Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ATTYGALA Punsala Asanthi, Αρ. Υπόθεσης 4086/10, 10 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 4086/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ATTYGALA Punsala Asanthi, από την Σριλάνκα Κατηγορούμενης ---------------------------------- Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2011 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Για την Κατηγορούμενη: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενη, παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της κλοπής υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των άρθρων 268 και 255 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας: «Η Κατηγορούμενη μεταξύ της 7ης και της 14ης Φεβρουαρίου 2010 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν υπάλληλος του Μιχάλη Κιαττίππη από τη Λεμεσό, δηλαδή, οικιακή βοηθός, έκλεψε, μια αντίκα χρυσή με τα αρχικά ΜΠ αξίας €1000=, μια αρραβώνα χρυσή αξίας €200=, μια χονδρή καδένα χεριού αξίας €2000=, ένα χρυσό βραχιόλι με τέσσερις λίρες χρυσές αξίας €1000=, μια χρυσή καδένα λαιμού με μια λίρα χρυσή αξίας €600=, 2 ρολόγια χεριού επίχρυσα αξίας €150= έκαστο, μία φιάλη ούζο αξίας €15=, μία φιάλη ουίσκι αξίας €25=, ένα ανοιχτήρι αξίας €5= και ένα ζευγάρι παπούτσια MEFISTO αξίας €70= όλα συνολικής αξίας €5215=, περιουσία του πιο πάνω εργοδότη της.» Κατά τη δίκη, για την κατηγορούσα αρχή έδωσαν μαρτυρία οι: αρχιαστυφύλακας 556 Α. Αποστόλου (Μ.Κ.1), γυναίκα αστυφύλακας 939 Μ. Φράγκου (Μ.Κ.2), Μ. Μηνά (Μ.Κ.3) και Μ. Κιαττίππης (Μ.Κ.4). Η κατηγορούμενη, αφού κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της κατάθεσε κι αυτή από το εδώλιο του μάρτυρα. Για το σκοπό αυτό προέβη στη νενομισμένη διαβεβαίωση, αφού, λόγω θρησκεύματος αρνήθηκε να ορκιστεί. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, αναφορικά με την επίδικη κατηγορία απορρέει από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του παραπονούμενου Μ. Κιαττίππη (βλ. το τεκμήριο 11), το οποίο υιοθετήθηκε από το μάρτυρα, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, στον ουσιώδη χρόνο διέμενε μαζί με τη σύζυγό του Αλέκα και το γιο τους Χαράλαμπο, ηλικίας 30 ετών, στην οδό Πετράκη Γιάλλουρου 7, Χαλκούτσα, Λεμεσός. Κατά τον ίδιο χρόνο διέμενε μαζί τους στο ίδιο σπίτι, σε ξεχωριστό δωμάτιο και η οικιακή τους βοηθός, δηλαδή, η κατηγορούμενη, την οποία εργοδοτούσαν από 4.1.
- Η σύζυγος του παραπονούμενου είχε σε κουτί, μέσα στο υπνοδωμάτιο του ζεύγους, τα πολύτιμά τους αντικείμενα. Όταν ο μάρτυρας στις 14.2.2010 και ώρα 06.30 άνοιξε το κουτί αυτό, για να πάρει την αττίκα του να τη φορέσει, διαπίστωσε ότι έλειπε, οπότε ρώτησε τη σύζυγό του αν την είδε. Τότε κοίταξε κι αυτή στο κουτί και διαπίστωσε ότι έλειπαν και δικά της χρυσαφικά. Γενικά, από του κουτί έλειπαν τα εξής: Μια αττίκα χρυσή με τα αρχικά Μ.Π., αξίας €1.000,00, η χρυσή αρραβώνα του παραπονούμενου, που έγραφε μέσα το όνομα της συζύγου του, αξίας €200,00 και μια χρυσή καδένα χεριού, αξίας €2.000,
- Όλα αυτά βρίσκονταν μέσα σε πλαστικό σακουλάκι στο κουτί. Από το κουτί έλειπαν και τα εξής: Ένα χρυσό βραχιόλι με 4 λίρες χρυσές, αξίας €1.000,00, μια χρυσή καδένα λαιμού με μια λίρα χρυσή, αξίας €600,00 και δύο ρολόγια χεριού επίχρυσα, αξίας περίπου €300,
- Η τελευταία φορά που η σύζυγος του παραπονούμενου είδε όλα τα παραπάνω ήταν την Κυριακή 7.2.2010 που πήγαν εκκλησία. Επειδή ο παραπονούμενος υποψιάστηκε την κατηγορούμενη, ως το πρόσωπο που του έκλεψε τα προσωπικά του αντικείμενα, ειδοποίησε την Αστυνομία, η οποία μετέβη την ίδια μέρα στην οικία του για εξετάσεις. Εκεί, ο Μ.Κ.1, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης της κατηγορούμενης (βλ. το τεκμήριο 8) έκανε έρευνα στα προσωπικά της αντικείμενα, για εντοπισμό των κλαπέντων. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, που έγινε στην παρουσία του παραπονούμενου, της συζύγου του και της κατηγορούμενης ανευρέθηκαν στο υπνοδωμάτιο της κατηγορούμενης, μέσα σε ταξιδιωτική τσάντα, ένα άσπρο κουτί, το οποίο περιείχε μια φιάλη ούζο «PILAVAS», αξίας €15,00 (βλ. το τεκμήριο 3), μια φιάλη ουίσκι, μάρκας «FIVE KINGS», αξίας €25,00 (βλ. το τεκμήριο 2), ένα ανοιχτήρι ποτών, αξίας €5,00 (βλ. το τεκμήριο 4) και ένα ζευγάρι παπούτσια, αξίας €70,00 (βλ. το τεκμήριο 5). Είναι η θέση του παραπονούμενου, ότι, όλα τα παραπάνω ανήκουν στον ίδιο και τη σύζυγό του και ουδέποτε τα έδωσαν στην κατηγορούμενη, η οποία τα πήρε χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Με τη σειρά της, η κατηγορούμενη προέβαλε και τις εξής, μεταξύ άλλων, θέσεις, που συνθέτουν την εκδοχή της, για όσα της αποδίδονται από τον παραπονούμενο και την κατηγορούσα αρχή. Τη μια μπουκάλα ποτού, της είπε να την πάρει από το σαλόνι η εργοδότριά της και για το σκοπό αυτό, η ίδια, ενημέρωσε τον εργοδότη της. Υπάρχουν πολλά πράγματα στο δωμάτιό της, τα οποία της έδωσε η κόρη του εργοδότη της. Η κυρία της, της έδωσε τρία ζευγάρια παπούτσια, ανάμεσά τους και το ζευγάρι που βρίσκεται στο δικαστήριο (τεκμήριο 5). Ουδέποτε είπε στη γραπτή της κατάθεση, «απολογούμαι για την κλοπή, ήταν λάθος μου». Ο μεταφραστής το έγραψε και της είπε να το υπογράψει. Ο αστυνομικός την κτύπησε και της είπε να πει έτσι. Της έδωσε γροθιά στο πρόσωπο. Το ανοιχτήρι ποτών (τεκμήριο 4), της το έδωσε η κόρη του παραπονούμενου μαζί με άλλα πράγματα. Την μπουκάλα με το ουίσκι (αναφέρεται στο τεκμήριο 2), το ζήτησε από την κυρία της, επειδή αρέσει στον πατέρα της, ο οποίος πίνει ουίσκι. Την άλλη μπουκάλα (το ούζο - βλ. το τεκμήριο 3-) την αγόρασε €18,00 από το μόλο. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες καθώς και την κατηγορούμενη, καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα,
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 και Mohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 60/06, ημερομηνίας 27.2.2009, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενης, λαμβάνω υπόψη, ότι το βάρος που θα δοθεί στα διάφορα μέρη της, επαφίεται στη διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Αναφορικά με την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, παραπέμπω στο απόσπασμα που ακολουθεί, από την απόφαση στην υπόθεση Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. .Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Βλ. και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 70/10, ημερομηνίας 20.10.2010. Τέλος, παραπέμπω και στο ακόλουθο απόσπασμα, από την υπόθεση Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225, σε σχέση με τις προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις: «Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (πιο πάνω) σελ. 651 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις, καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, (ανωτέρω), αντανακλά τη σωστή προσέγγιση: .......» Στην Τεβλετιάν κ.ά. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) σελ. 520 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το ζήτημα προηγούμενων αντιφατικών καταθέσεων ενός μάρτυρα και το κατά πόσο τέτοιες καταθέσεις καθιστούν τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκ προοιμίου, αναξιόπιστη, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, στην οποία το προαναφερόμενο ερώτημα απαντήθηκε αρνητικά. Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στην υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510 όπου παρατηρήθηκε πως τα κριτήρια για την αποτίμηση αντιφάσεων σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδηγούν στην προβολή διϊστάμενων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες, προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος. Το τελικό κριτήριο είναι η προσήλωση του μάρτυρα στην αλήθεια......» Βλ. και την Αλ - Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σύμφωνα με την οποία, η προσφυγή στο ψεύδος, δε στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του αρχιαστυφύλακα 556 Α. Αποστόλου (Μ.Κ.1) είναι εξαιρετική. Ο μάρτυρας κατάθεσε με αμεσότητα, ευθύτητα και ειλικρίνεια και απαντούσε σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά αντίφαση. Μολονότι αντεξετάστηκε και σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, εντούτοις, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε έχει αναφέρει. Ακολουθεί ότι δέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Επειδή έχει σημασία, συγκρατώ από τη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, τα εξής: Κατά τη διάρκεια της έρευνας που έκανε στα προσωπικά αντικείμενα της κατηγορούμενης, στο υπνοδωμάτιό της, στις 14.2.2010 βρήκε μέσα σε ταξιδιωτική τσάντα, μια φιάλη ούζο «PILAVAS», αξίας €15,00 (τεκμήριο 3), μια φιάλη με ουίσκι «FIVE KINGS», αξίας €25,00 (τεκμήριο 2), ένα ανοιχτήρι ποτών, αξίας €5,00 (τεκμήριο 4) και ένα ζευγάρι παπούτσια, αξίας €70,00 (τεκμήριο 5). Όταν πληροφόρησε την κατηγορούμενη στην αγγλική γλώσσα για το αδίκημα που διέπραξε (και τούτο, αφού ο παραπονούμενος του ανάφερε ότι όλα τα ανευρεθέντα ανήκαν στον ίδιο και τη σύζυγό του) και της επέστησε την προσοχή στο Νόμο, η κατηγορούμενη απάντησε ως εξής: «"Five Kings I stole it from boss", "White box I buy it", "Shoes madam give me", "Small madam give me"». Δεν μπορεί να ισχυρίζεται η κατηγορούμενη, ότι δεν είπε στο μάρτυρα τη φράση "Five kings I stole it from boss", επειδή τα αγγλικά της είναι ελάχιστα και να παραβλέπει ότι και οι άλλες τρεις φράσεις που είπε στο μάρτυρα υπό μορφή απάντησης, είναι επίσης στα αγγλικά, τις οποίες δεν αμφισβητεί, προφανώς επειδή τη βολεύουν. Το ίδιο ισχύει και για την υποβολή προς το μάρτυρα, ότι, όπως και για τα άλλα ανευρεθέντα (τεκμήρια 3, 4 και 5) έτσι και για το «Five Kings», η κατηγορούμενη του είπε "give me". Η κατηγορούμενη, είτε γνωρίζει αγγλικά είτε δε γνωρίζει. Είτε γνωρίζει, οπότε είπε όσα ανάφερε ο μάρτυρας για όλα τα ανευρεθέντα τεκμήρια είτε δε γνωρίζει, οπότε, δεν μπορεί να του είπε καμιά από τις φράσεις που της αποδίδονται από αυτόν ότι είπε. Φυσικά, όπως θα διαφανεί αργότερα, όχι μόνο είπε τη συγκεκριμένη φράση στο μάρτυρα, αλλά, αυτή είναι και η μόνη που ανταποκρίνεται στην αλήθεια και αποτελεί γεγονός, για όλα τα τεκμήρια που εντοπίστηκαν μέσα στην ταξιδιωτική της τσάντα. Τέλος, ούτε και έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου, που να καταδεικνύει έστω, ότι ο μάρτυρας είχε κάποιο λόγο ή κίνητρο, είτε να ψευσθεί είτε να παραποιήσει τα γεγονότα, κάτι που αν ίσχυε, δε βλέπω για ποιο λόγο να μην αποδώσει στην κατηγορούμενη παραδοχή, ότι έκλεψε όλα τα ανευρεθέντα, ακόμη και τα τιμαλφή που δεν ανευρέθηκαν ποτέ, τα οποία και είναι μεγαλύτερης, προφανώς, αξίας, από τα ανευρεθέντα. Η γυναίκα αστυφύλακας 939 Μ. Φράγκου (Μ.Κ.2), θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η εξετάστρια της υπόθεσης, αφού, στον ουσιώδη χρόνο έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, με τη βοήθεια της διερμηνέος Μ. Μηνά (Μ.Κ.3). Δέχομαι τη μαρτυρία της αστυφύλακα Φράγκου, με μια εξαίρεση. Και τούτο, όχι επειδή θεωρώ ότι η μάρτυρας δεν έλεγε την αλήθεια, αλλά, επειδή η μαρτυρία της, επί του προκειμένου είναι εξ ακοής και το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση προς τη μάρτυρα, που είναι η επόμενη μάρτυρας, διαφοροποίησε στο δικαστήριο τη σχετική δήλωση. Δεν μπορώ λοιπόν να δεχτώ τον ισχυρισμό της Μ.Κ.2, ότι η κατηγορούμενη είπε στην κατάθεσή της ότι έκλεψε την μπουκάλα ουίσκι και τούτο γιατί, η μάρτυρας έλαβε την εν λόγω κατάθεση με τη βοήθεια της διερμηνέος (Μ.Κ.3), η οποία (μολονότι μετάφραζε στα ελληνικά όσα έλεγε η κατηγορούμενη στη μητρική της γλώσσα, ανακρινόμενη, τα οποία κατάγραφε η M.K.2, (βλ. το τεκμήριο 10) η οποία φέρει την κατηγορούμενη να δηλώνει ότι έκλεψε το μπουκάλι με το ουίσκι (τεκμήριο 2)), στο δικαστήριο ανάφερε ότι η κατηγορούμενη λέει στην κατάθεσή της ότι έπιασε - και όχι έκλεψε - από το σπίτι ένα μπουκάλι. Η μαρτυρία της Μ. Μηνά (Μ.Κ.3) γίνεται αποδεκτή. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί στον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε χρέη διερμηνέα και βοήθησε την προηγούμενη μάρτυρα, κατά τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από την κατηγορούμενη. Η μάρτυρας, βασικά, δεν αντεξετάστηκε. Δέχομαι, επί της ουσίας και το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του παραπονούμενου, Μ. Κιαττίππη (Μ.Κ.4), αφού αυτό συγκεντρώνει όλα τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Ο παραπονούμενος απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Μολονότι αντεξετάστηκε και σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, εντούτοις, παρέμεινε σταθερός και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης. Φυσικά, η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του συναρτάται και με την αντίστοιχη κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της κατηγορούμενης ως μάρτυρα, της οποίας τη μαρτυρία, για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, απορρίπτω σχεδόν πλήρως. Όμως, για να επανέλθω στον παραπονούμενο, θα έλεγα πως, ακόμη και στο βαθμό που δεν μπορώ να δεχτώ τη μαρτυρία του, δεν είναι γιατί το θεωρώ αναξιόπιστο, αλλά, επειδή αυτός είναι φανερό ότι θεωρεί ως αποδεδειγμένο γεγονός, αυτό που καθόλα δικαιολογημένα υποθέτει. Αναφέρομαι ασφαλώς στον ισχυρισμό του, ότι η κατηγορούμενη έκλεψε τα χρυσαφικά, όπως έκλεψε τα ποτά. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη ένας λόγος για τον οποίο δέχομαι τη μαρτυρία του παραπονούμενου, στο βαθμό που αυτό συμβαίνει είναι και το γεγονός, ότι, αυτή, σε σημαντικό βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη. Το απόσπασμα που ακολουθεί από την αντεξέτασή του, αποτελεί ένα μικρό δείγμα της αδυναμίας της υπεράσπισης να τον αντικρούσει καθώς και της αποτυχίας της κατηγορούμενης να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή της. Ειδικότερα: «Ε. Επίσης, τις δύο μπουκάλες των ποτών, τη μια την αγόρασε (εννοείται η κατηγορούμενη), την άλλη την πήρε από το σπίτι σας και την έβαλε στο δωμάτιό της απλώς. Α. Και τα χρυσαφικά τα πήρε, όπως πήρε τις μπουκάλες. Ε. Το ανοιχτήρι και τα παπούτσια της τα έδωσαν η γυναίκα σου, το ανοιχτήρι και τα παπούτσια η κόρη σου. Α. Η κόρη μου δεν είχε έτσι παπούτσια και ούτε έτσι νούμερο φορεί η κόρη μου. Ε. Η γυναίκα σου της τα έδωσε τα παπούτσια. Α. Όχι.» Δε νομίζω να χρειάζεται να προβώ σ' οποιοδήποτε περαιτέρω σχόλιο, πέραν από το προφανές, που είναι οι διάφορες διαφορετικές εκδοχές που υποβλήθηκαν στον παραπονούμενο, σε σχέση με τον τρόπο που περιήλθε στην κατοχή της κατηγορούμενης, μέρος της ανευρεθείσας κατά την αστυνομική έρευνα, περιουσίας. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της κατηγορούμενης ως μάρτυρα είναι σαφώς αρνητική. Η κατηγορούμενη, κάθε άλλο παρά την αλήθεια κατάθεσε στο δικαστήριο. Υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που ήταν παράλογοι, ήρθε σε σύγκρουση ακόμη και με τη δικηγόρο της, ενώ προέβαλε και σημαντικούς ισχυρισμούς που δεν υπεβλήθηκαν σε όσους μάρτυρες κατηγορίας αυτοί αφορούσαν, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν. Ακολουθεί, ότι, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της μαρτυρίας της, που είτε επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία είτε υπέχει θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά της ή ενοχοποιητικών δηλώσεων, κατά τα λοιπά, απορρίπτω τη μαρτυρία της ως αναξιόπιστη και ψευδή. Ειδικότερα: Στην κυρίως εξέταση, μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε και τα εξής: Δεν ανάφερε στην ανακριτική της κατάθεση ότι έκλεψε τη μια μπουκάλα από τον εργοδότη της. Της είπε η εργοδότριά της να την πάρει από το σαλόνι, οπότε και το ανάφερε στον εργοδότη της. Υπάρχουν πολλά πράγματα στο δωμάτιό της, τα οποία της έδωσε η κόρη του εργοδότη της. Η κυρία της, της έδωσε τρία ζευγάρια παπούτσια και ένα από αυτά είναι το επίδικο (τεκμήριο 5). Δεν είπε στην κατάθεσή της «απολογούμαι για την κλοπή, ήταν λάθος μου». Ο μεταφραστής το έγραψε και της είπε να υπογράψει. Τη χτύπησε ο αστυνομικός και της είπε να πει έτσι. Συγκεκριμένα, της έδωσε γροθιά στο πρόσωπο. Αρχίζω με όσα ισχυρίστηκε αναφορικά με τις συνθήκες λήψης της ανακριτικής της κατάθεσης. Καταρχήν, δεν είναι ο αστυνομικός, αλλά, η γυναίκα αστυφύλακας 939 Μ. Φράγκου (Μ.Κ.2) που την ανέκρινε και τούτο, με τη βοήθεια, όχι του μεταφραστή, αλλά, της μεταφράστριας, Μ.Κ.
- Έπειτα, ενώ και οι δύο (Μ.Κ.2 και 3) παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και κατάθεσαν, τίποτε απ' όσα όψιμα τους καταμαρτυρεί η κατηγορούμενη τους υποβλήθηκε, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσουν. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό της, ότι δεν της επέτρεψαν να διαβάσει την κατάθεσή της, αλλά, της έδειξαν με το δάχτυλο, πως να υπογράψει. Καθώς έχει αναφέρει, πρώτα μίλησαν μαζί της για την υπόθεση, μετά ο μεταφραστής τα έγραψε όλα και πήραν την υπογραφή της. Μολονότι όλα όσα ισχυρίστηκε η κατηγορούμενη άπτονται του εθελούσιου της ανακριτικής της κατάθεσης, οπότε θα πρεπε να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης, αναφορικά με τη δεχτότητά της, όλως παραδόξως, η συγκεκριμένη κατάθεση παρουσιάστηκε στο δικαστήριο από τη Μ.Κ.2 που την έλαβε και έγινε τεκμήριο, χωρίς ένσταση. Απαντώντας σε διάφορες άλλες ερωτήσεις της δικηγόρου της ισχυρίστηκε ότι το ανοιχτήρι ποτών (τεκμήριο 4), της το έδωσε η κόρη του παραπονούμενου, ενώ το μπουκάλι με το ουίσκι (τεκμήριο 2) το ζήτησε από την κυρία της, επειδή αρέσει του παπά της να πίνει ουίσκι και η κυρία της, της είπε να το αναφέρει στον εργοδότη της. Σε σχέση με τον τελευταίο ισχυρισμό της, για την ώρα περιορίζομαι να πω το εξής: Στον παραπονούμενο υποβλήθηκε ότι τη μια μπουκάλα, την αγόρασε η κατηγορούμενη και την άλλη την πήρε από το σπίτι και απλώς την έβαλε στο δωμάτιό της. Ο ισχυρισμός της ότι την άλλη μπουκάλα την αγόρασε από το μόλο €18,00, είναι ψευδέστατος. Πρόκειται για το ούζο «PILAVAS» (τεκμήριο 3), το οποίο ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος χωρίς να έχει αμφισβητηθεί ότι του έφεραν από την Ελλάδα. Επομένως, δεν μπορεί να το αγόρασε η κατηγορούμενη από το μόλο. Προχωρώ τώρα να παραθέσω μερικούς από τους ισχυρισμούς της, κατά το στάδιο της αντεξέτασής της: Ειδικότερα: Στην υποβολή, ότι το τεκμήριο 2 δεν είναι ουίσκι αλλά brandy - και έτσι είναι - απάντησε ως εξής: «Δε γνωρίζω για ποτά υπήρχαν πολλές μπουκάλες εκεί και εγώ πήρα μόνο μία.» Διερωτώμαι πόσο λογικό είναι να έστελλε στον πατέρα της στο εξωτερικό, ένα ποτό, χωρίς να ξέρει τι είναι, όταν, προηγουμένως ισχυρίστηκε ότι ζήτησε το συγκεκριμένο ποτό από την κυρία της, επειδή αρέσει στον πατέρα της να πίνει ουίσκι. Άξιος σχολιασμού είναι και ο ισχυρισμός της, ότι η κόρη της madam, όπως είπε, της έδωσε 4 ζευγάρια παπούτσια, ανάμεσά τους και το επίδικο ζευγάρι (τεκμήριο 5), ο οποίος συγκρούεται με τον ισχυρισμό της κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, ότι η κυρία της - και όχι η κόρη της - της έδωσε 3 ζευγάρια παπούτσια - και όχι 4 -. Ούτε και χρειάζεται να επαναλάβω τι υποβλήθηκε στον παραπονούμενο επί του προκειμένου. Φυσικά, δε μου διαφεύγει ότι η κατηγορούμενη στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι τα παπούτσια της τα έδωσαν «η κόρη και η μάνα» και λίγο αργότερα, ότι της τα έδωσε η «madam» και της είπε «πάρτα». Ανάφερα ήδη το λόγο για τον οποίο δε δέχομαι τον ισχυρισμό της, ότι αγόρασε από το μόλο το ούζο (τεκμήριο 3). Επειδή, αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι το αγόρασε για να το στείλει στον πατέρα της, θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω και τα εξής: Πρόκειται για ούζο καθώς ήδη έχει αναφερθεί το συγκεκριμένο ποτό και διερωτώμαι πώς μπορεί να γίνει πιστευτή η κατηγορούμενη, η οποία προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό, όταν, ενωρίτερα είχε ισχυριστεί ότι θα έστελλε το brandy στον πατέρα της, επειδή του αρέσει να πίνει ουίσκι, ισχυρισμός, που από μόνος του περικλείει ακόμη μια αντίφαση, αφού, άλλο brandy, άλλο ουίσκι και ασφαλώς, άλλο ούζο. Όμως διερωτώμαι και για το εξής: Η φιάλη με το ούζο είναι ανοιχτή, με το ούζο να είναι λίγο πάνω από το μέσο της φιάλης. Πώς απάντησε η κατηγορούμενη στο λογικό ερώτημα «και θα του έστελλες μισή μπουκάλα;» που της υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής; «όχι.» Τελειώνω με την τελευταία υποβολή που της έγινε από τον κ. Αβρααμίδη καθώς και τη σχετική απάντηση που αυτή έδωσε, όταν, προηγουμένως ισχυρίστηκε ότι δεν έκλεψε τίποτε. «Ε. Σου υποβάλλω ότι έκλεψες και ότι τα αφεντικά σου δε σου έδωσαν τίποτε. Α. Όλα που έχω, μου τα έδωσε ο μάστρος μου, η madam μου και η κόρη της.» Ερώτημα: Και το ούζο, που υποτίθεται αγόρασε από το μόλο; Δε νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας της κατηγορούμενης, σε βαθμό, που για να επαναλάβω απορρίπτω τη μαρτυρία της ως αναξιόπιστη και ψευδή, με εξαίρεση, εκείνο το μέρος που επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή που συντίθεται από ισχυρισμούς της, οι οποίοι υπέχουν θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά της ή ενοχοποιητικών δηλώσεων. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαπιστώσεών μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος Μιχάλης Κιαττίππης διέμενε μαζί με τη σύζυγό του Αλέκα και το γιο τους Χαράλαμπο σε οικία, στην οδό Πετράκη Γιάλλουρου 7, στη Λεμεσό. Μαζί τους, από τις 4.1.2010 διέμενε και η κατηγορούμενη που είναι από τη Σρι Λάνκα, την οποία εργοδοτούσαν ως οικιακή βοηθό. Η κατηγορούμενη διέμενε στο ίδιο σπίτι σε ξεχωριστό δωμάτιο. Μέσα στο υπνοδωμάτιο του ζεύγους και συγκεκριμένα, σε κουτί που βρισκόταν πάνω σε έπιπλο, ακριβώς μπροστά από το κρεβάτι, η γυναίκα του παραπονούμενου είχε διάφορα τιμαλφή του ζεύγους. Στις 14.2.2010 και ώρα 06:30, όταν ο παραπονούμενος άνοιξε το συγκεκριμένο κουτί για να πάρει την αττίκα του, διαπίστωσε ότι έλειπε. Έτσι, ρώτησε τη σύζυγό του αν την είδε. Κοίταξε κι αυτή στο κουτί και διαπίστωσε ότι έλειπαν τα αναφερόμενα στις λεπτομέρειες αδικήματος και σε άλλο σημείο της απόφασής μου, αντικείμενα. Η σύζυγος του παραπονούμενου είχε δει για τελευταία φορά τα διάφορα τιμαλφή μέσα στο κουτί, στις 7.2.
- Επειδή ο παραπονούμενος υποψιάστηκε την κατηγορούμενη, ως το δράστη της κλοπής των αντικειμένων που ήταν μέσα στο κουτί, η οποία είχε ελεύθερη πρόσβαση παντού στο σπίτι, στις 11:00 η ώρα της ίδιας μέρας ειδοποίησε σχετικά την Αστυνομία, η οποία μετέβη αμέσως στο μέρος. Συγκεκριμένα, μετέβη στο μέρος ο αρχιαστυφύλακας 556 Α. Αποστόλου (Μ.Κ.1 μαζί με το συνάδελφό του, αστυφύλακα
- Μετά από επιτόπιες εξετάσεις που έκανε ο πρώτος διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε παραβίαση στο σπίτι μα ούτε και ακαταστασία. Μεταξύ των ωρών 11:30 με 12:00, ο μάρτυρας, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης της κατηγορούμενης διενήργησε έρευνα στα προσωπικά της αντικείμενα, για εντοπισμό της κλαπείσας περιουσίας. Κατά την έρευνα, η οποία έγινε στην παρουσία του παραπονούμενου, της συζύγου του καθώς και της κατηγορούμενης ανευρέθηκαν μέσα σε ταξιδιωτική τσάντα της κατηγορούμενης που είχε στο υπνοδωμάτιό της, τα εξής: Ένα κυπριακό brandy "FIVE KINGS", αξίας €25,00 (τεκμήριο 2), ένα ούζο "PILAVAS", αξίας €15,00 (τεκμήριο 3), ένα ανοιχτήρι ποτών, αξίας €5,00 (τεκμήριο 4) και τέλος, ένα ζευγάρι παπούτσια "MEPHISTO", αξίας €70,
- Όλα τα ανευρεθέντα αναγνωρίστηκαν από τον παραπονούμενο ως δικά του και της συζύγου του, ο οποίος ανάφερε στο μάρτυρα, ότι η κατηγορούμενη τα πήρε χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Τα τιμαλφή δεν ανευρέθηκαν. Πληροφορηθείσα η κατηγορούμενη από τον Μ.Κ.1 για το αδίκημα που διέπραξε και αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: « "Five Kings I stole it from boss", "White box (δηλαδή το ούζο) I buy it", "shoes madam give me", "small madam give me"». Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το αδίκημα που καταλογίζεται στην κατηγορούμενη στοιχειοθετείται από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 255
(1)του Ποινικού Κώδικα (όπως αποδίδεται σε μετάφραση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κέλβερη
(1996)2 Α.Α.Δ. 103): «255. -
(1)Κλέπτει όστις, άνευ της συναινέσεως του κυρίου, δολίως και άνευ αξιώσεως δικαιώματος καλή τη πίστει γενομένης, κτάται κατοχήν και αποκομίζει ο,τιδήποτε δυνάμενον να καταστή αντικείμενον κλοπής, επί σκοπώ, κατά τον χρόνος της κτήσεως, να αποστερήση τούτου μονίμως τον κύριο. ...................................» Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)(γ) του ίδιου άρθρου: «ο όρος «ιδιοκτήτης» περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής». Το άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα, προνοεί ότι: «Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι γραμματέας ή υπηρέτης, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία, του εργοδότη του .. αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής υπό υπαλλήλου, με αναφορά και στις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας είναι τα εξής: πρώτο, υπηρέτης, δηλαδή υπάλληλος, δεύτερο, χωρίς τη συναίνεση του κυρίου, τρίτο, δόλια και χωρίς αξίωση δικαιώματος που γίνεται καλή τη πίστει, τέταρτο, αποκτά κατοχή και αποκομίζει, πέμπτο, οτιδήποτε δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής, έκτο, επί σκοπώ, δηλαδή με πρόθεση, κατά το χρόνο που αποκτά κατοχή, έβδομο, να στερήσει αυτό μόνιμα από τον κύριο. Νοείται ότι το αντικείμενο της κλοπής, θα πρέπει να έχει αξία (βλ. το εδάφιο 3 του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα. Γίνεται αντιληπτό, από την παράθεση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ότι, για σκοπούς στοιχειοθέτησής του απαιτείται απόδειξη του αδικήματος της κλοπής και επιπλέον, ότι ο υπαίτιος ήταν υπάλληλος, με αυτό που κλάπηκε να είναι περιουσία του εργοδότη του. Παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, αναφορικά με τα διάφορα τιμαλφή που είχαν μέσα σε κουτί στο υπνοδωμάτιό τους ο παραπονούμενος και η σύζυγός του και στις 14.2.2010 διαπιστώθηκε από αυτούς ότι έλειπαν από το κουτί, μολονότι βρίσκω και αποδέχομαι ότι αυτά κλάπηκαν μεταξύ 7ης και 14ης.2.2010, εντούτοις, έστω κι αν το πιο πιθανό είναι να τα έκλεψε η κατηγορούμενη, δεν μπορώ να προβώ με βεβαιότητα στην εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, η συγκεκριμένη περιουσία δεν έχει ανευρεθεί. Έπειτα, στο σπίτι του παραπονούμενου, εκτός από τον ίδιο διέμεναν τόσο η σύζυγός του όσο και ο γιός τους, όπως και η κατηγορούμενη φυσικά. Ενώ αποκλείω να πήρε τα συγκεκριμένα αντικείμενα η σύζυγος του παραπονούμενου (άλλωστε, για αρκετά από αυτά, ακόμη κι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κλοπή τους, αφού ανήκουν στην ίδια), δεν ισχύει το ίδιο και για το γιό του ζεύγους, αφού, όσο απομακρυσμένο και να είναι αυτό το ενδεχόμενο, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Και δεν μπορεί να αποκλειστεί, αν ληφθεί υπόψη, ιδιαίτερα, ότι ο γιός του παραπονούμενου, δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για να καταθέσει, κάτι που αν συνέβαινε και ισχυριζόταν ότι δεν έκλεψε οτιδήποτε από το σπίτι και γινόταν πιστευτός, τότε, θα υπήρχε ισχυρό βάθρο καταδίκης της κατηγορούμενης και για τη συγκεκριμένη περιουσία. Αυτονόητο πως ούτε και έγινε αντιληπτή, οποτεδήποτε η κατηγορούμενη, να κατέχει οτιδήποτε αποτελεί μέρος της συγκεκριμένης περιουσίας. Ακολουθεί ότι σε εφαρμογή και όσων αναφέρονται στη Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, η κατηγορία, στο βαθμό που με αυτή καταλογίζεται στην κατηγορούμενη ότι έκλεψε τα διάφορα τιμαλφή είναι έκθετη σε απόρριψη. Απ' εκεί και πέρα, με σωρευτική θεώρηση και αποτίμηση των ακόλουθων στοιχείων μαρτυρίας είμαι βέβαιος πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι η κατηγορούμενη έκλεψε όλα τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν από την Αστυνομία μέσα στην ταξιδιωτική της τσάντα, κατά την έρευνα που έγινε στις 14.2.2010. Ειδικότερα: Ότι η κατηγορούμενη στον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος τόσο του παραπονούμενου όσο και της συζύγου του έχει αποδειχθεί. Εν πάση περιπτώσει αποτελεί και κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Τα δύο ποτά (brandy και ούζο) καθώς και το ανοιχτήρι ποτών και τα παπούτσια εντοπίσθηκαν μέσα στην τσάντα της κατηγορούμενης, στο δωμάτιο της. Προηγουμένως, ναι μεν (και καθ' ομολογία της) βρίσκονταν μέσα στο ίδιο σπίτι, πλην όμως, σε διαφορετικά σημεία. Η κατηγορούμενη, καθ' ομολογία της και πάλιν, τα τοποθέτησε η ίδια μέσα στην ταξιδιωτική της τσάντα. Ότι και τα τέσσερα αυτά αντικείμενα, δύνανται να καταστούν αντικείμενο κλοπής είναι αυτονόητο. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη τα πήρε και τοποθέτησε στην τσάντα της, εν αγνοία και χωρίς την συναίνεση τόσο του παραπονούμενου όσο και της συζύγου του, στους οποίους αυτά ανήκουν. Σε συνέχεια του προηγούμενου έχει επίσης αποδειχθεί ότι απέκτησε τα υπό αναφορά αντικείμενα, δόλια και χωρίς αξίωση δικαιώματος καλή τη πίστη και τούτο γιατί, για να επαναλάβω, ουδέποτε εξασφάλισε τη συναίνεση των εργοδοτών της για το σκοπό αυτό. Ουδέποτε ισχυρίστηκε η κατηγορούμενη, ότι είχε πρόθεση κατά το χρόνο που πήρε τα διάφορα αντικείμενα να τα επιστρέψει στους εργοδότες της. Απεναντίας, ενώ επέμενε ψευδόμενη, ότι της τα έδωσε η σύζυγος του παραπονούμενου και/ή η κόρη τους, κατά μια εκδοχή προέβαλε και τη θέση, ότι τα ποτά θα τα έστελλε στον πατέρα της στο εξωτερικό. Το γεγονός ότι πήρε τα επίδικα αντικείμενα και τα τοποθέτησε μέσα στην ταξιδιωτική της τσάντα, την οποία είχε μέσα στο δωμάτιό της, από μόνο του ενισχύει το συμπέρασμά μου ότι ενήργησε δόλια και χωρίς αξίωση δικαιώματος που γίνεται καλή τη πίστει καθώς και με πρόθεση να στερήσει αυτά μόνιμα από τους εργοδότες της. Η κατηγορούμενη έλεγε ψέματα, τόσο στην Aστυνομία όσο και στο δικαστήριο σε σχέση με την πιο ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης, η οποία άπτεται των συνθηκών που περιήλθαν στην κατοχή της και συγκεκριμένα, μέσα στην τσάντα της τα δύο ποτά, το ανοιχτήρι ποτών και το ζευγάρι παπουτσιών. Και έλεγε ψέματα, προφανώς, σκόπιμα, επειδή ακριβώς γνώριζε ότι έκλεψε τα υπό αναφορά αντικείμενα, οπότε, το κίνητρό της να ψευσθεί είναι φανερό, ότι ήταν η αντίληψη ενοχής και ο φόβος για την αλήθεια. Όλα τα παραπάνω στοιχεία, σωρευτικά θεωρούμενα, για να επαναλάβω, με οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι η κατηγορούμενη έκλεψε και τα τέσσερα προαναφερθέντα αντικείμενα. Αναφορικά με το brandy (τεκμήριο 2) καθόλα σχετικό στοιχείο, που συνηγορεί υπέρ της ενοχής της κατηγορούμενης είναι και η ομολογία της προς τον αρχιαστυφύλακα 556 Α. Αποστόλου (Μ.Κ.1), στον οποίο, όταν μετά τον εντοπισμό του μέσα στην τσάντα της μαζί με τα υπόλοιπα αντικείμενα, την πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και της επέστησε την προσοχή στον νόμο, απάντησε ως εξής: "five κings I stοle it from boss". Με δεδομένο, ότι, η παραπάνω ομολογία της κατηγορούμενης είναι θεληματική και η ορθότητα του περιεχομένου της, όχι απλώς ενισχύεται, αλλά, για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει έχει επιβεβαιωθεί πλήρως από σωρεία άλλων στοιχείων μαρτυρίας, θεωρώ πως τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής, όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 σελ. 225: "H ομολογία του εγκλήματος - εφόσο γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφεαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι' αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι' αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογία κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της». Παρέλκει νομίζω να παραπέμψω και σε ανάλογη δήλωσή της, στην ανακριτική της κατάθεση (τεκμήριο 10), μιας και κατά τη διερμηνέα που βοήθησε την αστυφύλακα Φράγκου κατά τη λήψη της, η κατηγορούμενη, αυτό που ανάφερε είναι ότι έπιασε τη μια μπουκάλα ποτού και όχι έκλεψε, όπως αναφέρεται στο κείμενο της πιστής μετάφρασης. Παρά το συμπέρασμά μου ότι η κατηγορούμενη έκλεψε τα δυο ποτά, το ανοιχτήρι ποτών καθώς και τα παπούτσια, έχοντας υπόψη, ότι αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής υπό υπαλλήλου και στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αναφέρεται ότι τα διάφορα αντικείμενα που κλάπησαν αποτελούν περιουσία του παραπονούμενου Μιχάλη Κιαττίππη, αναγκαιεί να αποφανθώ και για το εξής: Σε ποιόν ανήκει η κλαπείσα περιουσία. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι τα δύο ποτά καθώς και το ανοιχτήρι ποτών ανήκουν στον παραπονούμενο καθώς και στη σύζυγό του. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι η ευθύνη της κατηγορούμενης για τη διάπραξη του αδικήματος που της καταλογίζεται με αναφορά στα τρία αυτά αντικείμενα, στοιχειοθετείται πλήρως. Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο και για τα παπούτσια, τα οποία αποτελούν περιουσία της συζύγου του παραπονούμενου και όχι του ιδίου, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας. Ούτε και υπάρχει δυνατότητα επίκλησης και εφαρμογής του άρθρου 85
(1)της Ποινικής Δικονομίας επί του προκειμένου. Το εδάφιο
(1)του άρθρου 85 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, γιατί πολύ απλά, για σκοπούς καταδίκης της κατηγορούμενης και για τα παπούτσια, που αναμφίβολα έχει κλέψει απαιτείται μεταβολή του κατηγορητηρίου, κατά τρόπο που να αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, ότι αυτά είναι περιουσία της συζύγου του παραπονούμενου (βλ. τη Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 353). Ούτε και το εδάφιο
(4)του άρθρου 85 της Ποινικής Δικονομίας μπορεί να τύχει εφαρμογής, αφού, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458) μία από τις τέσσερις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, υπό (γ) είναι η εξής: «Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου». Προφανώς και δε συντρέχει αυτή η προϋπόθεση, αφού, η κατηγορούμενη που έτσι κι αλλιώς θα καταδικαστεί βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου, αφού έχει αποδειχθεί μέρος του, για να καταδικαστεί και για την κλοπή των παπουτσιών είναι αναγκαία η προσθήκη νέας - επιπλέον, όμως - 2ης κατηγορίας, οπότε, σε τέτοια περίπτωση, θα υπόκειται συνολικά, σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα της επιβληθεί στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, ως έχει το κατηγορητήριο. Είναι διαφορετικό πράγμα να καταδικαστεί σε μια κατηγορία απ' ότι σε δύο. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους - νομικούς και πραγματικούς - ότι η κατηγορούσα αρχή, στην έκταση που έχει αναφερθεί απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη σχετική κατηγορία. Κατά συνέπεια, η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη. (Υπ.) ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΚ/ΚΠ Subject: General / Criminal / Final (Αναφορά: Κλοπή υπό υπαλλήλου (άρθρα 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα) - συστατικά στοιχεία αδικήματος -, άρθρο 85
(1)
(4)Ποινικής Δικονομίας.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο