← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Συμεών Καραμιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4766/10, 3 Mαρτίου, 2011

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Συμεών Καραμιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4766/10, 3 Mαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2011:8 ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ Ενώπιον: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4766/10 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Συμεών Καραμιχαήλ Μάριος Σωτηριάδης Κατηγορούμενοι ---- Ημερομηνία: 3 Mαρτίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κα Ιωαννίδου Για τον κατηγορούμενο 1: κος Χ"Λοϊζου Κατηγορούμενος 1 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος 1 (στο εξής «ο κατηγορούμενος») παραδέχθηκε την πρώτη κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή ένοπλης ληστείας, ενώ για τις κατηγορίες της ένοπλης ληστείας (2η κατηγορία), κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β (3η κατηγορία), μεταφοράς του ιδίου όπλου (4η κατηγορία) και οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου (6η κατηγορία) διεξήχθη ακρόαση. Τις ίδιες κατηγορίες αντιμετώπιζε και ο Μάριος Σωτηριάδης, πρώην κατηγορούμενος 2, ο οποίος αφού παραδέχθηκε ενοχή, του επιβλήθηκε ποινή και κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας. Με την δεύτερη κατηγορία αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι στις 12.1.2010, ενώ ήταν οπλισμένος με επιθετικό όπλο, δηλαδή, ένα πιστόλι με διακριτικά PIETRO BERETTA, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €105 από το περίπτερο «NIKLAND 4» και κατά, αμέσως πριν και αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησε πραγματική βία εναντίον της Donka Gospodinova Deleva. Με την τρίτη κατηγορία αποδίδεται στον κατηγορούμενο η κατοχή του πιο πάνω πιστολιού, με την τέταρτη κατηγορία η μεταφορά του ίδιου πιστολιού ενώ με την έκτη κατηγορία η μεταφορά του κατά τρόπο διεγείροντα τρόμο στην Donka Gospodinova Deleva. Υπήρξε η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος με τη βοήθεια του πρώην συγκατηγορούμενου του, Μάριου Σωτηριάδη και κρατώντας το εν λόγω πιστόλι εισήλθε τις μεταμεσονύχτιες ώρες της 12.1.2010 σε περίπτερο στη Λεμεσό. Εντός του περιπτέρου βρισκόταν η υπάλληλος Donka Gospondinova (MK6) εναντίον της οποίας ο κατηγορούμενος προέταξε το εν λόγω πιστόλι και έκλεψε ποσό €

  1. Η υπεράσπιση αποδέχεται τη διάπραξη της ληστείας, ισχυρίζεται όμως ότι αυτή έγινε με τη χρήση ψεύτικου πιστολιού. Θεωρούμε σκόπιμο να σημειώσουμε ότι αρχικά ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί τη δεύτερη κατηγορία πριν όμως την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ζήτησε και του δόθηκε άδεια να αλλάξει απάντηση στην κατηγορία αυτή από παραδοχή σε μη παραδοχή. Ακολούθως ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Ο κατηγορούμενος εν σχέσει με την 2η κατηγορία που έχει απαντήσει τώρα δηλώνει ότι στις 12 Ιανουαρίου 2010 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού με τη χρήση ψεύτικου πιστολιού έκλεψε το χρηματικό ποσό των €105 περιουσία του Χριστάκη Χριστοδούλου από την Πάφο ιδιοκτήτη του περιπτέρου «Nikland 4» .. και κατά, αμέσως πριν και αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποίησε πραγματική βία εναντίον της Donka Gospodinova Deleva από τη Βουλγαρία με σκοπό να αποκτήσει και κατακρατήσει τα κλαπέντα». Βέβαια ερωτηθείς ο συνήγορος κατά πόσο ζητούσε έγκριση του περιεχομένου της δήλωσης του δυνάμει των προνοιών του άρθρου 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, απάντησε αρνητικά. Πέραν του ότι λόγω της στάσης αυτής της υπεράσπισης, η αποδεικτική αξία μιας τέτοιας δήλωσης παραμένει μηδαμινή, εν τούτοις, προέκυψε κατά την εξέλιξη της ακρόασης, ότι δεν αμφισβητούνται τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στη δήλωση. Στην υπόθεση καταχωρήθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του Κεφ. 9 τα ακόλουθα: Ο Χριστάκης Χαραλάμπους είναι ο ιδιοκτήτης της εταιρείας Nikland Ltd η οποία διαχειρίζεται, μεταξύ άλλων, το περίπτερο «Nikland 4» που ευρίσκεται στην οδό Βασιλέως Παύλου 12 Α, στην περιοχή Ομόνοιας στη Λεμεσό, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες Τεκ. 4 που λήφθηκαν από τον υπαστυνόμο Μ. Τέμπλαρ. Στις 12.1.10 μετά τη ληστεία τηλεφώνησε στο Χρ. Χαραλάμπους η υπάλληλος του Donka Gospondinova, αναφέροντας του ότι λίγη ώρα προηγουμένως κάποιος εισήλθε στο περίπτερο και έκλεψε €105 και πως η ίδια είχε ειδοποιήσει την αστυνομία. Ο Χριστόφορος Αναστάση ο οποίος ασχολείται με εγκαταστάσεις συστημάτων ασφαλείας εγκατέστησε σύστημα ασφαλείας και παρακολούθησης στο εν λόγω περίπτερο, ετοίμασε ψηφιακό δίσκο στον οποίο φαίνονται οι κινήσεις του δράστη την ημέρα της ληστείας και τον παρέδωσε υπογραμμένο στην αστυνομία (Τεκ. 3). Στη βάση του Τεκ. 3 ο Αστ. 3416 Π. Εκτωρίδης της ΥΠΕΓΕ Αρχηγείου εκτύπωσε αριθμό φωτογραφιών (Τεκ. 2) και έκθεση ημερομηνίας 28.1.10, η οποία καταχωρήθηκε ως Τεκ.
  2. Ο Αστ. 146 Αντρέας Παρμαξής στις 12.1.10 ενώ βρισκόταν μηχανοκίνητη περιπολία μαζί με τον Αστ. 3440 Ηλία Κωνσταντίνου έλαβαν πληροφορία μέσω ασυρμάτου ότι σε περίπτερο στην οδό Βασιλέως Παύλου αρ. 12 Α έγινε ληστεία. Αμέσως μετέβηκε εκεί και σύμφωνα με την υπάλληλο του περιπτέρου Donka Gospondinova ο δράστης φορούσε κουκούλα και γάντια και εισήλθε στο περίπτερο αποσπώντας €105 σε διάφορα χαρτονομίσματα. Η αστυνομία απέκλεισε τη σκηνή και τη διερεύνηση της υπόθεσης ανέλαβε το ΤΑΕ Λεμεσού. Στις 18.1.10 ο Αστ. 2567 Γ. Κέρμανος του ΤΑΕ Λεμεσού πήρε από τον κατηγορούμενο με τη γραπτή του συγκατάθεση τα παρειακά του επιχρίσματα (Τεκ. 5) για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων, τα οποία παρέδωσε στις 19.1.10 και ώρα 09:00 στον Αστ. 3430 Ε. Π"Ελισσαίου, ανακριτή της υπόθεσης, ο οποίος με τη σειρά του τα παρέδωσε την 1.2.10 στον Αστ. 1454 Σ. Χριστοδούλου του ΤΑΕ Λεμεσού, ο οποίος τα μετέφερε στην Μαριλένα Χ"Βασιλείου του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας Κύπρου. Ο Αστ. 3021 Α. Κωνσταντίνου στις 23.1.10 περί ώρα 20:00 κατόπιν πληροφορίας ότι θα γινόταν αγοραπωλησία αρχαιοτήτων και χρυσαφικών με ενεχόμενο το όχημα τύπου Suzuki με αρ. εγγραφής SY 938 μετέβη μαζί με συναδέλφους του στο πατρικό σπίτι του Μάριου Σωτηριάδη που βρίσκεται στην τοποθεσία «Πατριάρχες» του χωριού Δωρός. Εκεί βρισκόταν ο Μάριος Σωτηριάδης, ο οποίος ανακρινόμενος προφορικά από τον Λοχ. 829 σε σχέση με το όχημα SY 938 τους οδήγησε σε ανοιχτή τοποθεσία πλησίον της οικίας και τους το υπέδειξε. Στη συνέχεια αφού είδαν αρχαία αντικείμενα από το πλαστικό κάλυμμα του πισινού μέρους του οχήματος περί ώρα 20:30 ο Λοχ. 829 συνέλαβε τον Σωτηριάδη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας. Ακολούθως ο Αστ. 3021 με συνοδηγό τον Μάριο Σωτηριάδη οδήγησε το εν λόγω όχημα στην οικία των γονιών του Μάριου Σωτηριάδη και παρέμεινε εκεί ως φρουρός. Στις 23.1.2010 και περί ώρα 22:00 ο Αστ. 3021 με συνοδηγό τον Μάριο Σωτηριάδη, οδήγησε το εν λόγω όχημα στον αστυνομικό σταθμό Λάνιας και το παρέδωσε στους Αστ. 633 και Αστ. 2683 του ΤΑΕ Λεμεσού. Στις 23.1.2010 και περί ώρα 21:00 κλήθηκε από το ΤΑΕ Λεμεσού ο Χρίστος Χριστοδούλου, ιδιοκτήτης και οδηγός ρυμουλκού αυτοκινήτου με αριθμό RV 589 με την επωνυμία «Prive CNC Auto Moto Care Recovery" και μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Λάνιας όπου συνάντησε τους Αστ. 2683 και 633, οι οποίοι του υπέδειξαν το όχημα με αρ. εγγραφής SY 938 σφραγισμένο με αστυνομική κολλητική ταινία, το οποίο ρυμούλκησε και με τη συνοδεία των πιο πάνω δύο αστυφυλάκων το μετέφερε και το ξεφόρτωσε στον πυροσβεστικό σταθμό επί της λεωφόρου Μακαρίου του Γ΄ στη Λεμεσό. Ακολούθως στις 24.1.10 και περί ώρα 02:00 το φόρτωσε εκ νέου και το μετέφερε με ασφάλεια στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού όπου το ξεφόρτωσε και το παρέδωσε με τα κλειδιά στον Αστ. 1587 Π. Ανδρέου του ΤΑΕ Αρχηγείου. Ο Αστ. 1587 Π.Ανδρέου στις 24.1.2010 και περί ώρα 03:20 στο ΤΑΕ Λεμεσού παρέλαβε, μεταξύ άλλων, από τον Αστ. 2683 Χρ. Ευσταθίου, το πιστόλι μάρκας Pietro Beretta, νίκελ με μαύρη χειρολαβή με άδεια γεμιστήρα, με διακριτικά Δ.Α. 2 τα οποία εντοπίστηκαν κάτω από το κάθισμα οδηγού του οχήματος SY 938, ιδιοκτησίας του Μάριου Σωτηριάδη και κατασχέθηκαν ως Τεκμήρια. Η κατάθεση του Αστ. 1587 κατατέθηκε ως Τεκ. 6 όπου αναφέρεται στη διακίνηση του πιστολιού το οποίο κατατέθηκε ως Τεκ.
  3. Κατατέθηκαν επίσης και οι δύο κουκούλες με διακριτικά Δ.Α. 3 και 4 τις οποίες παρέλαβε ο Αστ. 2283 Α. Αργυρού (Τεκ. 8

(1)και 8
(2)). Ο Αστ. 3116 Μ. Φυλακτού, εμπειρογνώμονας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας εξέτασε δακτυλοσκοπικά το πιστόλι, Τεκ. 7, και δεν βρήκε κανένα αποτύπωμα. Η έκθεση του ημερ. 2.2.10 κατατέθηκε ως Τεκ. 9. Τα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης, ήτοι δειγματοληψία ΕΠΥ και ρούχα του κατηγορούμενου βρίσκονται ασφαλισμένα στην κατοχή της αστυνομίας. Η διακίνηση όλων των τεκμηρίων της παρούσας υπόθεσης από την αστυνομία προς όλα τα αρμόδια τμήματα για επιστημονικές εξετάσεις και αντίστροφα έγιναν νομότυπα και χωρίς κανένα εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να επέμβει ή να αλλοιώσει αυτά. Ο Δρ. Μάριος Καριόλου, εμπειρογνώμονας στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (το βιογραφικό του σημείωμα κατατέθηκε ως Τεκ. 29
(1)), αφού παρέλαβε, μεταξύ άλλων, παρειακά επιχρίσματα του κατηγορούμενου (Τεκ. 5), ένα πιστόλι Pietro Beretta (Τεκ. 7) και δύο μάλλινες πράσινες κουκούλες (Τεκ. 8
(1), 8
(2)) προέβη σε επιστημονικές εξετάσεις. Κατατέθηκαν οι δύο εκθέσεις που ετοίμασε με αριθμούς 364/10 και 573/10 ως Τεκ. 29
(2)και 29
(3)αντίστοιχα. Όπως προκύπτει από τις εν λόγω εκθέσεις σε συνάρτηση με το επίδικο πιστόλι από τις εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι η ποσότητα/ποιότητα του ανθρώπινου πυρηνικού γενετικού υλικού στο πιστόλι ήταν «μηδαμινή προς μηδέν/δεν ήταν ικανοποιητική για να επιτρέψει να γίνουν περαιτέρω διερευνήσεις και συγκρίσεις στο μοριακό επίπεδο». Σε ό,τι αφορά τις κουκούλες Τεκ. 8
(1)και 8
(2), στην κουκούλα Τεκ. 8
(2)απομονώθηκε μεικτό γενετικό υλικό με δότη τον κατηγορούμενο. Ο Αστ. 591 Β. Ακάμας, εμπειρογνώμονας στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας εξέτασε το πιστόλι (Τεκ.7) και προέβη στις επιστημονικές του εξετάσεις. Η έκθεση του ημερ. 3.2.2010 κατατέθηκε ως Τεκ.
  1. Σ΄ αυτήν αναφέρονται τα αποτελέσματα της γενικής βαλλιστικής εξέτασης που διενήργησε στο Τεκ.7 ως ακολούθως: Το πιστόλι και η κενή φυσιγγιοθήκη που ήταν εφαρμοσμένη σ΄ αυτό βρίσκονταν σε καλή χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Από έλεγχο του βαλλιστικού αρχείου ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι το εν λόγω Τεκ. 7 ευθύνεται για τον πυροβολισμό των πέντε τεκμηρίων καλύκων με διακριτικά EXHIBIT 1 έως EXHIBIT 5, στην υπόθεση φόνου εκ προμελέτης του Κυριάκου Ανδρέου, που έγινε στις 26 Οκτωβρίου 2009, στο Σωματείο Αναγέννηση Προσφύγων, στα Κάτω Πολεμίδια Λεμεσού. Ο Αστ. 2283 Δ. Αργυρού της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας στις 23.1.1010 μετέβη με άλλους συναδέλφους του στον Πυροσβεστικό Σταθμό της Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ στη Λεμεσό για εξέταση του οχήματος με αρ. εγγραφής SY 938 (SUZUKI), το οποίο είχε μεταφερθεί εκεί με το ρυμουλκό με αρ. εγγραφής RV
  2. Ο ίδιος έδωσε οδηγίες όπως το εν λόγω όχημα φωτογραφηθεί με τα ανευρεθέντα, στην παρουσία του Μάριου Σωτηριάδη. Μεταξύ της 23-24.1.2010 και μεταξύ των ωρών 23:45 - 02:00 π.μ. παραλήφθηκαν από το εν λόγω όχημα με ασφάλεια, μεταξύ άλλων, τα Τεκ. 7, 8
(1),
(2). Ο ίδιος τα συσκεύασε, τα σφράγισε με αστυνομική κολλητική ταινία, τα υπέγραψε με τα διακριτικά του ΔΑ
(2), ΔΑ
(3)
(4)αντίστοιχα και τα παρέδωσε αυθημερόν στον Αστ. 2683 Χρ. Ευσταθίου. Επιπλέον τα πιο πάνω τα υπέγραψε και ο Μάριος Σωτηριάδης. Ο Αστ. 3502 Ζ. Φικάρδος στις 23.1.2010 υπηρετούσε στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Η κατάθεση του κατατέθηκε ως Τεκ.
  1. Μεταξύ άλλων ενεργειών του, στις 23.1.2010-24.1.2010 στον Πυροσβεστικό Σταθμό (Λεωφ. Μακαρίου Γ΄ στη Λεμεσό) ως ειδικός φωτογράφος έλαβε τις φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκ.
  2. Πέραν των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων δόθηκε η ακόλουθη μαρτυρία: Ο Αστ. 3430 Ελισσαίος Π"Eλισσαίου (ΜΚ1) ανέφερε ότι περί τις 02:25 της 12.1.10 λήφθηκε πληροφορία μέσω ασυρμάτου περί της ληστείας σε περίπτερο της «Nikland 4» όπως αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα πιο πάνω. Ο ίδιος διορίστηκε ανακριτής της υπόθεσης και με τη βοήθεια συναδέλφων του προχώρησε σε εξετάσεις από τις οποίες εξασφαλίστηκε μαρτυρία εναντίον του κατηγορουμένου ο οποίος εντοπίστηκε λίγο αργότερα σε Ιnternet Cafe στην οδό Αναγεννήσεως στη Λεμεσό. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλουμε τη μαρτυρία του Λοχ. 1302 Αντρέα Χρίστου (ΜΚ2) ο οποίος ανέφερε ότι περί ώρα 03:00 της 12.1.10 σταμάτησε έξω από το καζίνο Ιnternet Cafe που βρίσκεται στην οδό Αναγεννήσεως 8 στην Ομόνοια και μέσα είδε ένα πρόσωπο το οποίο φορούσε τα ίδια ρούχα με τα ρούχα του δράστη της ληστείας όπως τα είδε από την επιθεώρηση του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του περιπτέρου, είχε το ίδιο ανάστημα με αυτό του δράστη καθώς και ελαφριά γενειάδα και μουστάκι. Το άτομο αυτό ήταν ο κατηγορούμενος τον οποίο πληροφόρησε ότι διερευνούσε υπόθεση ληστείας περιπτέρου και ότι τον θεωρούσε ύποπτο καθότι έμοιαζε του δράστη και φορούσε τα ίδια ρούχα με αυτόν. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «εγώ εν έχω ιδέα». Τον ερεύνησε σωματικά και αφού βρήκε το χρηματικό ποσό των €100 στη δεξιά τσέπη της φόρμας του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «εν δικά μου». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος οδήγησε το ΜΚ2 στην οδό Ισοκράτους όπου σε χώρο στάθμευσης καταστήματος είχε σταθμευμένο το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΕΤΕ 590, το οποίο ο ΜΚ2 μαζί με τον Αστ. 2820 ερεύνησαν με γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου, χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε ύποπτο. Ακολούθως όταν ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού για ανάκριση, στην παρουσία του ΜΚ1 και του ΜΚ2 παραδέχθηκε ενοχή και τους είπε να τους οδηγήσει στο σημείο όπου πέταξε το ψεύτικο πιστόλι, την κουκούλα και τα γάντια. Στη συνέχεια και περί ώρα 04:45, όπως ανέφερε ο ΜΚ1, ο ίδιος μαζί με τον κατηγορούμενο και το Λοχ. 1302 μετέβηκαν στην οδό Βασιλέως Παύλου όπου ο κατηγορούμενος τους υπέδειξε το περίπτερο «Νikland 4» και τους ανέφερε ότι είναι το περίπτερο στο οποίο διέπραξε τη ληστεία. Aκολούθως η ώρα 04:52 τους υπέδειξε την οδό Δασκαλογιάννη, η οποία βρίσκεται απέναντι από το περίπτερο και τους ανέφερε ότι ήταν ο δρόμος που χρησιμοποίησε για να διαφύγει. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος τους οδήγησε σε κοντινή στάση λεωφορείων παρά τα φώτα τροχαίας της οδού Πάφου με την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου όπου η ώρα 04:55 τους ανέφερε ότι πίσω από την εν λόγω στάση είχε πετάξει το ψεύτικο πιστόλι, την κουκούλα και τα γάντια. Μαζί έκαναν έρευνα στην περιοχή χωρίς όμως να εντοπιστεί οποιοδήποτε από τα αντικείμενα αυτά. Ακολούθως την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 05:15 και 05:40, στο ΤΑΕ Λεμεσού, ο ΜΚ1 κατέγραψε τη θεληματική κατάθεση στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος αφού τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να τη γράψει ο ίδιος και αφού του επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο. Μετά το πέρας της κατάθεσης ο κατηγορούμενος έγραψε ο ίδιος τη σχετική πιστοποίηση και στην παρουσία του ΜΚ1 την υπέγραψε. Η θεληματική κατάθεση του κατηγορούμενου με την οποία παραδέχεται ενοχή κατατέθηκε ως Τεκ.
  3. Η ώρα 06:00 της ίδιας ημέρας κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης ο ΜΚ1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της ένοπλης ληστείας, της παράνομης κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β και οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου και αφού του εξήγησε το λόγο της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός του απάντησε «Είπα σας εμετάνιωσα το». Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι χρησιμοποίησε κατά τη διάπραξη της ληστείας ψεύτικο πιστόλι έγινε λίγο πριν τις 4:00 π.μ. και οι επιτόπιες εξετάσεις για ανεύρεση του πιστολιού έγιναν περί τις 04:55 της ίδιας ημέρας, το δε πιστόλι Τεκ. 7 ανευρέθη στο αυτοκίνητο του Σωτηριάδη, ο οποίος ανέφερε σε κατάθεση του ότι είναι αυτό που χρησιμοποιήθηκε για την επίδικη ληστεία. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτός ανέφερε ότι ο χώρος που υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο ότι έριξε το ψεύτικό πιστόλι είναι δημόσιος χώρος. Ο ΜΚ2, πήρε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον Σωτηριάδη στις 5.2.
  4. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το βράδυ της ληστείας ένα από τα άτομα που βρίσκονταν στο Internet Cafe ήταν και ο Σωτηριάδης, ο οποίος αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε ανάμιξη με τη ληστεία. Ο Αστ. 461 Χριστόδουλος Κωνσταντίνου, ΜΚ3, ανέφερε ότι στις 17.2.10 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο με τη μέθοδο των ερωτοαπαντήσεων σχετικά με υπόθεση που διερευνούσε το ΤΑΕ, η οποία αφορούσε συνωμοσία προς διάπραξη φόνου εκ προμελέτης, φόνου εκ προμελέτης του Κυριάκου Ανδρέου, παράνομης κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β΄, δηλαδή πιστολιού, παράνομης κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών, δηλαδή φυσιγγίων για το πιστόλι, αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 26.10.09 στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και αρνήθηκε να υπογράψει τόσο μετά την επίστηση της προσοχής του στο νόμο, όσο και μετά το τέλος της ανακριτικής κατάθεσης, χωρίς να δώσει επαρκείς λόγους. Η εν λόγω ανακριτική κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκ.
  5. Στα πλαίσια εξέτασης της υπόθεσης εκείνης έλαβε μέρος σε διάφορες έρευνες που έγιναν για εντοπισμό τεκμηρίων και άλλης μαρτυρίας όπου στις 9.2.10 ο Μάριος Σωτηριάδης, ο οποίος τότε ευρίσκετο υπό κράτηση, οδήγησε τον ίδιο καθώς και άλλους αστυφύλακες σε διάφορα σημεία για υποδείξεις σκηνών. Σε κάθε υπόδειξη σκηνής ο Αστ. 649 εφιστούσε την προσοχή του Σωτηριάδη στο Νόμο, έδιδε μια απάντηση την οποία ο ίδιος κατέγραφε, του τη διάβαζε και ο Σωτηριάδης την υπέγραφε στην παρουσία του. Για τις εν λόγω υποδείξεις σκηνών κρατείτο έντυπο από τον Α/Αστ
  6. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλουμε τη μαρτυρία του Α/Αστ. 649 Μ. Βακανά, ΜΚ4, ο οποίος αναφέρθηκε στις υποδείξεις σκηνών που έγιναν από το Σωτηριάδη ως ακολούθως: «1.Στην οδό Αναγεννήσεως η ώρα 12:30 μας υπέδειξε το INTERNET CASINO και σημείο στον μπροστινό κήπο της πολυκατοικίας FRANGOS HOUSE 6 που βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το INTERNET. Του επέστησα την προσοχή του στον νόμο και απάντησε «Εν δαμέ που έχωσα το πιστόλι τζαι τες κουκούλες.» Στην οδό Φιλολάου η ώρα 1236 μας υπέδειξε τον πισινό χώρο στάθμευσης του καταστήματος πώλησης αυτοκινήτων ELITE MOTORS. Του επέστησα την προσοχή του στον νόμο και απάντησε «Εν δαμέ που είσιε παρκαρισμένο το μονοκάμπινο του ο Σίμος». Στην οδό Βασιλέως Παύλου η ώρα 1240 μας υπέδειξε το περίπτερο με την ονομασία Nickland. Του επέστησα την προσοχή του στον νόμο και απάντησε «Εν τούτο το περίπτερο που ελήστεψε ο Σίμος». Στην οδό Πελοπίδα η ώρα 1300 μας υπέδειξε το πεζοδρόμιο μπροστά από το κατάστημα Μελής και Εφραίμ (μπογιαντίσματα αυτοκινήτων). Του επέστησα την προσοχή του στον νόμο και απάντησε «Εν δαμέ που επάρκαρα τζαι επερίμενα τον να κάμει την ληστεία». Στην περιοχή ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ του χωριού Δωρός η ώρα 1340 μας υπέδειξε ξύλινο πάσαλο της ηλεκτρικής στην βάση του οποίου υπήρχε μικρό σκάψιμο. Του επέστησα την προσοχή του στον νόμο και απάντησε «Εν δαμέ που έθαψα το πιστόλι». Στην περιοχή ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ του χωριού Δωρός η ώρα 1350 μας υπέδειξε μαύρο νάιλον σακούλι σε σημείο πέντε μέτρων δυτικά του ηλεκτρικού πασάλου. Του επέστησα την προσοχή του στον νόμο και απάντησε «Εν δαμέσα που είχα το νάιλον που ήταν μέσα το πιστόλι, οι κουκούλες τζαι οι κλάτσες.». Το σακούλι το παρέλαβα και σε μεταγενέστερο στάδιο το συσκεύασα σε χακί φάκελο και έδωσα το διακριτικό (Μ.Β.1).» Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκ. 17 το έντυπο υποδείξεων σκηνών από το Σωτηριάδη. Κατά το στάδιο υποδείξεων σκηνών λαμβάνονταν φωτογραφίες από τον Αστ.
  7. Παρεμβάλλουμε σ΄ αυτό το σημείο τη μαρτυρία του Αστ. 1991 Χαράλαμπου Αυγουστή, ΜΚ8, ο οποίος κατέθεσε ως Τεκ. 27 βιβλιάριο αποτελούμενο από τις εν λόγω φωτογραφίες (24 φωτογραφίες) τις οποίες επεξήγησε. Ο Υπ/μος Μαρίνος Βασιλείου, ΜΚ5, ο οποίος λάμβανε μέρος στις ανακρίσεις σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση φόνου εκ προμελέτης και κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β και εκρηκτικών υλών που διερευνάτο εναντίον του κατηγορούμενου και του Σωτηριάδη, ανέφερε τις ενέργειες που έκανε γι΄ αυτήν την υπόθεση. Στις 8.2.10, στα πλαίσια διερεύνησης της πιο πάνω υπόθεσης, ανέκρινε προφορικά το Σωτηριάδη, ο οποίος του ανέφερε ότι είναι αυτός που μετέφερε με το αυτοκίνητο του τον κατηγορούμενο για να διαπράξει ένοπλη ληστεία σε περίπτερο στις 12.1.10 και ότι μετά τη ληστεία, ο κατηγορούμενος του έδωσε το πιστόλι και τις κουκούλες για να τα κρύψει, πράγμα που έκανε, ενώ στις 20.1.10 ο κατηγορούμενος του ζήτησε πίσω το πιστόλι αναφέροντας του, μεταξύ άλλων, ότι το πιστόλι έχει προϊστορία με φόνο. Τα γεγονότα αυτά, όπως του είπε, ήταν διατεθειμένος να τα αναφέρει σε κατάθεση αφού συμβουλευόταν το δικηγόρο του. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκ. 20 την κατάθεση που πήρε από τον Σωτηριάδη στις 11.2.10 για τον περιορισμένο σκοπό της λήψης της. Για τον ίδιο λόγο καταχωρήθηκε ως Τεκ. 21 δεύτερη κατάθεση που έλαβε από τον Σωτηριάδη την ίδια ημέρα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η πρώτη φορά που ο Σωτηριάδης αναφέρθηκε στην εμπλοκή του για τη ληστεία ήταν κατά το στάδιο της προφορικής του ανάκρισης στις 8.2.
  8. Στις 13.2.10 ο μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά τη διαδικασία ανανέωσης της προσωποκράτησης του Σωτηριάδη και δέχθηκε ότι η τότε δικηγόρος του Σωτηριάδη επικαλέστηκε πιέσεις και υποσχέσεις που δίδοντο στον πελάτη της για να ομολογήσει στην αστυνομία. Ο Αστ. 2683 Χριστόφορος Ευσταθίου, ΜΚ9, που υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού ανέφερε ότι στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης που σχετιζόταν με κατοχή αρχαίων αντικειμένων εντοπίστηκε στο αυτοκίνητο του Σωτηριάδη με αριθμούς εγγραφής SY938, μεταξύ άλλων, στο κάτω μέρος του καθίσματος του οδηγού ένα πιστόλι μάρκας Pietro Beretta με μια άδεια γεμιστήρα και δύο κουκούλες χρώματος πράσινου και όταν ο ΜΚ9 του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο του απάντησε «δεν είναι δικό μου το πιστόλι και οι κουκούλες, εδώσαν μου το» . Η Δρ. Μαρία Έλενα Ελευθερίου, ΜΚ10, Αστυνόμος Β, Δικανική Χημικός με ειδικότητα στην δικανική επιστήμη στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας, εξέτασε το πιστόλι, Τεκ. 7, μάρκας Beretta cal 9 mm με μαύρο πλαστικό κάλυμμα στην χειρολαβή και εφαρμοσμένη κενή φυσιγγιοθήκη για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχει εμποτιστεί σε οποιαδήποτε ουσία και το είδος της και αν έχουν αλλοιωθεί οποιαδήποτε από τα αρχικά χαρακτηριστικά του και ετοίμασε έκθεση η οποία κατατέθηκε ως Τεκ. 33 όπου αναγράφονται τα αποτελέσματα της εξέτασης της ως ακολούθως: «
  9. Mετά από εξέταση του πιστολιού διαπίστωσα ότι σε ορισμένα σημεία της μεταλλικής χειρολαβής, τα οποία εφάπτονταν του πλαστικού καλύμματος της και ήταν δύσκολη η πρόσβαση οξειδωτικού υλικού, υπήρχαν υπολείμματα, πιθανώς της εργοστασιακής, επίστρωσης μαύρου χρώματος.
  10. Τα εν λόγω υπολείμματα μαύρου χρώματος αφαιρούντο εύκολα με την επίδραση διαλύματος υδροχλωρικού οξέος με αποτέλεσμα να γίνεται ορατό το αργυρόχρωμο μέταλλο του υποστρώματος.
  11. Η οξείδωση που ήταν εμφανής σε αρκετά σημεία των μεταλλικών επιφανειών του πιστολιού και ήταν πιο έντονη στις εσωτερικές επιφάνειες του κυρίως μέρους, στη σφαιροθήκη, στο ελατήριο και στο εσωτερικό της κάννης, θα μπορούσε να προκληθεί με τη χρήση οξειδωτικού υλικού.
  12. Περαιτέρω συγκρίσεις με τα αποτελέσματα των εξετάσεων του εν λόγω τεκμηρίου τα οποία έχουν καταχωρηθεί, θα γίνουν με την παραλαβή άλλου όμοιου τύπου πιστολιού.» Όπως διευκρίνισε προφορικά η μάρτυρας την ημέρα της εξέτασης έγινε η αποσυναρμολόγηση του πιστολιού στην παρουσία της από τον Αστ. 591 Βίκτωρα Ακάμα του Εγκληματικού Εργαστηρίου της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών, ο οποίος έχει ειδικότητα για βαλλιστικές εξετάσεις έτσι ώστε να καταστεί δυνατόν να εξετάσει όλα τα σημεία και επιφάνειες του όπλου. Σύμφωνα με το εύρημα της υπό παράγραφο 1 πιο πάνω, τουλάχιστον η επιφάνεια κάτω από το πλαστικό κάλυμμα ήταν χρώματος μαύρου, δηλαδή του αρχικού χρώματος του όπλου. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας διευκρίνισε ότι εξέτασε το εν λόγω πιστόλι σε συνάρτηση με το κατά πόσο υπήρχε αλλοίωση σ΄ αυτό, αν είχε δηλαδή ποτιστεί με οποιοδήποτε οξειδωτικό υλικό και μόνο σ΄ αυτήν την εξέταση προέβη. Η οξείδωση σε μεταλλικές επιφάνειες, όπως επεξήγησε η μάρτυρας, προκαλείται με διάβρωση μεταλλικού υλικού και στη συνέχεια την επαφή του με την ατμόσφαιρα και την υγρασία, χωρίς να μπορεί η ίδια να καθορίσει την ημερομηνία και ώρα οξείδωσης. Ως προς το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα μέσα στο περίπτερο, πέραν των παραδεκτών γεγονότων έδωσε μαρτυρία και η υπάλληλος της εταιρείας που διαχειρίζεται το περίπτερο Donka Gospondinova Deleva (MΚ6), η οποία ανέφερε ότι γύρω στις 01:35 της 12.1.10 ενώ βρισκόταν στη μικρή κουζίνα που υπάρχει στο βάθος του περιπτέρου είδε κάποιο να μπαίνει στο περίπτερο φορώντας κουκούλα και κρατώντας πιστόλι χρώματος γκρίζου και να πηγαίνει πίσω από τον πάγκο του ταμείου. Όταν αυτή πήγε προς το μέρος του της γύρισε το πιστόλι πάνω της και της είπε στα Ελληνικά «έλα γρήγορα στο ταμείο». Αυτή του είπε ότι το κλειδί βρισκόταν στο ταμείο και να πιάσει τα χρήματα. Αυτός όμως της είπε «έλα πίσω από το ταμείο γρήγορα και δώσμου όλα τα λεφτά» πράγμα που αυτή έπραξε και του έδωσε €55 σε χαρτονομίσματα, ένα των €20, δύο των €10 και τρία των €
  13. Αυτός όμως πρέπει να είδε και χρήματα που υπήρχαν κάτω από το ταμείο και της τα ζήτησε και αυτή του τα έδωσε. Επρόκειτο για δύο χαρτονομίσματα των €20 και ένα των €10, συνολικά δηλαδή έπιασε €105 και έφυγε διασχίζοντας το δρόμο τρέχοντας και μπαίνοντας στο δρόμο απέναντι από το περίπτερο πίσω από το εργοστάσιο της Προβίτα. Η ίδια αμέσως τηλεφώνησε στην αστυνομία. Η μάρτυρας έδωσε περιγραφή του δράστη και των ενδυμάτων του και ανέφερε ότι αυτός φορούσε πράσινη κουκούλα όπου φαίνονταν μόνο τα μάτια του και λίγο από το μουστάκι του το οποίο δεν ήταν έντονο. Την ώρα που τον είδε προσπαθούσε να ανοίξει τα συρτάρια κάτω από το ταμείο. Η μάρτυρας διευκρίνισε ότι την ώρα που πήγε να ανοίξει το ταμείο, ο δράστης έκανε την κίνηση οπλισμού του πιστολιού και το γύρισε προς το μέρος της λέγοντας της «έλα μπροστά από το ταμείο και δώσμου τα λεφτά». Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Κύριος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή υπήρξε ο Μάριος Σωτηριάδης, ΜΚ7, πρώην συγκατηγορούμενος, ο οποίος όπως αναφέραμε και πιο πάνω, αντιμετώπιζε τις ίδιες κατηγορίες με τον κατηγορούμενο, παραδέχθηκε ενοχή, του επιβλήθηκε ποινή και ακολούθως κλήθηκε ως ΜΚ
  14. Όπως αναφέρεται στα παραδεκτά γεγονότα το επίδικο πιστόλι ανευρέθηκε μετά από υποδείξεις του Σωτηριάδη και ενώ αυτός ανακρινόταν για υπόθεση εμπορίας αρχαιοτήτων και χρυσαφικών. Στα πλαίσια διερεύνησης εκείνης της υπόθεσης καθώς και υπόθεσης φόνου εκ προμελέτης, και αφού ο Σωτηριάδης τέθηκε υπό κράτηση, ανακρινόμενος έδωσε αριθμό καταθέσεων στην αστυνομία όπου ενέπλεξε τον εαυτό του στη διάπραξη της εξεταζόμενης ένοπλης ληστείας καθώς και της κατοχής και μεταφοράς του πιστολιού, Τεκ.
  15. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του κατατέθηκαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης πέντε καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία τόσο κατά το στάδιο που εξετάζονταν εναντίον του αδικήματα παράνομης κατοχής και εμπορίας αρχαιοτήτων και παράνομης κατοχής πιστολιού όσο και για φόνο εκ προμελέτης, Έγγραφο με ένδειξη Ζ, Τεκ.14, Τεκ.18, Τεκ. 20, Τεκ.
  16. Δέχθηκε επίσης το περιεχόμενο των υποδείξεων σκηνών που έγιναν από τον ίδιο, Τεκ.
  17. Συνοψίζουμε το περιεχόμενο των καταθέσεων του ΜΚ7, που ο ίδιος υιοθέτησε, κάνοντας αναφορά μόνο στα σημεία που σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση. Στην κατάθεση που έδωσε ο Σωτηριάδης στις 24.1.10 μεταξύ των ωρών 02:45 και 03:20 (Έγγραφο με ένδειξη Ζ) μετά τη σύλληψη του ως ύποπτος για κατοχή και εμπορία αρχαιοτήτων καθώς και για παράνομη κατοχή του πιστολιού που ανευρέθηκε από την αστυνομία στο όχημα του με αρ. εγγραφής SY 938 ανέφερε τα ακόλουθα σε συνάρτηση με το πιστόλι που ανευρέθηκε στο όχημα του: «Για την υπόθεση που έχω συλληφθεί σε σχέση με παράνομη κατοχή και εμπορεία αρχαιοτήτων καθώς και για την παράνομη κατοχή του πιστολιού που ανευρέθηκαν από την αστυνομία στο όχημα μου με αριθμούς εγγραφής SY 938 θέλω να σας πω όλη την αλήθεια για να ξεκαθαρίσω την θέση μου διότι δεν ενέχομαι σε σχέση με αυτές τις υποθέσεις. Την Πέμπτη το βράδυ με πήρε στο κινητό μου τηλέφωνο ο θείος μου Άριστος Νικολάου με αριθμό τηλεφώνου 96452613 και μου ανάφερε ότι ένας συνάδελφος του οδηγός φορτηγού που ονομάζεται Κυριάκος από τη Λεμεσό έχει κάποια αρχαία αντικείμενα στο σπίτι του και ήθελε να τα πουλήσει αφού ο ίδιος είχε προγραμματισμένο και όπως πάω στο σπίτι του για να μου τα δώσει. Πράγματι πήγα στο σπίτι του Κυριάκου που είναι στον Τουρκομαχαλλά στη Λεμεσό και ο Κυριάκος μου έδωσε σαρανταοκτώ κομμάτια αρχαίων αντικειμένων και ένα πιστόλι. Για το πιστόλι ο Κυριάκος μου είπε όπως το θάψω.». Ακολούθως αναφέρει ότι στις 23.1.10 το απόγευμα επικοινώνησε μαζί του κάποιο πρόσωπο αναφέροντας του ότι υπήρχε πρόβλημα με την αστυνομία και έτσι ο ίδιος προσπάθησε να κρύψει το αυτοκίνητο εντός του οποίου βρίσκονταν διάφορα αντικείμενα μεταξύ των οποίων και το πιστόλι. Τελικά τον συνέλαβε η αστυνομία, είπε σ΄ αυτούς όλη την αλήθεια προφορικά και τους οδήγησε στο αυτοκίνητο. Στην ανακριτική του κατάθεση ημερ. 4-5.2.10 μεταξύ των ωρών 22:30 και 01:00 (Τεκ. 14) αναφέρει τα ακόλουθα σε συνάρτηση με την υπό κρίση υπόθεση. Είναι παντρεμένος αλλά βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγο του και αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα για τα οποία παρακολουθείται από ιδιώτη ψυχίατρο. Μετά που χώρισε και έφυγε από το σπίτι, άρχισε να πηγαίνει στο Internet Cafe όπου τον βρήκε η αστυνομία μετά τη διάπραξη της ληστείας και τελικά ο ιδιοκτήτης τον εργοδότησε. Εκεί γνώρισε τον κατηγορούμενο ο οποίος πήγαινε εκεί και έπαιζε ηλεκτρονικό τζόγο. Iδιοκτήτης του εν λόγω χώρου ήταν κάποιος Τίτος και υπεύθυνος κάποιος Αντρέας με τους οποίους σχετιζόταν ο κατηγορούμενος. Τη νύχτα της ληστείας ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο εν λόγω Internet Cafe αλλά δεν κρατούσε χρήματα για να παίξει. Ο ίδιος βρισκόταν στον ίδιο χώρο και έπαιζε στο facebook. Τότε ο κατηγορούμενος ο οποίος καθόταν δίπλα του του ανέφερε ότι θα πάει κάπου και θα επιστρέψει. Εκείνη την ώρα στο Internet Cafe βρισκόταν και ο Αντρέας. Ο κατηγορούμενος έφυγε και επέστρεψε πίσω μετά από 30 με 45 λεπτά περίπου. Λίγα λεπτά αργότερα μετέβη στο μέρος η αστυνομία η οποία αναζητούσε κάποιο Μανώλη. Όταν η αστυνομία έφυγε από το μέρος ο κατηγορούμενος του φώναξε και βγήκαν μαζί έξω. Τη σκηνή την είδε και ο Αντρέας. Ο κατηγορούμενος πήγε στο αυτοκίνητο, το οποίο βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης πίσω από το Elite Motors και όταν επέστρεψε κρατούσε δύο κουκούλες μάλλινες και πλησιάζοντας τον του έδειξε ότι μέσα στις κουκούλες υπήρχε ένα πιστόλι χρώματος ασημί, το οποίο του ζήτησε να το βάλει μέσα στο αυτοκίνητο του γιατί ο λόγος που είχε φύγει για λίγο από το Internet Cafe ήταν η διάπραξη ληστείας σε περίπτερο και φοβήθηκε από την παρουσία της αστυνομίας εκεί. Τότε ο Σωτηριάδης πήρε το πιστόλι μέσα στις κουκούλες και το έχωσε στην αυλή της παρακείμενης πολυκατοικίας χωρίς να τον δει ο κατηγορούμενος γιατί μπήκε μέσα στο Internet Cafe. O μάρτυρας επέστρεψε και αυτός στο Internet Cafe χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε. Μετά από λίγα λεπτά μπήκε η αστυνομία, έκανε έρευνα στον κατηγορούμενο όπου βρήκε πάνω του χρήματα και τον πήραν και έφυγαν. Κάποιοι αστυνομικοί έμειναν στο μέρος και πήραν από τον ίδιο κατάθεση στην οποία δεν ανέφερε ότι γνώριζε ούτε είπε οτιδήποτε για το πιστόλι. Όταν έφυγαν όλοι οι αστυνομικοί ανέφερε στον Αντρέα για τα αντικείμενα που του έδωσε ο κατηγορούμενος και πήγε στην πολυκατοικία που βρισκόταν δίπλα και πήρε τις κουκούλες και το πιστόλι τα οποία έδειξε στον Αντρέα. Μετέφερε το πιστόλι και τις κουκούλες στο χωριό Δωρός όπου διέμενε ο ίδιος με τους γονείς του και το έθαψε κάτω από πάσσαλο της ΑΗΚ. Ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση τον πήρε τηλέφωνο από τα κρατητήρια και τον ρωτούσε για το πιστόλι λέγοντας του ότι το πιστόλι αυτό είχε προϊστορία χωρίς ο ίδιος να ρωτήσει τι προϊστορία είχε. Όταν ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος βρέθηκαν μια-δυο φορές σε πρακτορείο στοιχημάτων όπου του ζήτησε να του επιστρέψει το πιστόλι για να το εξαφανίσει ο ίδιος επιμένοντας ότι το πιστόλι είχε προϊστορία και αν το βρει η αστυνομία θα πάει φυλακή. Ο ίδιος δεν γνώριζε ούτε τι μάρκα ήταν, ούτε τι σφαίρες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σ΄ αυτό. Μια ημέρα ενώ ο ίδιος βρισκόταν υπό κράτηση κάποιος αστυνομικός ονόματι Κωνσταντίνος τον έβαλε μέσα στα κρατητήρια των ανηλίκων που ήταν άδεια για να του τηλεφωνήσει, όπως του είπε, ο κατηγορούμενος στο φορητό τηλέφωνο του αστυφύλακα. Όντως ο αστυφύλακας πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο από το φορητό του και του τον έδωσε ενώ ο ίδιος έμεινε έξω για να προσέχει να μην τους δει κάποιος. Ο κατηγορούμενος τον ρώτησε τι κάνει και τι γίνεται με «εκείνο το πράμα» εννοώντας το πιστόλι. Ο ίδιος δεν ήθελε να του πει ότι το βρήκε η αστυνομία και του είπε ότι είναι εντάξει «το πράμα» και όταν βγει θα μιλήσουν, χωρίς να του αποκαλύψει ότι το βρήκε η αστυνομία. Ακολούθως επέστρεψε στο κελί του. Στην ανακριτική του κατάθεση κατά τη διερεύνηση υπόθεσης φόνου εκ προμελέτης, παράνομης κατοχής και μεταφοράς όπλου και εκρηκτικών υλών που έδωσε στις 11.2.10 μεταξύ των ωρών 10:30 με 12:30 (Τεκ. 21) ανέφερε τα ακόλουθα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα. Τη νύχτα που συνέλαβε η αστυνομία τον κατηγορούμενο για τη ληστεία του περιπτέρου όταν του έδωσε το πιστόλι και τις κουκούλες για να τα κρύψει σταμάτησε γύρω στα 300 με 400 μέτρα πριν το σπίτι του στο Δωρό και πήρε τις κουκούλες με το πιστόλι και τα έβαλε όλα σε ένα νάιλον σακούλι που είχε μέσα στο αυτοκίνητο. Αφού τα έδεσε σφιχτά έσκαψε με τα χέρια του δίπλα από ένα πάσσαλο της ΑΗΚ όπου το χώμα ήταν φρεσκοσκαμμένο και τα έθαψε. Μετά πήγε στο σπίτι του και κοιμήθηκε. Την επόμενη μέρα επέστρεψε στη δουλειά του και συνέχισε φυσιολογικά τη ζωή του όπως και τις δύο-τρεις μέρες που ακολούθησαν. Μια από αυτές τις μέρες o Tίτος, ο ιδιοκτήτης του Ιnternet Cafe, του είπε ότι είχε συνάντηση με τη σύζυγο του κατηγορούμενου, η οποία του είπε να μεταφέρει στον ίδιο ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη ληστεία χωρίς να τον εμπλέξει. Μετά από μια-δύο μέρες και ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση για τη ληστεία του τηλεφώνησε στο κινητό του τηλέφωνο από το τηλέφωνο των κρατητηρίων και τον ρώτησε τι κάνει και ακολούθως τον ρώτησε «τι γίνεται με τζείνο το πράμα;» Ο ίδιος του απάντησε απλά «εντάξει» και έκλεισαν το τηλέφωνο. Στη συνέχεια και αφού απολύθηκε ο κατηγορούμενος την ίδια ή την επόμενη ημέρα της απόλυσης του, ημέρα Τετάρτη, βρέθηκαν στο πρακτορείο του Ρένου κοντά στο Γυμνάσιο Αγίου Ιωάννη πάνω από τα φώτα της Μακεδονίας με την ονομασία «Royal» και έπαιξαν ιπποδρομιακά στοιχήματα. Συγκεκριμένα ο ίδιος έπαιξε μόνος του ενώ ο κατηγορούμενος έπαιξε με τον Τίτο. Ακολούθως περί ώρα 8:00 μ.μ. βγήκε έξω από το πρακτορείο μαζί με τον κατηγορούμενο και τον Τίτο και συζητούσαν. Τότε ο κατηγορούμενος του είπε «Με την πρώτη ευκαιρία φέρμου τζίνο το πράμα ως την Άλασσα τζιαι βάρτο κοντά σε μια ταπέλλα, κοντά σε αυλάτζιη για να μπορώ εύκολα να το έβρω, γιατί τζίνο το πιστόλι έσιει προϊστορία με φόνο». Ο ίδιος σοκαρίστηκε και φοβήθηκε και είπε στον κατηγορούμενο να του εξηγήσει πού ακριβώς έσκαψε και έθαψε το πιστόλι να πάει ο ίδιος να το πάρει. Όμως ο κατηγορούμενος του είπε ότι φοβόταν πώς παρακολουθείτο από την αστυνομία και δεν μπορούσε να το κάνει ο ίδιος. Την επόμενη ημέρα τηλεφώνησε γύρω στο μεσημέρι στον κατηγορούμενο λέγοντας του «Ρε Σίμο, θέλω επείγον να βρεθούμε για να σου δώκω τζίνο το πράμα». Τότε ο κατηγορούμενος του είπε «εντάξει» ζητώντας του να μην μιλά από το τηλέφωνο γι΄ αυτά τα θέματα και πώς θα μιλούσαν όταν ο ίδιος θα κατέβαινε από το χωριό του. Το ίδιο απόγευμα ο Σωτηριάδης πήγε μόνος του και ξέθαψε το πιστόλι, το έβγαλε από το νάιλον και τις κουκούλες που ήταν τυλιγμένο και τα έβαλε κάτω από τη μαξιλάρα του οδηγού του αυτοκινήτου του ενώ ένα ζευγάρι αθλητικές κάλτσες χρώματος μπλε που ήταν μαζί με τις κουκούλες τις πέταξε σε ένα γκρεμό κάτω από το δρόμο. Το σακούλι που ήταν μέσα τα πιο πάνω το πέταξε κάπου εκεί κοντά. Ανέφερε επίσης ότι τη ληστεία του περιπτέρου την έκανε μαζί με τον κατηγορούμενο, φοβόταν όμως να αναφέρει οτιδήποτε και εξέφρασε την επιθυμία όπως ο ίδιος καταγράψει τα γεγονότα που αφορούσαν την ένοπλη ληστεία περιπτέρου που έγινε στις 12.1.10 στη Λεμεσό κάτι που έπραξε. Στην κατάθεση του αυτή η οποία είναι ιδιόχειρη ημερ. 11.2.10 μεταξύ των ωρών 12:35 και 15:45 (Τεκ. 20) αναφέρει: «Για τη ληστεία του περιπτέρου που εσυλλάβετε το Σύμο Καραμηχαήλ η αλήθεια εντούτη που θα σας πώ. Εκείνη την νύχτα ενώ βρισκόμασταν στο Internet café του Τίτου μαζί με τον Σύμο είρτε κοντά μου ο Σύμος και μου είπε έλα να πάμε κάπου μαζί. Ακολούθος βγήκαμε έξω και μπήκαμεν στο αυτοκίνητό μου και μου είπε πάρμε δαμέ ποιο κάτω που είναι παρκαρισμένο το αυτοκίνιτό μου, για να πιάσω κάτι που μέσα. Εγώ τον ρώτησα τι πράγμα και μου είπε θα δεις. Εγώ τον πήγα στο πάρκι πίσω από το ELITE MOTORS όπου είχε παρκαρισμένο το μονοκάμπινο, χρώματος άσπρο, κατέβηκε δυο λεπτά έπιασε κάτι το οποίο βρισκόταν τηλιγμένο σε ένα ρούχο και επίσης κρατούσε και μιαν κουκκούλα. Ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο ενώ κρατούσε τα πράγματα που ανάφερα και άρχισε να ξυτιλίγει το ρούχο το οποίο όπως είδα στην συνέχεια περιείχε ένα πιστόλι. Καθοδόν εγώ τον ρώτησα τι το χριάζεσε αυτό το πράγμα. Αυτός μου είπε ξεκίνα και θα σου πώ. Καθώς οδηγούσα αυτός άρχισε και περιεργαζόταν το πιστόλι και μου είπε ότι ήταν χρώματος μαύρο και το έκανε ασιμή. Καθώς οδηγούσε τον έβλεπα και τον κατάλαβα ότι βρισκόταν σε πλήρη απελπισία και έτσι τον ρώτησα ποιος είναι ο σκοπός του. Ενώ βρισκόμασταν στο αυτοκίνητό μου και πηγαίναμε γύρω-γύρω τον ξαναρώτησα τι χρειάζεται το πιστόλι, και αυτός μου είπε ότι θέλει να κάμει ληστεία γιατί δεν βαστούσε καθόλου χρήματα. Μετά από αυτό που άκουσα φοβήθηκα και του είπα δεν χρειάζετε να κάνει τέτοια μαλακία. Εγώ ενώ βρισκόμουν σε πολύ δύσκολη θέσει και φοβόμουν μην μιας πιάσουν αυτό επέμενε. Ακολούθως μου είπε να ψάξουμε να βρούμε κάποιο απόμερο μέρος με περίπτερο για να μπορεί να κάνει αυτό που επιζητούσε ενώ εγώ είμουν συνεχώς αντίθετος σε αυτό το θέμα. Μετά από λίγους γυρούς που εκάμαμε στην περιοχή καταλήξαμε στο περίπτερο που βρίσκετε ποιο κάτω από τα φώτα τροχαίας του μοδίτη. Αυτός μου είπε είναι καλά εδώ και πάρκαρε κάπου να μην φαίνεται το αυτοκίνητο. Εγώ επέμενα να φύγουμε και αυτός δεν ήθελε. Τελικά εγώ βρήκα έναν τόπο στον παράλληλο δρόμο του περιπτέρου κοντά σε ένα καράζ αυτοκινήτον, συγκεκριμένα πογιατίσματος. Στην συνέχεια επειδή η κουκκούλα που κρατούσε δεν μπορούσε να καλύψει όλο του το πρόσοπο μου ζήτησε αν έχω καμιάν εγώ να του δώσω. Εγώ επειδή είχα τα είδη κυνηγιού μέσα στο αυτοκίνητο είχε και κουκκούλα την οποία χρισημοποιούσα στο κυνήγι και κάλυπτε όλο το πρόσωπο σχεδόν, εκτώς από τα μάτια και την μύτη. Ύστερα μου ζήτησε γάντια για να φορέσει όμως δεν είχα και του έδωσα ένα ζευγάρι ποδοσφαιρικές κλάτσες χρώματος μπλε τις οποίες έσχισε στο μπροστινό μέρος για να περνούν τα δάχτυλα του. Στην συνέχεια μου είπε μείνει εδώ φόρεσε την κουκκούλα και τις κλάτσες και κατέβηκε. Εγώ περίμενα με ανυπομονοισία και φόβο γιατί πρώτη φορά βρισκόμουν σε τέτοια θέσει. Έκανε περίπου πέντε με δέκα λεπτά είρθε τρέχοντας μπήκε στο αυτοκίνητο και μου ξεκίνα γρήγορα να φύγουμε. Εγώ ξεκίνησα και φύγαμε με το αυτοκίνητο μου καθοδόν για το INTERNET CAFΕ. Καθοδόν αυτός με πολλά νεύρα μέτρησε τα λεφτά και μου είπε ότι έπιασε (έκλεψε) μόνο €
  18. Επίσης καθώς είμασταν καθοδόν για το INTERNET CAFΕ αυτός έπιασε το πιστόλι και το τίληξε μαζί με τις κλάτσες μέσα στην κουκκούλα που του έδωσα και την κουκκούλα που κρατούσε και τα έβαλε κάτω στο χαλάκι του αυτοκινήτου. Τελικά φτάσαμε στο INTERNET CAFΕ, πάρκαρα το αυτοκίνητο μου έξω ακριβώς από το INTERNET και μετά κατεβήκαμε και μπήκαμε μέσα χωρίς να αναφέρουμεν οτιδήποτε. Μετά από λίγο ήρθε η αστυνομία μπήκε στο INTERNET αναζητόντας κάποιο Μανώλι. Μας ρώτησαν αν γνωρίζουμε ή αν είδαμε τον Μανώλι και τους είπαμε όχι έχει καιρό να έρθει εδώ και μετά έφυγαν. Μετά από δέκα λεπτά περίπου επέστρεψε η αστυνομία και ο Λοχίας ο Άντρος μπήκε μέσα αντίρκησε τον Σύμο και είπε απότι άκουσα ότι έγινε ληστεία περιπτέρου στην περιοχή και μετά από ξεκάθαρει έρευνα της κάμερας του περιπτέρου και την περιγραφεί του ληστεί από την γυναίκα τέριαζαν απόλυτα με τον Σύμο και έτσι ο Λοχίας ο Άντρος έδωσε διαταγές να του περαστούν χειροπέδες και τον συνέλαβαν. Στην συνέχεια αφού έφυγε η αστυνομία ήρθε κοντά μου ο Αντρέας Κάλιος και με ρώτησε ανείμαστε μαζί και εγώ του απάντησα ναι είμουν μαζί του. Μετά εγώ του είπα του Αντρέα ότι το πιστόλι ο Σύμος το άφηστε στο αυτοκινητό μου και πρέπει να βγω έξω να το χόσω. Ο Αντρέας δεν αναμήχθηκε απλά μου είπε κοίταξε τη θα κάμεις και πρόσεχε. Εγώ φοβισμένος βγήκα έξω προσεχτικά μην με δει κάποιος άνοιξα το αυτοκίνητο πήρα τις κουκκούλες όπου ήταν μέσα το πιστόλι και η κλάτσες τηλιγμένα και τα έκριψα στα δέκα πόδια της πολυκατικίας που βρίσκετε δίπλα στο INTERNET μέσα στον κήπο. Μετά ξαναμπήκα στο INTERNEΤ με ρώτησε ο Αντρέας αν έχωσα το πιστόλι και του απάντησα είναι εντάξει. Μετά ο Αντρέας μου είπε έλα να με βοηθήσεις να κλείσουμε τις μηχανές και να πάεμ να ιδοποιήσουμε τον Τίτο γιατί είναι επυκίνδυνα που την αστυνομία. Καθώς είμαστουν στο δρόμο για το σπίτι του Τίτου ο Αντρέας προσπαθούσε συνεχώς να εποικινωνήσει μαζίν του αλλά δεν απαντούσε. Τελικά μετά που φτάσαμε έξω από το σπίτι του, μετά από συνεχείς προσπάθειες τελικά απάντησε. Ο Αντρέας του ζήτησε να βγει έξω για να του δώσει τα λεφτά της είσπραξεις γιατί έκλεισε το μαχαζί λόγο της αστυνομίας. Ο Τίτος του είπε πήγαινε στο INTERNET και έρχομαι πίσω στου. Φτάσαμε στο INTERNET και μόλις κατεβήκαμε ο Αντρέας είπε στον Τίτο ότι συνέλαβαν τον Σύμο για ληστεία και λόγων τις πολλείς αστυνομίας έκλεισα το μαχαζί. Ο Τίτος νευρίασε γιατί το μαχαζί ήθελε να είναι και να δουλεύει υπό 24ωρη βάσει. Αμέσως ξεκινήσαμε να ενεργοποιούμε τις μηχανές για να δουλέψει κανονικά το μαχαζί. Μετά εγώ έπιασα ένα καφέ να πιω και μετά από πέντε λεπτά περίπου είπαν στον Αντρέα ότι πρέπει να πιάσω το πιστόλι και φύγω γιατί είναι επικίνδυνα από την αστυνομία. Εγώ βγήκα έξω και πήγα εκεί που έκρυψα το πιστόλι. Καθώς πήγα εκεί το έπιασα και το έβαλα μέσα στην φόρμα (σακκάκι) μου στην θέσει της κοιλιάς και έκλεισα το φερμουάρ. Μετά μπήκα στο INTERNET υπόδειξα του Αντρέα και του Τίτου το πιστόλι καθώς ήταν στην φόρμα μου και στην θέσει της κοιλιάς και φαινόταν καθαρά ότι το είχα κρυμμένο στην φόρμα μου. Μετά τους είπα καληνύχτα και ο Αντρέας μου είπε ρε μαλάκα πρόσεχε γιατί έχει πολλήν αστυνομία να μην σε πιάσουν και να μπλέξεις χωρίς να έχεις σχέσει με το πιστόλι και εγώ του είπα εντάξει και έφυγα σιγά-σιγά για το χωριό μου που είναι ο Δωρός. Καθώς είμουν καθοδόν για το χωριό σκεφτόμουν συνεχώς τι να κάνω με το πιστόλι. Τελικά καθώς έφτανα σπίτι μου σκέφτικα και σταμάτησα περίπου 300 με 400 μέτρα πριν από το σπίτι όπου εκεί βρισκόταν πάσαλος της ηλεκτρικής φρεσκοβαλμένος και ακριβώς εκεί άνοιξα με τα χέρια μου ένα λούκκο, έπιασα τις κουκκούλες όπου ήταν τυλιγμένο το πιστόλι και η κλάτσες, τα έβαλα σε ένα σακκούλι ναϋλο και τα έθαψα. Αυτή είναι η αλήθεια και με αυτά που ανάφερα ξεκαθαρίζω την θέσει μου.» (Διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου) Στην κατάθεση του ημερ. 17.2.10 μεταξύ των ωρών 15:50-17:00 (Τεκ. 18) την οποία έδωσε στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης φόνου εκ προμελέτης και παράνομης κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το πιστόλι ήρθε στην κατοχή του την ημέρα της ληστείας όταν του το έδωσε ο κατηγορούμενος και το ίδιο βράδυ το έθαψε στο σημείο που υπέδειξε στην αστυνομία και μετά που το ξέθαψε το είχε στο αυτοκίνητο του μέχρι που το βρήκε η αστυνομία. Σε καμία περίπτωση δεν μετέφερε το πιστόλι, ή οποιοδήποτε άλλο πιστόλι σε μπυραρία που σύχναζε με την επωνυμία «Hot pub» η οποία παλιά ονομαζόταν «Γοργόνα» και βρίσκεται στην Ομόνοια, ή σε οποιοδήποτε άλλο χώρο. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα τέθηκαν σ΄ αυτόν και τρεις άλλες καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία τις οποίες δέχθηκε ότι έδωσε κατά τους χρόνους που αναφέρονται σ΄ αυτές. Συγκεκριμένα στην κατάθεση ημερομηνίας 12.1.10 μεταξύ των ωρών 03:35 και 04:00 (Τεκ. 24), η οποία δόθηκε από τον ίδιο όταν η αστυνομία διερευνούσε την υπόθεση της ληστείας, το ίδιο βράδυ της ληστείας, ανέφερε σε συντομία τα ακόλουθα: Πήγε δουλειά στις 11.1.10 κατά τις 10:00 το πρωί χωρίς να φύγει καθόλου από το μαγαζί μέχρι εκείνη την ώρα. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει καλά τον κατηγορούμενο ο οποίος πηγαίνει στο μέρος καθημερινά χωρίς να παίζει αρκετά στα ηλεκτρονικά παιχνίδια ξοδεύοντας καμιά εικοσαριά το πολύ τριανταριά ευρώ. Στις 11.1.10 ο κατηγορούμενος πήγε στο μαγαζί γύρω στις 4 με 5 το απόγευμα και έπαιζε πόκερ στο Internet στο facebook χωρίς λεφτά, απλά για διασκέδαση. Από την ώρα που πήγε στο μαγαζί μέχρι την ώρα που τον πήρε η αστυνομία ο κατηγορούμενος πρέπει να έφυγε 2 με 3 φορές επιστρέφοντας μετά από λίγο χωρίς να μπορεί να καθορίσει το χρόνο της απουσίας του. Τελευταία φορά που έφυγε ήταν γύρω στις 01:00 και επέστρεψε μετά από μια με ενάμιση ώρα χωρίς να δώσει αναφορά για το πού πήγε. Φορούσε τα ίδια ρούχα καθόλη τη διάρκεια που βρισκόταν στο μέρος και σε καμία περίπτωση δεν άκουσε ότι ο κατηγορούμενος έκαμε οτιδήποτε το παράνομο και φαινόταν να είναι συνεσταλμένο πρόσωπο. Ζητήθηκε επίσης από το μάρτυρα να αναγνωρίσει περιεχόμενο κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία στις 25.1.10 μεταξύ των ωρών 11:20 και 11:40 σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση κατοχής αρχαίων αντικειμένων και πιστολιού κάτι που έπραξε και αυτή κατατέθηκε ως Τεκ.
  19. Σ' αυτή γίνεται αναφορά και στο πιστόλι όπου ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι καμία σχέση με αυτό δεν έχει κάποιος Κυριάκος στον οποίο αναφέρθηκε σε προηγούμενη κατάθεση του και πως το πιστόλι αυτό του το έδωσε πριν ένα περίπου μήνα ο φίλος του ο Σίμος Καραμιχαήλ (κατηγορούμενος) και του είπε να το εξαφανίσει. Συγκεκριμένα ενώ βρισκόταν στο Internet Cafe που ανήκει στον Τίτο πήγε και τον βρήκε ο Σίμος και του είπε ότι με αυτό το πιστόλι έκαμε τη ληστεία του περιπτέρου κοντά στη Cyta που είναι τα φώτα του Μοδίτη και του είπε να το φυλάξει για να μην το βρει η αστυνομία. Ζητήθηκε επίσης από τον μάρτυρα να αναγνωρίσει συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε σχετικά με τις ίδιες υπό διερεύνηση υποθέσεις στις 29.1.10 μεταξύ των ωρών 10:40 και 11:45, πράγμα που έπραξε και η κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκ.
  20. Πρόκειται για ανακριτική κατάθεση υπό τύπο ερωτοαπαντήσεων, η οποία αφορά τις απαντήσεις του μάρτυρα σε ερωτήσεις σε συνάρτηση με αδικήματα που αφορούν κατοχή και εμπορία αρχαιοτήτων. Μετά που το Δικαστήριο αποφάσισε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες και αυτός κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε όπως δώσει ένορκη κατάθεση. Ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε το περιεχόμενο δύο καταθέσεων του προς την αστυνομία οι οποίες είχαν κατατεθεί στο Δικαστήριο ως Τεκ. 11 και
  21. Το Τεκ. 11 αφορά κατάθεση του ημερ. 12.1.2010 που δόθηκε από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης την ίδια ημέρα που διαπράχθηκε η ληστεία. Σ΄ αυτήν ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι διέπραξε ο ίδιος τη ληστεία διευκρινίζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή διαπράχθηκε ως ακολούθως: Βρισκόταν στο καζίνο του Αντρέα και μετά που έχασε περί τα €100 και βρισκόταν σε απόγνωση γιατί τα χρήματα προορίζονταν για να πάρει το μικρό γιο του στο γιατρό έφυγε από το καζίνο, πήγε στο αυτοκίνητο του και έπιασε από μέσα γάντια, την κουκούλα του κυνηγιού που είχε και ένα «πιστολούι» γκρίζο του γιου του που βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο. Περπατώντας προς το περίπτερο που βρίσκεται κοντά στη Cyta φόρεσε τη κουκούλα και μπήκε μέσα. Μέσα στο περίπτερο δεν είδε κανένα και πήγε προς το ταμείο το οποίο όμως ήταν κλειδωμένο και δεν άνοιγε. Εκείνη την ώρα μπήκε μέσα από την πίσω πόρτα μια γυναίκα και ο ίδιος της είπε να του δώσει τα λεφτά που είχε μέσα στο ταμείο. Η γυναίκα φοβήθηκε και άνοιξε το ταμείο και του έδωσε €100 και είναι τα χρήματα τα οποία βρήκε πάνω του η αστυνομία αμέσως μετά τη ληστεία. Ακολούθως ο ίδιος έφυγε από το περίπτερο και πήγε απέναντι που ευρίσκεται ο δρόμος πίσω από την Προβίτα. Μετά πήγε προς τη Λεμέκο και βγήκε στο σημείο όπου ευρίσκονται τα φώτα τροχαίας του Μοδίτη. Διασταύρωσε το δρόμο και πήγε περπατώντας πίσω από το καζίνο. Στο σημείο όπου ευρίσκεται μια στάση λεωφορείου μπροστά από την ΑΗΚ πέταξε τα γάντια, την κουκούλα και το πιστόλι σε παρακείμενο χωράφι που υπέδειξε στην αστυνομία. Ακολούθως πήγε στο καζίνο και έμεινε εκεί μέχρι που τον πήρε η αστυνομία. Αναγνωρίζει ότι είναι λανθασμένη η πράξη του η οποία έγινε λόγω της απελπιστικής κατάστασης που βρισκόταν εκφράζοντας ταυτόχρονα τη μεταμέλεια του γι΄ αυτήν. Η δεύτερη του κατάθεση ημερ. 4.2.10 (Τεκ. 16) είναι ανακριτική και δόθηκε στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης, μεταξύ άλλων, φόνου εκ προμελέτης και κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών. Θα αναφερθούμε σε συντομία στο περιεχόμενο της κατάθεσης που σχετίζεται με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι γνώρισε τον Μάριο Σωτηριάδη, ΜΚ7, στο Internet Cafe του Αντρέα στην Ομόνοια πριν από περίπου 2 μήνες χωρίς να κάμνει παρέα μαζί του, ούτε είχαν οποιαδήποτε επαφή. Σε ερώτηση κατά πόσο συνεργάστηκε μαζί με τον Σωτηριάδη για να κάνουν οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια η απάντηση του ήταν αρνητική. Αρνητική υπήρξε και η απάντηση του για το κατά πόσο γνωρίζει οτιδήποτε για το πιστόλι που βρέθηκε στην κατοχή του Σωτηριάδη κατά τη διερεύνηση υπόθεσης που αφορά παράνομη κατοχή αρχαιοτήτων, κατά πόσο έχει αγγίξει σε οποιοδήποτε στάδιο της ζωής του πάνω σε οποιοδήποτε αληθινό πιστόλι, κατά πόσο είδε ποτέ το Σωτηριάδη να κρατά ή να έχει στην κατοχή του πιστόλι, κατά πόσο είχε σε οποιοδήποτε χρόνο στην κατοχή του πιστόλι μάρκας Piettro Beretta και κατά πόσο είχε σε οποιοδήποτε χρόνο ή στάδιο στην κατοχή του φυσίγγια. Γενικά σ΄ αυτή την κατάθεση ο κατηγορούμενος αρνείται οποιαδήποτε σύνδεση με το πιστόλι που ανευρέθηκε στην κατοχή του Μάριου Σωτηριάδη. Ανέφερε επίσης ότι δεν μπήκε ποτέ στο αυτοκίνητο του Σωτηριάδη ή σε άλλο αυτοκίνητο που οδηγούσε αυτός. Ο κατηγορούμενος πρόσθεσε προφορικά στο Δικαστήριο ότι την ημέρα που πήγε να διαπράξει τη ληστεία τον πήρε στο περίπτερο ο Σωτηριάδης αφήνοντας τον λίγο πιο κάτω, ο ίδιος έκανε τη ληστεία και μετά ο Σωτηριάδης τον μετέφερε με το αυτοκίνητο του στο Internet Cafe. Ο λόγος που επικαλείται για το ότι δεν ανέφερε το γεγονός αυτό στις δύο καταθέσεις του είναι γιατί δεν ήθελε να εμπλέξει στην υπόθεση τον Σωτηριάδη μια και η ληστεία ήταν δική του ιδέα και τα λεφτά τα πήρε ο ίδιος. Επιδείχθηκε στον κατηγορούμενο, το πιστόλι Τεκ. 7 και αυτός ανέφερε ότι η πρώτη φορά που το είδε είναι στο Δικαστήριο και χαρακτήρισε ψέματα όλες τις αναφορές του Σωτηριάδη που εμπλέκουν τον ίδιο στην κατοχή αυτού του πιστολιού. Ερωτηθείς για μια κουκούλα η οποία ευρίσκεται κατατιθέμενη ως τεκμήριο στο Δικαστήριο στην οποία ανευρέθη γενετικό υλικό που ταυτίζεται με το δικό του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι «τη νύχτα εκείνη όταν φύγαμε, στο αυτοκίνητο του Μάριου υπήρχε μια κουκούλα δική του και την έπιασα να τη δοκιμάσω εγώνι, διότι είχα και τη δική μου μαζί. Εντάξει απλώς δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω τη δική μου διότι ήταν. είπα να πάρω μια ξένη. Όταν την φόρησα ήταν πολύ στενή, έφκαλα την και δεν την χρησιμοποίησα, έβαλα τη δική μου.» Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι στις 12.1.10 όταν βρισκόταν στο Internet Cafe μαζί με το Σωτηριάδη του είπε «έλα να πάμε κάπου μαζί» και μπήκε στο αυτοκίνητο του και του είπε να τον πάρει πρώτα στο αυτοκίνητο του ιδίου που βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης της Elite Motors για να πάρει κάτι από μέσα. Δεν δέχθηκε όμως ότι δεν αποκάλυψε στο Σωτηριάδη τι θα έπαιρνε, διευκρινίζοντας ότι την ώρα που έφυγαν από το Internet Cafe ζήτησε από τον ΜΚ7 να περάσουν από το αυτοκίνητο του για να πάρουν τη κουκούλα, τα γάντια και το ψεύτικο πιστόλι του γιου του. Αρνήθηκε υποβολή της κατηγορούσας αρχής ότι ο Σωτηριάδης του έδωσε ένα ζευγάρι ποδοσφαιρικές κάλτσες που είχε τις οποίες ο ίδιος έκοψε για να τις φορέσει. Ο κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι την ώρα που επέστρεφε με το Σωτηριάδη από το περίπτερο πήγαν με το αυτοκίνητο μαζί στη στάση λεωφορείου όπου πέταξε τα αντικείμενα που χρησιμοποίησε για τη ληστεία. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος αντεξετάστηκε για άλλες υποθέσεις που αντιμετωπίζει στα Δικαστήρια με στόχο την κρίση της αξιοπιστίας του αναφέροντας ότι πριν 8 χρόνια κυνηγούσε με το όπλο του μακαρίτη του πατέρα του χωρίς άδεια κυνηγίου και άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου και πριν 11-12 χρόνια καταδικάστηκε για κλοπή 3 κιβωτίων μπύρας και δέχθηκε τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι συνελήφθηκε στις 2.9.10 για υπόθεση διάρρηξης αποθήκης και κλοπής εκρηκτικών υλών από το στρατόπεδο της Παλώδιας, υπόθεση για την οποία ευρίσκεται υπό κράτηση μέχρι σήμερα. Κατατέθηκε επίσης με τη σύμφωνο γνώμη της κατηγορούσας αρχής το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.2.2010 στο πλαίσιο της διαδικασίας προσωποκράτησης τόσο του κατηγορούμενου όσο και του ΜΚ7 κατά τη διερεύνηση, μεταξύ άλλων, της υπόθεσης κατοχής και μεταφοράς πιστολιού τάξεως Β, ως Τεκ.
  22. Αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου η κα Ιωαννίδου έκανε αναφορά στη μαρτυρία με κύριο άξονα αυτή του κύριου μάρτυρα κατηγορίας, Μάριου Σωτηριάδη. Ο μάρτυρας αυτός υπήρξε φυσικός μάρτυρας και δεν έχει καταδειχθεί κίνητρο ή αντάλλαγμα που να δικαιολογεί γιατί ενέπλεξε τον κατηγορούμενο, αντίθετα, εισηγήθηκε η συνήγορος ο ίδιος έχει, συνεπεία των καταθέσεων του καταδικαστεί για τη ληστεία και του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Το γεγονός ότι ο Σωτηριάδης έδωσε αριθμό καταθέσεων στην αστυνομία χωρίς να αναφέρει από την αρχή την εμπλοκή του κατηγορούμενου στην κατοχή του πιστολιού, κρίνεται υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένη, ανέφερε η κα Ιωαννίδου παραπέμποντας στους φόβους που εξέφρασε ο ΜΚ7, ακόμα και πριν ξεκινήσει να καταθέτει στο Δικαστήριο, φόβοι που δικαιολογούνται και από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου. Η ευπαίδευτη συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία όπου έγινε αποδεκτή μαρτυρία συναυτουργού ο οποίος έδωσε δύο καταθέσεις με διαφορετικό περιεχόμενο στην αστυνομία. Από την άλλη, αναφέρθηκε στη μαρτυρία του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του περί διάπραξης της ληστείας με ψεύτικο πιστόλι, της δικαιολογίας που έδωσε για την ανεύρεση γενετικού υλικού στη μία κουκούλα του ΜΚ7 ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. Η δε αναφορά του κατηγορούμενου στη διάπραξη της ληστείας μόνο από τον ίδιο χωρίς αναφορά στο ΜΚ7 είναι ένα ψεύδος του κατηγορούμενου που αποτελεί ενισχυτική μαρτυρία εναντίον του. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και να καταδικάσει τον κατηγορούμενο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ο κ. Χ" Λοΐζου από τη πλευρά του τόνισε ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και όχι του κατηγορουμένου και πως κύριος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο ΜΚ7 πρώην συγκατηγορούμενος και συναυτουργός η μαρτυρία του οποίου ήταν μολυσμένη, ψευδής, αντιφατική και δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει, ανέφερε ο συνήγορος, ίχνος μαρτυρίας που να ενισχύει την εκδοχή του ΜΚ7, ούτε να επιβεβαιώνει τα όσα αυτός ανέφερε. Ο ΜΚ7 είναι συναυτουργός και είναι επικίνδυνο να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Η κατηγορούσα αρχή, ανέφερε ο κ. Χ"Λοϊζου, επέλεξε να μην παρουσιάσει στο Δικαστήριο μάρτυρες τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο καθώς και άλλους που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και στους οποίους έκανε αναφορά ο ΜΚ
  23. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν ανευρέθηκαν οι κάλτσες που ο ΜΚ7 ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος ως γάντια. Δημιουργείται όμως το ερώτημα γιατί ο ΜΚ7 τις πέταξε και δεν τις φύλαξε όπως έκανε με τις κουκούλες. Δεν παρουσιάστηκε επίσης το ύφασμα εντός του οποίου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ7, ήταν τυλιγμένο το πιστόλι. Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος υπέδειξε ότι ο ΜΚ7 είχε συμφέρον να αποδώσει την ευθύνη του πιστολιού στον κατηγορούμενο έχοντας υπόψη ότι αυτό βρέθηκε στην κατοχή του και συνδέθηκε με τη διάπραξη φόνου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος προέβη σε εκτενή ανάλυση της μαρτυρίας και κατέληξε ότι ο ΜΚ7 δεν είναι αξιόπιστος μάρτυρας επί του οποίου το Δικαστήριο να στηριχθεί για να καταλήξει σε συμπεράσματα και η κατηγορούσα αρχή που έχει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας απέτυχε να το αποσείσει. Η αξιολόγηση της προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας είναι μια λεπτή και παράλληλα σημαντική εκδήλωση της δικαστικής κρίσης γιατί μέσα από αυτήν το Δικαστήριο αφού μορφώσει άποψη για την ποιότητα της και την αξιοπιστία των μαρτύρων θα διαμορφώσει τη θέση του και θα οδηγηθεί στα συμπεράσματα του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Το Εφετείο στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 επανέλαβε τις παραμέτρους μέσα στις οποίες πρέπει να κινηθεί το Δικαστήριο ασκώντας τη λειτουργία του στο στάδιο αυτό. Η αξιολόγηση, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας και επίσης με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παράλληλα η δυνατότητα αποδοχής μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη άλλου, είναι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1 θεμελιωμένη με τον κυρίαρχο ρόλο του Δικαστή ως κριτή γεγονότων. Στην υπόθεση Ομήρου (πιο πάνω) γίνεται επίσης επίκληση της πιο πάνω αρχής, αλλά τονίζεται ταυτόχρονα η αναγκαιότητα αιτιολόγησης από πλευράς Δικαστηρίου μιας τέτοιας μερικής αποδοχής. Ένας σημαντικός αριθμός γεγονότων έχουν γίνει παραδεκτά με την έγκριση του Δικαστηρίου και συνακόλουθα τα γεγονότα που αναφέρονται πιο πάνω και συμπεριλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1, καθώς επίσης και όσα δηλώθηκαν περαιτέρω ως παραδεκτά γεγονότα, αποτελούν και δικά μας ευρήματα. Ως προς τη σημασία των παραδεκτών γεγονότων σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498 όπου τονίστηκε ότι όταν ένα γεγονός καταστεί παραδεκτό γεγονός καθίσταται όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο ουσιαστικά σε δεδομένο, το οποίο έχει τέτοια σημασία που, ακόμα και σε περίπτωση μαρτυρίας η οποία αντίκειται προς αυτό, η μαρτυρία εκείνη να κρίνεται ανάλογα. Ξεκινώντας από τα μέλη της αστυνομικής δύναμης που έλαβαν μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης της ληστείας και της κατοχής του πιστολιού, Αστ. 3430 Ε. Π"Ελισσαίου (ΜΚ1), Λοχ. 1302 Α. Χρίστου (ΜΚ2), Αστ. 461 Χρ. Κωνσταντίνου (ΜΚ3), Α/Αστ 649 Μ. Βακανά (ΜΚ4), Υ/μο Μ. Βασιλείου (ΜΚ5), Αστ. 1991 Χ. Αυγουστή (ΜΚ8) και Αστ. 2683 Χρ. Ευσταθίου (ΜΚ9) κρίνουμε ότι αυτοί ήρθαν στο Δικαστήριο με πρόθεση να παραθέσουν τα γεγονότα που γνώριζαν και τις ενέργειες που έκαναν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης χωρίς οποιαδήποτε διάθεση να ψευσθούν. Θεωρούμε τη μαρτυρία τους αληθινή. Η Αστυνόμος Δρ Μ. Ελευθερίου (ΜΚ10) η οποία κατάθεσε ως πραγματογνώμονας εξήγησε με σαφήνεια τις ενέργειες που έκανε και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε τα οποία δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να δεχθούμε ως ορθά. Η Donka Gospondinova Deleva (ΜΚ6) υπήρξε μια απόλυτα φυσική και ειλικρινής μάρτυρας η οποία δεν αντεξετάστηκε και η μαρτυρία της η οποία συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα γίνεται αποδεκτή. Ο κυριότερος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής, έχοντας υπόψη ότι το θέμα που ουσιαστικά παρέμεινε προς εκδίκαση ήταν το κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά τη ληστεία χρησιμοποίησε το πιστόλι Τεκ. 7, υπήρξε ο Μάριος Σωτηριάδης (ΜΚ7). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός υπήρξε συναυτουργός και ότι η μαρτυρία του θα πρέπει να προσεγγισθεί σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη προσέγγιση μαρτυρίας συναυτουργού προειδοποιώντας τον εαυτό μας για τους κινδύνους που είναι ενδεχόμενο να συνεπάγεται η αποδοχή της χωρίς ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Λοΐζου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.546 στη σελ. 560, Α. Κ. Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκη ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 171, Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας πρέπει να είναι το αποτέλεσμα προβληματισμού αναφορικά με το κατά πόσο το Δικαστήριο θα αισθανόταν ότι είναι ασφαλές να στηριχθεί στη μαρτυρία του συναυτουργού χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Η βασική αρχή έχει εύστοχα κατά την άποψη μας διατυπωθεί με τον εξής τρόπο. Δεν τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας είτε στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να προσδώσει βάρος και να στηριχθεί στη μαρτυρία συναυτουργού, είτε στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο αισθάνεται ότι είναι απόλυτα ασφαλές να στηριχθεί σε τέτοια μαρτυρία και να καταδικάσει χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση D.P.P. v Hester 57 Cr. App. R. 212 σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι να προσθέσει εγκυρότητα και αξιοπιστία σε μαρτυρία που είναι ελλιπής ή ύποπτη ή αναξιόπιστη, αλλά να επαναλάβει και να υποστηρίξει εκείνο που ως μαρτυρία είναι επαρκής, ικανοποιητική και αξιόπιστη ώστε να αφαιρέσει την οποιαδήποτε αμφιβολία. Στην υπόθεση Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 628, στη σελ. 658 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κυπριακή όσο και η αγγλική νομολογία, από την οποία αντλήθηκε καθοδήγηση, υποστηρίζει ότι τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, μόνο εφόσον ο συνεργός φαίνεται αξιόπιστος Στην απόφαση του Privy Council - Αttorney - General of Hong Kong v. Wong Muk - ping
(1987)2 All E.R. 488 - ως επισημάναμε στην . Ττοουλιάς ν Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258, 266, αποφασίστηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας συνεργού διενεργείται ενιαία. Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Μάρτυρας, εμφανώς, αναξιόπιστος, δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης, εφόσον ελλείπει το αντικείμενο της ενίσχυσης, το, κατ΄ αρχή, παραδεκτό της εκδοχής του. Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξής του στο έγκλημα. Είναι προς άρση αυτών των αμφιβολιών, που αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για την ανάμειξη του κατηγορούμενου στο έγκλημα. Παραμένει όμως, το δικάζον δικαστήριο κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και της βαρύτητας, που αποδίδεται στη μαρτυρία συνεργού και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η απουσία της δεν αναιρεί το δικαίωμα του δικάζοντος δικαστηρίου να αποδεχθεί ως βάσιμη τη μαρτυρία συνεργού. Τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία και ποια μορφή μπορεί να πάρει, εξηγείται στο ακόλουθο απόσπασμα από την Τοουλιάς ν. Δημοκρατίας , (ανωτέρω). Ενισχυτική είναι η μαρτυρία, η οποία έχει, ως αναφέρεται: (σελ. 265) " ... προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να ενισχύσει και να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι όχι μόνο διαπράχθηκε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο υπόδικος, αλλά επίσης ότι εκείνος που το διέπραξε ήταν ο κατηγορούμενος.." » Ως προς την προσέγγιση του θέματος σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την ίδια απόφαση στη σελ. 659. "Ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλει όπως πρώτα εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικάζον δικαστήριο χωρήσει σε τελική κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του συνεργού. Τονίζουμε τον όρο "ορθολογιστική", για να υπογραμμίσουμε ότι δεν ισχύει άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής για τον ακριβή τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεργού, αφού, βέβαια, δοθεί η πρέπουσα προειδοποίηση." Σχετική με το θέμα εξέτασης μαρτυρίας συναυτουργού ο οποίος έχει δώσει προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις στην αστυνομία είναι και η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Tekinder Pal ν. Δημοκρατίας και Χρύσω Προκοπίου Κίτα ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 4/10 και 5/10 ημερομηνίας 3.12.10 όπου στη σελίδα 39 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Στην υπόθεση Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, το Κακουργιοδικείο είχε κρίνει αξιόπιστη μάρτυρα κατηγορίας που ήταν συναυτουργός και η οποία είχε προηγουμένως δώσει αντιφατική κατάθεση στην αστυνομία, με την οποία δεν ενοχοποιούσε τον εφεσείοντα, αλλά τρίτο πρόσωπο. Όπως λέχθηκε από το Εφετείο δεν υπάρχει νομικός κανόνας που αποκλείει την κρίση ατόμου ως αξιόπιστου παρά το γεγονός ότι δίνει διαφορετικές καταθέσεις στις ανακριτικές αρχές σε σχέση με την εμπλοκή συνεργού. Με αναφορά στις υποθέσεις Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας (αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ 628 και Τεβλετιάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 512, οι προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που λαμβάνονται υπόψη στην κρίση της αξιοπιστίας μάρτυρα χωρίς, βέβαια, να εξουδετερώνεται η μαρτυρία αυτή, αν κατά τα άλλα είναι παραδεκτή κατά το δίκαιο της απόδειξης. Στη δε Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510, παρατηρήθηκε ότι τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται με τους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων, την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες με τελικό κριτήριο την προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια." Eξετάσαμε με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του Μάριου Σωτηριάδη έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές. Ο ΜΚ7 έδωσε συνολικά επτά καταθέσεις στην αστυνομία οι οποίες αφορούν γεγονότα σε συνάρτηση με τις υπό εκδίκαση κατηγορίες. Σ΄ αυτό το σημείο θεωρούμε σκόπιμο να σχολιάσουμε μια, κατά την άποψη μας, λανθασμένη τακτική που τηρήθηκε κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού από την κατηγορούσα αρχή. Ο ΜΚ7 υιοθέτησε το περιεχόμενο αριθμού καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κάτι που είναι απόλυτα θεμιτό με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου όπως τροποποιήθηκε. Όπως όμως διαλαμβάνεται στο άρθρο αυτό, η κατάθεση του μάρτυρα καθίσταται μέρος της κυρίως εξέτασης του δηλαδή τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στις καταθέσεις είναι αυτά που ο μάρτυρας μεταφέρει στο Δικαστήριο ως τα γεγονότα που ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα. Στην παρούσα περίπτωση το τι έκανε ο μάρτυρας είναι να υιοθετήσει μεν το περιεχόμενο αριθμού καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία χωρίς όμως να αποδέχεται ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν με τον τρόπο που αναφέρεται σε όλες τις καταθέσεις αλλά μόνο σε μέρος αυτών. Με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά η κατάθεση της πλειοψηφίας των καταθέσεων έγινε μόνο για να καταδείξει ότι έκανε τις καταθέσεις αυτές χωρίς όμως να υποστηρίζει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν με τον τρόπο που αναφέρεται σ΄ αυτές. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ενέργειας θα ήταν ο μάρτυρας να θεωρηθεί ότι αντιφάσκει με τον εαυτό του στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του. Στην προκείμενη περίπτωση όμως δεν προβαίνουμε σε τέτοια θεώρηση ενόψει του ότι ήταν ξεκάθαρο ότι η κατηγορούσα αρχή επιχείρησε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις διάφορες καταθέσεις του μάρτυρα. Απλά επισημαίνουμε το λανθασμένο της τακτικής αυτής. Οι ισχυρισμοί του ΜΚ7 στις διάφορες καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία παρουσιάζουν διαφορές, όπως άλλωστε έγινε αποδεκτό και από τον ίδιο, αποδίδοντας αυτές στο φόβο που είχε έναντι του κατηγορουμένου, τον οποίο χαρακτήρισε επικίνδυνο άνθρωπο. Παραθέτουμε τις πιο σημαντικές διαφορές στους ισχυρισμούς του ΜΚ7 όπως προκύπτουν από τις καταθέσεις του. Στην πρώτη χρονολογικά κατάθεση (κατάθεση ημερ. 12.1.2010 που κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του ως Τεκ. 24), ο ΜΚ7 απλά ανακρίθηκε λόγω της παρουσίας του στο Internet Cafe το βράδυ της ληστείας, και αναφέρεται μόνο στην απουσία του κατηγορούμενου από το χώρο του Internet Cafe για κάποιο χρονικό διάστημα, δίδοντας πλήρη κάλυψη σ΄ αυτόν, προσθέτοντας μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος φαίνεται ένα συνεσταλμένο άτομο που σε καμία περίπτωση ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε ότι ενεπλάκη σε οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα, αποσιωπώντας ταυτόχρονα και οποιαδήποτε δική του συμμετοχή στη ληστεία. Στη δεύτερη κατάθεση του στην αστυνομία στις 24.1.2010 όταν πλέον βρισκόταν υπό κράτηση ως ύποπτος, για υπόθεση παράνομης κατοχής αρχαιοτήτων και παράνομης κατοχής πιστολιού που ανευρέθηκε εντός του οχήματος του (έγγραφο με ένδειξη «Ζ») αναφέρει ότι το εν λόγω πιστόλι του το έδωσε κάποιος Κυριάκος που μένει στον «Τουρκομαχαλλά», και πως προσπάθησε να «χώσει» το αυτοκίνητο όπου, μεταξύ άλλων, βρισκόταν το πιστόλι μετά από τηλεφώνημα που έλαβε από κάποιον Τάκη. Στην τρίτη κατάθεση που δίδει στην αστυνομία, η οποία κατατέθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης του (κατάθεση ημερ. 25.1.2010 Τεκ. 25) αναφέρει ότι ο Κυριάκος δεν έχει καμία σχέση με το πιστόλι και πως αυτό του το έδωσε ο φίλος του ο Σίμος Καραμιχαήλ, δηλαδή ο κατηγορούμενος, πριν από ένα μήνα περίπου και του είπε να το εξαφανίσει. Αναφέρεται στο κατηγορούμενο ως επικίνδυνο άνθρωπο τον οποίο φοβόταν, χωρίς να αναφερθεί καθόλου στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε το πιστόλι ούτε για τη ληστεία. Στην τέταρτη κατάθεση του ημερ. 4-5.2.2010 (Τεκ. 14) όταν πλέον διερευνάται εναντίον του και υπόθεση φόνου εκ προμελέτης, παρουσιάζει τον εαυτό του να εμπλέκεται στην υπόθεση μετά τη ληστεία, όταν ο κατηγορούμενος του δίδει το όπλο και τις κουκούλες που χρησιμοποίησε στη ληστεία να τις φυλάξει. Στην πέμπτη κατάθεση (κατάθεση ημερ. 11.2.2010 μεταξύ των ωρών 1030 - 1230) πάλι εμπλέκει τον εαυτό του μόνο στη φύλαξη του πιστολιού και των κουκούλων που του έδωσε ο κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη της ληστείας και αναφέρεται σε τηλεφώνημα που έλαβε από τον κατηγορούμενο όταν αυτός βρισκόταν υπό κράτηση και τον ερώτησε τι γίνεται εκείνο το «πράμα». Ακολούθως, μετά που αφέθηκε ελεύθερος και βρέθηκαν σε πρακτορείο στοιχημάτων ο κατηγορούμενος του είπε να του φέρει το όπλο με τη πρώτη ευκαιρία αναφέροντας του ότι αυτό έχει προϊστορία με φόνο. Παρουσιάζει επίσης τον εαυτό του να παίρνει τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και να ζητά να του επιστρέψει το πιστόλι, οπόταν το ξεθάβει και το βάζει στο αυτοκίνητο μαζί με τις κουκούλες όπου το βρίσκει η αστυνομία. Επίσης σ΄ αυτή τη κατάθεση αναφέρεται και σε αθλητικές κάλτσες που χρησιμοποιήθηκαν στη ληστεία τις οποίες πέταξε και οι οποίες σημειώνουμε ότι δεν ανευρέθηκαν. Στην έκτη του κατάθεση που έδωσε την ίδια ημέρα λίγα λεπτά αργότερα, μεταξύ ωρών 1235-1545 (Τεκ. 20), εμπλέκει πλέον τον εαυτό του στη ληστεία ως το άτομο που συνόδευσε τον κατηγορούμενο με το αυτοκίνητο για να διαπράξει τη ληστεία. Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι ο ΜΚ7 έδωσε διαφορετικές εκδοχές ως προς το πώς βρέθηκε στη κατοχή του το επίδικο πιστόλι. Αναφορικά δε με τη συμμετοχή του στη ληστεία οι αναφορές του στις εν λόγω καταθέσεις κυμάνθηκαν από πλήρη αποσιώπηση του ρόλου του μέχρι εμπλοκή του με τον κατηγορούμενο και το πιστόλι μετά τη ληστεία και μεταγενέστερα με συμμετοχή στη ληστεία από την αρχή. Σημειώνουμε ότι ο ΜΚ7 αποδέχθηκε ότι στις ως άνω καταθέσεις του περιλαμβάνονται αναφορές του σε πρόσωπα και γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. Ο ίδιος δε αποκάλυψε ότι ο Κυριάκος δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο και ότι προέβηκε σ΄ αυτές τις αναφορές αποφεύγοντας να παραθέσει τα πραγματικά γεγονότα, φοβούμενος τον κατηγορούμενο τον οποίο θεωρούσε επικίνδυνο πρόσωπο. Μία προσεκτική εξέταση των διαφορών που εντοπίζονται στις καταθέσεις που έδωσε ο ΜΚ7 στην αστυνομία καταδεικνύει ότι οι διαφορές εντοπίζονται σε ουσιώδη θέματα που αφορούν την κατοχή του πιστολιού και τη ληστεία, οι οποίες όμως δεν μπορούν να αποδοθούν μόνο στο φόβο του ΜΚ7 για τον κατηγορούμενο. Θα μπορούσε κάποιος να αντιληφθεί την αποφυγή του ΜΚ7 να εμπλέξει τον εαυτό του με οποιοδήποτε τρόπο στη ληστεία όταν έδιδε την κατάθεση Τεκ. 24, δεδομένου ότι σ΄ εκείνο το στάδιο δεν ήταν ύποπτος για οτιδήποτε, άρα γιατί να εμπλέξει τον εαυτό του από μόνος του. Θα μπορούσε επίσης κάποιος να αντιληφθεί την αποσιώπηση της συμμετοχής του στη ληστεία όταν πλέον βρέθηκε στην κατοχή του το πιστόλι. Σε αυτό το στάδιο ο ΜΚ7 επέλεξε, σύμφωνα με τον ίδιο, να δημιουργήσει ένα φανταστικό πρόσωπο, στο οποίο απέδωσε τη χορήγηση προς τον ίδιο του πιστολιού. Παρόλο που οι ως άνω αναφορές θα μπορούσαν να αποδοθούν σε προσπάθεια αποφυγής των επιπτώσεων από τη συμμετοχή του στη ληστεία, παράλληλα μπορούν να ταυτιστούν και να δικαιολογηθούν με ύπαρξη φόβου για τον κατηγορούμενο. Το ίδιο όμως δεν ισχύει και για τις καταθέσεις που ακολούθησαν, εφόσον εξακολουθούν να υφίστανται διαφορετικές εκδοχές γεγονότων ακόμη και μετά που ο ΜΚ7 αποφάσισε να εμπλέξει τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο του έδωσε το πιστόλι. Η αναφορά του Σωτηριάδη ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε το πιστόλι σε συγκεκριμένο χρόνο, ο οποίος δεν μπορεί να είναι ο χρόνος της ληστείας φανερώνει διάθεση του ΜΚ7 να παραθέτει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην εκδοχή που εν τέλει παρουσιάζει ως την ορθή, χωρίς να διστάζει να εμπλέξει τον κατηγορούμενο. Πως κάτι τέτοιο μπορεί να αποδοθεί σε φόβο έναντι του κατηγορουμένου; Έντονα πλέον δίδεται η εντύπωση ότι η διαφορετικότητα των αναφορών του μάρτυρα δεν μπορεί να οφείλεται σε φόβο του προς τον κατηγορούμενο αλλά ενδεχομένως σε κάτι άλλο. Και αυτό θα μπορούσε να είναι η προσπάθεια του ΜΚ7 να προστατεύσει όσο γίνεται περισσότερο τον εαυτό του και να περιορίσει την δική του εμπλοκή στην κατοχή του πιστολιού. Εξετάσαμε σ΄ αυτά τα πλαίσια και την εισήγηση της κας Ιωαννίδου ότι ο ΜΚ7 έχει παραδεχθεί τις κατηγορίες της ληστείας και κατοχής πιστολιού και του έχουν επιβληθεί ποινές φυλάκισης. Δεν μας διαφεύγει ότι οι ισχυρισμοί του ΜΚ7 ως προς το πώς βρέθηκε το πιστόλι στην κατοχή του και τον περιορισμένο του ρόλο, αποτέλεσαν μετριαστικούς παράγοντες κατά την επιβολή ποινής σ΄ αυτόν από τη μια και τον έχουν αποσυνδέσει από εξεταζόμενη υπόθεση φόνου από την άλλη. Συνεπώς βρίσκουμε να υπάρχει κίνητρο για να τεθούν τα γεγονότα με τον τρόπο που αυτά τελικά διαμορφώθηκαν από τον ίδιο, έστω και αν το κίνητρο αυτό δεν περιλαμβάνει το βαθμό συμμετοχής του στη ληστεία. Με αυτή μας την παρατήρηση, επισημαίνουμε ότι είναι ευλόγως υπαρκτό τέτοιο κίνητρο, χωρίς να προβαίνουμε σε εύρημα ότι σ΄ αυτή την περίπτωση οι ενέργειες του ΜΚ7 ήταν το αποτέλεσμα τέτοιου κινήτρου. Περαιτέρω, παραμένει επίσης χωρίς εξήγηση γιατί η τότε συνήγορος του ΜΚ7 στο στάδιο της δεύτερης αίτησης προσωποκράτησης του, όπως φαίνεται στο Τεκ. 34, ανέφερε στο Δικαστήριο, στην παρουσία του ιδίου, περί πιέσεων που του ασκήθηκαν να προβεί σε κατάθεση στην αστυνομία. Είναι νομολογημένο ότι ο δικηγόρος υπέχει θέση αντιπροσώπου του πελάτη του και δηλώσεις που γίνονται από αυτόν στη παρουσία του πελάτη, δεσμεύουν το τελευταίο (Γιουρούκης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 402). Είναι δε αξιοσημείωτο ότι αυτό έγινε στις 13.2.10 δηλαδή κατά τη διαδικασία της δεύτερης αίτησης προσωποκράτησης του και συνεπώς μετά που έδωσε όλες τις καταθέσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένης και της κατάθεσης Τεκ. 20 με την οποία δίδει πλέον την τελευταία του εκδοχή όπως την παρουσίασε και στο Δικαστήριο και πως αυτή η δήλωση της τότε συνηγόρου του έγινε ενώ δεν υπήρξε ένσταση στην αιτούμενη προσωποκράτηση. Συνεπώς δεν έγινε για να υποστηρίξει ένσταση στην ανανέωση της προσωποκράτησης του. Ερωτηματικά δημιουργούνται και ως προς το γεγονός ότι ενώ ο ΜΚ7, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, πληροφορήθηκε από τον κατηγορούμενο ότι το επίδικο όπλο είχε προϊστορία με φόνο και ενώ η μόνη ανάμειξη του ιδίου με αυτό ήταν η φύλαξη του για σκοπούς εξυπηρέτησης του κατηγορούμενου, δεν το επέστρεψε αμέσως στον κατηγορούμενο μόλις ο τελευταίος αφέθηκε ελεύθερος, ενώ βρέθηκε με αυτόν, όπως ισχυρίζεται, σε πρακτορείο στοιχημάτων μια με δύο φορές. Όλα τα πιο πάνω υποδηλώνουν την ετοιμότητα του ΜΚ7 να καταφύγει σε ψεύδη και μειώνουν την πειστικότητα της εκδοχής του, όπως τελικά διαμορφώθηκε, δημιουργώντας αμφιβολίες στο μυαλό μας κατά πόσο τα γεγονότα εξελίχθηκαν με τον τρόπο που αυτός τελικώς ανέφερε στη τελευταία του κατάθεση και παρουσίασε στο Δικαστήριο. Δεν μας διαφεύγει ότι πολλά γεγονότα από αυτά που ανέφερε στη τελευταία του κατάθεση ο ΜΚ7 ταυτίζονται με τις θέσεις της υπεράσπισης, αυτό όμως δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποδοχή της εκδοχής του ΜΚ7 ως προς τα γεγονότα που αφορούν τη κατοχή και μεταφορά πιστολιού. Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι ο ΜΚ7 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τη μία κουκούλα που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του, στην οποία εντοπίστηκε το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Ως προς την αξία της διαπίστωσης ύπαρξης γενετικού υλικού σχετικές είναι οι υποθέσεις Σάββας Πλαστήρα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, Γρηγόρης Σίμου Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 571, Γεώργιος Ιωάννη Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικολάου Ποινική Έφεση 212/2009 ημερομηνίας 10.11.10 και Hussein Vedat ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 102/2010 ημερομηνίας 21.1.2011. Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Γιαννίδης (πιο πάνω), ο εντοπισμός του γενετικού υλικού δεν οδηγεί στην απόδειξη της ενοχής του κατηγορούμενου από μόνο του αλλά καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος ήλθε σε επαφή με το συγκεκριμένο αντικείμενο μια δεδομένη στιγμή. Συνεπώς αποτελεί ένα συνδετικό κρίκο για την αξιολόγηση όλων των γεγονότων έτσι ώστε να αποτελέσει μέρος του συμπεράσματος του Δικαστηρίου ως προς την ενοχή του κατηγορούμενου ή όχι. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικολάου (πιο πάνω): «Έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί ότι η περιστατική μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερη της άμεσης τοιαύτης, όταν δε είναι «... συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους.».(δέστε Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102 σελ. 119-120 και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 746). Περιστατική μαρτυρία δε που προέρχεται από επιστημονικές εξετάσεις, όπως αυτές σε επίπεδο μοριακής γενετικής, είναι ιδιαιτέρως σημαντική ως προς τη δυναμική που αναπτύσσει λόγω της φύσης της ώστε να επαρκεί στην κατάλληλη περίπτωση να θεμελιώσει ενοχή. (R. v. Melias The Times 14.11.87, Σάββας Πλαστήρας Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 571). Παρά τη δυναμική της δεν έχει βεβαίως οποιοδήποτε εγγενές διαφοροποιητικό στοιχείο που να την διακρίνει από οποιαδήποτε άλλης φύσεως περιστατική μαρτυρία και κατά συνέπεια πρέπει, δίχως άλλο, να είναι δυνατή η σύνδεση της με την ενοχή του κατηγορουμένου κατά τρόπο άμεσο και ταυτόχρονα ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία επ΄ αυτής. (Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73).» Στην παρούσα περίπτωση, πέραν του γεγονότος ότι δόθηκε κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ως προς το πώς ανευρέθηκε το γενετικό του υλικό στην κουκούλα που βρέθηκε στο αυτοκίνητο του ΜΚ7, αυτό ουδόλως μπορεί να αποτελέσει σημείο σύνδεσης του κατηγορούμενου με το πιστόλι. Και αυτό γιατί αποτελεί κοινή θέση τόσο του Σωτηριάδη όσο και του κατηγορούμενου ότι ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε με το όχημα του ΜΚ7 στο περίπτερο όπου διέπραξε τη ληστεία και συνεπώς η παρουσία στο εν λόγω αυτοκίνητο της κουκούλας δεν μπορεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το πιστόλι έστω και εάν δεν γίνει αποδεκτή η θέση του κατηγορούμενου ότι απλά δοκίμασε την εν λόγω κουκούλα, ούτε και η θέση του ότι πέταξε την κουκούλα μετά τη ληστεία. Ακόμα, η ανεύρεση γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στη κουκούλα δεν μπορεί να προσδώσει πειστικότητα στη μαρτυρία του ΜΚ7 σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες αναφορές του, έχοντας υπόψη και πάλι τις συνθήκες διάπραξης της ληστείας. Δεν μας διαφεύγουν επίσης τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων του Τεκ. 7 που αναφέρονται στην έκθεση της Δρ. Ελευθερίου, Τεκ. 33, τα οποία συνάδουν με τον ισχυρισμό ότι ο κατηγορούμενος είπε στο ΜΚ7 ότι έχει αλλάξει το χρώμα του εν λόγω πιστολιού. Δεν μπορεί όμως το στοιχείο αυτό να αποτελέσει ανεξάρτητη μαρτυρία έχοντας υπόψη ότι η αλλαγή του χρώματος του πιστολιού αποτελεί ισχυρισμό του Σωτηριάδη ότι του αναφέρθηκε από τον κατηγορούμενο. Προέρχεται δηλαδή από τον ίδιο το ΜΚ
  1. Για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τη μαρτυρία του ΜΚ7 ως προς τη σύνδεση του κατηγορούμενου με το ανευρεθέν στην κατοχή του πιστόλι, Τεκ. 7, ως βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων. Ο κατηγορούμενος όπως είπαμε και πιο πάνω έδωσε ένορκη μαρτυρία. Και αυτός έδωσε τρεις καταθέσεις στην αστυνομία, μία σε συνάρτηση με την ένοπλη ληστεία και δύο σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, με την κατοχή και μεταφορά του πιστολιού, στη μία εκ των οποίων δεν ανέφερε οτιδήποτε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν πέραν του ότι θα αναφέρει στο Δικαστήριο ότι έχει να πει. Στις πιο πάνω καταθέσεις εντοπίζουμε διαφορές με την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο στα ακόλουθα σημεία που παραθέτουμε: · Δεν γίνεται καμία αναφορά στην συμμετοχή του ΜΚ7 στη ληστεία · Παρουσιάζει τη σχέση του με τον ΜΚ7 μίαν απλή γνωριμία στο Internet Cafe χωρίς να κάμνει παρέα μαζί του ούτε να έχουν οποιαδήποτε επαφή · Η μετάβαση στο περίπτερο όπου έγινε η ληστεία γίνεται με τα πόδια στις καταθέσεις του και όχι με το αυτοκίνητο που ανέφερε προφορικά · Καμία αναφορά δεν γίνεται σε δεύτερη κουκούλα στις καταθέσεις του · Υπάρχει άρνηση του κατηγορούμενου ότι εισήλθε ποτέ σε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ΜΚ7 στη κατάθεση του Τεκ. 16 · Στη κατάθεση του Τεκ. 11 αναφέρει ότι πέταξε το ψεύτικο πιστόλι, τη κουκούλα και τα γάντια που χρησιμοποίησε στη ληστεία κατά την επιστροφή του πεζός από το περίπτερο προς το Internet Cafe ενώ στη προφορική του μαρτυρία αυτό έγινε ενώ επέστρεφε με το αυτοκίνητο του ΜΚ
  2. Ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο, παραλείπει να αναφέρει στις καταθέσεις του τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης με στόχο να μην εμπλέξει τον ΜΚ
  3. Η θέση του όμως αυτή ενδεχόμενα να μπορεί να δικαιολογήσει μόνο τις αναφορές του στη πρώτη του κατάθεση (Τεκ. 11), παρά το ότι ούτε αυτές δεχόμαστε, ουδόλως όμως δικαιολογεί τους ισχυρισμούς του στη δεύτερη του κατάθεση, όταν πλέον είχε βρεθεί στην κατοχή του ΜΚ7 το πιστόλι. Δεν είναι επίσης χωρίς σημασία το γεγονός ότι το πιστόλι, η κουκούλα και τα γάντια που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι πέταξε κοντά σε μια στάση λεωφορείου μετά τη ληστεία αυτά δεν ανευρέθηκαν από την αστυνομία όταν αναζητήθηκαν αργότερα το ίδιο βράδυ. Έχοντας δει τον κατηγορούμενο να καταθέτει και εξετάζοντας με κάθε προσοχή τη μαρτυρία του κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να στηριχθούμε σ΄ αυτήν για να καταλήξουμε σε ασφαλή ευρήματα ως προς το όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά τη ληστεία. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγουμε ότι στις 12.1.10 τα γεγονότα μέσα στο περίπτερο «Nikland 4» εξελίχθηκαν με τον τρόπο που περιγράφονται στα παραδεκτά γεγονότα και στη μαρτυρία της Donka Gospondinova Deleva (ΜΚ6). Ειδικότερα αποδεχόμαστε ότι ο κατηγορούμενος κατά την είσοδο και την παραμονή του στο περίπτερο κρατούσε αντικείμενο που ομοίαζε με πιστόλι το οποίο προέταξε στη ΜΚ6 αφού έκανε κίνηση οπλισμού αυτού. Βρίσκουμε επίσης ότι ο κατηγορούμενος μετέβη στο εν λόγω περίπτερο με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ΜΚ7, ο οποίος τον ανέμενε έξω από το περίπτερο σε παρακείμενο δρόμο και ακολούθως ο κατηγορούμενος βγήκε από το περίπτερο επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ΜΚ7 και εγκατέλειψαν το μέρος. Η δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στηρίζεται στα άρθρα 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Το άρθρα 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προβλέπουν τα εξής: «
  5. Όποιος κλέβει κάτι και κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της κλοπής χρησιμοποιεί ή απειλεί να χρησιμοποιήσει πραγματική βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας, με σκοπό απόκτησης ή κατακράτησης εκείνου που εκλάπηκε ή με σκοπό αποτροπής ή εξουδετέρωσης αντίστασης που προβάλλεται εναντίον της κλοπής ή κατακράτησης αυτού, είναι ένοχος του κακουργήματος της ληστείας.
  6. ΄Οποιος διαπράττει το ποινικό αδίκημα της ληστείας υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων. Αν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της ληστείας, τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου, αυτός υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου.» Θα πρέπει στο σημείο αυτό να προσδιοριστούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ληστείας. Βοήθεια επί του προκειμένου έχουμε αντλήσει από το σύγγραμμα Archbold, 43η έκδοση, παρ. 18-36, στην οποία γίνεται ανάλυση του άρθρου 8 του The Theft Act
  7. Το σχετικό αυτό άρθρο δεν είναι λεκτικά πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 282, πλην όμως, η ουσία είναι η ίδια και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος τα ίδια. Με μια σύντμηση το αδίκημα της ληστείας περιλαμβάνει την κλοπή και τη χρήση ή απειλή χρήσης βίας. Αναλύοντας την πιο πάνω περιληπτική προσέγγιση τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος εξειδικεύονται ως ακολούθως: Κλοπή: απαιτείται η απόδειξη κλοπής. Η αποστέρηση περιουσίας είναι αρκετή ανεξάρτητα εάν αυτή είχε τελικώς παραμείνει στην κατοχή του δράστη ή όχι. Χρήση βίας: η χρήση ή η απειλή χρήσης βίας πρέπει να είναι κατά τον αμέσως προηγούμενο της κλοπής χρόνο, ή να ασκείται κατά τη διάρκεια της. Στόχο δε να έχει την υλοποίηση της κλοπής. Η χρήση βίας ή η απειλή χρήσης βίας, πρέπει να αποδειχθεί ότι έγινε με στόχο την κλοπή. Εναντίον οποιουδήποτε προσώπου: είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε βία, εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή έθεσε το πρόσωπο αυτό κάτω από φόβο ότι μπορούσε να ήταν αντικείμενο βίας. Αυτό με στόχο την απόκτηση ή κατακράτηση των κλαπέντων ή ως μέσο εξουδετέρωσης της αντίστασης που μπορούσε ενδεχόμενα να προβληθεί. Είναι επίσης απαραίτητο να προσδιοριστεί η ένοχη σκέψη (mens rea), του δράστη, ως προς τουλάχιστον την πρόθεση κλοπής. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης και τα υπόλοιπα γεγονότα όπως τα έχουμε αποδεχθεί, καταλήγουμε ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κλοπή, κάτι το οποίο άλλωστε έγινε παραδεκτό από την υπεράσπιση. Όπως δε επισημάναμε και πιο πάνω ο κατηγορούμενος εισήλθε στο περίπτερο κρατώντας αντικείμενο που ομοίαζε με πιστόλι το οποίο εύλογα εκλήφθηκε από την ΜΚ6 ως αληθινό όπλο και όταν η ΜΚ6 βρισκόταν στο ταμείο ο κατηγορούμενος έκανε κίνηση οπλισμού του εν λόγω όπλου, το έστρεψε προς το μέρος της λέγοντας της να πάει στο ταμείο και να του δώσει τα λεφτά. Η ΜΚ6 έδωσε στον κατηγορούμενο τα λεφτά κάτω από την απειλή του προταθέντος προς αυτήν όπλου. Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι πληρείται και το στοιχείο της χρήσης ή απειλής χρήσης βίας εναντίον προσώπου που στην παρούσα περίπτωση ήταν η ΜΚ
  8. Με τον τρόπο που ενήργησε ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην ΜΚ6 τρόμο, όπως άλλωστε και ο ίδιος ανέφερε. Με αυτά τα δεδομένα κρίνουμε ότι το αντικείμενο που κρατούσε και πρόταξε ο κατηγορούμενος εναντίον της ΜΚ6 είναι επιθετικό όπλο εν τη εννοία του ως άνω άρθρου
  9. Ως προς την ένοχη σκέψη του κατηγορούμενου αυτό προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία του ιδίου όσο και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το πιστόλι, απαίτησε τα χρήματα, του δόθηκαν, τα πήρε στην κατοχή του και έφυγε από το περίπτερο. Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι με γνώμονα τα γεγονότα που έχουμε αποδεχθεί το αδίκημα της ληστείας καθώς και της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου έχει στοιχειοθετηθεί και παραμένει το ερώτημα αν στην προκείμενη περίπτωση το πιστόλι που ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε ήταν αυτό που του καταλογίζεται με το κατηγορητήριο. Πέραν της μαρτυρίας του ΜΚ7 στην οποία όπως αναφέραμε πιο πάνω δεν μπορούμε να στηριχτούμε ως προς αυτό το σημείο, υπήρξε άλλη μαρτυρία που να οδηγεί σ΄ αυτό το συμπέρασμα; Η απάντηση είναι αρνητική. Σημειώνουμε ότι δεν ζητήθηκε από τη ΜΚ6 να αναγνωρίσει το πιστόλι που κρατούσε ο δράστης της ληστείας και δεν μπορεί από τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως Τεκ. 2 να καθοριστεί ο τύπος του πιστολιού που κρατούσε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος από την άλλη πρόβαλε στην υπεράσπιση του ότι η ληστεία έγινε με τη χρήση ψεύτικου πιστολιού. Για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει πιο πάνω ούτε η δική του εκδοχή γίνεται αποδεκτή. Βέβαια σε ότι αφορά τις κατηγορίες της ληστείας και οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου το κατά πόσο το πιστόλι που χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο ήταν το συγκεκριμένο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή άλλο ή ακόμα ψεύτικο πιστόλι ουδόλως επηρεάζει την ενοχή του κατηγορούμενου. Εκεί που αποκτά σημασία η διαφορά στις εκδοχές είναι σε συνάρτηση με τις κατηγορίες της κατοχής και μεταφοράς του συγκεκριμένου όπλου. Το Δικαστήριο, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 326, μπορεί να εξάξει συμπεράσματα μόνο στηριζόμενο σε αξιόπιστη μαρτυρία. Από τη στιγμή που η μαρτυρία του ΜΚ7 κρίθηκε ότι δεν είχε την απαιτούμενη πειστικότητα κλονίστηκε το βάθρο επί του οποίου εδράζεται η ταύτιση του κατηγορούμενου με το πιστόλι τύπου Pietro Beretta Τεκ. 7. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κρίθηκε αναξιόπιστος ως προς τη δική του εκδοχή για το πιστόλι που χρησιμοποιήθηκε στη ληστεία δεν διαφοροποιεί τα πράγματα αφού το βάρος ενοχής του κατηγορουμένου βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Το βάρος αυτό δεν μπόρεσε να αποσείσει η κατηγορούσα αρχή (βλ. Κορέλλης ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 12). Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι ο κατηγορούμενος κατά την είσοδο του στο περίπτερο κρατούσε πιστόλι αγνώστου τύπου, το οποίο προέταξε στην ΜΚ6 για να πετύχει την κλοπή των χρημάτων που ευρίσκονταν στο ταμείο, προκαλώντας ταυτόχρονα σε αυτή τρόμο. Υπό το φως των πιο πάνω και μη έχοντας αποδεχθεί τη σύνδεση του κατηγορούμενου με το επίδικο πιστόλι, Τεκ. 7, οι κατηγορίες 3 και 4 είναι έκθετες σε απόρριψη. Αναφορικά με τις κατηγορίες 2 και 6 το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επιθετικό όπλο που περιλαμβάνεται σ΄ αυτές ήταν ένα πιστόλι με διακριτικά PIETRO BERETTA δεν κρίνουμε ότι επηρεάζει τη στοιχειοθέτηση των κατηγοριών αυτών καθότι έχουμε αποδεχθεί τη χρήση από τον κατηγορούμενο επιθετικού όπλου και το κατά πόσο επρόκειτο για το συγκεκριμένο όπλο ή άλλο δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο των αδικημάτων. Ως εκ τούτου δεν θα ήταν αναγκαία η οποιαδήποτε τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Τηρουμένων των ως άνω καταλήγουμε ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα στοιχεία των κατηγοριών 2 και 6 και κρίνουμε τον κατηγορούμενο ένοχο και στις δύο αυτές κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 3 και 4. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Assize/Final Αναφορά: Tελική απόφαση/Ληστεία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.