← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αγγελική Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 4997/09, 18 Μαρτίου 2011

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αγγελική Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 4997/09, 18 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:B58 Αρ. Υπόθεσης: 4997/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Αγγελική Ιωάννου, εκ Λευκωσίας Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 18 Μαρτίου 2011 Για την αστυνομία: κος Γιάννος Αργυρού Για κατηγορουμένη: κα Φωτεινή Μιχαηλίδου Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορουμένη βρέθηκε ένοχη μετά από ακροαματική διαδικασία, σε έξη συνολικά κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων, της μαστροπείας, της διατήρησης οίκου ανοχής και του αποζείν από κέρδη πορνείας. Τα γεγονότα της υπόθεσης, αναφέρονται με έκταση στην απόφαση μου ημερομηνίας 8.3.2001 με την οποία βρέθηκε ένοχη η κατηγορουμένη. Δεν θεωρώ ως εκ τούτου σκόπιμο να τα επαναλάβω. Για σκοπούς επιβολής ποινής, αναφέρω μόνο ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η κατηγορουμένη μεταξύ της 18.9.2007 και 24.10.2007 στον ποταμό Γερμασόγειας, προήγαγε και εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά τις δύο παραπονούμενες από το Βιετνάμ με την χρήση εξαναγκασμού και απειλών. Επίσης κατά τις ίδιες ημερομηνίες, η κατηγορουμένη χρησιμοποίησε το διαμέρισμα 305 στην πολυκατοικία «Εσπερίδες» στον ποταμό Γερμασόγειας ως οίκο ανοχής. Επιπλέον, εν γνώσει της ζούσε από κέρδη πορνείας που ασκούσαν στο εν λόγω διαμέρισμα οι πιο πάνω παραπονούμενες. Ο δημόσιος κατήγορος, ανάφερε ότι η κατηγορουμένη είναι λευκού ποινικού μητρώου, τα δε έξοδα της διαδικασίας ανέρχονται σε €480,

  1. Ζήτησε επίσης την κατάσχεση των τεκμηρίων, πλην των τεκμηρίων 10 & 11 που αποτελούν χρηματικά ποσά των παραπονουμένων τα οποία δεν είναι προϊόν πορνείας και τα οποία αιτήθηκε όπως τους επιστραφούν. Η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση, η κατηγορουμένη είναι διαζευγμένη ηλικίας 40 ετών,. Επαγγέλλεται την κομμώτρια και εργάζεται σε ιδιωτική κλινική ως υπεύθυνη τριχοτεχνικής με μηνιαίο μισθό, €1100,
  2. Λαμβάνει επίσης δημόσιο βοήθημα ύψους περίπου €600,
  3. Από το γάμο της με τον πρώην σύζυγο της, η κατηγορουμένη απέκτησε ένα γιο, ο οποίος σήμερα είναι ηλικίας 19 ετών και υπηρετεί τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά. Η κατηγορουμένη πριν την κράτηση της, διέμενε μαζί με το γιο της σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην Επαρχία Λευκωσίας. Το παιδί διατηρεί καλές σχέσεις με τον πατέρα του παρά το διαζύγιο των γονιών του. Ήταν η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι η τυχόν ποινή άμεσης φυλάκισης θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στο γιο της κατηγορουμένης, ο οποίος εξαρτάται άμεσα από την ίδια. Σκοπός του μετά την ολοκλήρωση της θητείας του στην Εθνική Φρουρά, είναι να φοιτήσει σε κολλέγιο με την οικονομική στήριξη της μητέρας του. Στη συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, ισχυριζόμενη ότι παρά την ηλικία της δεν έχει απασχολήσει μέχρι σήμερα την ποινική δικαιοσύνη. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τη συνήγορο, στη σημαντική κατά την άποψη της, καθυστέρηση ολοκλήρωσης της παρούσας ποινικής διαδικασίας. Τονίστηκε ότι τα αδικήματα διεπράχθησαν σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τον Σεπτέμβριο με Οκτώβριο του 2007 και η διαδικασία εναντίον της κατηγορουμένης ολοκληρώθηκε το Μάρτιο του
  4. Αυτό, ήταν αποτέλεσμα κατά την συνήγορο, της συμπεριφοράς των ανακριτικών αρχών που βοήθησε σημαντικά στην καθυστέρηση της υπόθεσης. Η συνήγορος επεσήμανε ότι η κατηγορούσα αρχή καταχώρησε αρχικά υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης με τα ίδια αδικήματα τον Ιανουάριο του
  5. Η υπόθεση εκείνη αναστάληκε όχι εξ υπαιτιότητας της κατηγορουμένης αλλά γιατί η αστυνομία αδυνατούσε να εντοπίσει τις δύο παραπονούμενες για να δώσουν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην συνέχεια, η αστυνομία κατακράτησε κατά παράβαση διαταγής του Δικαστηρίου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στην υπόθεση εκείνη για χρονικό διάστημα πέραν των έξη μηνών. Αφού σε μεταγενέστερο στάδιο εντοπίστηκαν οι παραπονούμενες, επανακαταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση τον Φεβρουάριο 2009, σε χρονικό δηλαδή σημείο που η κατηγορουμένη θεωρούσε εύλογα ότι η υπόθεση εναντίον της έληξε αφού είχαν περάσει ήδη οι 6 μήνες που είχε θέσει το Δικαστήριο για κράτηση των εν λόγω τεκμηρίων. Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω ενεργειών της αστυνομίας, ήταν να καθυστερήσει σημαντικά η διάγνωση της ποινικής ευθύνης της κατηγορουμένης. Το πιο πάνω γεγονός κατά τη συνήγορο, μειώνει δραστικά την αποτρεπτικότητα την οποία οφείλει να περιέχει η ποινή σε σοβαρά αδικήματα, όπως αυτά στα οποία βρέθηκε ένοχη η κατηγορουμένη. Ήταν η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι τα γεγονότα της παρούσας, κυρίως η καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης και τις υπόλοιπες προσωπικές της συνθήκες, συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι μια ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης εναντίον της κατηγορουμένης θα μπορούσε να ανασταλεί δυνάμει των προνοιών του σχετικού Νόμου. Τέλος, η συνήγορος ζήτησε από το Δικαστήριο όπως επιβληθεί μια ποινή στην κατηγορουμένη δεδομένου ότι οι έξη κατηγορίες στις οποίες βρέθηκε ένοχη βασίζονται στα ίδια γεγονότα. Η σοβαρότητα των αδικημάτων. Τα αδικήματα που διέπραξε η κατηγορουμένη, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό προκύπτει κατ' αρχάς από τις αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσον για την επιλογή του τύπου της ποινής όσον και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α

(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων των δύο πρώτων κατηγοριών, τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου 87(Ι)/07 με ποινή φυλάκισης 10 ετών. Το αδίκημα της μαστροπείας, τιμωρείται δυνάμει του άρθρου 157 του Ποινικού Κώδικα με ποινή φυλάκισης 5 χρόνων. Επίσης, το αδίκημα της διατήρησης οίκου ανοχής, χαρακτηρίζεται από το άρθρο 156
(1)του Ποινικού Κώδικα ως πλημμέλημα και τιμωρείται δυνάμει του άρθρου 35 με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. Τέλος, το αδίκημα του αποζείν από κέρδη πορνείας σύμφωνα με το άρθρο 164 του Ποινικού Κώδικα, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει και από την νομολογία αλλά και από την φύση των ίδιων των αδικημάτων. Πρόκειται για συμπεριφορές που πλήττουν την αξιοπρέπεια των θυμάτων, προσβάλλουν τα ήθη και των πολιτισμό μας και αποτελούν ταυτόχρονα, εστίες διάπραξης και άλλων αδικημάτων. Στην υπόθεση Skorpbogadyy ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 555, λέχθηκαν τα πιο κάτω στην σελίδα 559 σε σχέση με την σοβαρότητα του αδικήματος του αποζείν από κέρδη πορνείας. «Η σοβαρότητα του αδικήματος είναι εκτός συζήτησης. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί σε πολλές υποθέσεις - (βλ. ενδεικτικά Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(1999)2 Α.Α.Δ. 644και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοφίδη, (πιο πάνω)). Επανατονίζουμε ότι τα αδικήματα αυτά, από τη φύση τους, δικαιολογούν αυστηρές ποινές.» Παρόλα αυτά στην πιο πάνω υπόθεση, απουσίαζε το στοιχείο του προσχεδιασμού και της επανάληψης και έτσι η δεκατετράμηνη ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε πρωτόδικα, μειώθηκε από το Εφετείο σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών. Αντιθέτως στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοφίδη 2 Α.Α.Δ 179, ποινή φυλάκισης εννέα μηνών κρίθηκε από το Εφετείο ως έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών. Λήφθηκε σοβαρά υπόψη στην υπόθεση αυτή, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μετέτρεψε σε πόρνες δύο αλλοδαπές και τις εκμεταλλεύτηκε με τον πιο στυγνό τρόπο, κατακρατώντας όλα τα χρήματα που εισέπραττε από την έκδοση τους. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωνσταντινίδης κ.α
(1998)2 Α.Α.Δ 17, ποινή φυλάκισης έξη μηνών για τα αδικήματα της μαστροπείας και του αποζείν από κέρδη πορνείας, κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής. Το Εφετείο αυξάνοντας την ποινή σε φυλάκιση ενός έτους, τόνισε την σοβαρότητα των αδικημάτων και επεσήμανε ότι τα Δικαστήρια οφείλουν να επιβάλλουν αυστηρές ποινές σε άτομα που διαπράττουν αδικήματα αυτής της φύσης, τα οποία εκθέτουν τη χώρα μας στο εξωτερικό. Στην υπόθεση Γιαλλούρης κα ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 282, επικυρώθηκε ποινή διετούς φυλάκισης στην κατηγορία του αποζείν μερικώς από κέρδη πορνείας με συντρέχουσα ποινή φυλάκισης έξι μηνών στην κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας. Ειδικά για την κατηγορία του αποζείν από κέρδη πορνείας, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η αναγκαιότητα επιβολής αυστηρής ποινής λόγω της έξαρσης που παρατηρείται στην διάπραξη του αδικήματος αυτού. Παρατέθηκε δε το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(1999)2 Α.Α.Δ. 644: «Το αδίκημα του άρθρου 164 του Ποινικού Κώδικα ότι κάποιος αποζεί από τα αθέμιτα κέρδη πορνείας είναι σοβαρό. Τελευταία, με την έξαρση που παρατηρείται σε εγκλήματα κατά των ηθών, ο νομοθέτης αύξησε το ανώτατο όριο της ποινής από 2 σε 5 χρόνια (βλ. άρθρο 4 του Τροποποιητικού Νόμου αρ.99(Ι)/96). Το άρθρο δεν καταπολεμά μόνο την εκμετάλλευση της ακολασίας, αλλά και την πράξη ως εστία εγκληματικότητας. Ειδικά μέσα στις παρούσες κοινωνικές συνθήκες ...» Θεώρηση της πιο πάνω νομολογίας, καταδεικνύει ότι σε αδικήματα αυτής της φύσης, επιβάλλεται κατά κανόνα ποινή φυλάκισης. Προκύπτει επίσης από την νομολογία, εμφανής ανησυχία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών. Πρόκειται για αντικοινωνική συμπεριφορά που εκτός του ότι προσβάλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια με την εκμετάλλευση των γυναικών, ενθαρρύνει τον παρασιτισμό, αποτελεί εστία διάπραξης και άλλων αδικημάτων και υποβαθμίζει τον πολιτισμό μας, εκθέτοντας ταυτόχρονα την Κύπρο στο εξωτερικό. Προβάλλει ως εκ τούτου επιτακτικά η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, η κατηγορουμένη σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, χρησιμοποίησε το διαμέρισμα που ενοικίασε στην πολυκατοικία «Εσπερίδες» για σκοπούς προσφοράς αγοραίου έρωτα από τις δύο παραπονούμενες αφού προηγουμένως δημοσίευσε σχετική αγγελία σε εφημερίδα. Εισέπραττε δε £20,00 από τα χρήματα που πλήρωναν οι πελάτες στις δύο παραπονούμενες ως αντάλλαγμα για τις ερωτικές υπηρεσίες που τους πρόσφεραν, αποδίδοντας σε αυτές μόνο το ποσόν των £5,00 ανά πελάτη. Η κατηγορούμενη, εκμεταλλευόμενη την οικονομική ανάγκη των δύο παραπονουμένων λόγω του ότι βρίσκονταν Κύπρο παράνομα χωρίς νόμιμη άδεια και εργασία, τις προήγαγε σε κοινή πορνεία και καθ' όλους τους επίδικους χρόνους, αποκόμισε οικονομικό όφελος από τις παράνομες πράξεις της αφού εισέπραττε την μερίδα του λέοντος από την πορνεία που ασκούσαν οι δύο αλλοδαπές, αποδίδοντας τους μόνο το ποσόν των £5,00 ανά πελάτη. Πρόκειται για συμπεριφορά που δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί με αυστηρές ποινές δυνάμει της προαναφερθείσας νομολογίας. Ελαφρυντικοί παράγοντες Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει ασφαλώς το Δικαστήριο να επιλέξει και να επιβάλει, εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ατονεί. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη, όλα τα στοιχεία που η συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε στην αγόρευση της για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη τα πιο κάτω:
  1. Τις προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης όπως εμφαίνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη ότι είναι μητέρα ενός αγοριού 19 ετών που υπηρετεί την θητεία του και εξαρτάται από την ίδια.
  2. Το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης, στοιχείο που για πρώτη φορά της δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου.
  3. Το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Πρέπει όμως να τονίσω ότι οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Η ποινή που θα επιβληθεί θα πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή κατά την κρίση μου όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου αλλά θα έστελλε επιπλέον λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, καταδικάζω την κατηγορουμένη στις ακόλουθες ποινές: · Στην 1η και 2η κατηγορία για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων:- ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε κατηγορία. · Στην 3η και 4η κατηγορία για το αδίκημα της μαστροπείας:- ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε κάθε κατηγορία. · Στην 5η κατηγορία για το αδίκημα της διατήρησης οίκου ανοχής:- ποινή φυλάκισης 2 μηνών. · Στην 6η κατηγορία για το αδίκημα του αποζείν από κέρδη πορνείας:- ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Όλες οι ποινές να συντρέχουν και να ξεκινούν από 8.3.2011, ημερομηνία κατά την οποία η κατηγορουμένη τέθηκε υπό κράτηση για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα υπόθεση. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής των ποινών που επιβλήθηκαν αφού τέθηκε σχετικό αίτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του Νόμου, δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα ή όπου φαίνεται ότι δεν εκδηλώνεται εκ μέρους του κατηγορουμένου, άμεση και έμπρακτη μεταμέλεια (Βλ. μεταξύ άλλων Χαραλάμπους Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323). Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι στην περίπτωση της κατηγορουμένης δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Τα περιστατικά της υπόθεσης ιδιαίτερα η καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας αλλά και οι προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης, λήφθηκαν υπόψη στην δραστική μείωση της ποινής φυλάκισης που της επιβλήθηκε. Δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης όπως εισηγήθηκε η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής.. Επομένως, οι επιβληθείσες ποινές να εκτελεστούν άμεσα. Τα €480,00 έξοδα της διαδικασίας να πληρωθούν από την Δημοκρατία αφού δεν ενδείκνυται ως θέμα αρχής, η καταβολή εξόδων στις περιπτώσεις που επιβάλλεται ποινή άμεσης φυλάκισης. Επιπλέον, τα τεκμήρια 10 & 11 να επιστραφούν στις παραπονούμενες. Τα υπόλοιπα τεκμήρια να κατασχεθούν. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.