Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Constantin Aurel Veltan, Αρ. Υπόθεσης: 2290/11, 9 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2290/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.
- Constantin Aurel Veltan, από τη Ρουμανία
- Amer Aldbaidi, από τη Συρία Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 9 Μαρτίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Κατηγορούμενος 1 παρών, γι' αυτόν ο κ. Λυσάνδρου Π Ο Ι Ν Η Ο πρώτος κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14Β
(1)-
(3)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 25.1.2011, εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 2 και 3 για τα αδικήματα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της παράνομης παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Κεφ. 105, στις οποίες δήλωσε παραδοχή και του έχει ήδη επιβληθεί ποινή. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα. Στις 25.1.2011 και περί ώρα 13.30 μέλη της ΥΑΜ Λεμεσού, κατόπιν πληροφορίας, έθεσαν υπό παρακολούθηση για δέκα λεπτά ανεγειρόμενη οικοδομή στο χωριό Πύργος όπου εντόπισαν ένα αλλοδαπό άντρα να τοποθετεί άμμο σε μηχανή ετοιμασίας μπετόν. Κατόπιν ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι ο αλλοδαπός ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος και δεν είχε άδεια παραμονής. Συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα και ερωτηθείς ποιος είναι ο εργοδότης του, αυτός απάντησε ότι είναι κάποιος Παύλος από τη Ρουμανία και έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ο δεύτερος κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Μονής, όπου διαπιστώθηκε ότι αυτός κατάγεται από την Συρία, ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου, η αίτηση του απορρίφθηκε στις 17.7.2008, και έκτοτε παραμένει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στον σταθμό επίσης προσήλθε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι γύρω στις 06.30 παρέλαβε τον δεύτερο κατηγορούμενο με το αυτοκίνητο του από τον Μόλο και τον μετέφερε στην εν λόγω ανεγειρόμενη οικοδομή, με σκοπό να του καθαρίσει τις ακαθαρσίες και να τον πληρώσει το ποσό των 40 ευρώ. Αφού κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα που διέπραξε και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός απάντησε «Παραδέχομαι και απολογούμαι». Τέλος, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος υπεράσπισης αρχικά τόνισε την άμεση παραδοχή και πλήρη συνεργασία του κατηγορούμενου με την αστυνομία και μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία του για τη διάπραξη του αδικήματος. Ο κ. Λυσάνδρου εισηγήθηκε ότι οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος είναι ιδιάζουσες, καθότι ο κατηγορούμενος εργοδοτείται στην εταιρεία New Design Ltd, όπου είναι υπεύθυνος, όμως ο ίδιος δεν είναι ο αρμόδιος για την πρόσληψη προσωπικού, και εκτελούσε εντολή του εργοδότη του για την εργοδότηση και πληρωμή του αλλοδαπού. Άλλωστε ο ίδιος, ως υπάλληλος, δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από την εργοδότηση του αλλοδαπού, και μάλιστα δεν γνώριζε ότι απαιτείτο άδεια για την εργοδότηση αλλοδαπών καθότι κατάγεται από τη Ρουμανία και βρισκόταν στην Κύπρο για ένα μόνο χρόνο. Ακόμα, ο κ. Λυσάνδρου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κατάγεται από πολύ φτωχή οικογένεια και έτσι από 13 χρονών εργάζεται, και είχε την εμπειρία της παράνομης εργοδότησης στη χώρα του και της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, επομένως αν ο ίδιος γνώριζε τις συνθήκες εργοδότησης του αλλοδαπού δεν θα προέβαινε στην αξιόποινη συμπεριφορά του. Ακολούθως ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε στις προσωπικές του συνθήκες, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος, ηλικίας 42 ετών, είναι παντρεμένος με δύο παιδιά, ηλικίας 171/2 και 151/2 ετών. Η μεγάλη του κόρη έχει αποκτήσει ένα παιδί, χωρίς γάμο, και διαμένει μόνη στην Κύπρο, επομένως ο κατηγορούμενος συντηρεί την οικογένεια του αλλά και την μεγάλη του κόρη και το εγγονάκι του. Η σύζυγος του κατηγορούμενου εργάζεται περιστασιακά σε ψησταριά στη Λεμεσό και λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα 300 ευρώ. Ο κατηγορούμενος λαμβάνει μηνιαίο εισόδημα 1000 ευρώ, από το οποίο πληρώνει και το ενοίκιο και φροντίζει για τις ανάγκες της οικογένειας του. Ήταν η εισήγηση του κ. Λυσάνδρου ότι τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του κατηγορούμενου θα έχει πολύ δυσχερείς συνέπειες σε όλη την οικογένεια του, και ότι αν το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή φυλάκισης, τόσο οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσο και οι προσωπικές του συνθήκες, και το λευκό ποινικό μητρώο του, δικαιολογούν την αναστολή έκτισης της ποινής. Αδικήματα της ίδιας φύσης με αυτά που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, παρουσιάζουν ανησυχητικά αυξητική τάση, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση του γεγονότος αυτού από τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό τέτοιων υποθέσεων που καταχωρούνται και παρουσιάζονται ενώπιον του, επί καθημερινής βάσης. Αυτός είναι ο λόγος που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν αυτά τα αδικήματα με την ανάλογη αυστηρότητα και την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η σχετική Νομοθεσία έχει τροποποιηθεί με αύξηση των προβλεπόμενων ποινών, ιδιαίτερα αναφορικά με τους εργοδότες για τους οποίους προνοείται μεγαλύτερη ποινή. Για το αδίκημα που παραδέχθηκε ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι £5.000 (το ισόποσο σε ευρώ) ή και τα δύο. Μια απλή θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει ακριβώς τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 283, στην οποία το Εφετείο παραμέρισε τη χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο με ποινή άμεσης φυλάκισης: "H ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι αρκετός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Η ίδια ακριβώς προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, στην οποία αφού έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης, επεσήμανε το εξής: "Το μέγεθος της δημόσιας βλάβης που προκαλείται είναι τέτοιο που επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από την οποία να εκπέμπεται το καθαρό μήνυμα πως κάθε ένας πρέπει να έχει στο μυαλό του πρώτα τον Νόμο και πως η αντίληψη ότι ενδεχομένως ένας μπορεί να δει πρώτα το συμφέρον της δουλειάς του, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή.» Επίσης παραπέμπω στην απόφαση επί του θέματος στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, και στο πιο κάτω απόσπασμα: "Η σοβαρότητα των αδικημάτων της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών με όλες τις σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις που επιφέρουν έχουν εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων. (ίδε Mohamed El Feky κ.ά. v. Aστυνομίας [1996] 2 ΑΑΔ 16, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη, Ποινική Έφεση 6967 της 13/11/2000 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση 6979 της 2/2/2001). Στην υπόθεση Μιχαήλ (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης στον εργοδοτούμενο πρέπει κατά κανόνα να συνοδεύεται και με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μονιάτη (που υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ). «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάνουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Είναι πρόδηλο από τις νομικές αρχές που εκτίθενται πιο πάνω, ότι εκείνο το οποίο κατά κύριο λόγο βαρύνει στην τιμωρία τόσο στην περίπτωση του εργοδότη όσο και του αλλοδαπού είναι η ίδια η πράξη, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες όπως η διάρκεια της απασχόλησης, οι όροι αυτής και οι συνθήκες εργοδότησης. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γ. Γραμματικού (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στ. Αθανασίου (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Μιχαήλ,
(2001)2 Α.Α.Δ. 74. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου βέβαια ότι είναι με τη συμμετοχή και συνενοχή των εργοδοτών που οδηγήθηκε το φαινόμενο αυτό στα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Αν οι εργοδότες τηρούσαν το Νόμο και τους Κανονισμούς, αυτό το φαινόμενο δεν θα είχε την έξαρση που παρουσιάζει σήμερα - βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Αθανασίου (ανωτέρω). Είναι καλά θεμελιωμένο από τη νομολογία ότι οι περιστάσεις του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όμως, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304, η σημασία των προσωπικών περιστάσεων και του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου αμβλύνεται όταν διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245, και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
- Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι παρόλο που φαίνεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εργοδότησε τον δεύτερο κατηγορούμενο, εν τούτοις ο πρώτος ενεργούσε για λογοριασμό και κατ΄εντολή άλλου προσώπου, και συγκεκριμένα του εργοδότη του, εφόσον ο πρώτος κατηγορούμενος είναι εργοδοτούμενος και υπάλληλος σε εταιρεία που ασχολείτο με την επίδικη εργασία και ο ίδιος δεν είναι αρμόδιος για να προσλαμβάνει υπαλλήλους και να συμφωνεί τους όρους εργοδότησης τους. Μάλιστα, είναι άξιο απορίας, υπό αυτές τις συνθήκες, γιατί μόνο ο πρώτος κατηγορούμενος να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της αξιόποινης συμπεριφοράς του σε σχέση με την εργοδότηση του δεύτερου κατηγορούμενου, ενώ άλλα πρόσωπα που προφανώς εμπλέκονται να μην προσάγονται επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου για να αντιμετωπίσουν και αυτοί τις συνέπειες των πράξεων τους. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, επισημαίνω ότι το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου, και επομένως διέμενε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι την απόρριψη της αίτησης του, και έκτοτε παραμένει εδώ παράνομα, δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση γεγονότων, ούτε και μεταβάλλει την αυστηρότητα αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση αρ. 242/2009, ημερ. 11.5.
- Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή και πλήρη συνεργασία του με την αστυνομία, την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου που δείχνει την έμπρακτη του μεταμέλεια, και το λευκό ποινικό μητρώο του. Επίσης λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές του συνθήκες, όπως αυτές έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο του στο Δικαστήριο, από τις οποίες διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος έχει περάσει δύσκολη ζωή και έχει τύχει εκμετάλλευσης, και τώρα βρίσκεται στην Κύπρο με την οικογένεια του για ένα καλύτερο μέλλον. Ο ίδιος εργάζεται σκληρά για να συντηρήσει όχι μόνο την σύζυγο και τα παιδιά του αλλά και το εγγονάκι του, εφόσον αυτό διαμένει με τη μητέρα του, κόρη του κατηγορούμενου, στην Κύπρο χωρίς τον πατέρα του. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα την σοβαρότητα του αδικήματος και έντονο το στοιχείο της αποτροπής, και χωρίς να παραγνωρίζω το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνω ότι η μόνη κατάλληλη ποινή είναι η ποινή στερητική της ελευθερίας. Ως εκ τούτου στον πρώτο κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου του πρώτου κατηγορούμενου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί σε αυτόν. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από την τελευταία τροποποίηση του Νόμου 95/72 με τον τροποποιητικό Νόμο 186(Ι)/03, όπου το νέο άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Θεωρώ χρήσιμο ν' αναφερθώ αρχικά στις υποθέσεις Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 240 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλείου
(2003)2 Α.Α.Δ. 21 , στις οποίες η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί αναστάληκε ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων των εν λόγω υποθέσεων κατά χρόνο μάλιστα που η ευχέρεια του Δικαστηρίου ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186 (Ι)/03, αντλώ καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του από τις υποθέσεις Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323 και ειδικότερα Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, λαμβάνω υπόψη όλες τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης σε σχέση τόσο με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσο και τις προσωπικές συνθήκες του πρώτου κατηγορούμενου. Κρίνω ότι οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος είναι τέτοιες που να δικαιολογούν τη αναστολή έκτισης της ποινής που του έχει επιβληθεί. Αυτές συνίστανται στο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην εργοδότηση του αλλοδαπού, χωρίς τη δική του πρωτοβουλία ή εξουσία να το πράξει από μόνος του, εκτελώντας εντολές άλλου προσώπου και συγκεκριμένα του εργοδότη του εφόσον ο ίδιος είναι υπάλληλος στην εταιρεία που ασχολείτο με την επίδικη εργασία. Κρίνω ότι αυτές οι συνθήκες είναι ικανοποιητικές για την άσκηση της ευχέρειας του Δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί σε αυτόν. Ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον πρώτο κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Υπ.) ................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Ποινή Αναφορά: Παράνομη Εργοδότηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο