Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Dagout Aptoulpari Mohamet κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4033/11, 4 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4033/11 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και
- Dagout Aptoulpari Mohamet
- Soubhi Abou El Oula Κατηγορουμένων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 4 Μαρτίου 2011 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Κληρίδου Για τον κατηγορούμενο 1: κα Σ. Αδάμου Για τον κατηγορούμενο 2: κ. Γ. Χριστοφίδης Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν σωρεία κατηγοριών, 146 στο σύνολο τους, για αδικήματα κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα, αλλά και του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Ν. 138
(1)/01, καθώς και του Περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικού) Ν. 22(ΙΙΙ)/04που σχετίζονται με συνωμοσίες προς διάπραξη κακουργημάτων, κλοπές, απόπειρες κλοπής και απάτες μέσω του διαδικτύου, για λήψη γνώσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς δικαίωμα, καθώς και για αδίκημα συγκάλυψης κατά παράβαση του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Ν.118(Ι)/07. Αφού οι κατηγορούμενοι κατηγορήθηκαν και αρνήθηκαν ενοχή σε όλες τις κατηγορίες, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε τη κράτηση τους μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, αίτημα το οποίο συνάντησε την ένσταση της υπεράσπισης. Έρεισμα στο αίτημα αποτελεί σύμφωνα με τη κατηγορούσα αρχή, η σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν, ο τρόπος διάπραξης των αδικημάτων αλλά και οι χαλαροί δεσμοί που αυτοί έχουν με τη Δημοκρατία της Κύπρου. Αντίθετα και οι δύο συνήγοροι των κατηγορούμενων, εισηγήθηκαν ότι, δεν θα πρέπει να διαταχθεί η κράτηση των πελατών τους. Και αυτό γιατί η κατηγορούσα αρχή, παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, στοιχεία ικανά που να δικαιολογούν την κράτηση τους μέχρι τη δίκη και τη στέρηση με τον τρόπο αυτό της προσωπικής τους ελευθερίας. Υποστήριξαν ότι, και οι δύο κατηγορούμενοι, έχουν ισχυρούς και όχι χαλαρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία. Ο κατηγορούμενος 1, είναι Κύπριος υπήκοος και μόνιμος κάτοικος του τόπου μαζί με την οικογένεια του, για περίοδο πέραν των 20 χρόνων, ενώ ο κατηγορούμενος 2, διαμένει μόνιμα εδώ, τα τελευταία 5 με 6 χρόνια και είναι παντρεμένος με Ευρωπαία υπήκοο. Τόσο αυτός όσο και η σύζυγος του, όχι μόνο διαμένουν, αλλά και οι δύο εργάζονται στην Κύπρο, όπου μάλιστα ο κατηγορούμενος 2 έχει δική του επιχείρηση, γυμναστήριο φυσικής αγωγής και εργάζεται ως φυσικοθεραπευτής. Η εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με αίτημα κράτησης κατηγορουμένου στα πλαίσια συνοπτικής διαδικασίας μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του, αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 ΑΑΔ 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά, εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή, εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109, απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες, εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς, μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι, λοιπόν, απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες ή εγγενείς, όπως χαρακτηρίσθηκαν στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, ενδείξεις που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του. Στην υπόθεση Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139 επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως, υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 που πιο πάνω μνημονεύεται, έγινε ανασκόπηση της νομολογίας και υποστηρίχθηκε, πως η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση των πιο πάνω κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Στην υπόθεση Ανδρέας Ηλία Κουννά κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 423 λέχθηκε, ότι οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης ποικίλουν και ότι τα κριτήρια που προσμετρούν ανάλογα με την βαρύτητά τους για να καταλήξει το Δικαστήριο στην απόφασή του ανάγονται σε δύο κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται σε αντικειμενικά δεδομένα. Αυτά δεν είναι άλλα από τις εγγενείς ενδείξεις που αναφέρονται στην υπόθεση Φώτος Χ΄΄Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45, που πιο πάνω μνημονεύεται. Το άλλο κεφάλαιο ανάγεται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως οι οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η κατάσταση της υγείας του, η ηλικία του, το ποινικό του μητρώο, το ενδεχόμενο διάπραξης αδικημάτων αν αφεθεί ελεύθερος, ο ενδεχόμενος επηρεασμός μαρτύρων, οι δεσμοί που έχει με την χώρα διαμονής του και η ύπαρξη ή μη στοιχείων που να δείχνουν πρόθεση εκ μέρους του να μην εμφανισθεί στην δίκη. Η νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι το Δικαστήριο εξετάζει και παράγοντες που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (Βλ. Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183). Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου δεν εξετάζονται με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στο πρόσωπο του, απαλλάσσοντας τον, από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο κατά πόσο οι συνθήκες αυτές, ανατρέπουν την σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανισθεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λουκάς Σιδερένιος
