο πλαίσιο μιας κατάθεσης, έκτασης 5 σελίδων (βλ. το τεκμήριο 28), δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να αναφερθεί ούτε σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, όπου ένας ή περισσότεροι κατηγορούμενοι, με αναφορά στα ονόματά τους, την εξώθησαν σε συγκεκριμένο χρόνο με συγκεκριμένο πελάτη στην πορνεία. Τα όσα καταμαρτυρεί στους κατηγορούμενους είναι γενικότητες. Ακόμη και για το Voitenko, δεν αναφέρει λέξη στη γραπτή της κατάθεση. Κι όμως, ειδικά γι' αυτή την περίπτωση ανάμενα ότι, όχι μόνο στη γραπτή της κατάθεση, αλλά και στο δικαστήριο, όταν της δόθηκε η ευκαιρία, θα έδιδε επαρκείς λεπτομέρειες, οι οποίες να τεκμηρίωναν τον ισχυρισμό της, ότι πήγε στο ξενοδοχείο για να κάνει σεξ με το Voitenko και τούτο, επειδή αυτός πλήρωσε για το συγκεκριμένο σκοπό στο καμπαρέ. Ούτε και μου διαφεύγει ότι, παρότι στην κατάθεσή της, δε λέει οτιδήποτε για το παραπάνω περιστατικό, αντεξεταζόμενη επέμενε ότι ανάφερε. Το ίδιο ισχύει και με την απάντηση που έδωσε όταν κλήθηκε να δείξει στην κατάθεσή της, οτιδήποτε ισχυρίστηκε πως είπε σε σχέση με το συγκεκριμένο περιστατικό. Καθώς έχει αναφέρει «Εδώ αναφέρω πως λειτουργούσε το καμπαρέ. Δε με ρώτησαν τίποτε άλλο. Κατάθετα, ό,τι με ρωτούσαν». Άξια αναφοράς είναι και η απάντησή της στην ερώτηση, εάν κατά τη διάρκεια των 5 ½ μηνών (που δούλευε στο καμπαρέ) πήγε ποτέ σ' οποιοδήποτε αστυνομικό σταθμό ή υπηρεσία να καταγγείλει οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους, ότι στο καμπαρέ "Felix" πήγαινε επ' αμοιβή με πελάτες για σέξ. «Δεν ήξερα για αστυνομίες για να πάω σε αστυνομίες» ήταν η απάντησή της. Αν είναι ποτέ δυνατό να της πιστέψω. Αυτό, πολύ περισσότερο ισχύει όταν σε άλλη - παρόμοια ερώτηση που της υποβλήθηκε ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο όταν είχε κινητό τηλέφωνο δεν επικοινώνησε με οποιοδήποτε αστυνομικό σταθμό και να καταγγείλει τον εργοδότη της ή τους κατηγορούμενους ήταν γιατί δεν ήξερε πως θα τηλεφωνούσε στην Αστυνομία!!. Ότι η παραπονούμενη υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις καταφαίνεται και από το ακόλουθο πολύ απλό παράδειγμα. Αντεξεταζόμενη, πάντοτε, ισχυρίστηκε ότι στους διάφορους χώρους που πήγαινε για να κάνει σεξ με τους πελάτες, την έπαιρνε ο 1ος κατηγορούμενος. Όταν τέλειωνε την έπαιρναν πίσω οι πελάτες. Φυσικά, λίγο παρακάτω ισχυρίστηκε ότι το βράδυ της 27ης Ιουνίου 2008, την πήρε ο Voitenko με το αυτοκίνητο του στο ξενοδοχείο Le Village. Τίθεται το ερώτημα, πότε έλεγε την αλήθεια, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, εκείνο το βράδυ, ο 1ος κατηγορούμενος, στον οποίο τόσα καταμαρτυρεί ήταν στο καμπαρέ. Ανάμενα ότι, τουλάχιστον, θα έδινε μια εξήγηση, γιατί, παρότι εκείνος την έπαιρνε στους διάφορους χώρους όπου συναντούσε τους πελάτες του καμπαρέ για να κάνουν σεξ, το συγκεκριμένο βράδυ, την πήρε ο πελάτης. Τέτοια εξήγηση δε δόθηκε ποτέ από την παραπονούμενη. Οι προαναφερθέντες λόγοι, δεν είναι και οι μόνοι που επικαλέσθηκε η παραπονούμενη, για να δικαιολογήσει το γεγονός, ότι δεν προέβη οποτεδήποτε σε παράπονο ή καταγγελία στην Αστυνομία για όσα βίωνε παρά τη θέλησή της κατά τη διάρκεια της πεντάμηνης και πλέον παραμονής της στο καμπαρέ "Felix". Προέβαλε και τους εξής λόγους: Δεν ήθελε να έχει προβλήματα, επειδή οι κατηγορούμενοι τους είπαν ότι αν πήγαιναν Αστυνομία, θα είχαν προβλήματα. Εδώ δεν είναι η χώρα της και δεν ήθελε να έχει προβλήματα. Το αποκορύφωμα όσων έχει αναφέρει είναι η απάντηση που έδωσε όταν, αντεξεταζόμενη ρωτήθηκε το εξής: "Πες μου, είπες ότι η Αστυνομία στις 27.6.2008 σε τσάκωσε στο Le Village. Αν δε σε τσάκωνε, θα πήγαινες να κάνεις καταγγελία εναντίον οποιουδήποτε κατηγορούμενου;" Και η απάντηση της: «Για ποιο λόγο να πήγαινα;». Ίσως και να έχει δίκαιο η παραπονούμενη εδώ. Η απάντησή της είναι τόσο αφοπλιστική, που και χωρίς όλα τα άλλα που έχω αναφέρει αρκεί νομίζω, προκειμένου να τεκμηριώσω το εύλογο των αμφιβολιών μου, περί της γνησιότητας και αλήθειας όσων έχει καταθέσει συναφώς με τις διάφορες κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Ωστόσο, θα ήθελα να επισημάνω ακόμη δύο στοιχεία που άπτονται της αξιοπιστίας της και επηρεάζουν την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Αρχίζω με το εξής: εάν όντως η παραπονούμενη έλεγε την αλήθεια και είχε όλες αυτές τις τραυματικές εμπειρίες στο καμπαρέ γιατί δεν έφυγε μετά τους πρώτους τρεις μήνες, παρά μόνο ανανέωσε τη σχετική άδεια εργασίας της σ' αυτό; Έπειτα, τα δυο βιβλία, που, όπως ισχυρίστηκε υπάρχουν στο καμπαρέ (σε αντίθεση με τη Francia που αναφέρθηκε σε ένα τετράδιο) όπου στο ένα γράφονται τα ποτά που πίνουν οι πελάτες και στο άλλο, τι ώρα βγαίνει ραντεβού η κάθε κοπέλα, που πήγαν στις 27.6.2008, όταν η Αστυνομία εισήλθε στο καμπαρέ, στα πλαίσια της επιχείρησης που ανάφερε ο Μ.Κ.6 και διενήργησε έρευνα στο καμπαρέ; Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ. Μολονότι απ' όσα έχουν αναφερθεί διαγράφεται η τύχη της υπόθεσης, εντούτοις, θα ήθελα να προχωρήσω με αξιολόγηση της μαρτυρίας, τόσο του 1ου κατηγορούμενου (που ήταν και ο μόνος που κατάθεσε ενόρκως) όσο και των τριών μαρτύρων υπεράσπισης. Όσο παράξενο κι αν ακουστεί αυτό που θα πω, η αλήθεια είναι ότι θεωρώ ως κορυφαία έκφραση αναξιόπιστου μάρτυρα τον 1ο κατηγορούμενο και τούτο γιατί, από τα παραδείγματα που θα παραθέσω στη συνέχεια αποκαλύπτεται ότι τα ψέματα που είπε στο δικαστήριο είναι τόσο πολλά, σε βαθμό που μου είναι αδύνατο να πιστέψω σε οτιδήποτε έχει αναφέρει. Ειδικότερα: Στην ανακριτική του κατάθεση, μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: Εργάζεται ως γκαρσόνι στο εστιατόριο του αδελφού του Ανδρέα Φλουρή που είναι και ο ιδιοκτήτης του καμπαρέ "Felix" στη Λεμεσό. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι ο αδελφός του - 2ος κατηγορούμενος, ονομάζεται Δήμος Φλουρής και όχι Ανδρέας Φλουρής. Στις 26.6.2008 πήγε στο καμπαρέ, επειδή του τηλεφώνησε ο 3ος κατηγορούμενος - διευθυντής του καμπαρέ - και του ζήτησε να τον αντικαταστήσει μέχρι και τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας, διότι έπρεπε να πάρει τον πατέρα του στο νοσοκομείο. Πήγε στο καμπαρέ στις 9 το βράδυ και έπιασε δουλειά. Η δουλειά ήταν να γράφει πάνω σε κόλλα τα ποτά που έπιναν οι γυναίκες και οι πελάτες. Κατά τα μεσάνυκτα ήρθαν στο καμπαρέ ξεχωριστά δύο άτομα, τα οποία κάθισαν με γυναίκες και μιλούσαν. Ο ένας έβαλε σε δυο γυναίκες 5 ποτά και το ίδιο έκανε και ο άλλος με άλλες δυο γυναίκες. Και οι δυο τους ήπιαν 5-6 ποτά. Μόλις έκλεισαν (το καμπαρέ) είδε τους δυο αυτούς πελάτες να φεύγουν από το μαγαζί, αφού πλήρωσαν και οι δυο μαζί στον 5ο κατηγορούμενο, €450,
  2. Ο 5ος κατηγορούμενος του έδωσε το ποσό αυτό και το έβαλε στην τσέπη του μαζί με δικά του λεφτά. Έφυγαν όλες οι γυναίκες από το μαγαζί και ανέβηκαν στα δωμάτιά τους, πάνω από το καμπαρέ. Ποτέ δε δούλεψε στο καμπαρέ του αδελφού του, εκτός από το συγκεκριμένο βράδυ, λόγω ανάγκης. Απαντώντας σε αριθμό ερωτήσεων του δικηγόρου του ανάφερε και τα εξής: Στην ερώτηση τι εργασίες έκανε στο καμπαρέ του αδελφού του, «Τη μέρα πήγαινα σε τράπεζες και στο νοσοκομείο. Μου τηλεφωνούσε ο διευθυντής του καμπαρέ, έλα να πάρεις την κοπέλα που αρρώστησε .». Και λίγο παρακάτω, «εγώ δεν εργαζόμουν στο καμπαρέ, μόνο αν είχε κανένα γκαρσόνι άρρωστο πήγαινα τη μέρα που μου τηλεφωνούσαν». Κι όμως, για να επαναλάβω, τελειώνει την ανακριτική του κατάθεση, με τη φράση «Ποτέ μου δεν δούλεψα στο καμπαρέ του αρφού μου, εκτός που εψές λόγω ανάγκης του Άριστου». Αντεξεταζόμενος ανάφερε και τα εξής: Δε γνωρίζει αν στο καμπαρέ υπήρχαν μονά και διπλά ποτά, επειδή δε δούλευε εκεί. Ούτε και ξέρει αν οι πελάτες που πήγαιναν στο καμπαρέ κερνούσαν ποτά στις κοπέλες. Φυσικά διέλαθε της προσοχής του, ότι ενωρίτερα, υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, με την οποία αναφέρεται στο περιστατικό με τα δυο άτομα που έβαλαν από 5 ποτά στις δυο γυναίκες που κάθισαν μαζί τους και μιλούσαν, οι οποίοι ήπιαν από άλλα 5-6 ποτά ο καθένας και προτού φύγουν πλήρωσαν στον 5ο κατηγορούμενο, συνολικά, το ποσό των €
  3. Γνωρίζει τις δυο παραπονούμενες, από την ημέρα που θα τις έπαιρνε στο Immigration για ανανέωση της άδειάς τους. Τις είχε ξαναδεί και στο καμπαρέ, τη νύκτα που πήγαινε να δουλέψει. Φυσικά, όταν αντιλήφθηκε την γκάφα που έκανε, «αντικαθιστούσα μόνο» διευκρίνισε. Στην ερώτηση, όταν γινόταν αυτό, ποιες ήταν οι αρμοδιότητές του; «Να είμαι εκεί να εξυπηρετώ τους πελάτες» απάντησε. «Να τους βάλλω ποτά να πιούσιν». Είναι προφανές, ότι, ο κατηγορούμενος αποτελεί παράδειγμα αναξιόπιστου μάρτυρα για σεμινάριο. Και πάλι, να υπενθυμίσω ότι στην ανακριτική του κατάθεση, στην μια και μοναδική φορά που πήγε στο καμπαρέ να δουλέψει η δουλειά του ήταν, όπως αναφέρει, να γράφει πάνω σε μια κόλλα τα ποτά που πίνουν οι γυναίκες και οι πελάτες. Απαντώντας σε άλλη ερώτηση, κάποτε ήταν και bar man ισχυρίστηκε. Βέβαια, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν σέρβιρε και ποτά. Όταν έμπαινε ένας πελάτης στο καμπαρέ και καθόταν, έπαιρνε παραγγελία το γκαρσόνι κάτω και έλεγε στον ίδιο «Φέρε μία μπύρα να πιώ». Δεν έγραφε τι ποτό έπινε ο πελάτης. Οι αντιφάσεις δεν έχουν τελειωμό. Αυτό ακριβώς είπε ότι έκανε στην ανακριτική του κατάθεση, στην μια και μοναδική φορά που εργάστηκε στο καμπαρέ! Ούτε και υπέπεσε ποτέ στην αντίληψή του στο καμπαρέ, να κάθονται κοπέλες με πελάτες και να πίνουν ποτό. Και πάλι τον παραπέμπω στο περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, όπου λέει ακριβώς το αντίθετο. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι οι κοπέλες έπιναν μόνο πορτοκαλάδα, όμως, δε σημείωνε πουθενά, γιατί είναι «free» που το μαγαζί!! Ούτε και είδε κοπέλες να πίνουν ποτό με πελάτες μα ούτε και σημείωνε ποτέ σε κόλλα ποτά που ήπιαν κοπέλες με πελάτες. Ειλικρινά, υποτιμά και τη νοημοσύνη μας ο κατηγορούμενος. «Η δουλειά μου ήταν να γράφω πάνω σε κόλα τα ποτά που πίνουν οι γυναίκες και οι πελάτες». Αυτή η φράση, δεν είναι δική μου ασφαλώς, αλλά του κατηγορούμενου. Αποτελεί δε, μέρος όσων αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης. Θα μπορούσα να παραθέσω πολλαπλάσια παραδείγματα, προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του 1ου κατηγορούμενου, ως μάρτυρα. Παρέλκει, όμως, νομίζω. Όσα έχουν παρατεθεί, τα θεωρώ υπεραρκετά, προκειμένου να απορρίψω τη μαρτυρία του στο σύνολό της και να κηρύξω τον ίδιο ως εντελώς αναξιόπιστο μάρτυρα. Η Χρ. Σταύρου (Μ.Υ.1) εργάζεται στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Παρουσίασε στο δικαστήριο το σχετικό φάκελο των δύο παραπονούμενων (τεκμήρια 30 και 31). Δε βοηθά καθοιονδήποτε τρόπο την υπόθεση της υπεράσπισης η μαρτυρία της και φυσικά ούτε και τη βλάφτει και αυτό είναι και το μόνο που θέλω να πω, αναφορικά με αυτή τη μάρτυρα, η μαρτυρία της οποίας, ασφαλώς γίνεται αποδεκτή. Δέχομαι και τη μαρτυρία του λοχία 1282 Ν. Σπανού, (Μ.Υ.1), μολονότι ούτε και αυτή βοηθά ή βλάφτει καθοιονδήποτε τρόπο την υπόθεση της υπεράσπισης και συγκεκριμένα, των κατηγορουμένων 1, 2, 3 και 5, για τους οποίους, τόσο αυτός όσο και οι άλλοι δύο μάρτυρες υπεράσπισης κλήθηκαν να καταθέσουν. Εν πάση περιπτώσει, οι παραπονούμενες, παρά την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία τους ως μαρτύρων, ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι, είτε δεν πήγαν στο Immigration είτε δεν κλήθηκαν εκεί να πουν, οτιδήποτε αφορούσε, είτε τις συνθήκες εργασίας τους στο καμπαρέ είτε γενικά, οτιδήποτε για το οποίο κλήθηκε ο συγκεκριμένος μάρτυρας να καταθέσει. Και οι δύο ισχυρίστηκαν ότι, για λόγους που έχουν αναφέρει δεν μπορούσαν να πουν οτιδήποτε συναφές με τις συνθήκες εργασίας τους και κ.ο.κ. στο Immigration. Ο Αρ. Χ"Βαρνάβας (M.Y.3), στον ουσιώδη χρόνο ήταν αστυνομικός στην ΥΑΜ. Σήμερα δεν εργάζεται στην Αστυνομία. Αναγνώρισε όπως είπε την παραπονούμενη Francia (Μ.Κ.2) από τη φωτογραφία που του υποδείχθηκε στο τεκμήριο
  4. Την είδε τρεις φορές. Η πρώτη ήταν στις 21.2.2007, που προσήλθε στα γραφεία για έλεγχο και υπογραφή του συμβολαίου εργασίας της. Η δεύτερη ήταν όταν προσήλθε στα γραφεία για εγγραφή της ως αλλοδαπή και η τρίτη, στις 25.5.2007 που προσήλθε εκ νέου στο γραφείο του και υπόβαλε αίτηση για ανανέωση της προσωρινής άδειας παραμονής και εργασίας της, για άλλους τρεις μήνες. Δηλώνω ευθέως πως δε δέχομαι τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα μα ούτε και το θεωρώ αξιόπιστο, αφού, για λόγους που θα παραθέσω αμέσως είναι φανερό, ότι επιστρατεύθηκε από τους κατηγορούμενους, απλώς, για να ενισχύσει με διάφορα ψεύδη, μια από τις διάφορες πτυχές της υπεράσπισής τους. Διερωτώμαι ειλικρινά, γιατί αισθάνθηκε την ανάγκη να πει όσα είπε για τη διαλογική συζήτηση που υποτίθεται είχε με την παραπονούμενη στις 25.5.2007, αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσής της γενικά στη Δημοκρατία και πιο συγκεκριμένα, όπως ανάφερε, στο χώρο διαμονής και εργασίας της. Διερωτώμαι ακόμα, πώς είναι δυνατό να δηλώνει πως δεν μπορεί να θυμάται κατά πόσο συνοδευόταν από οποιονδήποτε η παραπονούμενη, στις 25.5.2007, επικαλούμενος τα τρία χρόνια που πέρασαν, έκτοτε, αλλά, την ίδια ώρα, να θυμάται την παραπονούμενη, από μια φωτογραφία, ανάμεσα στις χιλιάδες αλλοδαπές που πέρασαν από το γραφείο του από τότε και, πολύ περισσότερο, να θυμάται τόσες πολλές λεπτομέρειες, για το τι διαμείφθηκε μεταξύ τους κατά τη συνάντηση. Τέλος, διερωτώμαι και με ποιο κριτήριο θυμήθηκε ειδικά τη συγκεκριμένη αλλοδαπή, όταν, στην ερώτηση αν θυμάται όλες τις κοπέλες - αλλοδαπές που πέρασαν από το γραφείο του, από το 2007 απάντησε ως εξής, που είναι και το μόνο που ανάφερε και αποδέχομαι. «Είναι αδύνατο να θυμάμαι όλες τις αλλοδαπές που πέρασαν από το γραφείο μου». Και κάτι τελευταίο. Να υποθέσω ότι μόνο ο μάρτυρας εργαζόταν στο συγκεκριμένο γραφείο κατά τον ουσιώδη χρόνο; Μόνο έτσι μπορώ να αντιληφθώ ότι και στις τρεις περιπτώσεις που μετέβη στο Immigration η παραπονούμενη, συνάντησε τον ίδιο. Δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των δυο παραπονούμενων, ως μαρτύρων και έχοντας κατά νου, την αποδεικτική αξία της ανώμοτης δήλωσης ενός κατηγορούμενου, νομίζω πως δεν έχει νόημα να ασχοληθώ με το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης των κατηγορούμενων 2, 3, 5 και
  5. Τέλος, παρά τη σωρεία ψεμάτων που είπε ο 1ος κατηγορούμενος, δε μου διαφεύγει ότι, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, με αναφορά σε νομολογία (βλ. Αλ-Χάματ, ανωτέρω) η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή οποιουδήποτε κατηγορούμενου στις διάφορες κατηγορίες που καθένας από αυτούς αντιμετωπίζει. Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται σ' όλες τις κατηγορίες, οι κατηγορούμενοι 3 και 6 στις κατηγορίες 1, 4, 6, 7 και 8 και τέλος, ο 5ος κατηγορούμενος, στις κατηγορίες 1, 3, 4 και 5 (οι κατηγορούμενοι 3, 5 και 6 αθωώθηκαν στις υπόλοιπες κατηγορίες, με την ενδιάμεση απόφασή μου, ημερομηνίας 10.11.2010, αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως). (Υπ.) .......... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ/ΚΠ Subject: General/Criminal/Final (Αναφορά: Πορνεία - Μαρτυρία -, κατηγορούμενος - ψεύδη κατηγορούμενου -) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.