← Κύπρος

BELLA CASA LIMITED ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8706/09, 16.03.11

BELLA CASA LIMITED ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8706/09, 16.03.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8706/09 BELLA CASA LIMITED v. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16.03.11 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Σωφρονίου Για Κατηγορούμενο: κ. Κ. Πόλεως Κατηγορούμενος: παρόν ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατηγορείται ότι τις 07.07.08 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού εξέδωσε προς την παραπονούμενη την επιταγή υπ' αριθμό 00696467 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω εμφανίσεως της. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες ενώ κατατέθηκαν 11 τεκμήρια, μεταξύ των οποίων η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) καθώς επίσης και το Τεκμήριο 11 το οποίο τα μέρη κατέθεσαν από κοινού συμφωνώντας έτσι για την ύπαρξη και την αλήθεια του περιεχομένου του. Το εν λόγω τεκμήριο (Τεκμήριο 11) καθίσταται αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως, κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης τα μέρη κατέθεσαν τα εξής παραδεχτά γεγονότα: (α) Σε σχέση με την οφειλή η οποία αναφέρεται στα Τεκμήρια 2 και 4 που είναι το έντυπο παραγγελίας επίπλων και το τιμολόγιο, έχει ήδη καταχωρηθεί η αγωγή υπ' αριθμό 2249/09 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με διαδίκους την παραπονούμενη ως ενάγουσα και τον Γεώργιο Ηρακλέους ως εναγόμενο. (β) Αναφορικά με την πιο πάνω αγωγή εκδόθηκε απόφαση στις 25.09.09. Αντίγραφο της σχετικής απόφασης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11. Τα εν λόγω παραδεχτά γεγονότα επίσης καθίσταται αυτόματα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής χωρίς παράλληλα να κλητεύσει οποιοδήποτε μάρτυρα. Δεν προτίθεμαι να αναφέρω λεπτομερή περιγραφή της προσαχθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας αφού κάτι τέτοιο είναι ήδη καταγραμμένο μέσα από τα επίσημα πρακτικά που τηρούνται στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης αυτής. Ωστόσο εδώ θα παρουσιαστεί μια συνοπτική αναφορά αλλά περισσότερες λεπτομέρειες της προσαχθείσας μαρτυρίας θα δοθούν μόνο, όταν, όπου, εφόσον και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Οι θέσεις και ισχυρισμοί των μερών μαζί με την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια κατά τη διάρκεια των ακροαματικών συνεδριάσεων της παρούσας αγωγής έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. ΜΚ1 ήταν η Ηλιάνα Σιακόλα, υπεύθυνη του καταστήματος της παραπονούμενης στη Λευκωσία. Στην κυρίως εξέταση της ανάφερε, μεταξύ άλλων, πως άτομο με το όνομα Γεώργιος Ηρακλέους προέβηκε σε αγορά επίπλων από το κατάστημα της παραπονούμενης πληρώνοντας την αξία τους μέσω €200,00 σε μετρητά την ίδια ημέρα και παραδίδοντας την επόμενη ημέρα την επιταγή υπ' αριθμό 00696467 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λ.τ.δ. (στο εξής καλείται 'η επίδικη επιταγή'), την οποίαν κατάθεσε ως Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η επίδικη επιταγή ανήκει στον κατηγορούμενο και έφερε μόνο υπογραφή. Η επιταγή συμπληρώθηκε από την ΜΚ1 με την καθοδήγηση του Ηρακλέους, ο οποίος της είπε ότι πληρώνει με επιταγή του κατηγορούμενου επειδή είναι φίλος του. Προς ενίσχυση των θέσεων της, η ΜΚ1 κατάθεσε έντυπο παραγγελίας επίπλων υπ' αριθμό 64713 ημερομηνίας 05.07.08 ως Τεκμήριο 2, απόδειξη είσπραξης υπ' αριθμό 31550 ημερομηνίας 05.07.08 από τον Ηρακλέους του ποσού των €200,00 σε μετρητά ως Τεκμήριο 3Α, απόδειξη είσπραξης υπ' αριθμό 33001 ημερομηνίας 07.07.08 από τον Ηρακλέους του ποσού των €6.831,00 με την επίδικη επιταγή ως Τεκμήριο 3Β, τιμολόγιο υπ' αριθμό 00800933 ημερομηνίας 08.07.08 εις το όνομα του Ηρακλέους ως Τεκμήριο 4 και λογιστική κατάθεση που αφορά το έντυπο παραγγελίας ημερομηνίας 13..11.08 ως Τεκμήριο
  2. Η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε πως η επίδικη επιταγή κατατέθηκε στη Marfin Popular Bank ωστόσο ειδοποιήθηκαν ότι αυτή επιστράφηκε χωρίς αντίκρισμα. Αμέσως η ΜΚ1 επικοινώνησε με τον Ηρακλέους, ο οποίος της είπε ότι θα τακτοποιήσει το θέμα αυτό. Περαιτέρω, η μάρτυρας δήλωσε πως ο κατηγορούμενος πέρασε από το κατάστημα της παραπονούμενης διαβεβαιώνοντας την ΜΚ1 ότι θα διευθετήσει την εξόφληση του λογαριασμού. Εξήγησε ακόμη στη μάρτυρα αυτή ότι ο ίδιος υπέγραψε την επίδικη επιταγή επειδή χρωστούσε χάρη στον Ηρακλέους. Σύμφωνα με την εν λόγω μάρτυρα, ο κατηγορούμενος σε μεταγενέστερο στάδιο επισκέφθηκε εκ νέου το κατάστημα της παραπονούμενης ζητώντας ακόμη λίγο χρόνο για να εξοφλήσει το ποσό της επίδικης επιταγής. Περαιτέρω, η ΜΚ1 δήλωσε πως η παραπονούμενη στις 17.03.09 επέδωσε στον κατηγορούμενο επιστολή του δικηγόρου της με την οποίαν τον καλούσαν να πληρώσει το ποσό της επίδικης επιταγής, καταθέτοντας σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 6Α και 6Β αντίστοιχα. Καταλήγοντας, η εν λόγω μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι μέχρι σήμερα η επίδικη επιταγή παραμένει απλήρωτη χωρίς οποιοδήποτε ποσό αυτής να έχει καταβληθεί, παρά τις υποσχέσεις του κατηγορούμενου ότι θα το κανόνιζε. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 ανάφερε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι η ίδια προσωπικά κατάθεσε την επίδικη επιταγή ενώ ειδοποιήθηκε από τη συνάδελφο της Σούλλα Δήμου ότι δεν τιμήθηκε. Ανάφερε πως η υπογραφή στην επίδικη επιταγή είναι του κατηγορουμένου επειδή της το επιβεβαίωσε ο ίδιος όταν ήλθε στο κατάστημα. Επιβεβαίωσε ακόμη πως ο κατηγορούμενος είναι φίλος με τον Ηρακλέους του οποίου χρωστά χάρη. Παράλληλα, εξήγησε πως η ίδια συμπλήρωσε τα κενά στην επίδικη επιταγή επειδή την παρακάλεσε ο Ηρακλέους να πράξει έτσι. Κατόπιν σχετικής ερώτησης του ευπαιδεύτου συνηγόρου, η μάρτυρας διευκρίνισε πως αποδέκτηκε την επίδικη επιταγή χωρίς να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο επειδή δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει για κάτι αφού ο Ηρακλέους ήταν στρατιωτικός, όπως και ο κατηγορούμενος, θεωρώντας τους αξιόπιστα άτομα. ΜΚ2 ήταν ο Δημήτρης Δημητρίου, υπάλληλος της Marfin Popular Bank, ο οποίος, ανάμεσα σ' άλλα, ανάφερε ότι στις 30.07.08 η επίδικη επιταγή κατατέθηκε σε λογαριασμό της παραπονούμενης που είναι πελάτιδα της τράπεζας στην οποίαν εργάζεται. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι το Τεκμήριο 1 φέρει σφραγίδα του υποκαταστήματος του ενώ παράλληλα υπέδειξε ότι η ημερομηνία καταχώρησης της επίδικης επιταγής φαίνεται και από τη σελίδα 3 της οικονομικής κατάστασης λογαριασμού της παραπονούμενης που αφορά την περίοδο 22.07.08 μέχρι 31.10.08, την οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο
  3. Ο εν λόγω μάρτυρας περαιτέρω δήλωσε πως το Τεκμήριο 1 επιστράφηκε με την ένδειξη 'Αποταθείτε στον εκδότη-ακάλυπτη επιταγή' με αποτέλεσμα να χρεωθεί γι' αυτό ο λογαριασμός της παραπονούμενης στις 05.08.
  4. Εξ' όσων γνωρίζει ο μάρτυρας το ποσό της επίδικης επιταγής δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα. ΜΚ3 ήταν η Ειρήνη Λαμπρινίδη, η οποία εργάζεται στο υποκατάστημα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου του Στρατού στη Λεμεσό. Η μάρτυρας αυτή αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 και επιβεβαίωσε ότι το ποσό αυτού δεν έχει πληρωθεί λέγοντας ότι επρόκειτο για ακάλυπτη επιταγή, όπως χαρακτηριστικά είπε. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της κατάθεσε οικονομική κατάσταση λογαριασμού υπ' αριθμό 4000522-3 EUR ημερομηνίας 23.02.10 του κατηγορουμένου που είναι πελάτης στον πιστωτικό οργανισμό στον οποίον εργάζεται ως Τεκμήριο 10, την οποία η ίδια εκτύπωσε έχοντας πρόσβαση και έλεγχο στο λογαριασμό του κατηγορουμένου. Εξήγησε στο Δικαστήριο πως την ημερομηνία που ήλθε στο υποκατάστημα η επίδικη επιταγή για εξαργύρωση ο λογαριασμός του κατηγορούμενου δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια αφού το ποσό για εξαργύρωση ήταν €6.831,00 ενώ το διαθέσιμο κεφάλαιο που ο λογαριασμός είχε εκείνη την ημέρα ήταν μόλις €500,00 και ως εκ τούτου, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, 'η επιταγή δεν μπορούσε να περάσει.' Στήριξε τη θέση της αυτή στο ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του κατηγορουμένου της τελευταίας κίνησης ήταν, με βάση το Τεκμήριο 10, €16.490,64 χρεωστικό ενώ το όριο που ο λογαριασμός αυτός δικαιούται να έχει είναι, πάλι σύμφωνα με το Τεκμήριο 10, €17.087,00 χρεωστικό. Παράλληλα, η εν λόγω μάρτυρας επιβεβαίωσε πως ο κατηγορούμενος δεν διέθετε κοντά τους άλλα χρήματα για να μπορούσε να τα μετέφερε και να κάλυπταν έτσι το ποσό της επίδικης επιταγής. Τελικές αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση της ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεκτεί την εκδοχή της παραπονούμενης και να απορρίψει τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ως αναληθείς και παράλογους. Σχολιάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία ο κύριος Σωφρονίου, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι μέσα από αυτή έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και κάλεσε το Δικαστήριο να καταδικάσει τον κατηγορούμενο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντίθετα, ο συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο πως μέσα από την μαρτυρία διαφάνηκε πως δεν αποδείχτηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται. Ο κύριος Πόλεως ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το Τεκμήριο 1 δεν αποτελεί επιταγή εντός της έννοιας του νόμου ενώ παράλληλα τόνισε πως η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την πατρότητα της υπογραφής του εν λόγω τεκμηρίου συνδέοντας τη με τον πελάτη του. Καταλήγοντας, ο ευπαίδευτος συνήγορος ευσεβάστως με παραπομπή σε κυπριακή νομολογία και σε άρθρα συναφών νομοθεσιών εισηγήθηκε ότι η παραπονούμενη δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής επειδή το αντάλλαγμα που δόθηκε εισπράχθηκε από τρίτο πρόσωπο που ουδεμία σχέση έχει με τον πελάτη του χωρίς έτσι να δοθεί αξία στο Τεκμήριο
  5. Με αυτό το σκεπτικό κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο με έξοδα εναντίον της κατηγορούσας αρχής. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό, εκτός μόνο όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής χωρίς ταυτόχρονα να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα για να καταθέσει εκ μέρους και για λογαριασμό του, η μοναδική μαρτυρία που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του για να αξιολογήσει είναι αυτή που προέρχεται από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Η ΜΚ1 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ειλικρινής μάρτυρας και η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, απλότητα και χωρίς τάση υπερβολής. Παράλληλα, η μαρτυρία της υποστηρίζεται από τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν με ευθύτητα και αμεσότητα χωρίς ίχνος προσχεδιασμού και χωρίς υπεκφυγές. Η δε αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε στάδιο της αντεξέτασης του και ως εκ τούτου δέχομαι τη μαρτυρία της ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Αποδέχομαι ακόμη ως αξιόπιστα και αληθή τα Τεκμήρια 1, 2, 3A, 3B, 4, 5, 6Α, 6Β, 7 και 8, τα οποία κατατέθηκαν από την ΜΚ1 και αποτελούν μέρος της μαρτυρίας της. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με το άρθρο 34
(1)(β) του Κεφ.9: "34.-
(1)Δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο και είναι αποδεκτή μαρτυρία είναι δυνατό να αποδειχθεί ως προς το περιεχόμενο της- ................................ (β) ανεξάρτητα από το κατά πόσο το πρωτότυπο έγγραφο εξακολουθεί να υφίσταται ή όχι, με την προσαγωγή αντιγράφου του πρωτότυπου εγγράφου, νοουμένου ότι δίδεται επαρκής δικαιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτότυπου. ................................" Στην παρούσα υπόθεση τα Τεκμήρια 1, 5 και 6Α είναι πρωτότυπα ενώ τα τεκμήρια 2, 3A, 3B, 4, 6Β, 7 και 8 είναι αντίγραφα των πρωτότυπων εγγράφων καθότι, όπως λέχθηκε από τη μάρτυρα, τα πρωτότυπα αυτών βρίσκονται στην κατοχή του κατηγορούμενου, δικαιολογία την οποίαν το Δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις επαρκής για τη μη προσαγωγή των πρωτότυπων. Εφαρμόζοντας το πιο πάνω άρθρο στη δική μας περίπτωση, το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2, 3Α, 3Β, 4, 6Β, 7 και 8 καθώς και αυτό των 1, 5 και 6Α έχει αποδειχθεί. Ο ΜΚ2 έκαμε επίσης καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ως υπάλληλος της τράπεζας στην οποίαν κατατέθηκε η επίδικη επιταγή, η μαρτυρία του ήταν απλή και συγκεκριμένη ενώ παράλληλα επαληθεύεται από έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις η μαρτυρία του παρέμεινε ακλόνητη μέχρι τέλους και συνεπώς την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και αληθή. Περαιτέρω, αποδέχομαι ως αξιόπιστο και αληθές το Τεκμήριο 9 που, ως πρωτότυπο έγγραφο, αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ2 και που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον ίδιο. Η ΜΚ3 ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Χωρίς η εν λόγω μάρτυρας να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση ήλθε και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της ήταν σαφής και υποστηριζόταν από ορισμένα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έδωσε ξεκάθαρες απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα χωρίς να δώσει την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι τις προσχεδίαζε. Η δε αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της και κατά συνέπεια την αποδέχομαι ως αληθή. Επίσης, αποδέχομαι ως αξιόπιστο και αληθές το Τεκμήριο 10 το οποίο, ως πρωτότυπο έγγραφο, κατατέθηκε από την ΜΚ3 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας της. Κατά την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου προέβηκε σε δήλωση στο Δικαστήριο με την οποίαν σημειώνει τα Τεκμήρια 3Α, 3Β και 4 ως έγγραφα που περιέχουν εξ' ακοής μαρτυρία και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να τα λάβει υπόψη του. Τα Τεκμήρια 3A και 4 είναι έγγραφα που εκδόθηκαν από το λογιστικό τμήμα της παραπονούμενης. Πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία η οποία βρέθηκε στην κατοχή της ΜΚ1, η οποία και κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Ο γενικός κανόνας που ισχύει σύμφωνα με το Κεφ.9 είναι ότι δεν αποκλείεται μαρτυρία από οποιαδήποτε διαδικασία (περιλαμβανομένης και ποινικής διαδικασίας) ενώπιον Δικαστηρίου απλώς και μόνο διότι είναι εξ' ακοής. Δυνάμει του τροποποιητικού νόμου 32(Ι)/2004 μαρτυρία που είναι εξ' ακοής είναι αποδεκτή σε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου[5], ωστόσο κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε τέτοιου είδους μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύκολα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας[6] αλλά και σε συγκεκριμένες παραμέτρους, οι οποίες περιγράφονται μέσα από το άρθρο 27
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Η αξιολόγηση εξ' ακοής μαρτυρίας δυνάμει του άρθρου 27 του Κεφ.9 αποτέλεσε παράλληλα αντικείμενο εξέτασης σε διάφορες πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου.[7] Στην προκειμένη περίπτωση το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο και ως εκ τούτου παρέμεινε αναντίλεκτο, μεταφέροντας έτσι την ακρίβεια των γραπτών αρχικών δηλώσεων αυτών. Το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων είναι απόλυτα σαφή και αναλυτικό χωρίς να χρειάζεται διευκρίνιση ή επεξήγηση από το συντάκτη τους. Κατά συνέπεια τυχόν κλήση του αρμοδίου υπαλλήλου από το λογιστικό τμήμα της παραπονούμενης που έκδωσε ή σύνταξε τα εν λόγω έγγραφα απλώς θα επιβεβαίωνε το ξεκάθαρο και συγκεκριμένο περιεχόμενο τους, πράγμα αχρείαστο υπό τις περιστάσεις. Συνεπώς, τυχόν κλήση τέτοιου προσώπου δεν θα ήταν εύλογη καθότι σε διαφορετική περίπτωση απλώς θα συνέτεινε στην αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων δίκης και ταυτόχρονα σε αχρείαστη δαπάνη χρόνου. Πέραν αυτού, τα Τεκμήρια 3Α και 4 συνάδουν και επιβεβαιώνονται μέσα από τη μαρτυρία που έδωσε η ΜΚ1 ενώ ταυτόχρονα συνδέονται άμεσα με το έντυπο παραγγελίας των επίπλων (Τεκμήριο 2) το οποίο εκδόθηκε στην παρουσία της ΜΚ1 και ελέγχθηκε από την ίδια, ως μέρος των γεγονότων που διαδραματίστηκαν εντός της σφαίρας των γνώσεων της. Περαιτέρω, τα εν λόγω τεκμήρια φέρουν ημερομηνίες 05.07.08 και 08.08.08 αντίστοιχα που είναι μέρος του ουσιώδη χρόνου όπου διαδραματίστηκαν τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή. Το δε Τεκμήριο 2, παρόλο που δεν εκδόθηκε από την ΜΚ1 αλλά από συνάδελφο της, εντούτοις το έγγραφο αυτό συμπληρώθηκε στην παρουσία της και περαιτέρω η ίδια έλεγξε το περιεχόμενο της παραγγελίας που σημειωνόταν στο σχετικό έντυπο (Τεκμήριο 2) προτού αυτή αποσταλεί για υλοποίηση. Κάτω από τις πιο πάνω περιστάσεις και με δεδομένο ότι τα πρωτότυπα έγγραφα των εν λόγω τεκμηρίων δεν βρίσκονται στην κατοχή της παραπονούμενης και εις αντικατάσταση τους προσφέρθηκαν αντίγραφα αυτών, το Δικαστήριο προχωρώντας σε αξιολόγηση τους τα αποδέχεται ως αξιόπιστα και αληθή προσδίδοντας τους έτσι βαρύτητα και αποδεικτική αξία, έχοντας υπόψη του ότι εδώ επίσης ισχύει το άρθρο 34
(1)(β) του Κεφ.
  1. Αντίθετα, το Τεκμήριο 3Β δεν αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, όπως λανθασμένα ισχυρίζεται ο συνήγορος υπεράσπισης επειδή το έγγραφο αυτό εκδόθηκε από την ΜΚ1, σύμφωνα με τη μαρτυρία της που κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, τα παραδεκτά καθώς επίσης και το εκ συμφώνου τεκμήριο που κατατέθηκε από κοινού από τα μέρη κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης (Τεκμήριο 11), καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: · Η παραπονούμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία με διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου στην επαρχία Λεμεσού (Τεκμήρια 7 και 8). · Η παραπονούμενη ασχολείται με την πώληση επίπλων. · Κάποιος Γεώργιος Ηρακλέους, ο οποίος είναι φίλος με τον κατηγορούμενο, μαρτυρία η οποία δόθηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να παραμείνει αναντίλεκτη, αγόρασε διάφορα έπιπλα από την παραπονούμενη , όπως αυτά καταγράφονται στο σχετικό έντυπο παραγγελίας υπ' αριθμό 64713 ημερομηνίας 05.07.08 (Τεκμήριο 2), έναντι του συνολικού ποσού των €7.031,
  2. Προς τούτο η παραπονούμενη έκδωσε εις το όνομα του Γεώργιου Ηρακλέους το τιμολόγιο υπ' αριθμό 00800933 ημερομηνίας 08.07.08 για το συνολικό ποσό των €7.031,00 (Τεκμήριο 4). · Στα πλαίσια αποπληρωμής του τιμήματος αγοράς επίπλων, ο Ηρακλέους πλήρωσε στην παραπονούμενη στις 05.07.08 προκαταβολή ύψους €200,00 σε μετρητά και προς τούτο εκδόθηκε η απόδειξη είσπραξης χρημάτων υπ' αριθμό 31550 ημερομηνίας 05.07.08 (Τεκμήριο 3Α) ενώ το υπόλοιπο ποσό, ήτοι €6.831,00, πληρώθηκε στις 07.07.08 με την επίδικη επιταγή υπ' αριθμό 00696467 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ (Τεκμήριο 1) προερχόμενη από το λογαριασμό υπ' αριθμό 10066-40-00522-3, γεγονός που οδήγησε στην έκδοση απόδειξης είσπραξης χρημάτων υπ' αριθμό 33001 ημερομηνίας 07.07.08 (Τεκμήριο 3Β). · Η επίδικη επιταγή, η οποία παραδόθηκε στην παραπονούμενη από τον Ηρακλέους, ήταν ήδη υπογραμμένη και έφερε ως εκδότη το όνομα του κατηγορούμενου. Ακολούθως, η ΜΚ1 Ηλιάνα Σιακόλα, υπεύθυνη καταστήματος της παραπονούμενης στην οποίαν ο Ηρακλέους έδωσε την επίδικη επιταγή, συμπλήρωσε με την καθοδήγηση του Ηρακλέους το όνομα της παραπονούμενης ως δικαιούχου, την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής (ήτοι 07.07.08) και το ποσό τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικώς (ήτοι €6.831,00) πάνω στο Τεκμήριο
  3. · Ακολούθως, η ΜΚ1, κατάθεσε στις 30.07.08, εκ μέρους και για λογαριασμό της παραπονούμενης, το Τεκμήριο 1 στην Marfin Popular Bank αλλά περί τις 04.08.08 ειδοποιήθηκε ότι η εν λόγω επιταγή επιστράφηκε χωρίς αντίκρισμα. Το Τεκμήριο 1 φέρει τραπεζικές σφραγίδες τόσο για την ημερομηνία κατάθεσης της στην τράπεζα-30.07.08 όσο και για την ένδειξη που παρουσιάζει υπό τον τίτλο 'Αποταθείτε στον εκδότη-ακάλυπτη επιταγή-04.08.08 (Τεκμήριο 9). Συνεπεία της μη τίμησης του Τεκμηρίου 1, χρεώθηκε ο λογαριασμός της παραπονούμενης. · Όταν η ΜΚ1 πληροφορήθηκε ότι η επίδικη επιταγή επιστρέφεται απλήρωτη, επικοινώνησε με τον Ηρακλέους ο οποίος της είπε ότι θα τακτοποιούσε τον λογαριασμό που εκκρεμούσε εις το όνομα του σύμφωνα με την σχετική οικονομική κατάσταση ημερομηνίας 13.11.08 (Τεκμήριο 5). · Επίσης, το κατάστημα της παραπονούμενης επισκέφτηκε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος ανάφερε στην ΜΚ1 ότι θα διευθετήσει την εξόφληση του λογαριασμού. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος αποκάλυψε στην ΜΚ1 ότι είναι ο ίδιος που υπέγραψε το Τεκμήριο 1 δίδοντας το στον Ηρακλέους με τον οποίον είναι φίλος επειδή του χρωστούσε χάρη. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος επισκέφτηκε εκ νέου το κατάστημα της παραπονούμενης και είχε διάφορες επικοινωνίες με την ΜΚ1 ζητώντας συνεχώς πίστωση χρόνου για να διευθετήσει την εξόφληση του λογαριασμού που προέκυψε και εκκρεμούσε ένεκα της αγοράς επίπλων από τον Ηρακλέους και ταυτόχρονα την μη τίμηση του Τεκμηρίου
  4. · Παρά την αποστολή προειδοποιητικής επιστολής ημερομηνίας 13.11.08 από το δικηγόρο της παραπονούμενης στον κατηγορούμενο, η οποία του επιδόθηκε δια χειρός στις 17.03.09 από ιδιώτη επιδότη (Τεκμήρια 6Α και 6Β), ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της με αποτέλεσμα η επίδικη επιταγή να μην έχει τιμηθεί μέχρι σήμερα. · Την ημερομηνία που το Τεκμήριο 1 ήλθε στο υποκατάστημα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ για εξαργύρωση ο λογαριασμός από τον οποίον προέρχεται η επίδικη επιταγή δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια αφού το ποσό της εν λόγω επιταγής που ήταν για εξαργύρωση ήταν €6.831,00 ενώ το διαθέσιμο κεφάλαιο που ο λογαριασμός είχε εκείνη την ημέρα ήταν μόλις €500,00 περίπου. · Ο λογαριασμός από τον οποίον προέρχεται η επίδικη επιταγή ανήκει στον κατηγορούμενο και σύμφωνα με σχετική οικονομική κατάσταση ημερομηνίας 23.02.10 στις 05.08.08 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €16.510,64 ενώ το εγκεκριμένο από τον εν λόγω χρηματο-πιστωτικό οργανισμό (Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ) χρεωστικό όριο ήταν €17.087,00, δηλαδή υπήρχε διαθέσιμο όριο ακόμη €576,36 (Τεκμήριο 10). · Παράλληλα, ο κατηγορούμενος δεν διέθετε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ άλλα χρήματα για να μπορούσε να τα μετέφερε και να κάλυπταν έτσι το ποσό της επίδικης επιταγής. · Σε σχέση με την οφειλή η οποία αναφέρεται στα Τεκμήρια 2 και 4 που είναι το έντυπο παραγγελίας επίπλων και το τιμολόγιο, έχει ήδη καταχωρηθεί η αγωγή υπ' αριθμό 2249/09 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με διαδίκους την παραπονούμενη ως ενάγουσα και τον Γεώργιο Ηρακλέους ως εναγόμενο. Αναφορικά με την πιο πάνω αγωγή εκδόθηκε απόφαση στις 25.09.09 υπέρ της παραπονούμενης και εναντίον του Γεώργιου Ηρακλέους για το ποσό των €6.831,00 πλέον τόκους και έξοδα. Αντίγραφο της σχετικής απόφασης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11, το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου από τα μέρη ως προς την ύπαρξη και την αλήθεια του περιεχομένου του. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που αναδείχθηκαν μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας καθώς επίσης και όλα όσα θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό πλαίσιο του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο όρος 'επιταγή' σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή. Το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα διέπεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο προνοεί τα εξής: "Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποίαν αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίαση της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να εκδώσει επιταγή, (β) η οποία επιταγή κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, (γ) παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, (δ) δεν εξοφλείται, (ε) λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, (στ) και παραμένει απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος είναι η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. Αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι το Τεκμήριο 1 δεν είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου επειδή:
  1. Το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει υπογραφή του κατηγορουμένου.
  2. Δεν είναι συμπληρωμένο σύμφωνα με τον τύπο που καθορίζει το Κεφ.
  3. Δεν υπάρχει έκδοση. Σε σχέση με το θέμα της υπογραφής καταλυτική είναι η μαρτυρία της ΜΚ1, η οποία ανάφερε στο Δικαστήριο ότι όταν της παραδόθηκε από τον Ηρακλέους το Τεκμήριο 1 στα πλαίσια αποπληρωμής του τιμήματος αγοράς επίπλων αυτό έφερε την υπογραφή του κατηγορουμένου. Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση της από που γνωρίζει ότι ήταν η υπογραφή του κατηγορουμένου στο Τεκμήριο 1, η μάρτυρας εξήγησε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος που της επιβεβαίωσε ότι υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο όταν ήλθε στο κατάστημα της παραπονούμενης μετά που το Τεκμήριο 1 κατατέθηκε στην τράπεζα και επιστράφηκε χωρίς αντίκρισμα λέγοντας ότι θα τακτοποιούσε το λογαριασμό του Ηρακλέους που εκκρεμούσε σχετικά με την αγορά επίπλων στα πλαίσια της οποίας δόθηκε το Τεκμήριο
  4. Δεν παραγνωρίζεται η όλη στάση της υπεράσπισης στο θέμα αυτό, πλην όμως η μαρτυρία της ΜΚ1 παρέμεινε αναντίλεκτη. Ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του κατηγορουμένου περί του αντιθέτου. Πέραν αυτού, η εν λόγω μαρτυρία της ΜΚ1 κρίθηκε κατά την αξιολόγηση της αξιόπιστη και έγινε αποδεχτή από το Δικαστήριο στην ολότητα της το οποίο και προέβηκε και σε σχετικά ευρήματα που έχουν ήδη καταγραφεί πιο πάνω. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή που υπάρχει στο Τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα κάτω από το εκτυπωμένο όνομα του κατηγορουμένου είναι του ιδίου του κατηγορουμένου, ο οποίος έδωσε το εν λόγω έγγραφο στον Ηρακλέους επειδή είναι φίλος του και θεωρώντας ότι του χρωστά χάρη. Όσον αφορά το θέμα της συμπλήρωσης, παραπέμπω στον ορισμό 'επιταγή' που παρέχεται στο ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 (άρθρο 4) που αποτελεί την κατ' εξοχήν νομοθεσία η οποία ρυθμίζει και προδιαγράφει τα όρια διάπραξης του αδικήματος με βάση το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο: " «Επιταγή» σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή." Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία προκύπτει πως η συμπλήρωση της επιταγής αποτελεί εντολή του εκδότη της προς τράπεζα για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού σε ορισμένο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό. Ωστόσο το προαναφερόμενο λεκτικό δεν απαιτεί τη συμπλήρωση της επιταγής αποκλειστικά και μόνο από το χέρι του εκδότη. Είναι αρκετό η συμπλήρωση της επιταγής να πραγματοποιηθεί από άλλο πρόσωπο αλλά με τη συγκατάθεση ή εξουσιοδότηση του εκδότη της. Η επιταγή είναι μορφή συναλλαγματικής πληρωτέα εν όψει όταν αυτή είναι συμπληρωμένη κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα.[8] Η θέση αυτή υποστηρίζεται από την υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αφού εξέτασε τα γεγονότα της υπόθεσης δεν απέρριψε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου επί το ότι οι δύο επιταγές που δόθηκαν στον παραπονούμενο από τον εφεσείοντα ήταν η μεν πρώτη ασυμπλήρωτη ως προς το όνομα του δικαιούχου και την ημερομηνία η δε δεύτερη ως προς την ημερομηνία, αλλά για άλλους λόγους. Επίσης, η θέση αυτή υποστηρίζεται από το άρθρο 28 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 μετά των συναφών τροποποιήσεων μέσα από το οποίο τονίζεται πως πρόσωπο το οποίο έχει υπογράψει συναλλαγματική ως εκδότης, αποδέκτης, ή οπισθογράφος, χωρίς να λάβει κάποια αξία γι' αυτή και με σκοπό να δανείσει το όνομα του σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ως διευκολύνον μέρος, ευθύνεται για τη συναλλαγματική έναντι του κατόχου για αξία και είναι αδιάφορο κατά πόσο, όταν ο τέτοιος κάτοχος που έλαβε τη συναλλαγματική, γνώριζε ότι το μέρος αυτό ήταν διευκολύνον μέρος ή όχι.[9] Στην προκειμένη περίπτωση αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 1 δίδοντας το στον Ηρακλέους επειδή ήταν φίλος του και του χρωστούσε χάρη και ότι είχε διάφορες επικοινωνίες με την παραπονούμενη από την οποίαν ζητούσε πίστωση χρόνου για να διευθετήσει την εξόφληση του λογαριασμού που προέκυψε και εκκρεμούσε ένεκα της αγοράς επίπλων από τον Ηρακλέους και ταυτόχρονα την μη τίμηση του Τεκμηρίου
  1. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να υπογράψει την επίδικη επιταγή και ταυτόχρονα να την παραδώσει στον Ηρακλέους επειδή ήταν φίλος του και επειδή του χρωστούσε χάρη, σε συνδυασμό με τις μεταγενέστερες επισκέψεις του στο κατάστημα της παραπονούμενης και τις διάφορες υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις του για σύντομη διευθέτηση του λογαριασμού που εκκρεμούσε, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έδωσε εν λευκώ εξουσιοδότηση στον Ηρακλέους να συμπληρώσει αυτός τα κενά του Τεκμηρίου
  2. Δεν είναι απαραίτητο τέτοια εξουσιοδότηση να δίδεται γραπτώς. Τέτοια εξουσιοδότηση δύναται να προκύψει μέσα από λέξεις, στάση και συμπεριφορά. Διαφορετικά εάν ο κατηγορούμενος επιθυμούσε τον Ηρακλέους ως δικαιούχο του Τεκμηρίου 1 θα φρόντιζε είτε να συμπληρώσει ο ίδιος τα κενά και κυρίως θα σημείωνε το όνομα του Ηρακλέους είτε να μετατρέψει το Τεκμήριο 1 μη μεταβιβάσιμο καθιστώντας το δίγραμμο.[10] Πράττοντας εντός της σφαίρας εξουσιοδότησης που είχε από τον κατηγορούμενο, ο Ηρακλέους κατά την παράδοση της κατοχής του Τεκμηρίου 1 στην παραπονούμενη μερίμνησε για τη συμπλήρωση των κενών του εν λόγω τεκμηρίου. Προκύπτει ακόμη από την προσκομισθείσα μαρτυρία και αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση για το σκοπό και τον προορισμό του Τεκμηρίου 1 καθώς επίσης ήταν ενήμερος για το όνομα του δικαιούχου, το ποσό και την ημερομηνία που θα έφερνε το Τεκμήριο
  3. Στοιχεία όπως η μη καταγγελία στην αστυνομία για κλοπή του Τεκμηρίου 1, η απουσία ισχυρισμού για πλαστογραφία της υπογραφής του, η μη λήψη ενεργειών με σκοπό την ανάκληση πληρωμής του, το να μην συμπληρώσει ο ίδιος το Τεκμήριο 1 και το να μην το καταστήσει μη μεταβιβάσιμο έγγραφο είναι παράγοντες που συνηγορούν προς αυτήν την κατεύθυνση και κατ' επέκταση τεκμηριώνουν το εν λόγω συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο συνεπώς κρίνει ότι η συμπλήρωση του Τεκμηρίου 1 δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Κεφ.
  4. Αναφορικά με το θέμα έκδοσης παραπέμπω στον ορισμό που το ερμηνευτικό πλαίσιο (άρθρο 2) του Κεφ.262 δίδει: "την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος." Σύμφωνα με το Κεφ.262 ο όρος 'κάτοχος' σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών, ενώ 'κομιστής' είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή. Η δε 'παράδοση', κάτω από την ίδια νομοθεσία, σημαίνει μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή από ένα πρόσωπο σε άλλο. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος δια του Ηρακλέους φρόντισε για τη συμπλήρωση του Τεκμηρίου 1 με την παράδοση του στην παραπονούμενη. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε το Τεκμήριο 1 με την υπογραφή του σ' αυτό, χωρίς ωστόσο το Δικαστήριο να έχει μαρτυρία ως προς το πότε ακριβώς αυτό έγινε. Συνεπώς, το Τεκμήριο 1 αποτελεί επιταγή εντός της έννοιας της σχετικής νομοθεσίας και ιδιαίτερα του Κεφ.154 συγκεντρώνοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ.262 καθότι υπάρχει σ' αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, ο κωδικός αριθμός του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμός του κατηγορουμένου καθώς και το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί κατόπιν εξουσιοδότησης του κατηγορουμένου. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στην υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010 το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έθεσε θέμα μη έκδοσης επιταγών, οι οποίες συμπληρώθηκαν από την παραπονούμενη ως προς την ημερομηνία και το ποσό. Επομένως, το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος πληρείται. Σχετικά με το δεύτερο και τρίτο συστατικό στοιχείο, αποτελούν ήδη ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη επιταγή κατέστη πληρωτέα την ημερομηνία που αυτή έφερε, δηλαδή τις 07.07.08, ενώ στις 30.07.08 κατατέθηκε από την ΜΚ1, εκ μέρους και για λογαριασμό της παραπονούμενης, στην Marfin Popular Bank. Προς τούτο υπάρχει σχετική σφραγίδα της εν λόγω τράπεζας. Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 04.08.08 η επιταγή επιστράφηκε χωρίς αντίκρισμα με ένδειξη κατόπιν σχετικής σφραγίδας και υπογραφής από αρμόδιο λειτουργό της πληρώτριας τράπεζας, ως προνοεί το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ.154: 'Αποταθείτε στον εκδότη. ακάλυπτη επιταγή.' Με δεδομένο ότι οι προαναφερόμενες σφραγίδες των τραπεζών μαζί με το περιεχόμενο και τα στοιχεία τους δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο και λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω εδάφιο ρητά υποδεικνύει ότι οι σφραγίδες και σημειώσεις των τραπεζών, ο λόγος επιστροφής της επιταγής καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία καθώς και μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους, κρίνω ότι πληρούνται τόσο το δεύτερο όσο και το τρίτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.
  1. Αναφορικά με το τέταρτο και πέμπτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αρκεί να αναφέρω ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επιταγή επιστράφηκε χωρίς να έχει εξοφληθεί λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του κατηγορουμένου. Προς τούτο συνηγορούν και οι τραπεζικές σφραγίδες που φαίνονται στο Τεκμήριο
  2. Αποτελεί ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο λογαριασμός από τον οποίον προέρχεται η επίδικη επιταγή ανήκει στον κατηγορούμενο και σύμφωνα με σχετική οικονομική κατάσταση ημερομηνίας 23.02.10 στις 05.08.08 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €16.510,64 ενώ το εγκεκριμένο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Μελών Κυπριακού Στρατού Λτδ χρεωστικό όριο ήταν €17.087,00, δηλαδή υπήρχε διαθέσιμο όριο μόλις €576,36 και ως εκ τούτου το γεγονός αυτό σε συνάρτηση με το ότι αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος δεν διέθετε στον εν λόγω χρηματο-πιστωτικό οργανισμό άλλα χρήματα για να μπορούσε να τα μετέφερε και να κάλυπταν έτσι το ποσό της επίδικης επιταγής, προκύπτει πως η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων από τον εκδότη της, ήτοι τον κατηγορούμενο. Εξάλλου όλη η πιο πάνω μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο στη βάση της οποίας προέκυψαν τα ευρήματα παρέμεινε μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αναντίλεκτη. Συνεπώς, πληρούνται η τέταρτη και πέμπτη προϋπόθεση του εν λόγω αδικήματος. Όσον αφορά το έκτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αρκεί να σημειωθεί ότι αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι μέχρι σήμερα η επίδικη επιταγή παραμένει χωρίς εξόφληση, στοιχείο που επίσης δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, παρά την αποστολή προειδοποιητικής επιστολής ημερομηνίας 13.11.08 από το δικηγόρο της παραπονούμενης στον κατηγορούμενο, η οποία του επιδόθηκε δια χειρός στις 17.03.09 από ιδιώτη επιδότη σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 49 του Κεφ.
  3. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρείται και το έκτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτού. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η παραπονούμενη είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι κάτι τέτοιο δεν υφίσταται προβάλλοντας τους εξής λόγους: (α) Το Τεκμήριο 4 (τιμολόγιο) εκδόθηκε εις το όνομα προσώπου (Ηρακλέους) άλλου από αυτό του κατηγορούμενου. (β) Ο κατηγορούμενος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην παραπονούμενη. (γ) Δεν έχει δοθεί αξία στο Τεκμήριο 1 (επίδικη επιταγή). (δ) Το αντάλλαγμα που δόθηκε εισπράχθηκε από πρόσωπο (Ηρακλέους) που ουδεμία σχέση έχει με τον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1Α Α.Α.Δ., 296 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής υπό την έννοια του άρθρου 29
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, είναι το πρόσωπο στου οποίου την κατοχή νομίμως περιήλθε η συναλλαγματική, επειδή δόθηκε αξία γι' αυτήν. Ο κάτοχος, για αξία, μιας επιταγής έχει εκ του νόμου (άρθρο 38 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262) δικαιώματα ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του, εναντίον του εκδότη της επιταγής. Στην υπόθεση Τρικωμίτης ν. Ανδρέου (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 597 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής μιας επιταγής είναι εκείνος που έχει αγώγιμο δικαίωμα επ' αυτής. Ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος επί επιταγής εξετάστηκαν και στην υπόθεση Λούτσιου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343. Στην υπόθεση εκείνη επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, ότι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, μέσα στην έννοια του νόμου, δηλαδή το πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102 το Δικαστήριο επισήμανε πως η φράση 'αγώγιμο δικαίωμα' δεν πρέπει να συγχύζεται με την πιθανή αιτία αγωγής, που μπορεί να εγερθεί με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής από την οποίαν να προκύπτει διαφορά αστικής ευθύνης των μερών. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Τομάζου v. Σαββίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 181/2007, ημερομηνίας 21.12.2010. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έκδωσε την επίδικη επιταγή για να διευκολύνει και να βοηθήσει το φίλο του Ηρακλέους να πληρώσει το τίμημα αγοράς επίπλων που ο τελευταίος αγόρασε από την παραπονούμενη, επειδή του χρωστούσε χάρη. Στα πλαίσια συναλλαγής η παραπονούμενη πώλησε και παρέδωσε έπιπλα στον Ηρακλέους σύμφωνα με το σχετικό έντυπο παραγγελίας και τιμολόγιο (Τεκμήρια 2 και 4) για το ποσό των €7.031,00 που επιχειρήθηκε να πληρωθεί με την επίδικη επιταγή η οποία επιστράφηκε χωρίς αντίκρισμα, στη βάση της οποίας εκπληρωνόταν και η χάρη που ο κατηγορούμενος χρωστούσε στον Ηρακλέους. Από τη στιγμή που η παραπονούμενη πώλησε και παρέδωσε τα έπιπλα χωρίς να εισπράξει το συμφωνημένο τίμημα συνεπεία της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής η οποία επιστράφηκε χωρίς αντίκρισμα, το Δικαστήριο βρίσκει και αποδέχεται ότι ο παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής εντός της έννοιας του άρθρου 29
(1)(β) του Κεφ.262 αφού νομίμως το Τεκμήριο 1 περιήλθε στην κατοχή της, απορρίπτοντας έτσι όλους τους λόγους που ο κατηγορούμενος επικαλείται σε σχέση με το θέμα αυτό ως αβάσιμους. Καταλήγοντας, το Δικαστήριο επιθυμεί να επισημάνει ότι το γεγονός ότι η παραπονούμενη εξασφάλισε δικαστική απόφαση υπέρ της σε αντίστοιχη αγωγή που κίνησε εναντίον του Ηρακλέους δεν επηρεάζει το καθεστώς της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Το ίδιο θα ίσχυε και αν ακόμη τέτοια πολιτική υπόθεση εγειρόταν εναντίον του κατηγορουμένου. Έχει νομολογηθεί ότι η παράλληλη έγερση ποινικής και πολιτικής διαδικασίας δεν συνιστά κατάχρηση ούτε και επιφέρει παρανομία στη διαδικασία αφού ο σκοπός για τον οποίον η κάθε μια υπόθεση προωθείται είναι διαφορετικός.[11] Κατά συνέπεια, το Τεκμήριο 11 δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στην παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου το Δικαστήριο ουδεμία βαρύτητα του αποδίδει. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/ Final Judgment Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική/Εκ πρώτης όψεως-Ενδιάμεση Απόφαση/Επιταγή που δεν εξοφλήθηκε/ Άρθρο 305Α
(1)Κεφ.154/Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 8.2.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 [6] Άρθρο 27
(1)Κεφ.9 [7] Κολάνη v. Ταμπούρας Πολ. Έφεση Αρ.151/2007 ημερ.12.06.10, Δημητρίου v. Μιχαήλ Πολ. Έφεση Αρ.265/2006 ημερ.27.04.09, Γεωργίου v. Στυλιανού Πολ. Έφεση Αρ.319/2006 ημερ. 22.01.09 [8] Άρθρο 73 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 μετά των συναφών τροποποιήσεων [9] Εδάφια 1 και 2 του άρθρου 28 του Κεφ.262 [10] Άρθρο 82
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 [11] Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αραδίππου v. Σαββίδη κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 194 και Δημητρίου v. Cleo Publishers Ltd και άλλης
(2003)2 Α.Α.Δ. 190 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.