(2008)2 ΑΑΔ 319). Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη νομολογία ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου, που πιο πάνω μνημονεύεται, παράγοντες όπως οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Στην παρούσα περίπτωση η κράτηση των κατηγορουμένων, ζητήθηκε με αναφορά στην σοβαρότητα των αδικημάτων, του τρόπο διάπραξης τους και των χαλαρών δεσμών που και οι δύο έχουν με τη Δημοκρατία. Παρά το ότι δεν αναφέρθηκε ευθέως ότι η κράτηση τους ζητείται στη βάση της πιθανότητας μη προσέλευσης τους στο Δικαστήριο την ημέρα της δίκης τους, θεωρώ ότι τα όσα έχουν αναφερθεί από την κατηγορούσα αρχή, μόνο σε αυτό ως λόγο κράτησης των κατηγορουμένων μπορούν να οδηγήσουν και σε κανένα άλλο. Ως εκ τούτου, θα προχωρήσω να εξετάσω το αίτημα με βάση το λόγο αυτό, του κινδύνου δηλαδή μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Οι λοιποί λόγοι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν τεθεί ως λόγοι κράτησης τους και κατ' επέκταση, δεν θα με απασχολήσουν. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι σοβαρά. Ενδεικτικές της σοβαρότητας τους αποτελούν οι προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι, όμως, ο μόνος από τους τρείς βασικούς δείκτες που πιο πάνω αναφέρθηκαν, για τον οποίο το Δικαστήριο έχει γνώση. Αναφορικά με την πιθανότητα καταδίκης των κατηγορουμένων, δεν μπορώ να προβώ σε οποιαδήποτε κρίση, αφού τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου σχετικό ή από το οποίο να μπορεί να κριθεί ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι σε περίπτωση καταδίκης των κατηγορουμένων ενδέχεται η επιβολή αυστηρής ποινής και δη ποινής φυλάκισης. Αφ' ης στιγμής, όμως, δεν μπορεί να γίνει ασφαλής πρόβλεψη ως προς την πιθανότητα καταδίκης δεν μπορεί να γίνει και πρόβλεψη ότι οι κατηγορούμενοι διατρέχουν ορατό κίνδυνο να αντιμετωπισθούν με ποινή η οποία θα είναι τόσο αυστηρή ώστε να ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην παρουσιασθούν στη δίκη τους με σκοπό να αποφύγουν το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσουν μια τέτοια ποινή. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι η νομολογία κατέδειξε, ότι η αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων και μόνο, ανεξάρτητα, δηλαδή από τις υπόλοιπες παραμέτρους, όπως η πιθανότητα καταδίκης και η επιβολή αυστηρής ποινής, δεν είναι αρκετή για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορούμενου μέχρι τη δίκη του (Βλ. Μιχάλης Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 444, Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 183, Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 48 και Letellier v. France (A 207
(1991)). Στην υπόθεση Αργύρη Παρασκευά ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 607 λέχθηκε, ότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης στην βάση του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι τα αντικειμενικά κριτήρια τα οποία, εφόσον διαπιστωθεί ότι συνυπάρχουν, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο συντρέχουν και κάποια άλλα υποκειμενικά στοιχεία και δεδομένα, έτσι ώστε, κατόπιν συνεκτίμησης όλων των στοιχείων και δεδομένων να κριθεί κατά πόσο η περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί η κράτηση του κατηγορουμένου ή αν πρέπει να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους εγγύησης. Ενόψει των πιο πάνω, της έλλειψης δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση των αντικειμενικών στοιχείων για κράτηση των κατηγορουμένων και σύμφωνα με τα όσα πιο πάνω αναφέρονται, η ύπαρξη ή όχι των υποκειμενικών δεδομένων της υπόθεσης, καθίσταται αχρείαστη. Παρά ταύτα θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ισχυρισμός της κατηγορούσας αρχής ότι οι κατηγορούμενοι έχουν χαλαρούς δεσμούς με τη Δημοκρατία, έχει ανατραπεί από τα όσα προέβαλαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο κατηγορουμένων. Όπως προαναφέρεται ο 1ος κατηγορούμενος είναι Κύπριος υπήκοος και εδώ και 20 χρόνια ζει στην Κύπρο, μαζί με όλη την οικογένεια του, ενώ ο 2ος ζει μαζί με τη σύζυγο του γύρω στα 5 με 6 χρόνια, εργαζόμενοι και οι δύο, ο ίδιος μάλιστα ο κατηγορούμενος 2 σε δική του επιχείρηση. Οι δεσμοί τους συνεπώς με τη Δημοκρατία, δεν μπορούν να κριθούν ως χαλαροί όπως υποστήριξε η κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2, θα πρέπει να αφεθούν και αφήνονται ελεύθεροι μέχρι τη δίκη τους με τους ακόλουθους όρους. 1. Ο κάθε ένας από αυτούς, να καταθέσει €5000= σε μετρητά, ή να υπογράψει εγγύηση ύψους €10.000= με ένα αξιόχρεο εγγυητή της κρίσης του Πρωτοκολλητή. 2. Να παραδώσουν στην αστυνομία τα διαβατήρια και όλα τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα. 3. Να παρουσιάζονται τέσσερεις φορές την εβδομάδα, δηλαδή κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή και Κυριακή, στον αστυνομικό σταθμό της επιλογής τους, μεταξύ των 4.00 και 6.00 μ.μ. 4. Το όνομα τους να τεθεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από τη Δημοκρατία. Η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 17.6.11 και ώρα 10.30 π.μ.. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο